Posts Tagged ‘sun’

Odysseus Elytis

Posted: October 8, 2016 by vequinox in Aligizakis Manolis, Elytis, Literature
Tags: , , ,

odysseus-alepoudelis-elytis

ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ

 

Ι

 

Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου

Στο μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων.

Έσπερε φρουρέ για να λάμπεις πλάι στο ουρανί

Αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται

Ν’ αναγγέλω την αυγή από τα ψηλά του βράχια

Τα δυο μάτια μου αγκαλιά σε πλέουνε με το άστρο

Της σωστής μου καρδιάς. Δεν ξέρω πια τη νλυχτα.

 

Δεν ξέρω πια τα ονόματα ενός κόσμου που μ’ αρνιέται

Καθαρά διαβάζω τα όστρακα τα φύλλα τ’ άστρα

Η έχθρα μου είναι περιττή στους δρόμους τ’ ουρανού

Εξόν κι αν είναι τ’ όνειρο που με ξανακοιτάζει

Με δάξρυα να διαβαλινω της αθανασίας τη θάλασσα

Έσπερε κάτω απ’ την καμπύλη της χρυσής φωτιάς σου

Τη νύχτα που είναι μόνο νύχτα δεν τη ξέρω πια.

 

 

SUN THE FIRST

 

I

 

I no more know the night horrible anonymity of death

in the inlet of my soul a fleet of stars moors

that you, guarding Hesperus, would shine next to the sky

light breeze of an island dreaming of me

pronouncing the dawn from its high rocks

my two eyes sail you along with the star

of my true heart: I no more know the night.

 

I no more know the names of a world that denies me

clearly I read the ostracons, the leaves, the stars

hatred is superfluous to me in the roads of the sky

unless it’s the dream looking at me again

in tears that I pass through the sea of immortality

oh Hesperus, under the contour of your golden fire

the night which is only night I no more know.

 

 

Translated by Manolis Aligizakis

 

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

ritsos_front-large

Η ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΜΟΝΤΕΛΛΟ

 

Μιά λάμψη η θάλασσα, ελαφρά σιδερωμένη απ’ τό χέρι

νεαρής σελήνης. Κι ήταν μιά ωραία αντίθεση μέ τά χέρια

τά τριχωτά καί τεράστια τού παίκτη πού κινούσε τίς κούκλες

στό υπαίθριο θέατρο.

Μοσκοβολούσε η νύχτα

κοριτσίστικο ιδρώτα κι αχινιό. Στή μεγάλη ταράτσα

μάς πρόσφεραν τηγανιτές μελιτζάνες καί μπύρα. Ένας στίχος τού Ντάντε

έλαμψε μιά στιγμή μονάχα, κρατημένος απ’ τούς κρότους

δύο φιλικών ποτηριών πού τσούγκρισαν στόν αέρα.

Τήν ίδια νύχτα

είδαμε στή σφουγγαρισμένη σφαλιστή Ψαραγορά, κάτω απ’ τό φανοστάτη,

τό χαρτονένιο κιβώτιο γεμάτο άδεια μπουκάλια. Δέν τό μαρτυρήσαμε.

Ωστόσο

η μουσική πού `βγαινε απ’ τά παράθυρα τού διανυκτερεύοντος εστιατορίου

τό διαλαλούσε κιόλας μπρός στίς μπαλκονόπορτες τών κοιμισμένων

νεονύμφων.

 

 

FIRST NIGHT IN MODELLO

 

The sea was like a flash, lightly ironed by the hand

of the new moon. And it was a nice antithesis to the hairy

huge arms of the player who moved the puppets

of the outdoor theater.

The night’s fragrance was

of girly sweat and urchin. They offered us fried

eggplant and beer on the large balcony. A verse by Dante

shined for just one moment held by the sound of two

friendly glasses clinking in the air.

The same night

in the mopped, closed fish market under the lamppost we saw

a carton crate filled with empty bottles. We didn’t disclose it.

However

the music coming from the windows of the all-night restaurant

already declared it in front of the balcony doors of the sleeping

newlyweds.

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

images

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ

Στον ήλιο του Απόλλωνα μεγάλωσα

λεπτά εκφραστικά
μόνος στα σκοτεινά
πρoτού τα μάτια ανοίξω
είχα για συνοδία
το νόμο της αποτυχίας
που εγεννήθηκα τυφλός
μ’ είπαν κι αιρετικό
μια επανάσταση στη γέννησή της
πριν καν μια λέξη να ειπώ
κλάμα λυπητερό ή πόνου

συγκέντρωσα όλη τη δύναμή μου
το ραντεβού μου με το θάνατο εταχτοποίησα
ώρες πριν γεννηθώ
στα χέρια της μητέρας
νιογένητη γιορτή
λάθος επιτρεπταίο
δυο πόδια για να παρπατώ
μία καρδιά
για να αισθάνομαι
κι άλλα ανθρώπινα
μεγαλοσύνης σύσσημα
APOLLO

And I grew under Apollo’s sun

minutes of expressiveness
alone in darkness and
before I opened my eyes
I was accompanied
by the rule of failure
born blind and
accused of heresy
a revolution in its making
even before I could utter
a groan or a begging cry

I gathered all my strength
to pick a date with death
hours before I appeared
in my mother’s arms
newborn festivity
error permitted
two legs just to walk
a heart as if
to feel emotion and
other human traces
of grandeur
~Μανώλη Αλυγιζάκη ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ//SECOND ADVENT OF ZEUS, by Manolis Aligizakis, συλλογή εν εξελίξει — collection in progress

elyths

ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

Α

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
καθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες.

Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη κι ουρανό
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί, στα πόδια του βουνού.

Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Τώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
πιάνει και σβύνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια
βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

τα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψύχες τ’ ουρανού.

A

There where the sun used to dwell
where time was opening with the eyes of a virgin
as the wind was snowing from the nudging almond tree
and horse riders were lit on the peaks of grass

There where the hoof of a splendid maple tree struck
and a flag was high flapping earth and water
where weapons never burdened the backs
but all the tiredness of the sky
the whole world shone like a waterdrop
in the morning at the feet of the mountain

Now, as if from God’s sigh a shadow spreads

Now a stooping agony with bony hands
takes and wipes out onto herself one by one the flowers
in the crevasses where waters stopped from
the famine of joy the songs recline;
monks of rocks with cold hair
silently break the bread of desolation.

Winter cuts reaching the bone. Something evil
will be ignited. The mountain-horse’s hair goes wild

Vultures on high share the sky’s crumbs.

~Translated by Manolis Aligizakis

Aldebaran in God’s Cell

God gives meaning, God gives pain
-Halo, Porcupine Tree
The moon tonight is like a scar on heaven’s dark skin. A star hangs from its edge, one of those left alone to lament every troubadour’s defeat.
And next to the scar I saw God spreading.
Many years ago, when the sun rose from the East and grass was greener, I found myself in Mount Athos.
I was thinking of Kazantzakis and Sikelianos who wandered in Athos in search of God. Both found him, each in his own way.
I went there on my own research. Perhaps I should be doing more important things, being a blossoming youth. Studying in the university, working, seeking out ways to make money. It wasn’t my style, it isn’t now, so there I was, broken and befuddled, searching for God beyond Athos.
I left behind me the markets and the bazaars, took a tattered Bible and entered the sanctum.
Chrysostom put me up in his cell. And I remember a glorious morning, as the sea was silver-plated by the sun, he saw me buried in the Bible.
“What are you doing?” he asked me.
“I try to understand”
“Understand what?” he chuckled. “Just take a look around you. What else do you need?”
I raised my head and saw the World. No apartment buildings, highways and cars. No delusions and substitutes, all these things created by man to invest on their failure. It was the World naked. Original.
I didn’t understand but I felt a shiver down my spine.
I was a young man then, a shade over the twenties. I had to go back. I had a feeling that somewhere a girl awaited for me, a girl with blooming breasts. And all the world fades before a woman’s scent. Otherwise I might had stayed.
I came back, I fell in love and felt loved, and then I attempted to enter the human sanctum.
I haven’t made it, yet. I can’t figure out the way it works.
There are nights, such as this one, when I ask God if he knows, if he has a clue.
I ask him, why should we suffer?
No answer.
I ask him, why should we die?
No answer.
I ask him, why are people drowning?
No answer.
If he could talk, I know what he would say.
“This world is the world of men.
When you were close to me I asked you, what do you prefer? Immortality or freedom?
Angels chose immortality. Humans chose freedom.
Angels can’t choose between Good and Evil. That’s why they are immortal.
Humans can choose. That’s why they die.”
“That’s why they kill” I told him.
No answer.
We walked into the woods with Chrysostom and he showed me wild-boar tracks. Somewhere we spotted a cave in the mountain.
“A hermitage” he told me. “An old man lived there”.
“What did he do?” I asked.
“He died” he answered me.
The Last night before I leave Athos, I remembered the following Buddhist tale.
A youth had become a novice monk. He had passed all the trials but could not forget a girl back in the village.
He went to the master and asked him: “ Master, what should I do? Become a monk or go back to the village and get married?”
The master was chewing pumpkin seeds with his few remaining teeth. He spat the shells and replied:
“Whatever you do, you will regret it”
The moon looks like a pumpkin seed and Aldebaran hangs from its edge.
Perla the dog, chews on a piece of wood, as if she was a wise man.
Somewhere people are drowning, somewhere people get rich and somewhere a child dreams of peace.
The sun keeps rising from the east, in the world of men.
And God lies in his cell, without ever giving an answer.

http://sanejoker.info/

GREEK VERSION
«Ρε μπαγάσα, περνάς καλά κει πάνω;
Μιαν ανάσα, γυρεύω για να γιάνω.
Μια νυχιά, έτσι είναι το φεγγάρι απόψε. Απ’ την άκρη του κρέμεται ένα αστέρι, ένα από κεινα που μείναν μόνα τους να κλαίνε τον χαμένο αγώνα του τροβαδούρου.
Και δίπλα απ’ τη νυχιά είδα τον Θεό ν’ απλώνεται.
Πριν πολλά χρόνια, τότε που ο ήλιος έβγαινε απ’ την ανατολή και το γρασίδι φύτρωνε στο χώμα, είχα βρεθεί στο Άγιο Όρος.
Θυμόμουν τον Καζαντζάκη και τον Σικελιανό που τριγυρνούσαν στον Άθω προς αναζήτηση θεού. Τον βρήκαν κι οι δυο, καθένας με τον τρόπο του.
Πήγα να ψάξω κι εγώ. Ίσως θα έπρεπε να κάνω πιο σημαντικά πράγματα, νέο παιδί, παλικάρι, που έπιανα τις πέτρες και τις έστιβα. Να σπουδάζω, να δουλεύω, να ψάχνω τρόπους για να βγάλω λεφτά. Δεν το είχα τότε, δεν το έχω τώρα, κι έτσι άφραγκος κι αλλοπαρμένος γυρεύω τον θεό, μακριά απ’ τον Άθω.
Για δεν υπήρξα κατεργάρης και τη χρειάζομαι τη χάρη σου, μωρέ.
Άφησα πίσω μου τις Αγορές και τα παζάρια, πήρα μια διαλυμένη Βίβλο και παρείσφρυσα στο άβατο.
Με φιλοξένησε στο κελί του ο Χρυσόστομος. Και θυμάμαι ένα ένδοξο πρωινό, με τον ήλιο να επαργυρώνει τη θάλασσα, που με βρήκε χωμένο στη Βίβλο.
«Τι κάνεις εκεί;» με ρώτησε.
«Προσπαθώ να καταλάβω».
«Τι να καταλάβεις;», είπε γελώντας. «Κοίτα μπροστά σου. Τι άλλο θες;»
Σήκωσα το κεφάλι κι είδα τον Κόσμο. Χωρίς πολυκατοικίες, λεωφόρους κι αυτοκίνητα. Δεν υπήρχαν ψευδαισθήσεις κι υποκατάστατα, όλα εκείνα που κατασκευάζουν οι άνθρωποι για να επενδύσουν την αποτυχία τους. Ήταν ο Κόσμος γυμνός. Αληθινός.
Δεν κατάλαβα, αλλά ανατρίχιασα.
Ήμουν μικρός τότε, λίγο παραπάνω απ’ τα είκοσι. Έπρεπε να γυρίσω πίσω. Ένιωθα πως κάπου με περίμενε ένα κορίτσι μ’ ανθισμένα στήθη. Κι όλος ο κόσμος ωχριά μπρος στο άρωμα της γυναίκας. Αλλιώς μπορεί να `μενα εκεί.
Γύρισα, αγάπησα κι αγαπήθηκα, κι έπειτα προσπάθησα να παρεισφρύσω στο άβατο των ανθρώπων.
Ακόμα δεν το `χω καταφέρει. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς λειτουργεί.
Κάποια βράδια, σαν το αποψινό, ρωτάω τον θεό, μήπως ξέρει αυτός, μήπως αυτός έχει καταλάβει.
Τον ρωτάω γιατί πρέπει να πονάμε.
Δεν απαντάει.
Τον ρωτάω γιατί πρέπει να πεθαίνουμε.
Δεν απαντάει.
Τον ρωτάω γιατί πνίγονται άνθρωποι.
Δεν απαντάει.
Αν μπορούσε να μιλήσει ξέρω τι θα μου `λεγε.
«Αυτός ο κόσμος είναι ο κόσμος των ανθρώπων.
Όταν όλοι ήσασταν κοντά μου σας ρώτησα τι προτιμάτε; Αθανασία ή ελευθερία;
Οι άγγελοι προτίμησαν την αθανασία. Οι άνθρωποι την ελευθερία.
Οι άγγελοι δεν μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα στο Κακό και στο Καλό. Γι’ αυτό είναι αθάνατοι.
Οι άνθρωποι μπορούν να επιλέξουν. Γι’ αυτό πεθαίνουν.»
«Γι αυτό σκοτώνουν», του είπα.
Δεν απάντησε.
Περπατούσαμε στο δάσος με τον Χρυσόστομο και μου `δειχνε τα ίχνη απ’ τα αγριογούρουνα. Κάπου είδαμε μια τρύπα στο βουνό.
«Κελί», μου είπε. «Εμενε ένας γέροντας εδώ.»
«Τι έκανε;» τον ρώτησα.
«Πέθανε», μου είπε.
Το τελευταίο βράδυ, πριν φύγω απ’ τον Άθω, θυμήθηκα εκείνη τη βουδιστική ιστορία.
Ένας νεαρός είναι δόκιμος μοναχός. Περνάει όλες τις δοκιμασίες, αλλά δεν μπορεί να ξεχάσει το κορίτσι στο χωριό.
Πηγαίνει στον δάσκαλο και τον ρωτάει: «Δάσκαλε, τι να κάνω; Να γίνω μοναχός ή να γυρίσω στο χωριό να παντρευτώ;»
Ο δάσκαλος μασουλούσε κολοκυθόσπορους, με τα λίγα δόντια που του `χαν μείνει. Έφτυσε τα τσόφλια κι είπε:
«Ό,τι και να κάνεις, στο τέλος θα το μετανιώσεις.»
Το φεγγάρι μοιάζει με τσόφλι από πασατέμπο κι ο Αλντεμπαράν κρέμεται στην άκρη του.
Η Πέρλα, ο σκύλος, μασουλάει σαν σοφός ένα ξύλο.
Κάπου πνίγονται άνθρωποι, κάπου άνθρωποι πλουτίζουν, κάπου ένα παιδί ονειρεύεται την ειρήνη.
Ο ήλιος συνεχίζει να βγαίνει απ’ την ανατολή στον κόσμο των ανθρώπων.
Κι ο θεός ξαπλώνει στο κελί του, χωρίς ποτέ να απαντάει.
http://sanejoker.info/2015/04/aldebaran.html

images

ODYSSEY BY NIKOS KAZANTZAKIS

Oh, Great Oriental Sun, golden cup of my proud mind
slanting I like to wear you, wish to play and
while you and I are alive that our hearts will rejoice.
This Earth is good, it suits us, like a global grape
it hangs, my God, in the blue air and shivers in the tempest
nibbled by the spirits and by the birds of the winds
let us nibble on it too that it will refresh our minds!

ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Ήλιε μεγάλε ανατολίτη μου, χρουσό σκουφί του νου μου,
αρέσει μου στραβά να σε φορώ, πεθύμησα να παίξω,
όσο να ζεις, όσο να ζω κι εγώ, για να χαρεί η καρδιά μας.
Καλή `ναι τούτη η γης, αρέσει μας, σαν το σγουρό σταφύλι
στον μπλάβο αγέρα, Θε μου, κρέμεται, στο δρόλαπα κουνιέται
και την τσιμπολογούν τα πνέματα και τα πουλιά του ανέμου
ας την τσιμπολογήσουμε κι εμείς, να δροσερέψει ο νους μας!
~Translated by Manolis Aligizakis

George Seferis_cover

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

Ο μεγαλύτερος ήλιος από τή μιά μεριά

κι από τήν άλλη τό νέο φεγγάρι

απόμακρα στή μνήμη σάν εκείνα τά στήθη.

Ανάμεσό τους χάσμα τής αστερωμένης νύχτας

κατακλυσμός τής ζωής.

Τ’ άλογα στ’ αλώνια

καλπάζουν καί ιδρώνουν

πάνω σέ σκόρπια κορμιά.

Όλα πηγαίνουν εκεί

καί τούτη η γυναίκα

πού τήν είδες όμορφη, μιά στιγμή

λυγίζει δέν αντέχει πιά γονάτισε.

Όλα τ’ αλέθουν οι μυλόπετρες

καί γίνονται άστρα.

Παραμονή τής μακρύτερης μέρας.

SUMMER SOLSTICE

 

The grandest sun on one side

and on the other the new moon

distant in my memory like those breasts.

Between them the chasm of the star filled night

deluge of life.

The horses on the threshing floors

gallop and sweat

over scattered bodies.

Everything goes that way

and this woman

whom you saw when she was beautiful suddenly

bends, cannot endure, kneels.

The millstones grind up everything

and turn them into stars.

Evening before the longest day.

ΜετάφρασηΜανώληΑλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

I

These trees don’t take comfort in less sky
these rocks don’t take comfort under foreigners’
footsteps,
these faces don’t take comfort but only
in the sun,
these hearts don’t take comfort except in justice.

This landscape is merciless like silence,
it hugs its fiery rocks tightly in its bosom
it hugs tightly in the sun its orphan olive trees
and grapevines,
it clenches its teeth. There is no water. Only light.
The road vanishes in light and the shadow of the fence wall
is made of steel.

Trees, rivers and voices turn to marble
in the sun’s whitewash.
The root stumbles on the marble. The dusty
bulrush
The mule and the rock They all pant There is
no water.
They’ve all been thirsty. For years. They all
chew one bite of sky over their bitterness.

Their eyes are red for lack of sleep,
a deep wrinkle is wedged between their

      eyebrows
like a cypress between two mountains
at sundown.
Their hands are glued onto their rifles,
their rifles are extensions of their hands,
their hands extensions of their souls –
they have anger on their lips
and grief deep within their eyes
like a star in a pothole of salt.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Αυτά τά δέντρα δέ βολεύονται μέ λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δέ βολεύονται κάτου απ’ τά ξένα

      βήματα,

αυτά τά πρόσωπα δέ βολεύονται παρά μόνο στόν

     ήλιο,

αυτές οι καρδιές δέ βολεύονται παρά μόνο στό δίκιο.

Ετούτο τό τοπίο είναι σκληρό σάν τή σιωπή,

σφίγγει στόν κόρφο του τά πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στό φώς τίς ορφανές ελιές του καί τ’ α-

      μπέλια του,

σφίγγει τά δόντια. Δέν υπάρχει νερό. Μονάχα φώς.

Ο δρόμος χάνεται στό φώς κι ο ίσκιος τής μά-

     ντρας είναι σίδερο.

Μαρμάρωσαν τά δέντρα, τά ποτάμια κι οι φωνές

      μές στόν ασβέστη τού ήλιου.

Η ρίζα σκοντάφτει στό μάρμαρο. Τά σκονισμένα

      σκοίνα.

Τό μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δέν υπάρχει

      νερό.

Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μιά μπου-

     κιά ουρανό πάνου απ’ τήν πίκρα τους.

Τά μάτια τους είναι κόκκινα απ’ τήν αγρύπνια,

μιά βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στά φρύδια

    τους

σάν ένα κυπαρίσι ανάμεσα σέ δυό βουνά τό λιό-

      γερμα.

Τό χέρι τους είναι κολλημένο στό ντουφέκι,

τό ντουφέκι είναι συνέχεια τού χεριού τους,

τό χέρι τους είναι συνέχεια τής ψυχής τους—

έχουν στά χείλη τους απάνου τό θυμό

κ’ έχουνε τόν καημό βαθιά-βαθιά στά μάτια τους

σάν ένα αστέρι σέ μιά γούβα αλάτι.

Yannis Ritsos-Romiosini/translated by Manolis Aligizakis

Γιάννης Ρίτσος-Ρωμιοσύνη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca

Ritsos_front largeΚαλοκαίρι στην Πολιτεία

Τό φώς είναι απελπιστικό εδώ πέρα. Τούτος ο μήνας άσπλαχνος

δέν επιτρέπει νά μήν είμαστε δυό. Δέν επαρκείς.

Ο μονότονος κρότος, τά τράμ πού στρίβουν στή γωνία

οι μαρμαράδες πού κόβουν τήν πέτρα στό καταμεσήμερο.

 

Πάνω απ’ τή μάντρα φαίνονται στερεότυπες επιτύμβιες στήλες

μαρμάρινα άνθη, μαρμάρινες κορδέλες

ο μπούστος ενός τραπεζίτη

τό πρόσωπο ενός παιδιού σκιασμένο απ’ τή φτερούγα ενός

     αγγέλου.

 

Σ’ αυτά τά επαγγελματικά γλυπτά ο αττικός ήλιος βάζει τή

     σφραγίδα του,

η σκιά προσθέτει απίθανες προεκτάσεις—

γι’ αυτό διόλου παράξενο πού χτές τ’ απόγευμα

γυρίζοντας απ’ τό γραφείο στό σπίτι σου

κρατώντας τό δίχτυ μέ τό ψωμί καί τίς ντομάτες

διόλου παράξενο πού χτές καθώς έγερνε ο ήλιος

συνάντησες στό αλσύλιο τόν μαρμάρινον έφηβο

νά σεργιανάει αργά καί νά χαμογελάει.

 

Κάθησες στό παγκάκι τής λίμνης, ρίχνοντας τό ψωμί σου στά

     χρυσόψαρα, κι’ όλη τή νύχτα

παρ’ όλο πού είχες μείνει νηστικός δέν πεινούσες καθόλου.

 

Summer in the City

In this place the light is beyond hope. This heartless month

doesn’t allow us not to be two. You are not enough.

The monotonous clank, the streetcars turning the corner

the marble-masons cutting stones in high noon.

 

Above the fence-wall you could see the conventional funerary stele

marble flowers marble ribbons

the bust of a banker

the face of a child shadowed by the wing of an angel.

 

On these professional sculptures the Attic sun incises

     its seal,

the shadow adds unbelievable extensions –

so it wasn’t strange at all that yesterday afternoon

returning home from your office

holding the net with bread and tomatoes

not at all strange that yesterday as the sun went down

in the small park you met the marble ephebe

sauntering slowly and smiling.

 

You sat on a bench by the lake and threw bread to the goldfish

     and all night long

though you didn’t have any food you were not hungry at all.

 

 

 

Γυμνό

Εδώ, στήν ακαταστασία τής κάμαρας,

ανάμεσα στά σκονισμένα βιβλία

καί στά γεροντικά πορτραίτα,

ανάμεσα στό ναί καί στό όχι τόσων σκιών,

μιά στήλη ασάλευτο φώς,

εδώ, σ’ αυτή τή θέση

πούχες γδυθεί μιά νύχτα.

 

 

Nude

 

Here, in the untidiness of the room,

between the dusty books

and the old people’s portraits,

between the yes and the no of so many shadows,

one band of motionless light

here, in this position

where you undressed one night.

 

~Γιάννης Ρίτσος—ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

~Yannis Ristos—NOTES ON THE MARGINS OF TIME

~Translation Manolis Aligizakis

~Γιώργος Σεφέρης

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΙΝΗΣ

Ασίνην τε…

~Ιλιάδα

Κοιτάξαμε όλο τό πρωί γύρω-γύρω τό κάστρο

αρχίζοντας από τό μέρος τού ίσκιου εκεί πού η θάλασσα

πράσινη καί χωρίς αναλαμπή, τό στήθος σκοτωμένου

παγονιού

μάς δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.

Οι φλέβες τού βράχου κατέβαιναν από ψηλά

στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας

στ’ άγγιγμα τού νερού, καθώς τό μάτι ακολουθώντας τις

πάλευε νά ξεφύγει τό κουραστικό λίκνισμα

χάνοντας δύναμη ολοένα.

Από τό μέρος τού ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος

ααί τό φώς τρίβοντας διαμαντικά στά μεγάλα τείχη.

Κανένα πλάσμα ζωντανό τ’ αγριοπερίστερα φευγάτα

κι ο βασιλιάς τής Ασίνης πού τόν γυρεύαμε δυό χρόνια

τώρα

άγνωστος λησμονημένος απ’ όλους κι από τόν όμηρο

μόνο μιά λέξη στήν ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη

ριγμένη εδώ σάν τήν εντάφια χρυσή προσωπίδα.

Τήν άγγιξες, θυμάσαι τόν ήχο της; κούφιο μέσα στό φώς

σάν τό στεγνό πιθάρι στό σκαμμένο χώμα,

κι ο ίδιος ήχος μές στή θάλασσα μέ τά κουπιά μας.

Ο βασιλιάς τής Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ τήν προσωπίδα

παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα¨

‘Ασίνην τε…Ασίνην τε…’

καί τά παιδιά του αγάλματα

κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας

στά διαστήματα τών στοχασμών καί τά καράβια του

αραγμένα σ’ άφαντο λιμάνι,

κάτω απ’ τήν προσωπίδα ένα κενό.

Πίσω από τά μεγάλα μάτια τά καμπύλα χείλια τούς

βοστρύχους

ανάγλυφα στό μαλαματένιο σκέπασμα τής ύπαρξής μας

ένα σημείο σκοτεινό πού ταξιδεύει σάν τό ψάρι

μέσα στήν αυγινή γαλήνη τού πελάγου καί τό βλέπεις-

ένα κενό παντού μαζί μας.

Καί τό πολυί πού πέταξε τόν άλλο χειμώνα

μέ σπασμένη τή φτερούγα

σκήνωμα ζωής,

κι η γυναίκα πού έφυγε νά παίξει

μέ τά σκυλόδοντα τού καλακαιριού

κι η ψυχή πού γύρεψε τσιρίζοντας τόν κάτω κόσμο

κι ο τόπος σάν τό μεγάλο πλατανόφυλλο πού παρασέρνει

ο χείμαρος τού ήλιου

μέ τ’ αρχαία μνημεία καί τή σύγχρονη θλίψη.

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τίς πέτρες κι ανα-

ρωτιέται

υπάρχουν άραγε

ανάμεσα στίς χαλασμένες τούτες γραμμές τίς ακμές τίς

αιχμές τά κοίλα καί τίς καμπύλες

υπάρχουν άραγε

εδώ πού συναντιέται τό πέταγμα τής βροχής τού αγέρα

καί τής φθοράς

υπάρχουν, η κίνηση τού προσώπου τόσ χήμα τής στοργής

εκείνων πού λιγόστεψαν τόσο παράξενα μές στή ζωή μας

αυτών πού απόμειναν σκιές κυμάτων καί στοχασμοί με

τήν απεραντοσύνη τού πελάγου

ή μλήπως όχι δέν απομένει τίποτε παρά μόνο τό βάρος

η νοσταλγία τού βάρους μιάς ύπαρξης ζωντανής

εκεί πού μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας

σάν τάκλωνάρια τής φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στή

διάρκεια τής απελπισίας

ενώ τό ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα

μές στό βούρκο

εικόνα μορφής πού μαρμάρωσε μέ τήν απόφαση μιάς

πίκρας παντοτινής.

Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας

κι από τό βάθος τής σπηλιάς μιά νυχτερίδα τρομαγμένη

χτύπησε πάνω στό φώς σάν τή σαϊτα πάνω στό σκουτάρι.

‘Ασίνην τε   Ασίνην τε…’. Νά ‘ταν αυτή ο βασιλιάς τής

Ασίνης

πού τόν γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σέ τούτη τήν

ακρόπολη

γγίζοντας κάποτε μέ τά δάχτυλά μας τήν αφή του

πάνω στίς πέτρες.

Ασίνη, καλοκαίρι `38-Αθήνα, Γεν. `40

~Γιώργος Σεφέρης

George Seferis/Translation Manolis Aligizakis

THE KING OF ASINI

Ασίνην τε…ILIAD

We looked all around the citadel for the whole morning

starting from the shaded side there where the sea

green and without reflection, breast of the slaughtered

peacock,

welcomed us like time without any chasm in it.

The veins of the rock descended from high up

twisted vines, naked, multi-branched turning alive

at the touch of water, as the eye following them

struggled to escape the tedious rocking

of sea growing slowly-slowly weaker.

On the sunny side a long deserted beach

and the light rubbing diamonds on the great walls.

Not any living being, the wild doves gone

and the king of Asini, whom we’ve looked for

the last two years

unknown, forgotten by all and also by Homer

only one word in Iliad and even that uncertain

thrown here like a burial golden mask.

You touched it, do you remember its sound? Hollow

in the light like the dry jar in the dug soil;

and the same sound in the sea made by our oars.

The king of Asini emptiness under the mask

everywhere with us, everywhere with us, under one name:

‘Aσίνην τεΑσίνην τε…’

and his children statues

and his desires fluttering of birds and the wind

among interstices of his thoughts and his ships

moored in an invisible post

under the mask a void.

Behind the big eyes, the contoured lips, the curls

glyphs on the gold cover of our existence

a dark point traveling like a fish

in the dawn serenity of pelagos and you see it:

a void everywhere with us.

And the bird that flew away the last winter

with a broken wing

relic of life,

and the young woman who left to play

with the dog-teeth of summer

and the soul that reached the underworld shrieking

and the landscape like a large plane tree leaf swept by

the sun’s torrent

with the ancient temples and contemporary sorrow.

And the lingering poet, looks at the stones and

wonders

do they really exist

between these erased lines, the edges, the hollows

the contours

do they really exist

here where the rain’s passing meets with the wind

and ravage

they do exist, the movement of life, the shape of tenderness

of those who faded out so strangely in our lives

of those who remained as shadows of waves and thoughts

in the endlessness of pelagos

or perhaps no, nothing remains but the weight

the nostalgia of the weight of an alive existence

there where we remain unsubstantial bending

like branches of the terrible willow tree piled in

the continued despair

while the yellow current slowly carries down rushes

uprooted in the mud

image of a form turned into stone by the sentence

of an everlasting bitterness.

The poet a void.

The sun carrying a shield rose fighting

and from depths of the cave a startled bat

pierced the light like an arrow pierces a shield:

Ασίνην τε  Ασίνην τε…’ As though it was her

the king of Asini

who we have so carefully searched for on this

acropolis

sometimes touching with our fingers his touch

on the stones.

Asini, summer ’38—Athens Jan ‘40     

~Geoprge Seferis

~Translation Manolis Aligizakis