Posts Tagged ‘aligizakis’

alpha

O εμβληματικός Wilhelm Furtwängler με τον Ernest Ansermet. Παρίσι 1945
Μια αγαπημένη συνήθεια, κατά τη διάρκεια της καθημερινής διαδικτυακής ανάγνωσης των πρωτοσέλιδων των εφημερίδων και της αλίευσης διαφόρων πληροφοριών (συνήθως ανούσιων), αποτελεί και η ακρόαση μουσικής. Το τελευταίο διάστημα, τείνω να συνδυάζω τις ειδήσεις περί του προεκλογικού αγώνα με τις σαγηνευτικές μελωδίες της κλασικής μουσικής. Από τον Mahler και τον Wagner, μέχρι τον Sibelius και τον Shostakovich. Προχθές έτυχε να ακούσω, για μια ακόμη φορά, την αριστουργηματική και ρωμαλέα εκτέλεση της 9ης του Beethoven από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, σε μια ηχογράφηση του 1942 και υπό τη διεύθυνση του Wilhelm Furtwängler.
♠ Wilhelm Furtwängler – Berlin Philharmonic Orchestra – Beethoven’s Symphony No. 9 in D minor op 125 ♠
Πρόκειται, ίσως, για την ωραιότερη εκτέλεση της περίφημης μουσικής δημιουργίας του Ludwig van Beethoven. Ένα πραγματικό μουσικό ντοκουμέντο, που συνδυάζει την έκσταση που αφειδώς χαρίζει στον ακροατή η, πλημμυρισμένη από πάθος, παράσταση του κορυφαίου μαέστρου της κλασικής μουσικής, και την καταβύθιση στις γκρίζες σελίδες της πρόσφατης ευρωπαϊκής ιστορίας. Η εμβληματική μορφή του Furtwängler, μου θύμισε μια εξαιρετική θεατρική παράσταση που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, πριν αρκετά χρόνια. Την «Προσωπική Συμφωνία».
Το έργο του Ronald Harwood είναι ένα από τα σημαντικότερα θεατρικά που έχω παρακολουθήσει και αυτό που μου προξένησε τα εντονότερα συναισθήματα. Συνετέλεσαν σ’ αυτό η ακτινοβολούσα δύναμη του καλογραμμένου κειμένου, η εξαίρετη μουσική επένδυση της παράστασης, οι αξιόλογες ερμηνείες των ηθοποιών, αλλά και ο χώρος που ανέβηκε η παράσταση, μιας και το Υπόγειο της οδού Πεσμαζόγλου είναι ένα μέρος εμποτισμένο με την αύρα του Καρόλου Κουν και τη δράση που έχουν αναπτύξει οι πολιτιστικοί κληρονόμοι του Θεάτρου Τέχνης.
Η ιστορία της «Προσωπικής Συμφωνίας» είναι αληθινή. Πρόκειται για μια δραματοποιημένη αναπαράσταση της ανάκρισης ενός εκ των μύθων της κλασικής μουσικής, του Γερμανού μαέστρου Wilhelm Furtwängler, που διενεργήθηκε στα πλαίσια της Αποναζιστικοποίησης του καλλιτεχνικού χώρου, από τους Αμερικανούς, με την ισχύ και τη νομιμοποίηση των νικητών του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Ο Furtwängler υπήρξε μια συγκλονιστική καλλιτεχνική παρουσία, έμεινε στην ιστορία ως ο «Θεός του πόντιουμ» και πολλοί τον χαρακτήρισαν ως τον «Ζωγράφο της Κλασικής Μουσικής».
Το 1933, όταν ο Hitler ανέλαβε τα ηνία της εξουσίας, οι Εβραίοι συνάδελφοι του Furtwängler αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Γερμανία, ενώ άλλοι αυτοεξορίστηκαν ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη κατάπτωση που είχε περιέλθει ο λαός των Γερμανών, αλλά και ως έσχατη πράξη προειδοποίησης για τα δεινά που διέβλεπαν να καταφθάνουν. Ο Furtwängler επέλεξε να παραμείνει στη χώρα του, με σκοπό τη διατήρηση της υψηλής μουσικής παράδοσης για χάρη του λαού του.
Ανάμεσα στους πιο ένθερμους θαυμαστές του μεγάλου μαέστρου υπήρξε και ο ίδιος ο Hitler καθώς και όσοι έλεγχαν μαζί μ’ αυτόν τη Ναζιστική κουλτούρα, όπως για παράδειγμα ο Paul Joseph Goebbels. Την περίοδο λοιπόν που χιλιάδες Εβραίοι εξοντώνονταν, η Φιλαρμονική Ορχήστρα και η Όπερα μάγευαν τα πλήθη με τις εκπληκτικές εκτελέσεις των έργων του Ludwig van Beethoven, του Wolfgang Amadeus Mozart και του Wilhelm Richard Wagner. Η μουσική είχε μεταβληθεί σε όργανο καταδυνάστευσης στα χέρια του Goebbels και των υπόλοιπων «πνευματικά ανώτερων» ηγετικών στελεχών του Ναζιστικού καθεστώτος.
Ο Furtwängler κατηγορήθηκε ως φιλικά προσκείμενος προς το καθεστώς. Το στοιχείο που κατέτεινε προς την στοχοποίηση του μαέστρου, ήταν μια φωτογραφία – που έκανε το γύρο του κόσμου – η οποία παρουσίαζε τον Hitler να συγχαίρει τον μαέστρο μετά από μια παράσταση και να του προσφέρει λουλούδια. Ο μαέστρος δεν έπαψε να αρνείται την κατηγορία αυτή ως το τέλος της ζωής του. Πολύ περισσότερο υποστήριζε πως με τη μεγάλη φήμη που απέκτησε με το έργο του, τού δόθηκε η δυνατότητα να κριτικάρει ανοιχτά το καθεστώς αλλά και να φυγαδεύει με επιτυχία δεκάδες Εβραίων μουσικών διαμέσου της ορχήστρας του.
Πράγματι, ο μαέστρος είχε αντιταχθεί ανοιχτά στην απαγόρευση του έργου του Paul Hindemith «Ο Ζωγράφος Ματίς», που είχε χαρακτηρισθεί ως εκφυλισμένη μουσική από το καθεστώς, γεγονός που τον οδήγησε και σε παραίτηση του αξιώματος του Διευθυντή της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου. Όσον αφορά τη φυγάδευση πολλών ελπιδοφόρων – στην πλειοψηφία τους Εβραίων – μουσικών μέσω της ορχήστρας του, τα σχετικά έγγραφα μυστηριωδώς χάθηκαν προ της έναρξης της διαδικασίας της ανάκρισης του από την Επιτροπή Αποναζιστικοποίησης.
Ο Ronald Harwood δεν λαμβάνει μια σαφή θέση ως προς το δίλημμα του διανοούμενου καλλιτέχνη μπροστά στην ανθρώπινη αγωνία. Άφησε σκόπιμα να αιωρείται η απορία για το αν η μουσική είναι ένοχη ή σωτήρια. Ως θεατής της παράστασης έμεινα με αναπάντητο το ερώτημα: αν ο μαέστρος γύρισε υπεροπτικά την πλάτη του στους ομαδικούς τάφους και τις μαζικές εκτελέσεις ή αν διηύθυνε ένα μαγικό ταξίδι για τις πονεμένες ψυχές μέσα σ’ ένα τόσο απάνθρωπο καθεστώς.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο Harwood επιτρέπει στον θεατή να αποφασίσει, μη θέλοντας να γίνει καθοδηγητής της σκέψης του. Σκόπιμα δεν δίνει το πόρισμα της ανάκρισης. Αρνείται να πάρει θέση ως προς το ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος. Ίσως γειτνιάζοντας με την παραδοχή ότι δεν υφίσταται ξεκάθαρος διαχωρισμός ανάμεσα στις δυο αυτές έννοιες. Δίδει την ελευθερία στον θεατή, να εντάξει τον εαυτό του στα ιστορικά πλαίσια ενός απολυταρχικού καθεστώτος και να αποφασίσει ποια θα πρέπει να είναι η ενδεδειγμένη στάση του καλλιτέχνη.
Για την ιστορία, θα πρέπει να τονιστεί πως ο Wilhelm Furtwängler τελικά αθωώθηκε από την Επιτροπή Αποναζιστικοποίησης, αλλά η εξοντωτική ανάκριση των Αμερικανών τον καταρράκωσε ηθικά και βιολογικά. Αυτή ήταν άλλωστε και μια σημαντική παράμετρος της παράστασης, τα όρια αντοχής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μπροστά στον εξευτελισμό και την πίεση της εξουσίας.
Τον ρόλο του Wilhelm Furtwängler είχε ερμηνεύσει ο Άγγελος Αντωνόπουλος, ενώ ο Γιάννης Φέρτης είχε υποδυθεί τον Αμερικανό Ταγματάρχη στον ρόλο του ανακριτή. Ο ηθοποιός που μου είχε κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση, όμως, ήταν ο Μανώλης Μαυροματάκης, ως ένας εκ των μουσικών της ορχήστρας του Furtwängler. Ένας ηθοποιός εξαιρετικής ποιότητας και «βάθους», που – δυστυχώς – στη μεγάλη πλειοψηφία του κοινού, είναι γνωστός κυρίως για την τηλεοπτική του παρουσία (σήριαλ, τηλεοπτικές διαφημίσεις).
Τα παράγωγα της μεγάλης Τέχνης (βιβλία, πίνακες ζωγραφικής, θεατρικές παραστάσεις, μελωδίες), όταν δεν τα καταναλώνουμε απλώς, διατηρούν τη δυνατότητα να ξυπνούν συνειδήσεις και να επηρεάζουν τη ζωή· καμιά φορά με έναν τρόπο εντελώς ανεξήγητο, απρόσμενο και καθοριστικό. Υποθέτω ότι το έργο του Ronald Harwood ανήκει σ’ αυτή τη κατηγορία, όπως και η Συμφωνία n°4 op.98 του Brahms που ακούω και η οποία φτάνει στο τέλος της συνοδεύοντας τις λέξεις αυτού του κειμένου, που μόλις τελείωσαν.
http://www.aoratosfaros.wordpress.com

Advertisements

elyths

AXION ESTI — GENESIS

In the beginning the light And the first hour
when the lips still inside the clay
taste the things of the world
Green blood and golden bulbs in the earth
And most beautiful in its sleep the sea unfolded
ethereal unbleached gauzes
under the carob tree and the tall standing palm trees
There alone
crying grievously
I faced the world

My soul was searching for a Beacon and a Herald

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ – Η ΓΕΝΕΣΙΣ

Στην αρχή το φως. Και η ώρα η πρώτη
που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
κάτω απ’ τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρυσα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά

Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
~ Odysseus Elytis, AXION ESTI, translated by Manolis Aligizakis

93119261_134154321279

I SPEAK

I speak of the last trumpeting of the defeated soldiers.
of the last rags from our festive garments
of our children who sell cigarettes to the passers-by.
I speak of the flowers that wilted on the graves and
rain rots them
of the houses gaping with no windows like toothless
skulls
of girls begging and showing the scars of their breasts.
I speak of the shoeless mothers who crawl among the ruins
of the conflagrated cities the corpses piled in
the streets
the pimps poets who during the night shiver by the front
steps.
I speak of the endless nights when the light is dimmed
at dawn
of the loaded trucks and the footsteps on the wet
cobblestones.
I speak of the prison yard and of the tear of the moribund.

But I speak more of the fishermen
who abandoned their nets and followed His steps
and when He got tired they didn’t rest
and when He betrayed them they didn’t reject Him
and when He was glorified they turned their eyes the other way
and their comrades spat at them and crucified them.
Though they, serene, took the road that had no end
and their glance didn’t ever darken nor bowed down
standing up and lonely amid the horrible loneliness of the crowd.

ΜΙΛΩ
Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών.
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα.
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες.
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους
και τα σαπίζει η βροχή.
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία
ξεδοντιασμένα.
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια
τις πληγές τους.
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα.
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους
δρόμους.
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα
κατώφλια.
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα
ξημερώματα.
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές
πλάκες.
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ
των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες.
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του.
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν.
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν.
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια.
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν.
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει.
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει.
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.
~Μανώλη Αναγνωστάκη/Manolis Anagnostakis—μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/translated by Manolis Aligizakis

ubermensch cover

FUNERAL

We buried him, yesterday afternoon, in the freshly dug soil,
a small twig that he was, the poet with his thin gray beard.
His only sin: so much he loved the birds that didn’t come
to his funeral.
The sun went down behind the army barracks where the future
dead slept and the lone hawk, lover of songs, sat on the oak
branch; women lamented for the day’s yellow rapture and after
approving everything the hawk flew away, as if to define
distance. Wind blew over the surface of the lake searching
for the traitor who had run to the opposite shore where
judgement was passed and the ancient cross remained with
no corpse.
Everyone felt joyous, wine and finger food had to do with it
the hawk returned without news and the beggar extended
his hand and softly begged:
“two bits, man, God bless your soul, two bits.’

ΚΗΔΕΙΑ

Χθες το απόγευμα, τον θάψαμε στο φρεσκοσκαμμένο χώμα,
λες να `τανε βλαστάρι ενός δεντρού, το ποιητή με τ’ αραιό
γκρίζο γενάκι. Μόνη του αμαρτία που αγαπούσε πολύ
τα πουλιά κι αυτά ξέχασαν στην κηδεία του να έρθουν.
Ο ήλιος έδυσε πίσω απ’ το στρατόπεδο με τους νεκρούς
της αύριον και το γεράκι, μονιάς της λαγκαδιάς, καθόταν
στης οξιάς κλαδί. Γυναίκες κλάψαν για το κίτρινο συναίσθημα
της μέρας και το γεράκι αφού όλα τα επιδοκίμασε, πέταξε
μακρυά τις αποστάσεις για να καθορίσει, ο αγέρας φύσηξε
πάνω απ’ τη λίμνη, λες κι έψαχνε για τον προδότη που είχε
πάει στην αντιπέρα όχθη, εκεί που κρίνονται οι δίκαιοι
κι ο πανάρχαιος σταυρός έμεινε δίχως κορμί.
Όλοι ένιωσαν ευέλπιστοι απ’ το κρασί και τους μεζέδες,
ξανάρθε το γεράκι δίχως να φέρει νέα κι ο ζητιάνος έτεινε
το χέρι και καλοκάγαθα ψυθίριζε:
‘ελεημοσύνη χριστιανοί, ελεημοσύνη.’

~Υπεράνθρωπος/Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

http://www.ekstasiseditions.com

Edouard_Schuré_01

Eduard (Édouard) Schuré (January 21, 1841 in Strasbourg – April 7, 1929 in Paris) was a French philosopher, poet, playwright, novelist, music critic, and publicist of esoteric literature.
Biography

Schuré was the son of a doctor in the Alsatian town of Strasbourg, who died when Édouard was fourteen years old. Schuré mastered French as well as German, and was influenced by German and French culture in his formative years. He received his degree in law at the University of Strasbourg, but he never entered into practice. Schuré called the three most significant of his friendships those with Richard Wagner, Marguerita Albana Mignaty and Rudolf Steiner.[1]
Schuré’s interest and studies led to an extensive knowledge of German literature. The discovery of Wagner’s “music drama” Tristan and Isolde impressed him sufficiently to seek—and obtain—Wagner’s personal acquaintance.
In France, he published his first work Histoire du Lied—a history of the German folk song, which earned him some recognition in the country of his family. With the publication of the essay Richard Wagner et le Drame Musical, he established himself as a major French Wagner expert and advocate of the time.
When the Franco-German war of 1870-71 poisoned the German arts for many French, it would seem that Schuré was not immune from this influence. His nationalism is reflected in his remarks of this time—and later in his life—in a comparison of glorified Celtism (France) and a negatively viewed “Teutonism” (Germany).
On a trip to Italy during this time he met, twenty years his junior, a Greek girl, Marguerita Albana Mignaty, whom he subsequently described as his “muse”, although he himself was married.
After the tide of war had ebbed, Schuré reestablished his relationship with Wagner. In 1873, he met the German philosopher Friedrich Nietzsche; with frequent contact they shared enthusiasm for Wagner. The cultist veneration of Wagner, however, seeded Schuré’s alienation from the composer.
Schuré now turned increasingly to the esoteric and the occult; his major influence being the famous French occultist-scholar Fabre d’ Olivet. In 1884, he met the founder of the Theosophical Society Helena Petrovna Blavatsky. Although unwelcome in the Theosophical Society, he nevertheless entered. In 1889, he published, after some smaller works on similar topics, his major work Les Grands Initiés (The Great Initiates).
In 1900, the actress Marie von Sivers came into contact with him because she intended to translate his works into German (The Great Initiates, The Sacred Drama of Eleusis and The Children of Lucifer). At the German Section of the Theosophical Society, he met the Austrian philosopher and later founder of Anthroposophy, Rudolf Steiner. In 1906, Sivers brought about a meeting between Schuré and Steiner. Schuré was deeply impressed and thought of Steiner as an authentic ‘initiate’ in line with his The Great Initiates. After hearing Steiner lecture in Paris for the first time in 1906, Schuré in an ecstatic state ran home and wrote down the entirety of the lecture from memory. This first lecture, and the other lectures in the series (which Schuré wrote down) were published as Esoteric Cosmology.[2] Subsequently, Steiner and von Sivers staged Schuré’s esoteric dramas at the following Theosophical Congresses in Berlin and Munich. Schuré’s The Children of Lucifer, served as a precursor of Rudolf Steiner’s own esoteric dramas.
In 1908 Schuré brought out Le Mystère Chrétien et les Mystères Antiques,[3] a French translation of Steiner’s work Christianity as Mystical Fact and the Mysteries of Antiquity.[4] With the outbreak of World War I, Schuré’s relationship with Steiner and his wife became strained. Schuré threw in the two secret intentions about Germanic and Pan and stepped out of Steiner’s Anthroposophical Society. Four years after the war, Schuré re-consolidated his friendship with Steiner.
In subsequent years, Schuré published his autobiography.
Esoteric and literary meaning

Schuré’s The Great Initiates is described by some as a masterpiece. In it, he describes the path allegedly followed by some of the ancient philosophers in search of profound esoteric knowledge, often called the “initiation”, as describing the process of becoming a mystic master or spiritual healer.
Those familiar with Rama, Hermes Trismegistus, Socrates, Jesus, Orpheus will find frequent references in Schuré’s work. Schuré pursued the notion that a secret esoteric knowledge was known to them all, that this group were among the pillars of civilization and represented the founders of spiritual and philosophical ways of being as well as in some cases—though contrary to their message—religions. Schuré recognized that the path to a harmonious world was not to be found through a bigoted denial of the value found by other civilizations by their own sages. He wanted people to recognize the value of democracy in spiritual, philosophical, and religious ways. .
Schuré wrote a considerable number of books and plays. His plays enjoyed relative fame in his days in Europe, and some of them were put on stage by Steiner. He also influenced Russian composer Sergei Prokofiev.
~Wikipedia, the free Encyclopedia

800px-Nietzsche187aubermensch_cover


Posted on January 17, 2015

In Shakespeare’s Macbeth, the pangs of a guilty conscience drive Lady Macbeth to madness. Her doctor remarks that medicine cannot cure a sense of guilt. “More needs she the divine than the physician.” Guilt overwhelms Lady Macbeth until she finally commits suicide at the end of the play.
Considering the powerful influence that guilt can have over a person, it is important to explore the origin and nature of this emotion in order to possibly gain some control over it. In this video, we will discuss Nietzsche’s theory concerning the origin of guilt, and we will also explain what it indicates for the future of mankind.
To feel guilty means to feel painful regret for some wrong committed. According to Nietzsche, the concepts of right and wrong arose with the development of societies. He describes guilt as a disease that humanity caught when it formed these social communities. “I look on bad conscience as a serious illness to which man was forced to succumb by the pressure of the change whereby he finally found himself imprisoned within the confines of society and peace.”
When man left the lawless wilderness and entered into societies, he entered into an entirely new world where his old instincts were worthless. Nietzsche compares this radical change experienced by man to the change experienced by the first sea animals to venture onto land. “It must have been no different for man, happily adapted to the wilderness, war, the wandering life and adventure than it was for the sea animals when they were forced to either become land animals or perish – at one go, all instincts were devalued and ‘suspended’. The poor things were reduced to relying on thinking, inference, calculation, and the connecting of cause with effect, that is, to relying on their mind, that most impoverished and error-prone organ!”
Man’s wild instincts, however, did not fade away. Instead, he was forced to turn his instincts for cruelty inwards because the new laws of societies prohibited violence. “Those terrible bulwarks with which state organizations protected themselves against the old instincts of freedom had the result that all those instincts of the wild, free, roving man were turned backwards, against man himself. Animosity, cruelty, the pleasure of pursuing, raiding, changing and destroying – all this was pitted against the person who had such instincts.”
After diverting his cruel instincts towards himself, man began to grow sick of existence. Nietzsche refers to this sentiment as the worst and most insidious illness ever to afflict man, and an illness from which man has yet to recover. “Lacking external enemies and obstacles, and forced into the oppressive narrowness and conformity of custom, man impatiently ripped himself apart, persecuted himself, gnawed at himself, gave himself no peace and abused himself, this animal who battered himself raw on the bars of his cage and who is supposed to be ‘tamed’; man, full of emptiness and torn apart with homesickness for the desert, has had to create within himself an adventure, a torture-chamber, an unsafe and hazardous wilderness – this fool, this prisoner consumed with longing and despair, became the inventor of ‘bad conscience’.”
Despite the dismal diagnosis of civilized man’s illness, Nietzsche regarded the disease of guilt, like all other afflictions in life, to be an opportunity to enhance human excellence. To him, mankind’s ability to turn against itself is indicative of man’s potential to achieve something great in the future – to achieve the meaning of the earth – to achieve the birth of the Ubermensch. “The prospect of an animal soul turning against itself was something so new, profound, puzzling, contradictory and momentous that the whole character of the world changed in an essential way. Man arouses interest, tension, hope, almost certainty for himself, as though something were being announced through him, were being prepared, as though man were not an end but just a path, an episode, a bridge, a great promise.”
To conclude, Nietzsche asserts that a guilty conscience developed when mankind formed societies and established laws. These social institutions forced man to turn his cruel and wild instincts inwards against himself. When man finally overcomes his bad conscience – which is nothing more than contempt for life – he will be one step closer to giving birth to the Ubermensch.
http://www.orwell.wordpress.com

images

Ο ιός του φόβου

Οι συμπολίτες μας δεν ήταν περισσότερο ένοχοι από άλλους, ξεχνούσαν μόνο να ’ναι μετριόφρονες, αυτό είναι όλο και σκέφτονταν πως όλα είναι ακόμα δυνατά γι’ αυτούς, πράγμα που προϋπέθετε ότι οι συμφορές ήταν αδύνατο να υπάρχουν. Εξακολουθούσαν τις εμπορικές συναλλαγές, ετοίμαζαν ταξίδια και είχαν τις απόψεις τους. Γιατί να σκέφτονταν την πανούκλα που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις και τις συζητήσεις; Νόμιζαν πως ήταν ελεύθεροι ενώ κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος όσο υπάρχουν συμφορές. [Αλμπέρ Καμύ, Η πανούκλα]
Διαδίδεται σαν αστραπή, κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτε πια∙ ο ένας κολλάει τον άλλον σχεδόν ακαριαία. Δεν υπάρχει πλέον τρόπος να ελεγχθεί η εξάπλωσή της. Δεν έχει βρεθεί το φάρμακο κι ίσως να μην προλάβει να βρεθεί, πριν αφανιστεί η ανθρωπότητα. Ο φόβος κι ο τρόμος κατακλύζουν τις συνειδήσεις. Η ακοή δεν είναι αρκετή για ν’ ακουστεί το τέλος που πλησιάζει. Φόβος για τον εαυτό και τον άλλο, το αγαπημένο πρόσωπο∙ κι απ’ την άλλη, τρόπος προστασίας δε διαφαίνεται στον ορίζοντα. Οι ειδήσεις δεν σταματούν να φτάνουν. Εσύ είσαι απ’ τους τυχερούς. Δεν κόλλησες ακόμη. Κι όσοι απ’ τους δικούς σου πάνε στη δουλειά, φαίνονται ακόμη καλά –φεύ! Προς το παρόν! Μην αποθρασύνεσαι! Έχε το νου σου! Ωστόσο, όλοι παίρνουν φάρμακα. Προληπτικά…
Σε κάθε γωνιά, λίγο να μη φυλαχτεί κανείς, καραδοκεί η μόλυνση απ’ τον ιό. Έρχεται πια από παντού. Παλιά ήταν τουλάχιστον μακριά. Το μαθαίναμε σα μια είδηση, που διαρκεί όσο ένα κλικ ή λίγα λεπτά δελτίου. Ούτε λεπτό ίσως. Ασήμαντη, μακρινή μόλυνση, που δε μας αφορά. Τώρα όμως, τώρα είναι παντού. Καλύτερα να μένουμε σπίτι, να μην κυκλοφορούμε πολύ. Είν’ επικίνδυνο. Και καθόλου, ει δυνατόν, να μην βγαίναμε στον επικίνδυνο τούτο κόσμο… Η μόνη ασφαλής μέρα είναι μια μέρα στο σπίτι. Ο κόσμος άλλαξε, δεν είναι πια όλα τόσο απλά. Έτσι είναι και πρέπει να το δεχτούμε όσο το δυνατόν ταχύτερα. Θα ζήσουμε κι αυτή τη φορά. Θα την περάσουμε και τη μόλυνση αυτή. Αρκεί να φυλαγόμαστε απ’ τους μολυσμένους. Αυτοί είναι ο κίνδυνος. Κανονικά θα πρέπει να τους απομονώνουν, να τους πηγαίνουν κάπου, τέλος πάντων, να μην κινδυνεύει όλος ο κόσμος.
Μ’ αυτή τη «λογική» πάνω-κάτω διαδίδονται αστραπιαία οι ειδήσεις μέσω του διαδικτύου και καλλιεργούνται οι αντίστοιχες αντιδράσεις. Τέτοιου είδους διαδόσεις διασπείρονται και προκαλούν πανικό, άλλοτε για τον Η1Ν1 ή για τις τρελές αγελάδες, την αρρώστια των πουλερικών ή το κουνούπι του Δυτικού Νείλου και σήμερα για τον έμπολα. Τελικά, ακόμη χειρότερη κι απ’ τη διάδοση της αρρώστιας γίνεται η διάδοση του φόβου. Ακόμη εντονότερος κι απ’ τον φόβο του θανάτου γίνεται ο φόβος της ζωής. Βεβαίως, για κάποιους προέχει το κέρδος, υλικό και άυλο. Αφ’ ενός θα παρουσιάσουν, ως εκ θαύματος, το τάδε εμβόλιο και το δείνα αντίδοτο, επιδιώκοντας το μεγαλύτερο δυνατόν οικονομικό όφελος. Αφ’ ετέρου, θα τραβήξουν το νευρικό σύστημα περαιτέρω, φέροντας πάλι τον έλεγχο και την ανάγκη για τάξη κι ασφάλεια ως δώρα σε εξαθλιωμένες συνειδήσεις. Η μεγέθυνση ενός φόβου, συμβάλλει άλλωστε στον αποπροσανατολισμό της προσοχής απ’ την ουσία των προβλημάτων. Και το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι γεννιόμαστε και πεθαίνουμε σκλαβωμένοι, με την υγεία μας να κρέμεται απ’ την ποιότητα του κλουβιού μας.
Όσο φοβόμαστε, όμως, όσο κλεινόμαστε, όσο μαζευόμαστε στο καβούκι μας, οι άλλοι προχωρούν. Κινούνται από κράτος σε κράτος, κλείνοντας συμφωνίες, τροφοδοτώντας τις αυτοκρατορίες τους με άρτο και θέαμα, για να διογκώνεται η αντοχή στον εγκλεισμό, μετατρέποντας το προσωπικό σύμπαν του καθενός, σε ένα λαγούμι με φόβους και μαγγανείες. Για την εξάπλωση του κρατισμού δε θα ανακαλυφθεί το φάρμακο από καμιά μεγάλη εταιρεία. Δεν μπορούμε να ζητάμε απ’ τους δεσμώτες μας να μας απαλλάξουν απ’ τα δεσμά που οι ίδιοι μας επέβαλαν. Το κλειδί είναι στο χέρι μας, αλλά τα μάτια μας θολά απ’ τις οθόνες δεν το βλέπουν.
https://anarchypress.wordpress.com/2014/10/14/%CE%BF-%CE%B9%CF%8C%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%86%CF%8C%CE%B2%CE%BF%CF%85/#more-19903

Hani-476x317

BY NYSSA BOOTH

This October, Australia’s largest performing writers program, Word Travels’ Story Fest, is taking on the international conversation surrounding refugees. For most Australians it is impossible to understand what it is like to have to flee your home country, blinded to what the future may hold.

Through the power of creative writing, Story Fest provides a voice to those who have transformed their challenges into influential stories, and is a platform to discuss past experiences with passion, vulnerability and raw authenticity.

The weekend extravaganza will consist of multiple poetry slams, forums, discussions and a special event entitled Writing Through Fences, which will open the Australian Poetry Slam National Final at the Sydney Opera House.
Featuring three refugee poets who sought asylum in Australia, Writing Through Fences is sure to spark heartfelt discussion among the audience and other competing poets. “You will hear from people who have travelled through the darkest places in the human psyche and have found poetry to guide them to sunlight,” said Creative Director of Word Travels, Miles Merrill.

Hani Aden is a Somali writer, who wrote from Christmas Island where she was held for 13 months. During her time in detention, Aden reached to poetry as an outlet to express her emotion and pain. “I thought expressing myself through the power of poetry and storytelling was the only way many of us could walk free in this land,” she explained. Aden is performing alongside Yarrie Bangura, a young refugee, who as a child fled civil war in Sierra Leone; and Kaveh Arya, who fled Iran and became a refugee in Turkey, until he and his family migrated to Australia in 1995.

While all three poets grew up surrounded by war and danger, they agree that by sharing their stories they are bringing to light the social and cultural issues that surround refugees and seeking asylum.

“I want to let many people know seeking asylum is not a crime,” said Aden. “Together we can make change because [it is] kindness [that will] keep the world afloat.”

“I think that’s a constructive way of drawing attention to a real problem, to a real situation which we are faced with in the world, as you know, the refugee crisis is evermore alive now,” said Kaveh Arya.

Arya grew up reading from one of the only books his parents kept – a book of poems. “It was one of the only books, that they kept, that I could actually read and sort of connect to, so I started reading that book at a young age and I fell in love with poetry that way,” he explained.

In his work, poetry is an afterthought. Instead Kaveh chooses to focus on his life experiences as the primary objective, which provide a unique and effective contribution to the international conversation surrounding human rights and refugees.

As a child, Yarrie Bangura fled from her home in Sierra Leone to Guinea, where she lived in a refugee camp with her family before migrating to Australia in 2004. For Yarrie, writing best expressed her pain and enabled her to escape all the terrible things from her past. “I felt like I always had to talk about my pain,” she explained. “I had to find another way to express my pain, which was through music and creative writing – poetry.”

Bangura writes short autobiographical poems and stories, and is one half of the band Sierra Sisters, whose music has featured on several commercials and Triple J Unearthed. Her work reflects the terrifying experiences that haunt her past, and bring to light the issues that many refugees are facing today.

“I never thought that it would get to that length, that people would be interested,” said Bangura. “I was doing it because it made me feel good and it was letting out and chucking away the things that I don’t want to remember anymore in my life – or at least I don’t want to deal with.”

Writing Through Fences is opening the Australian Poetry Slam National Final, one of the most anticipated events in Sydney’s literary and performance calendar. Over the weekend, 20 of Australia’s finest poets will speak, scream, whisper and shout their way to being crowned Australian Poetry Slam Champion.

The Story Fest will also include children’s activities ranging from workshops and events in which they will learn the art of creative writing.

Word Travels’ Story Fest, and Writing Through Fences in particular, is a not-to-be-missed opportunity to immerse yourself in eye-opening and inspirational, truth-telling tales. The festival will provide a new perspective of life, and the ongoing, international issues surrounding refugees. (NB)

WORD TRAVELS’ STORY FEST
Oct 9–11. Info: wordtravels.info/story-fest

AUSTRALIAN POETRY SLAM NSW FINAL
Oct 9, 8pm. Sydney Dance Lounge, Pier 4/5, Hickson Rd, Sydney. $30+b.f.

Tickets: eventbrite.com.au

City Hub’s pick of the festival:
AUSTRALIAN POETRY SLAM NATIONAL FINAL feat. WRITING THROUGH FENCES
Oct 11, 7pm. Drama Theatre, Sydney Opera House. $36-$44+b.f. Tickets: sydneyoperahouse.com

Follow Kaveh Arya at: facebook.com/kaveh.theunlikelypoet

http://www.tokoskino@wordpress.com

*From http://www.altmedia.net.au/word-travels-story-fest-writing-through-fences/110534

elyths

SEVEN NOCTURNAL HΕPTASTICHS

VI

Unfathomable night bitterness with no end
sleepless eyelid
pain is burnt before sobbing
loss bends before is weighed

moribund ambush
when the syllogism of its futile meander
is shattered on the apron of its destiny

ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ

VI

Ανεξιχνίαστη νύχτα πίκρα δίχως άκρη
βλέφαρο ανύσταχτο
πριν βρει αναφιλητό καίγεται ο πόνος
πριν ζυγιαστεί γέρνει ο χαμός

καρτέρι μελλοθάνατο
σαν ο συλλογισμός από τον μάταιο μαίανδρο
στην ποδιά της μοίρας του συντρίβεται

~ ORIENTATIONS, Odysseus Elytis, translated by Manolis Aligizakis
~ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Οδυσσέα Ελύτη, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Manolisaggelakirouk-thumb-large