Archive for the ‘Artists’ Category

cover

ΤΕΡΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Ή μάλλον για να `μαι πιο συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’
αυτό το ρολόι, ένα ρολόϊ ηλίθιο και φαλακρό, εγώ τί έφταιξα —
απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στον καναπέ κι έτρωγα
τις θείες μου σε νεαρή ηλικία, αλλά μιά μιά, για να μη φανεί απότομα
η γύμνια του τοίχου ή μια φορά στο δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η
πόλη ήταν ακαλαίσθητη
και μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος για τους άλλους είναι
που έδωσε στη ζωή μας αυτό το ατέλειωτο βάθος

 

AFTERNOON DELIGHTS

Or perhaps to be more accurate it all started by
this clock a stupid bald headed clock, it wasn’t my fault —
every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my
young unties, however but one by one so that the emptiness
of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat
blood so much the city was inelegant
that only the lack of interest for others gave our lives
this endless depth.

 

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

nostos and algos cover

ΑΔΙΑΙΡΕΤΟ

Στάθηκε ανάμεσα στους τάφους
με τ’ αγαλματίδια να παριστάνουν
νεκρούς συντρόφους
και το αεράτο του χαμόγελο αντανακλούσε
δόξα παλιάς εποχής.
Ξάφνου βύθισε τα μάτια του στα δικα μου,
ένας στεναγμός απαλός
σαν του μικρού αγάλματος ακούστηκε
ν’ αφήνει τα χείλη του, σαν να `λεγε—
μοναχά αυτό το αέρινο χαμόγελο θα παραμείνει
να το θυμάσαι την ώρα της δικαιοσύνης.

Αυτό μόνο το χαμόγελο θα παραμείνει
τ’ άλλα όλα μαραίνονται και σβύνουν
σαν τ’ άρωμα γιακίνθου στον αγέρα,
σαν την αγάπη σου για τη γυναίκα,
όλα χάνονται σαν μέσα από σίτα
άμμος στα δάχτυλα σου.

Μα τούτη η στιγμή για πάντα θα κρατήσει
γιατι το τώρα δεν μπορέσανε ποτέ
να το διαιρέσουν σαν τ’ άλλα,
που γι’ αυτά έχουνε βρει
σταθμά και τεμαχίδια και συστατικά

UNDIVIDED

He stood amid the gravestones
and the statuette resembling
our dead comrades
with his airy smile still reflecting
bygone glorious days.
Suddenly his eyes dived deep in mine
he let a sigh go as silently as
the statuette’s saying: only
this graceful smile will stay forever
remember this at the hour of reckoning.

Only this graceful smile remains
all the rest perish, they vanish
like the hyacinth’s fragrance
in the wind’s teeth
like your love for a woman
all disappear like the sand through a sieve
or the fingers of your hand.

Yet this moment will last forever
because only the now can’t be divided
for everything else they have found
pieces, fractions, and elements.

~Nostos and Algos, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2012

 

arxaioi2

Ἄντε λοιπόν! Τράβα τὸ γρήγορο ποτήρι,
σάλταρε στὸ καράβι,
πήδα στὸ ἀμπάρι, πέσε πάνω στὰ βαρέλια
καὶ κρασοκύλησέ τα.
Τάπα μὴ μείνει! Δὲ μᾶς βλέπω
τὴ βάρδια αὐτὴ ξενέρωτοι νὰ τὴν περνᾶμε.

Ἕνα κοντάρι ἔχω ὅλο κι ὅλο.
Κερδίζω τὸ ψωμί μου,
ἐξασφαλίζω τὸ κρασί μου
(Ἰσμαρικό, ἄς σημειωθεῖ)
καὶ κρατιέμαι ὅταν μεθάω.

Ὅσο γιὰ τὴν ἀσπίδα, ἐκεῖνο τὸ ἔργο τέχνης
ποὺ ἀναγκάστηκα ν’ ἀφήσω ἀνάμεσα στοὺς θάμνους,
σίγουρα κάποιος Σάιος θὰ τὴν ἀπολαμβάνει.
Δὲν πάει στὸ διάβολο· ἀφοῦ κατάφερα καὶ γλύτωσα,
μὲ τὴν ἀσπίδα τώρα θ’ ἀσχολοῦμαι;
Ἁρπάζω ἀργότερα μιὰν ἴδια – γιὰ νὰ μὴν πῶ καλύτερη.

Δὲν κλαίω τοὺς Μαγνησίους·
οἱ Θάσιοι νὰ δεῖς τὶ ἔχουν νὰ πάθουν.

Ἄν φρόντιζε ὁ Ἥφαιστος νὰ τοῦ ἐξασφαλίσει
ροῦχα πεντακάθαρα, ἀπ’ τὴν κορφὴ μέχρι τὰ νύχια,
θὰ ἦταν ὄμορφος νεκρός: φλογόλευκος.

Στιχουργημένες ταλαιπωρίες ἤ ἐλεύθερες ἀπολαύσεις;
Τὸ ἴδιο μοῦ κάνει.

Ἔχασα τὸν ἔλεγχο· ὅμως ἄν δὲν κάνω λάθος,
δὲ γλίστρησα μόνος σ’ αὐτὴ τὴν ἐκτροπή.

Στὸ τέλος θὰ μὲ ποῦν καὶ μισθοφόρο σα να ήμουν από την Καρία.

Ὅσο πολεμάει ὁ μισθοφόρος, Γλαῦκε,
καλύτερος φίλος δὲν ὑπάρχει.

Ἄφησε τοὺς θεοὺς νὰ κάνουν τὴ δουλειά τους.
Κάποιοι θὰ πέσουμε καὶ πάνω ποὺ θ’ ἀρχίσουμε
νὰ συνηθίζουμε χῶμα, θὰ μᾶς σηκώσουν.
Ἄλλοι θὰ προσέξουμε ποῦ πατᾶμε
καὶ θὰ βρεθοῦμε νὰ παλεύουμε
γιὰ λίγη σκόνη μὲ τὴν πείνα καὶ τὴν τρέλα.

Πέσαμε πάνω τους καὶ τοὺς λιανίσαμε:
χίλιοι ἄντρες ὁλομόναχοι
ἐνάντια σὲ ἑπτὰ ὁλόκληρα κουφάρια.

Ἕνα πράγμα ξέρω καλά: νὰ ἐπιστρέφω ἀνοιχτὲς
τὶς πληγὲς ποὺ μοῦ ἀνοίγουν.

Καθὼς ξερνοῦσαν πάνω μας τὰ δόρατά τους, ὁ ἀρχηγὸς
ἐρέθιζε τὸ θράσος τους, φτύνοντας προσβολὲς καὶ κομπασμούς·
ὅμως ἡ Ἀθηνᾶ γονάτισε τὴν προστυχιά τους,
σημαίνοντας τὴν ἀντεπίθεσή μας.
Δὲν ἦταν οἱ Αἰολεῖς, λοιπόν, ποὺ ἔχτιζαν στὴν ἄμμο,
ἀλλὰ οἱ Ἴωνες. Συντρίφτηκε ὁ πύργος
ποὺ εἶχαν ἱδρώσει οἱ Κάρες πέτρα-πέτρα.
Ἐμεῖς χορέψαμε, ἄγνωστοι πολεμιστὲς πιασμένοι χέρι-χέρι,
στὸ νικηφόρο σύνθημα Λεσβίων φορμιγκτῶν.
Ὁ Δίας ἄστραψε πάνω τὴν Ὀλύμπια χαρά του,
κι ἐκείνοι ἀπέμειναν ὅ,τι δὲ θὰ κατεῖχαν πιά:
κατάκοποι, ἀπρόσμενα ἀκυρωμένοι, ἀναγκασμένοι
σὲ μιὰν ἀγρύπνια ποὺ ἀποροῦσε λίγο φῶς.
ΓΥΝΑΙΚΕΣ….

“Φύγε καλύτερα. Ἡ ἐλευθερία τολμάει μόνο ὅσα τολμᾶς”
μοῦ ἔλεγε. “Ὅμως ἄν ἡ καρδιά σου ἐπείγεται μιὰν εὔκολη νίκη,
κάποια σφαδάζει γάμο: εὐάλωτη παρθένα, ἐκτεθειμένη
σὲ τέλεια ἐμφάνιση· συνθηκολόγησέ την.
Κι ἐγὼ τῆς ἀπαντοῦσα: “Κόρη τῆς Ἀμφιμέδουσας
(Τὶ γυναίκα κι αὐτή·
χάρες ποὺ βλέπει ἡ γῆ κατάτυφλά της!)
στὸ δρόμο γιὰ τὸν ἔρωτα, δὲν εἶναι λίγες οἱ ἀπολαύσεις.
Ὅλο καὶ κάποιος θ’ ἀρκεστεῖ στὸ παραλίγο.
Ἡ νύχτα ἔρχεται βαθιά της μὲ σκοτεινὲς ἀποφάσεις.
Ἔχουμε καιρὸ: ἐσύ, ἐγὼ κι ἕνας θεὸς συμφωνημένος.
Ἔστω, θὰ κάνω ὅ,τι μοῦ πεῖς. Τόσο σὲ θέλω.
Ἄσε τὴ στέγη νὰ ἐπινοεῖ ξαφνικὲς φυγὲς
καὶ τὴν πόρτα νὰ λαχανιάζει ἀργοπορημένα χτυπήματα.
Πάντα ὑπάρχει κάποιος κάμπος ἀνθισμένος.
Κατάλαβέ με, μωρό μου.
Ὅσο γιὰ τὴ Νεοβούλη, ἀνήκει στὴν παρακμή της.
Μάδησε ἡ παρθενιά της, μαράθηκε ἡ γλύκα της.
Ἀκόρεστο θηλυκό: φύτρωσε ἀπότομα
καὶ δὲ χόρταινε ν’ ἀνθίζει.
Παράτα την!
Δὲν πρόκειται
νὰ παντρευτῶ τ’ ἀνέκδοτα τῶν φίλων μου.
Ἐσένα θέλω: γυναίκα λεία στὸν τρόπο της.
Ἡ ἄλλη μπορεῖ νὰ κατεργάζεται ἀφοσίωση
στὰ πλήθη τῶν χειριστῶν της.
Ἔλα λοιπόν, πρὶν καταντήσει τὸ πάθος μου τυφλὴ ἀποβολή.”
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ μανδύας μου τὴ βύθιζε σὲ κεῖνο
τὸ πανδαιμόνιο τῶν ἀνθισμένων λουλουδιῶν,
ὁ τρυφερὸς λαιμός της σπαρταροῦσε σὰν τρομαγμένο ἐλάφι
στὴν ἐπικίνδυνη ἀγκαλιά μου. Ἄγγιξα τὰ στήθη της.
Λίγο πιὸ κάτω, θρόιζε μιὰ ἥβη ἀνεξερεύνητη.
Προχώρησα μὲ χάδια μουδιασμένα καὶ ξαφνικά,
ξέσπασα ὁλόλευκος σὲ ξέφωτο ξανθό.

Βλέπεις ἐκείνη τὴ συκιὰ στὸ βράχο;
Μὲ πόση ἄνεση ταΐζει τόσες κουροῦνες!
Μιὰ ποὺ τὸ ‘φερε ὁ λόγος: φιλόξενο πλάσμα ἡ Πασιφίλη.

Φουσκώνει ὁ μανδύας σου τὴν ἱστορία
τῶν συναναστροφῶν σου, ἄθλιο θηλυκό.
Ὁ σκαπανέας Ἱππώνακτας τὴν ξέρει ἀπ’ ἔξω κι ἀνακατωτά.
Τὸ ἴδιο κι ὁ Ἀρίφαντος. Τὶ τύχη!
Δὲν ἔπιασε τὸν κλέφτη νὰ βρωμολογάει κλοπή. Τὴν ὥρα
ποὺ προσπαθοῦσε ν’ ἀποκρούσει τὸν κανατὰ Αἰσχυλίδη,
σὲ ἀπάλλαξε ὁ Ἱππώνακτας ἀπὸ τὴν παρθενιά σου
καὶ τέρμα οἱ κουβέντες.

Ἔβγαλε τὸ ἱερὸ μαντήλι ἀπ’ τὰ μαλλιὰ της
ἡ Ἀλκιβίη, τὸ ἀφιέρωσε στὴν Ἥρα
κι ἔτρεξε ἥσυχη νὰ δαπανήσει τὴν παρθενιά της.

Κρατοῦσε ἕνα τρυφερὸ κλαδὶ μυρτιᾶς
κι ἕνα ὡραῖο τριαντάφυλλο.
Τῆς ἄρεσε: χαμογελοῦσε. Τὰ μαλλιά της
ἔσταζαν νύχτα πίσω της.

Γάμο ξεκίνησα, μπουρδέλο ἄνοιξα μαζί σου.
Ἔγινα ἡ πιὸ διάσημη νταντὰ
στὴ συντεχνία τῶν παράνομων μαμῶν σου.

Ἦρθε στὸ κέφι καὶ κατέβαζε τὴν μπίρα
μονοκοπανιὰ σὰν Θράκας.
Στὸ τέλος, ξεχύλισε σὰν Φρύγας
κι ἔπεσε ξερὴ σὰν θηλυκό.

Ξέρω μιὰν ἄλλη θεραπεία γι’ αὐτὸ τὸ πρήξιμο.

Μύριζες μπαγιάτικο ἐραστὴ καὶ σὲ ἀέρισα
ἑφτὰ ὁλόκληρα χρόνια μὲ τὴν ἀφοσίωσή μου.
Ὕστερα ζωντάνεψες· ἄρχισες νὰ ἔχεις ἄποψη.
Ἔλειψα κι ἔκανες τὸ σπίτι μπουρδέλο.
Τώρα ντύνεσαι τὸν παλιό σου ἑαυτὸ
καὶ χάνεσαι, ὅταν νυχτώνει συνουσία.

Ποιός ἄντρας θὰ σὲ πάρει;
Βρὲς κανένα βάτραχο ἀπὸ τὴ Σέριφο
κι ὅταν χορτάσεις δίψα, γαμήσου·
κι ἄν δὲ χορτάσεις, ἄντε γαμήσου!

Ὁ χρόνος, ἡ σκληρὴ δουλειὰ καὶ ἡ ὑπομονὴ
ὁλόκληρες περιουσίες καταθέτουν
στῆς πουτάνας τὸ μουνί.
(Πολλά δ’ εἰς πόρνης γυναικὸς ἐρρυΐσκετ’ ἔντερον
τὰ χρόνῳ μακρῷ πόνῳ τε συλλεγέντα χρήματα)

http://www.cantfus.blogspot.com

 

autumn leaves cover

ΑΙΜΑ

Πολλοί ποτέ δεν έμαθαν
πως είτε βγει ο ήλιος
πίσω απ’ το βουνό είτε εκτοξευτεί
απ’ την κάννη πιστολιού
είναι γιομάτος φλόγα
και σε καίει. Γι’ αυτό
και τόσα όνειρα μείναν ανεκπλήρωτα
κι η ευτυχία ανεξήγητα καθόταν
στη βιτρίνα εμπορικού καταστήματος
τη μοναξιά στην εκκλησιά δοξολογούσαν
ώσπου τα χρόνια πέρασαν κι εκείνος
με το ακρωτηριασμένο μπράτσο,
κάτοχος του μεγάλου μυστικού,
με το αριστερό του χέρι αρχίνησε
να γράφει σε ξενους τοίχους ξεβαμένους,
πάντα η αλήθεια το τσιμέντο κοσμεί,
μέ γράμματα ολοκόκκινα: “αίμα-αίμα.”
BLOOD

Most people never understood that
whether the sun rises
from behind the mountain or
is shot out of the pistol’s barrel,
it always burns you.
For this so many of our dreams
remained unrealized,
inexplicably happiness was laid
in the display window
of the department store and
loneliness was again eulogized
in the church and as the years went by
him, the one with the severed arm,
kept on writing on other people’s discolored
walls, truth always decorates the cement,
with fiery red letters: “blood-blood.”

 

~AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC 2014

267.30 11 2015 - 1
ΑΜΑΡΤΙΑ

Ασύστολος κλέφτης
το νου μου που ταξιδεύει
σ΄ερωτικό ταξίδι
η θηλή σου
και να πηδήξει προσπαθεί
πάνω απ’ το στηθόδεσμό σου
κι εσύ μπρος στον καθρέφτη
με δίχως φούστα στέκεις
τη γραμμή των ματιών σου
να τονίσεις
ορθή παρθένα σκέψη
του παραδείσου μου φωτιά

που με λαχτάρα περισσή
να τραγουδήσω πεθυμώ

autumn leaves cover

SIN

Brazen thief
that leads my mind
to an erotic voyage
your nipple
ready to jump
over your bra and
standing with no skirt
before the mirror
you accentuate your eyes
upright virgin thought
my paradisiacal Inferno

with such fervor
that I long to sing