Archive for the ‘Artists’ Category

cover

ΤΕΡΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Ή μάλλον για να `μαι πιο συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’
αυτό το ρολόι, ένα ρολόϊ ηλίθιο και φαλακρό, εγώ τί έφταιξα —
απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στον καναπέ κι έτρωγα
τις θείες μου σε νεαρή ηλικία, αλλά μιά μιά, για να μη φανεί απότομα
η γύμνια του τοίχου ή μια φορά στο δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η
πόλη ήταν ακαλαίσθητη
και μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος για τους άλλους είναι
που έδωσε στη ζωή μας αυτό το ατέλειωτο βάθος

 

AFTERNOON DELIGHTS

Or perhaps to be more accurate it all started by
this clock a stupid bald headed clock, it wasn’t my fault —
every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my
young unties, however but one by one so that the emptiness
of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat
blood so much the city was inelegant
that only the lack of interest for others gave our lives
this endless depth.

 

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

nostos and algos cover

ΑΔΙΑΙΡΕΤΟ

Στάθηκε ανάμεσα στους τάφους
με τ’ αγαλματίδια να παριστάνουν
νεκρούς συντρόφους
και το αεράτο του χαμόγελο αντανακλούσε
δόξα παλιάς εποχής.
Ξάφνου βύθισε τα μάτια του στα δικα μου,
ένας στεναγμός απαλός
σαν του μικρού αγάλματος ακούστηκε
ν’ αφήνει τα χείλη του, σαν να `λεγε—
μοναχά αυτό το αέρινο χαμόγελο θα παραμείνει
να το θυμάσαι την ώρα της δικαιοσύνης.

Αυτό μόνο το χαμόγελο θα παραμείνει
τ’ άλλα όλα μαραίνονται και σβύνουν
σαν τ’ άρωμα γιακίνθου στον αγέρα,
σαν την αγάπη σου για τη γυναίκα,
όλα χάνονται σαν μέσα από σίτα
άμμος στα δάχτυλα σου.

Μα τούτη η στιγμή για πάντα θα κρατήσει
γιατι το τώρα δεν μπορέσανε ποτέ
να το διαιρέσουν σαν τ’ άλλα,
που γι’ αυτά έχουνε βρει
σταθμά και τεμαχίδια και συστατικά

UNDIVIDED

He stood amid the gravestones
and the statuette resembling
our dead comrades
with his airy smile still reflecting
bygone glorious days.
Suddenly his eyes dived deep in mine
he let a sigh go as silently as
the statuette’s saying: only
this graceful smile will stay forever
remember this at the hour of reckoning.

Only this graceful smile remains
all the rest perish, they vanish
like the hyacinth’s fragrance
in the wind’s teeth
like your love for a woman
all disappear like the sand through a sieve
or the fingers of your hand.

Yet this moment will last forever
because only the now can’t be divided
for everything else they have found
pieces, fractions, and elements.

~Nostos and Algos, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2012

 

arxaioi2

Ἄντε λοιπόν! Τράβα τὸ γρήγορο ποτήρι,
σάλταρε στὸ καράβι,
πήδα στὸ ἀμπάρι, πέσε πάνω στὰ βαρέλια
καὶ κρασοκύλησέ τα.
Τάπα μὴ μείνει! Δὲ μᾶς βλέπω
τὴ βάρδια αὐτὴ ξενέρωτοι νὰ τὴν περνᾶμε.

Ἕνα κοντάρι ἔχω ὅλο κι ὅλο.
Κερδίζω τὸ ψωμί μου,
ἐξασφαλίζω τὸ κρασί μου
(Ἰσμαρικό, ἄς σημειωθεῖ)
καὶ κρατιέμαι ὅταν μεθάω.

Ὅσο γιὰ τὴν ἀσπίδα, ἐκεῖνο τὸ ἔργο τέχνης
ποὺ ἀναγκάστηκα ν’ ἀφήσω ἀνάμεσα στοὺς θάμνους,
σίγουρα κάποιος Σάιος θὰ τὴν ἀπολαμβάνει.
Δὲν πάει στὸ διάβολο· ἀφοῦ κατάφερα καὶ γλύτωσα,
μὲ τὴν ἀσπίδα τώρα θ’ ἀσχολοῦμαι;
Ἁρπάζω ἀργότερα μιὰν ἴδια – γιὰ νὰ μὴν πῶ καλύτερη.

Δὲν κλαίω τοὺς Μαγνησίους·
οἱ Θάσιοι νὰ δεῖς τὶ ἔχουν νὰ πάθουν.

Ἄν φρόντιζε ὁ Ἥφαιστος νὰ τοῦ ἐξασφαλίσει
ροῦχα πεντακάθαρα, ἀπ’ τὴν κορφὴ μέχρι τὰ νύχια,
θὰ ἦταν ὄμορφος νεκρός: φλογόλευκος.

Στιχουργημένες ταλαιπωρίες ἤ ἐλεύθερες ἀπολαύσεις;
Τὸ ἴδιο μοῦ κάνει.

Ἔχασα τὸν ἔλεγχο· ὅμως ἄν δὲν κάνω λάθος,
δὲ γλίστρησα μόνος σ’ αὐτὴ τὴν ἐκτροπή.

Στὸ τέλος θὰ μὲ ποῦν καὶ μισθοφόρο σα να ήμουν από την Καρία.

Ὅσο πολεμάει ὁ μισθοφόρος, Γλαῦκε,
καλύτερος φίλος δὲν ὑπάρχει.

Ἄφησε τοὺς θεοὺς νὰ κάνουν τὴ δουλειά τους.
Κάποιοι θὰ πέσουμε καὶ πάνω ποὺ θ’ ἀρχίσουμε
νὰ συνηθίζουμε χῶμα, θὰ μᾶς σηκώσουν.
Ἄλλοι θὰ προσέξουμε ποῦ πατᾶμε
καὶ θὰ βρεθοῦμε νὰ παλεύουμε
γιὰ λίγη σκόνη μὲ τὴν πείνα καὶ τὴν τρέλα.

Πέσαμε πάνω τους καὶ τοὺς λιανίσαμε:
χίλιοι ἄντρες ὁλομόναχοι
ἐνάντια σὲ ἑπτὰ ὁλόκληρα κουφάρια.

Ἕνα πράγμα ξέρω καλά: νὰ ἐπιστρέφω ἀνοιχτὲς
τὶς πληγὲς ποὺ μοῦ ἀνοίγουν.

Καθὼς ξερνοῦσαν πάνω μας τὰ δόρατά τους, ὁ ἀρχηγὸς
ἐρέθιζε τὸ θράσος τους, φτύνοντας προσβολὲς καὶ κομπασμούς·
ὅμως ἡ Ἀθηνᾶ γονάτισε τὴν προστυχιά τους,
σημαίνοντας τὴν ἀντεπίθεσή μας.
Δὲν ἦταν οἱ Αἰολεῖς, λοιπόν, ποὺ ἔχτιζαν στὴν ἄμμο,
ἀλλὰ οἱ Ἴωνες. Συντρίφτηκε ὁ πύργος
ποὺ εἶχαν ἱδρώσει οἱ Κάρες πέτρα-πέτρα.
Ἐμεῖς χορέψαμε, ἄγνωστοι πολεμιστὲς πιασμένοι χέρι-χέρι,
στὸ νικηφόρο σύνθημα Λεσβίων φορμιγκτῶν.
Ὁ Δίας ἄστραψε πάνω τὴν Ὀλύμπια χαρά του,
κι ἐκείνοι ἀπέμειναν ὅ,τι δὲ θὰ κατεῖχαν πιά:
κατάκοποι, ἀπρόσμενα ἀκυρωμένοι, ἀναγκασμένοι
σὲ μιὰν ἀγρύπνια ποὺ ἀποροῦσε λίγο φῶς.
ΓΥΝΑΙΚΕΣ….

“Φύγε καλύτερα. Ἡ ἐλευθερία τολμάει μόνο ὅσα τολμᾶς”
μοῦ ἔλεγε. “Ὅμως ἄν ἡ καρδιά σου ἐπείγεται μιὰν εὔκολη νίκη,
κάποια σφαδάζει γάμο: εὐάλωτη παρθένα, ἐκτεθειμένη
σὲ τέλεια ἐμφάνιση· συνθηκολόγησέ την.
Κι ἐγὼ τῆς ἀπαντοῦσα: “Κόρη τῆς Ἀμφιμέδουσας
(Τὶ γυναίκα κι αὐτή·
χάρες ποὺ βλέπει ἡ γῆ κατάτυφλά της!)
στὸ δρόμο γιὰ τὸν ἔρωτα, δὲν εἶναι λίγες οἱ ἀπολαύσεις.
Ὅλο καὶ κάποιος θ’ ἀρκεστεῖ στὸ παραλίγο.
Ἡ νύχτα ἔρχεται βαθιά της μὲ σκοτεινὲς ἀποφάσεις.
Ἔχουμε καιρὸ: ἐσύ, ἐγὼ κι ἕνας θεὸς συμφωνημένος.
Ἔστω, θὰ κάνω ὅ,τι μοῦ πεῖς. Τόσο σὲ θέλω.
Ἄσε τὴ στέγη νὰ ἐπινοεῖ ξαφνικὲς φυγὲς
καὶ τὴν πόρτα νὰ λαχανιάζει ἀργοπορημένα χτυπήματα.
Πάντα ὑπάρχει κάποιος κάμπος ἀνθισμένος.
Κατάλαβέ με, μωρό μου.
Ὅσο γιὰ τὴ Νεοβούλη, ἀνήκει στὴν παρακμή της.
Μάδησε ἡ παρθενιά της, μαράθηκε ἡ γλύκα της.
Ἀκόρεστο θηλυκό: φύτρωσε ἀπότομα
καὶ δὲ χόρταινε ν’ ἀνθίζει.
Παράτα την!
Δὲν πρόκειται
νὰ παντρευτῶ τ’ ἀνέκδοτα τῶν φίλων μου.
Ἐσένα θέλω: γυναίκα λεία στὸν τρόπο της.
Ἡ ἄλλη μπορεῖ νὰ κατεργάζεται ἀφοσίωση
στὰ πλήθη τῶν χειριστῶν της.
Ἔλα λοιπόν, πρὶν καταντήσει τὸ πάθος μου τυφλὴ ἀποβολή.”
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ μανδύας μου τὴ βύθιζε σὲ κεῖνο
τὸ πανδαιμόνιο τῶν ἀνθισμένων λουλουδιῶν,
ὁ τρυφερὸς λαιμός της σπαρταροῦσε σὰν τρομαγμένο ἐλάφι
στὴν ἐπικίνδυνη ἀγκαλιά μου. Ἄγγιξα τὰ στήθη της.
Λίγο πιὸ κάτω, θρόιζε μιὰ ἥβη ἀνεξερεύνητη.
Προχώρησα μὲ χάδια μουδιασμένα καὶ ξαφνικά,
ξέσπασα ὁλόλευκος σὲ ξέφωτο ξανθό.

Βλέπεις ἐκείνη τὴ συκιὰ στὸ βράχο;
Μὲ πόση ἄνεση ταΐζει τόσες κουροῦνες!
Μιὰ ποὺ τὸ ‘φερε ὁ λόγος: φιλόξενο πλάσμα ἡ Πασιφίλη.

Φουσκώνει ὁ μανδύας σου τὴν ἱστορία
τῶν συναναστροφῶν σου, ἄθλιο θηλυκό.
Ὁ σκαπανέας Ἱππώνακτας τὴν ξέρει ἀπ’ ἔξω κι ἀνακατωτά.
Τὸ ἴδιο κι ὁ Ἀρίφαντος. Τὶ τύχη!
Δὲν ἔπιασε τὸν κλέφτη νὰ βρωμολογάει κλοπή. Τὴν ὥρα
ποὺ προσπαθοῦσε ν’ ἀποκρούσει τὸν κανατὰ Αἰσχυλίδη,
σὲ ἀπάλλαξε ὁ Ἱππώνακτας ἀπὸ τὴν παρθενιά σου
καὶ τέρμα οἱ κουβέντες.

Ἔβγαλε τὸ ἱερὸ μαντήλι ἀπ’ τὰ μαλλιὰ της
ἡ Ἀλκιβίη, τὸ ἀφιέρωσε στὴν Ἥρα
κι ἔτρεξε ἥσυχη νὰ δαπανήσει τὴν παρθενιά της.

Κρατοῦσε ἕνα τρυφερὸ κλαδὶ μυρτιᾶς
κι ἕνα ὡραῖο τριαντάφυλλο.
Τῆς ἄρεσε: χαμογελοῦσε. Τὰ μαλλιά της
ἔσταζαν νύχτα πίσω της.

Γάμο ξεκίνησα, μπουρδέλο ἄνοιξα μαζί σου.
Ἔγινα ἡ πιὸ διάσημη νταντὰ
στὴ συντεχνία τῶν παράνομων μαμῶν σου.

Ἦρθε στὸ κέφι καὶ κατέβαζε τὴν μπίρα
μονοκοπανιὰ σὰν Θράκας.
Στὸ τέλος, ξεχύλισε σὰν Φρύγας
κι ἔπεσε ξερὴ σὰν θηλυκό.

Ξέρω μιὰν ἄλλη θεραπεία γι’ αὐτὸ τὸ πρήξιμο.

Μύριζες μπαγιάτικο ἐραστὴ καὶ σὲ ἀέρισα
ἑφτὰ ὁλόκληρα χρόνια μὲ τὴν ἀφοσίωσή μου.
Ὕστερα ζωντάνεψες· ἄρχισες νὰ ἔχεις ἄποψη.
Ἔλειψα κι ἔκανες τὸ σπίτι μπουρδέλο.
Τώρα ντύνεσαι τὸν παλιό σου ἑαυτὸ
καὶ χάνεσαι, ὅταν νυχτώνει συνουσία.

Ποιός ἄντρας θὰ σὲ πάρει;
Βρὲς κανένα βάτραχο ἀπὸ τὴ Σέριφο
κι ὅταν χορτάσεις δίψα, γαμήσου·
κι ἄν δὲ χορτάσεις, ἄντε γαμήσου!

Ὁ χρόνος, ἡ σκληρὴ δουλειὰ καὶ ἡ ὑπομονὴ
ὁλόκληρες περιουσίες καταθέτουν
στῆς πουτάνας τὸ μουνί.
(Πολλά δ’ εἰς πόρνης γυναικὸς ἐρρυΐσκετ’ ἔντερον
τὰ χρόνῳ μακρῷ πόνῳ τε συλλεγέντα χρήματα)

http://www.cantfus.blogspot.com

 

autumn leaves cover

ΑΙΜΑ

Πολλοί ποτέ δεν έμαθαν
πως είτε βγει ο ήλιος
πίσω απ’ το βουνό είτε εκτοξευτεί
απ’ την κάννη πιστολιού
είναι γιομάτος φλόγα
και σε καίει. Γι’ αυτό
και τόσα όνειρα μείναν ανεκπλήρωτα
κι η ευτυχία ανεξήγητα καθόταν
στη βιτρίνα εμπορικού καταστήματος
τη μοναξιά στην εκκλησιά δοξολογούσαν
ώσπου τα χρόνια πέρασαν κι εκείνος
με το ακρωτηριασμένο μπράτσο,
κάτοχος του μεγάλου μυστικού,
με το αριστερό του χέρι αρχίνησε
να γράφει σε ξενους τοίχους ξεβαμένους,
πάντα η αλήθεια το τσιμέντο κοσμεί,
μέ γράμματα ολοκόκκινα: “αίμα-αίμα.”
BLOOD

Most people never understood that
whether the sun rises
from behind the mountain or
is shot out of the pistol’s barrel,
it always burns you.
For this so many of our dreams
remained unrealized,
inexplicably happiness was laid
in the display window
of the department store and
loneliness was again eulogized
in the church and as the years went by
him, the one with the severed arm,
kept on writing on other people’s discolored
walls, truth always decorates the cement,
with fiery red letters: “blood-blood.”

 

~AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC 2014

267.30 11 2015 - 1
ΑΜΑΡΤΙΑ

Ασύστολος κλέφτης
το νου μου που ταξιδεύει
σ΄ερωτικό ταξίδι
η θηλή σου
και να πηδήξει προσπαθεί
πάνω απ’ το στηθόδεσμό σου
κι εσύ μπρος στον καθρέφτη
με δίχως φούστα στέκεις
τη γραμμή των ματιών σου
να τονίσεις
ορθή παρθένα σκέψη
του παραδείσου μου φωτιά

που με λαχτάρα περισσή
να τραγουδήσω πεθυμώ

autumn leaves cover

SIN

Brazen thief
that leads my mind
to an erotic voyage
your nipple
ready to jump
over your bra and
standing with no skirt
before the mirror
you accentuate your eyes
upright virgin thought
my paradisiacal Inferno

with such fervor
that I long to sing

 

 

 

nostos and algos cover

ΝΥΧΤΟΛΟΥΛΟΥΔΟ

Ασήμαντος κάλυκας
μικροσκοπικά πέταλα νυχτολούλουδου
που με πόσο πάθος την ευωδιά τους
σκορπίζουν ένα γύρω
στο πεζοδρόμιο της πολυκατοικίας
μέχρι και στου καμπουριασμένου
γεράκου τα ρουθούνια, που
στηριγμένος στο μπαστούνι του
ξάφνου σταματά τον πρωϊνό
περίπατο κι ενάντια στη κύρτωση
με κόπο αναντρανίζει,
τα φρύδια του υψώνει
και οσφραίνεται τα νειάτα του
σαν χθές που το απόγευμα χαθήκαν
κάπου εκεί σιμά, σε τούτη τη γωνιά
ή την απέναντι, μοναχικό δάκρυ
στου νυχτολούλουδου κυλά
τη διάφανη λευκότη

που λέει —

κι εγώ δακρύζω που γοργά η νύχτα πέρασε
NIGHT FLOWER

Insignificant calyx
miniature petals of night flower
with such pathos
spreading their fragrance
over the sidewalk
to the nostrils of stooping
old man who steadies himself
on his cane and suddenly stops
like a hound smelling his prey
morning walk in suspense
painfully he rises against his
stooping back eyebrows in wonder
as he sniffs his youth lost just
yesterday afternoon somewhere
around this corner or the one
on the opposite side a lone tear
flops on the white petal

that says—

I too grieve that the night passed by so fast

~NOSTOS AND ALGOS, Ekstasis Editions, Victoria BC, 2012
http://www.ekstasiseditions.com

!cid_8A6047E6-FB09-47C2-B768-B275C2705D38@telus

CAPRICORN

Here the heavenly horns of the sea hunted the goats
and the four-fold snout of the night rattled
inflaming the tentacles of deep sea
broken branches of the southwestern wind and sirocco
and in the middle that tree
of Abessalom.
Here the tropic craters shone
burning the forests of exalted reefs and
slicing the bread of the fog at midnight
months cross-legged
yellow chasms and red-golden cracks
smell of sulphur. The light is out.
Here we sat and lamented the leadership
and domesticated animals of old days.
Oh, uncalculated turn, geometric order
where we’ve lived under full sail listening to fairy tales and
the nightingale songs of water mills
where we’ve lived page by page counting the immovable mountains
or retaining the lecythus of calm
amidst the loose hair of the Aegean horn
during the third century of the glaucus dynasty
with signalmen surveying the map of the tempest
at the gateless foreheads
the sun strikes the quarries of green
like a wing over the ancient neighborhood
with canaries on the garden fence.
How have we lived?
Time fulfilled and time that fulfills and
deciphers the ancient writings and oracles and
the fire-emitting birds it calls to emigrate
sent by chrysanthemums from the other slope
that the mythic clang repatriates unbroken and
again it transforms into the steady triumphal
march of the legions.
There where the musical pleats of summer
once shone.

ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ

Ἐδῶ πού κυνηγῆσαν τίς αἶγες τοῦ πέλαγου οὐράνια κόρνα
καί τά τετράδυμα ρύγχη τῆς νύχτας κροτάλιζαν.
Ριπίζοντας τά πλοκάμια τοῦ πόντου
τά σπασμένα κλαδιά τοῦ γαρμπῆ καί τοῦ σορόκου
καί κεῖνο στή μέση τό δέντρο
τοῦ Ἀβεσαλώμ.
Ἐδῶ πού ἀστράβαν οἱ τροπικοί κρατῆρες
τά δάση τεφρώνοντας μετάρσιων ὑφάλων
καί τόν ἄρτο κόβανε τῆς ὀμίχλης μεσάνυχτα
σταυροπόδι οἱ μῆνες.
Ρωγμές κίτρινες καί φλογωπές καί χάσματα
ἀπό ὀσμές θείου. Σκοτωμένο φῶς.
Ἐδῶ ἐκαθήσαμε καί ἐκλάψαμε παλαιῶν ἡμερῶν
τίς ἡγεμονίες καί τά ζώδια κατοικίδια.
Ὦ τροπές ἀλογάριαστες σέ τάξη γεωμετρική.
Πού ζήσαμε
ἀκούγοντας παραμύθια πλησίστια
καί τόν ἀηδονισμό τῶν νερόμυλων.
Πού ζήσαμε
τό νόημα τῶν βουνῶν ἀσάλευτων φυλλομετρώντας
ἤ πού τή λήκυθο φυλάγοντας τῆς νηνεμίας
καταμεσίς στή λυσίκομη πιλαλίστρα τοῦ Αἰγαίου.
Τόν τρίτο αἰῶνα τῆς δυναστείας τοῦ γλαυκοῦ.
Μέ τούς σηματωρούς στά ἀπύλωτα μέτωπα
νά ἀνασκολπίζουν τόν χάρτη τῆς καταιγίδας
καί σάν φτερούγα ὁ ἥλιος τίς γειτονιές τίς πρῶτες
καί τά λατομεῖα τοῦ πράσινου κρούγοντας.
Μέ τις ἀκανθυλλίδες στό κηπαῖο συρματόπλεγμα.
Πῶς ζήσαμε.
Καιρός πού πληρώνεται καί καιρός που πληρώνει.
Τίς ἀρχαῖες ἀποσφραγίζοντας γραφές καί τίς μαντεῖες
καί τά πυρφόρα πουλιά σέ ἀποδημία καλεῖ
ἀπό τό ἀντιπρανές σταλμένα τῶν χρυσανθέμων.
Ὅτι ἄσπαστη παλινοστεῖ ἡ μυθική κλαγγή
καί τόν θρίαμβο πάλι
στό βαθύ βημάτισμα μεταμορφώνει τῶν λεγεώνων.
Ἐκεῖ ὅπου ἔφεγγαν ἄλλοτε
μουσικές σκίζες τό καλοκαίρι.

HOURS OF THE STARS, Translated by Manolis Aligizakis, Libros libertad, Vancouver, BC
http://www.libroslibertad.ca


Fate of the Seed

It’s the seed’s fate
what earth it falls on
but sprout it must
and sprouting, to wither

or flourish into green leaf
only the earth will know

or the woman who is watering the earth
seeing the journey of the Seed into plant
plant into flower
and the flower up into her tresses.
Η μοίρα του σπόρου

Απ’ τη μοίρα του σπόρου εξαρτάται
σε τί χώμα θα πέσει
μα να φυτρώσει πρέπει
κι αφού φυτρώσει να μαραθεί

ή να ευδοκιμίσει σαν πράσινο φύλλο
μόνον η γη το γνωρίζει

κι η γυναίκα που ποτίζει το χώμα
και ξέρει την πορεία απ’ το σπόρο στο φυτό
απ’ το φυτό στο λουλούδι
και το λουλούδι στο βόστρυχό της

Perfect Dialogue

Nothing is perfect
so there will be questions,
ever, he said.

Perfection is courage, she said.
If you accept it’s perfect, it is.
Even the crack in my heart
has followed a perfect path
leaving undisturbed
the quarks
spinning with all their degrees of freedom
in my genetic solitudes.

ΤΕΤΕΙΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Τίποτα δεν είναι τέλειο
και πάντα θα υπάρχουν ερωτήσεις
είπε

Τέλειο είναι το κουράγιο, είπε εκείνη.
Αν το αποδεχτείς ως τέλειο, τότε είναι.
Ακόμα και το ράγισμα στην καρδιά μου
έχει ακολουθήσει ένα τέλειο μονοπάτι
κι άφησε ατάραχα
τα κουάρκς
να περιφέρονται μες στην ελευθερία τους
και στη γεννητική μου μοναξιά

~Poetry by Ajmer Rode, translated into Hellenic by Manolis Aligizakis

ubermensch cover

FUNERAL

We buried him, yesterday afternoon, in the freshly dug soil,
a small twig that he was, the poet with his thin gray beard.
His only sin: so much he loved the birds that didn’t come
to his funeral.
The sun went down behind the army barracks where the future
dead slept and the lone hawk, lover of songs, sat on the oak
branch; women lamented for the day’s yellow rapture and after
approving everything the hawk flew away, as if to define
distance. Wind blew over the surface of the lake searching
for the traitor who had run to the opposite shore where
judgement was passed and the ancient cross remained with
no corpse.
Everyone felt joyous, wine and finger food had to do with it
the hawk returned without news and the beggar extended
his hand and softly begged:
“two bits, man, God bless your soul, two bits.’

ΚΗΔΕΙΑ

Χθες το απόγευμα, τον θάψαμε στο φρεσκοσκαμμένο χώμα,
λες να `τανε βλαστάρι ενός δεντρού, το ποιητή με τ’ αραιό
γκρίζο γενάκι. Μόνη του αμαρτία που αγαπούσε πολύ
τα πουλιά κι αυτά ξέχασαν στην κηδεία του να έρθουν.
Ο ήλιος έδυσε πίσω απ’ το στρατόπεδο με τους νεκρούς
της αύριον και το γεράκι, μονιάς της λαγκαδιάς, καθόταν
στης οξιάς κλαδί. Γυναίκες κλάψαν για το κίτρινο συναίσθημα
της μέρας και το γεράκι αφού όλα τα επιδοκίμασε, πέταξε
μακρυά τις αποστάσεις για να καθορίσει, ο αγέρας φύσηξε
πάνω απ’ τη λίμνη, λες κι έψαχνε για τον προδότη που είχε
πάει στην αντιπέρα όχθη, εκεί που κρίνονται οι δίκαιοι
κι ο πανάρχαιος σταυρός έμεινε δίχως κορμί.
Όλοι ένιωσαν ευέλπιστοι απ’ το κρασί και τους μεζέδες,
ξανάρθε το γεράκι δίχως να φέρει νέα κι ο ζητιάνος έτεινε
το χέρι και καλοκάγαθα ψυθίριζε:
‘ελεημοσύνη χριστιανοί, ελεημοσύνη.’

~Υπεράνθρωπος/Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

http://www.ekstasiseditions.com

images

Ο ιός του φόβου

Οι συμπολίτες μας δεν ήταν περισσότερο ένοχοι από άλλους, ξεχνούσαν μόνο να ’ναι μετριόφρονες, αυτό είναι όλο και σκέφτονταν πως όλα είναι ακόμα δυνατά γι’ αυτούς, πράγμα που προϋπέθετε ότι οι συμφορές ήταν αδύνατο να υπάρχουν. Εξακολουθούσαν τις εμπορικές συναλλαγές, ετοίμαζαν ταξίδια και είχαν τις απόψεις τους. Γιατί να σκέφτονταν την πανούκλα που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις και τις συζητήσεις; Νόμιζαν πως ήταν ελεύθεροι ενώ κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος όσο υπάρχουν συμφορές. [Αλμπέρ Καμύ, Η πανούκλα]
Διαδίδεται σαν αστραπή, κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτε πια∙ ο ένας κολλάει τον άλλον σχεδόν ακαριαία. Δεν υπάρχει πλέον τρόπος να ελεγχθεί η εξάπλωσή της. Δεν έχει βρεθεί το φάρμακο κι ίσως να μην προλάβει να βρεθεί, πριν αφανιστεί η ανθρωπότητα. Ο φόβος κι ο τρόμος κατακλύζουν τις συνειδήσεις. Η ακοή δεν είναι αρκετή για ν’ ακουστεί το τέλος που πλησιάζει. Φόβος για τον εαυτό και τον άλλο, το αγαπημένο πρόσωπο∙ κι απ’ την άλλη, τρόπος προστασίας δε διαφαίνεται στον ορίζοντα. Οι ειδήσεις δεν σταματούν να φτάνουν. Εσύ είσαι απ’ τους τυχερούς. Δεν κόλλησες ακόμη. Κι όσοι απ’ τους δικούς σου πάνε στη δουλειά, φαίνονται ακόμη καλά –φεύ! Προς το παρόν! Μην αποθρασύνεσαι! Έχε το νου σου! Ωστόσο, όλοι παίρνουν φάρμακα. Προληπτικά…
Σε κάθε γωνιά, λίγο να μη φυλαχτεί κανείς, καραδοκεί η μόλυνση απ’ τον ιό. Έρχεται πια από παντού. Παλιά ήταν τουλάχιστον μακριά. Το μαθαίναμε σα μια είδηση, που διαρκεί όσο ένα κλικ ή λίγα λεπτά δελτίου. Ούτε λεπτό ίσως. Ασήμαντη, μακρινή μόλυνση, που δε μας αφορά. Τώρα όμως, τώρα είναι παντού. Καλύτερα να μένουμε σπίτι, να μην κυκλοφορούμε πολύ. Είν’ επικίνδυνο. Και καθόλου, ει δυνατόν, να μην βγαίναμε στον επικίνδυνο τούτο κόσμο… Η μόνη ασφαλής μέρα είναι μια μέρα στο σπίτι. Ο κόσμος άλλαξε, δεν είναι πια όλα τόσο απλά. Έτσι είναι και πρέπει να το δεχτούμε όσο το δυνατόν ταχύτερα. Θα ζήσουμε κι αυτή τη φορά. Θα την περάσουμε και τη μόλυνση αυτή. Αρκεί να φυλαγόμαστε απ’ τους μολυσμένους. Αυτοί είναι ο κίνδυνος. Κανονικά θα πρέπει να τους απομονώνουν, να τους πηγαίνουν κάπου, τέλος πάντων, να μην κινδυνεύει όλος ο κόσμος.
Μ’ αυτή τη «λογική» πάνω-κάτω διαδίδονται αστραπιαία οι ειδήσεις μέσω του διαδικτύου και καλλιεργούνται οι αντίστοιχες αντιδράσεις. Τέτοιου είδους διαδόσεις διασπείρονται και προκαλούν πανικό, άλλοτε για τον Η1Ν1 ή για τις τρελές αγελάδες, την αρρώστια των πουλερικών ή το κουνούπι του Δυτικού Νείλου και σήμερα για τον έμπολα. Τελικά, ακόμη χειρότερη κι απ’ τη διάδοση της αρρώστιας γίνεται η διάδοση του φόβου. Ακόμη εντονότερος κι απ’ τον φόβο του θανάτου γίνεται ο φόβος της ζωής. Βεβαίως, για κάποιους προέχει το κέρδος, υλικό και άυλο. Αφ’ ενός θα παρουσιάσουν, ως εκ θαύματος, το τάδε εμβόλιο και το δείνα αντίδοτο, επιδιώκοντας το μεγαλύτερο δυνατόν οικονομικό όφελος. Αφ’ ετέρου, θα τραβήξουν το νευρικό σύστημα περαιτέρω, φέροντας πάλι τον έλεγχο και την ανάγκη για τάξη κι ασφάλεια ως δώρα σε εξαθλιωμένες συνειδήσεις. Η μεγέθυνση ενός φόβου, συμβάλλει άλλωστε στον αποπροσανατολισμό της προσοχής απ’ την ουσία των προβλημάτων. Και το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι γεννιόμαστε και πεθαίνουμε σκλαβωμένοι, με την υγεία μας να κρέμεται απ’ την ποιότητα του κλουβιού μας.
Όσο φοβόμαστε, όμως, όσο κλεινόμαστε, όσο μαζευόμαστε στο καβούκι μας, οι άλλοι προχωρούν. Κινούνται από κράτος σε κράτος, κλείνοντας συμφωνίες, τροφοδοτώντας τις αυτοκρατορίες τους με άρτο και θέαμα, για να διογκώνεται η αντοχή στον εγκλεισμό, μετατρέποντας το προσωπικό σύμπαν του καθενός, σε ένα λαγούμι με φόβους και μαγγανείες. Για την εξάπλωση του κρατισμού δε θα ανακαλυφθεί το φάρμακο από καμιά μεγάλη εταιρεία. Δεν μπορούμε να ζητάμε απ’ τους δεσμώτες μας να μας απαλλάξουν απ’ τα δεσμά που οι ίδιοι μας επέβαλαν. Το κλειδί είναι στο χέρι μας, αλλά τα μάτια μας θολά απ’ τις οθόνες δεν το βλέπουν.
https://anarchypress.wordpress.com/2014/10/14/%CE%BF-%CE%B9%CF%8C%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%86%CF%8C%CE%B2%CE%BF%CF%85/#more-19903