Posts Tagged ‘tragedy’

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ

 

Σα να μην ήρθαμε ποτὲ σ᾿ αυτὴν εδῶ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μία μαρμαρυγή.
Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Απὸ χαρτὶ πλασμένα κι απὸ δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλὰ δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον ἐμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια.

Μακρινὴ χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρὰ
όποιος πατάει επάνω μας καθὼς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιὰ λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχὴ ο πραγματικὸς
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα…

 

 

PUPPETS

 

 

As if we’ve never appeared on this earth

as if we still dwell in inexistence

darkness around us with no shred of light

men only in the imagination of others

 

puppets made of paper and hesitation

in the blind hands of Fate

we dance, we passively accept mockery

and we lifelessly gaze the stars

 

each joy a faraway land for us

hope and youth but vague concepts

no one notices that we exist

but the one who steps on us while passing.

 

Years have passed as if the intense

sorrow wasn’t in the body

if real pain wasn’t in our souls

to cry out that we still exist.

 

 

Karyotakis-Polydouri, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2016

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

Advertisements

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

ΗΛΥΣΙΑ

 

(Τόσο πολὺ τα σώματα κουράστηκαν,
που ελύγισαν, εκόπηκαν στα δυο.)
Κι έφυγαν οι ψυχές, πατούνε μόνες των,
αργά, τη χλόη σαν ανοιχτὸ βιβλίο.

(Τα σώματα κυλούν χάμου, συσπείρονται
στρεβλωμένα.) και φαίνονται στο βάθος
τριαντάφυλλα κρατώντας, να πηγαίνουνε
με τ᾿ όνειρο οι ψυχὲς και με το πάθος.

(Χώμα στο χώμα γίνονται τα σώματα.)
Μα κείθε απ᾿ τον ορίζοντα, σαν ‘ηλιοι
δύουν οι ψυχές, τον ουρανὸ που φόρεσαν,
ή σαν απλὰ χαμόγελα σε χείλη

 

 

ELYSIAN FIELDS

 

 

Bodies extremely tired

bent, cut in half

souls deserted them, walk alone

on the grass slowly, open books laid

 

the bodies lied down, crunched

distorted and they appear

at the far end holding roses and with

the dream and passion they go

 

dust to dust the bodies become

yet far in the horizon, like suns

the souls go down dressed in sky

or like simple smiles on lips

 

KARYOTAKIS–POLYDOURI//THE TRAGIC LOVE STORY, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2016

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

ΣΑΝ ΔΕΣΜΗ ΑΠΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ

 

Σὰν δέσμη ἀπὸ τριαντάφυλλα
εἶδα τὸ βράδυ αὐτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στοὺς δρόμους εὐωδιά.
Καὶ στὴν καρδιὰ
αἰφνίδια καλοσύνη.
Στὰ χέρια τὸ παλτό,
στ᾿ ἀνεστραμμένο πρόσωπο ἡ σελήνη.
Ἠλεκτρισμένη ἀπὸ φιλήματα
θά ῾λεγες τὴν ἀτμόσφαιρα.
Ἡ σκέψις, τὰ ποιήματα,
βάρος περιττό.

Ἔχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δὲν ξέρω κἂν γιατί μᾶς ἦρθε
τὸ καλοκαῖρι αὐτό.
Γιὰ ποιὰν ἀνέλπιστη χαρά,
γιὰ ποιὲς ἀγάπες
γιὰ ποιὸ ταξίδι ὀνειρευτό.

 

 

BOUQUET OF ROSES

 

 

I saw this evening

like a bouquet of roses

a faint fragrance

golden abundant in the street

and in the heart

sudden benevolence

the overcoat on hand

the moon on the turning face

you could say the atmosphere

was electrified by the kisses

thoughts and poems

needless weight.

 

I have my broken wings

I don’t know why

this summer is upon us

for which hopeless joy

for which love

for which dreamy voyage?

 

 

KARYOTAKIS-POLYDOURI//The Tragic Love Story, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2016

www.manolisaligizakis.com

www.libroslibertad.com

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

Ω, ΧΑΜΗΛΩΣΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΩΣ

Ω, χαμηλώστε αυτό το φως!
Στη νύχτα τι ωφελάει;
Πέρασε η μέρα. Φτάνει πια.
Ποιος ξέρει ο Ύπνος μου κρυφός
αν κάπου εδώ φυλάη

κι’ αν του ανακόβεται η στιγμή
ναρθή, που τον προσμένω.
Έχω στο στόμα την ψυχή
μου παρατήσαν οι λυγμοί
το στήθος κουρασμένο.

Πάρτε το φως! Είνε καιρός
να μείνω πια μονάχη.
Φτάνει η απάτη μιας ζωής.
Κάθε προσπάθεια ένας εχθρός
για τη στερνή μου μάχη.

Ας παύσουν πλέον οι σπαραγμοί.
Ας μου απομείνει κάτι
για να πλανέψω τη νυχτιά
να σκύψη κάπως πιο θερμή
στο ανήσυχό μου μάτι.

Πάρτε το φως! Είνε η στιγμή!
Τη θέλω όλη δική μου.
Είνε η στιγμή να κοιμηθώ.
Πάρτε το φως! Με τυραννεί…
μου αρνιέται την ψυχή μου.

 

OH, DIM THIS LIGHT

 

Please, dim this light

what use is it in the night?

The day has passed, enough.

Perhaps my sleep waits

for me somewhere around here

 

and even if it finds it hard

to come, I long for it.

My soul waits in my mouth

I’ve stopped sobbing

my breast is tired

 

take the light away. Time has

come for me to be alone

enough fraud for one life

each effort becomes an enemy

in my last fight

 

let the laments stop

let me keep something

with which to fool the night

so that it may look warmly

at my concerned eyes.

 

Take the light away.

My moment has come.

It’s time to sleep.

Take the light. It tyrannizes me.

It denies me my soul.

 

 

KARYOTAKIS-POLYDOURI//The Tragic Love Story, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2016

www.manolisaligizakis.com

www.libroslibertad.com

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

Σ’ ένα νέο που αυτοκτόνησε

Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Οι ασχολίες του, οι χαρές του, σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γινόνταν της ορμής του.

Τα ωραία βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές. βίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
αναμεσόμας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
Την υποψία μας δε μας την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο Θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλος σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Είχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Κ’ η αιτία του κακού σημαδεμένη

 

FOR A YOUNG MAN WHO TOOK HIS LIFE

 

For who was chased by a ghost

in the dark extensions of his life

his joys, his commitments in a flash

turned into pretenses for his ardor.

 

The beautiful books, his mind a starting

point, some moments violent lover

then his face turned mysterious

nothing next to him would match a strange man

 

who stayed around us with a distorted face

he wouldn’t accept our suspicion

that something horrible was coming to him

he was strangely beautiful like those

 

who Death had already marked

he gave himself to every danger

as if someone had already claimed him.

They found him with a single mark on his temple,

 

he was a total victory like the light

that sheds around it darkness. He was simple and serene

a smiling reborn face

as if he had become a thank you

logos on the cross hairs of evil.

 

KARYOTAKIS/POLYDOURI — THE TRAGIC LOVE STORY, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2016

www.manolisaligizakis.com

www.libroslibertad.com

 

 

Karyotakis-Polydouri

Posted: November 30, 2016 by vequinox in Aligizakis Manolis, Art, Greek Poets, Literature
Tags: , , , ,

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

Kostas Karyotakis’

ΒΡΑΔΥ

Τὰ παιδάκια ποὺ παίζουν στ᾿ ἀνοιξιάτικο δείλι
μιὰ ἰαχὴ μακρυσμένη —
τ᾿ ἀεράκι ποὺ λόγια μὲ τῶν ρόδων τὰ χείλη
ψιθυρίζει καὶ μένει,

τ᾿ ἀνοιχτὰ παραθύρια ποὺ ἀνασαίνουν τὴν ὥρα,
ἡ ἀδειανὴ κάμαρά μου,
ἕνα τραῖνο ποὺ θά ῾ρχεται ἀπὸ μία ἄγνωστη χώρα,
τὰ χαμένα ὄνειρά μου,

οἱ καμπάνες ποὺ σβήνουν, καὶ τὸ βράδυ ποὺ πέφτει
ὁλοένα στὴν πόλη,
στῶν ἀνθρώπων τὴν ὄψη, στ᾿ οὐρανοῦ τὸν καθρέφτη,
στὴ ζωή μου τώρα ὅλη…

EVENING

The children that play in the spring dusk

far away echo —

the breeze whispers and remains

in the lips of the rose petals

the open windows that breath the hour

my vacant room —

a train coming from a foreign land

my vanished dreams

chime of bells that fades, evening that descends

onto the city —

onto the faces of people, into the mirror of the sky

in all my life right now.

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

ΑΓΡΑΦΗ ΓΡΑΦΗ

Άκουσα να μιλάν με τόνους τραγωδίας σε σαλόνια του1880
Ν΄ αναστενάζουν σ΄ ένα υπνοδωμάτιο ξενοδοχείου αριθμ. 12
Είδα να τρέχει μια γυμνή στο τρίτο πάτωμα του μυαλού μου
Να μουγκρίζουνε δυο τέρατα ανθρωπόμορφα
Να την προκαλούνε – καθώς περνούσε – αδιάντροπα
Χτυπώντας ρυθμικά το πάτωμα με τις ουρές τους
Όταν έπεφτε ψιλή ψιλή βροχή
Στάχτη από ηφαίστειο στόμα γυναικείο
Κράτησα το χέρι ενός τρελόπαιδου που ξεψυχούσε
Στεφάνωσα το αγαπημένο μέτωπο
Με λίγα ξερά και άδεια λόγια παρηγοριάς
(Δε θυμάμαι αν ήταν κορίτσι ή αγόρι
Ο αδικοσκοτωμένος σ’ ένα κομμάτι γης 2×1 ½ μ.)
Τρεις αιώνες πέρασαν πριν γίνουν όλα αυτά
Πριν ν’ αντιγράψω σ’ ένα τετράδιο καθαρό
Τους θρήνους μιας απαρνημένης
Το κλάμα ενός νεογέννητου παιδιού
Ταφές ανθρώπων ζωντανών – νεκρών που ξαναζωντανεύουν
Σχήματα μεταξωτά που αναδιπλώνονται
Ένα πλάσμα που φοβόταν ν’ αγαπήσει
Κομμάτι μάρμαρο από σάρκα
Και τη γραφή την άγραφη
Που είδα γραμμένη στ’ όνειρό μου
Με γράμματα φωτιάς που καίγαν το χαρτί

 

UNWRITTEN WRITING

 

I heard them talking tragically in the living rooms of 1880

to sigh in the hotel bedroom number 12

I saw a naked woman running in the third floor of my mind

two human like monsters that growled

to provoke her — as she walked by them — hitting

their tails on the floor rhythmically

when the light rail fell

ash from a volcano, mouth of a woman

I held the hand of a crazy boy before he died

I crowned the beloved forehead

with a few dry and empty consoling words

(I don’t remember whether it was a boy or a girl

the unjustly killed in a plot of two by one and half meters)

Three centuries have gone before all these happened

before I transcribed in a clean notebook

the lament of the renounced one

the cry of the newborn child

burials of alive men — dead people who reincarnate

silky shapes that fall back

a person who was afraid to fall in love

a piece of marble made of flesh

and the unwritten writing

that I saw written in my dream

with fiery letters that burned the paper.

 

NEOHELLENIC POETRY — AN ANTHOLOGY, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, spring-summer 2017

Ritsos_front large

ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ

 

Η τελετή είχε αρχίσει. Η πομπή ανηφόριζε το λόφο.

Στα χέρια τους κρατούσαν πεπλοφόρα ξύλινα αγάλματα. Κόρες

με διάφανους χιτώνες ρίχναν κιόλας το ακόντιο. Κάτω απ’ τις λεύκες

οι εννιά ληστές παίζαν τα ζάρια. Πιο κάτω, πλάι στο ποτάμι,

οι αυστηροί ελεγκτές με αδιάβλητη ακρίβεια μετρούσαν

τα όργανα των εφήβων. Ο Εύμολπος, φυγόπονος πάντα,

έτρωγε μια κονσέρβα κάτω απ’ την αψίδα. Τότε, ο Τυφλός,

με άσπρη ταινία στο μέτωπο κι ένα κανίσκι σταφύλια,

πέρασε μπρός μου και μου άφησε στα γόνατα τη λύρα.

 

 

RITUAL

 

The ritual had started. The procession was going up the hill.

In their hands they held wooden statues in peplos. Korae

in diaphanous chitons threw their spears. Under the poplars

the nine thieves rolled the dice. Farther down, by the river,

the strict supervisors counted the phalluses of the ephebes

most accurately. Eumolpos, always lazy,

under the arch, was eating out of a can. Then, the Blind One,

with a white band on his forehead and a basket of grapes,

passed in front of me and placed the lyre on my knees.

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

 

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

Κοντά σου

Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι.
Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως.
Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη
ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός.

Κοντά σου η σιγαλιά σα γέλιο μοιάζει
που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά,
κι αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει,
πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά.

Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σα λουλούδι
κι ανύποπτα περνά μέσ’ στη ζωή.
Κοντά σου όλα γλυκά κι όλα σα χνούδι,
σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή.

NEAR YOU

Near you the winds don’t blow wild

light and serenity dwell near you

around the golden spinning wheel

of our minds the rosy thought swirls.

 

Near you silence resemble laughter

that reflects in tender glances

and when we talk lazy joy

takes wings next to us.

 

Near you sadness blooms

like a flower and unsuspectedly

passes through life

near you everything becomes soft fluff

a caress, like dew, like a breath.

 

Karyotakis-Polydouri/The Tragic Love Story, Libros Libertad, 2016

www.libroslibertad.com

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΜΟΥ

Εἶσαι ἄντρας. Ὅμως ὁ ἴδιος πάντα μένω·
τὰ χρόνια ποὺ περάσανε μὲ ἄφησαν
παράξενο παιδάκι γερασμένο.
Καὶ δὲν ποθῶ πιὰ τίποτε ἀδελφέ μου·
τὰ ὀνείρατα στὰ χέρια μου ἐσκορπίσαν
καὶ τά ῾δωκα, ροδόφυλλα τοῦ ἀνέμου.

Ὤ, πότε θὰ μπορέσεις νὰ ξεχάσεις
τὶς ἔγνοιες τῆς ζωῆς ποὺ σ᾿ ἐκερδίσαν
νά ῾ρθεις ἀπὸ ῾κει πέρα, νὰ περάσεις
τριγύρω μου τὸ χέρι καὶ σκυμμένος
ν᾿ ἀκούσεις ὅσα πάθη ἐγονατίσαν
αὐτὸν ποὺ τόσο σοῦ ῾ναι ἀγαπημένος;

Καλέ μου, σιγανὰ θὰ σοῦ μιλοῦσα,
θὰ σοῦ ῾λεγα πὼς ὅλοι μ᾿ ἐμισῆσαν,
πὼς ρεύοντας τὸ δρόμο μου ἐτραβοῦσα,
διωγμένος κάθε μέρα ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους,
μὴ ξέροντας ποιοὶ τόποι μ᾿ ἐκρατῆσαν,
μὴ ξέροντας σὲ ποιοὺς πηγαίνω τόπους.

Κι ὡς εἶσαι λατρεμένος ἀδελφός μου,
τὰ μάτια σου κοιτώντας ποὺ ἐδακρῦσαν,
θὰ ξεχνοῦσα τὰ βάσανα τοῦ κόσμου,
καὶ βλέποντας μακριά, κατὰ τὴ δύση,
τὰ συννεφάκια ποὺ θαμπὰ ἐχρυσίασαν
φιλώντας ἱλαρὰ τὸ κυπαρίσσι,

γιὰ μιὰ μικρὴν ἡλιολουσμένη πόλη,
γιὰ ἕνα μεγάλο σπίτι ποὺ ἐκυλήσαν
τὰ πρῶτα πρῶτα χρόνια μας καὶ οἱ βόλοι,
γιὰ τὶς χαρὲς ποὺ ἀκόμα μὲ κρατοῦνε
ἱκέτη, θὲ νὰ σοῦ ῾λεγα, μὰ ἐσβῆσαν,
γιὰ τοὺς καιροὺς ποὺ δὲ θὰ ξαναρθοῦν

 

FOR MY BROTHER

 

You are a man. I’ve remained the same

as the years that went by left me

a strange boy who has aged

and I don’t hope for anything more, my brother

my dreams scattered from my hands

like rose-petals I’ve given to the wind.

 

Oh, how I wish you could forget

the concerns of life that consume you

and come over here, pass your arm

around me and leaning you’d hear

the passion that has pushed down

the one you once loved so much.

 

My dear brother I would tell you in a low tone

how all people have hated me

and how I ploughed along straight

going daily a little more away from them

not knowing which direction I was going

not knowing which places would hold me

 

and as you are my beloved brother

and when seeing your teary eyes

I would forget of all the struggles of life

and gazing far away to the western sky

the little clouds that turned golden

kissing tenderly the top of the cypress

 

I would seek a simple sun-flooded city

and the big house where we spent our first

years and where we played the marbles.

I’d tell you about the joys I still enjoy

about the ones that have vanished

and for the days that will never come back.

 

Karyotakis-Polydouri/The Tragic Love Story, Libros Libertad, 2016

www.libroslibertad.com