Posts Tagged ‘eyes’

CARESSING MYTHS_cover_Feb10.indd

ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΧΕΡΙΩΝ

Αντικριστά καθίσαμε
με τα μάτια φτιάξαμε σιωπή
η σιωπή μας λέξεις
που δε ξέραμε τι να τις κάνουμε
αντικριστά μα όχι δίπλα
κοιτάζοντας τα χέρια
που φώναζαν τη βουβή
ανάγκη τους για λέξεις
που χαιδεύουν

Έσκυψες και φίλησες
τη σιωπή των χεριών μου
μίλησε η ματιά με τη βροχή
SILENCE OF HANDS

We sat opposite each other
with our eyes we created silence
our silence words
we didn’t know how to use
opposite not next to each other
seeing our hands
that cried their silent
need for words
that caress

You leaned and kissed
the silence of my hands
my glance talked to the rain
~CARESSING MYTHS, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2015

nostos and algos cover

ΑΔΙΑΙΡΕΤΟ

Στάθηκε ανάμεσα στους τάφους
με τ’ αγαλματίδια να παριστάνουν
νεκρούς συντρόφους
και το αεράτο του χαμόγελο αντανακλούσε
δόξα παλιάς εποχής.
Ξάφνου βύθισε τα μάτια του στα δικα μου,
ένας στεναγμός απαλός
σαν του μικρού αγάλματος ακούστηκε
ν’ αφήνει τα χείλη του, σαν να `λεγε—
μοναχά αυτό το αέρινο χαμόγελο θα παραμείνει
να το θυμάσαι την ώρα της δικαιοσύνης.

Αυτό μόνο το χαμόγελο θα παραμείνει
τ’ άλλα όλα μαραίνονται και σβύνουν
σαν τ’ άρωμα γιακίνθου στον αγέρα,
σαν την αγάπη σου για τη γυναίκα,
όλα χάνονται σαν μέσα από σίτα
άμμος στα δάχτυλα σου.

Μα τούτη η στιγμή για πάντα θα κρατήσει
γιατι το τώρα δεν μπορέσανε ποτέ
να το διαιρέσουν σαν τ’ άλλα,
που γι’ αυτά έχουνε βρει
σταθμά και τεμαχίδια και συστατικά

UNDIVIDED

He stood amid the gravestones
and the statuette resembling
our dead comrades
with his airy smile still reflecting
bygone glorious days.
Suddenly his eyes dived deep in mine
he let a sigh go as silently as
the statuette’s saying: only
this graceful smile will stay forever
remember this at the hour of reckoning.

Only this graceful smile remains
all the rest perish, they vanish
like the hyacinth’s fragrance
in the wind’s teeth
like your love for a woman
all disappear like the sand through a sieve
or the fingers of your hand.

Yet this moment will last forever
because only the now can’t be divided
for everything else they have found
pieces, fractions, and elements.

~Nostos and Algos, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2012

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local

ΕΝ ΤΗ ΟΔΩ

Τό συμπαθητικό του πρόσωπο, κομάτι ωχρό
τα καστανά του μάτια, σαν κομένα
είκοσι πέντ’ ετών, πλην μοιάζει μάλλον είκοσι
με κάτι καλλιτεχνικό στο ντύσιμο του
—τίποτε χρώμα της κραβάτας, σχήμα του κολλάρου—
ασκόπως περπατεί μες στην οδό
ακόμη σαν υπνωτισμένος απ’ την άνομη ηδονή
από την πολύ άνομη ηδονή που απέκτησε.
IN THE STREET

His likeable face, kind of pale;
his brown eyes, kind of sleepy;
twenty five years old, but he looks more like twenty;
with something artistic in his clothes,
a bit of color in his tie, the shape of his collar—
aimlessly he walks the streets,
as if still hypnotized by the questionable delight,
the carnal delight he has just enjoyed.

 

images of absence cover

ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ

Ήξερε είχε ακόμα χρόνο προτού
τον εκτελέσουν. Ξάπλωσε
στο τσιμεντένιο πάτωμα να νιώσει
τη δροσιά του κάτω κόσμου, εκεί
που οι ψυχές παγώνουν μες στη νύχτα
κι η σκληρότητα της πλάκας
πάνω στο κορμί έμοιαζε πόρτα
ολόψυχρη μπροστά στα μάτια του

ξάφνου γύρισε προς το μέρος μου
γέλασε ένα βιαστικό, βραχύ γέλιο
σαν να ζεστανόταν για μια ομιλία
που θ’ αρχινούσε αλλά δίχως να πει
κουβέντα άρπαξε το σακκούλι και
μου το `δωσε σαν να ταχτοποιούσε
τις τελευταίες υποθέσεις του

και σφράγισε τ’ αυτιά με τις παλάμες
μόλις μπήκε ο ιερέας
απ’ την πόρτα ψάλλοντας

 

CONVICT

He knew there was still time
until the execution. He lied
flat on the concrete floor
to feel the freshness
of the underworld where
the souls freeze at night
the hardness of the slab
against his flesh a slap like
a frozen door shut before his eyes

suddenly he turned towards me
laughed a hasten short laughter
as if warming up for
an important speech he had to give
and without any word
he grabbed his bag and
passed it over to me as if
he settled his last affairs

then he sealed his ears with his palms
when the chanting chaplain
came through the door

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

elyths

ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

Α

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
καθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες.

Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη κι ουρανό
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί, στα πόδια του βουνού.

Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Τώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
πιάνει και σβύνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια
βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

τα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψύχες τ’ ουρανού.

A

There where the sun used to dwell
where time was opening with the eyes of a virgin
as the wind was snowing from the nudging almond tree
and horse riders were lit on the peaks of grass

There where the hoof of a splendid maple tree struck
and a flag was high flapping earth and water
where weapons never burdened the backs
but all the tiredness of the sky
the whole world shone like a waterdrop
in the morning at the feet of the mountain

Now, as if from God’s sigh a shadow spreads

Now a stooping agony with bony hands
takes and wipes out onto herself one by one the flowers
in the crevasses where waters stopped from
the famine of joy the songs recline;
monks of rocks with cold hair
silently break the bread of desolation.

Winter cuts reaching the bone. Something evil
will be ignited. The mountain-horse’s hair goes wild

Vultures on high share the sky’s crumbs.

~Translated by Manolis Aligizakis

!cid_8A6047E6-FB09-47C2-B768-B275C2705D38@telus

ORION

Your sin will always be more than enough
in the silent hospitality of earth
your evil thought will always harm your eyes
that you carry in your two hands
like broken street lamps
yet you’ll follow the path of the sun
guided by the hammering of water
that builds houses and laboratories
of gods in the sea floor
you’ll follow the path of the sun
accepting the advice of children
who direct flocks of shadows and thunderbolts
that you’ll have as a roommate the fairy
dressed in the morning shyness
that you’ll reign over
the fruitful earldom of October
hunted hunter
with the insubordinate belt
brother of my fear and my lust
and blood brother

ΩΡΙΩΝ

Πάντα θά περισσεύει τό κρίμα σου
πάνω στή βουβή φιλοξενία τῆς γῆς.
Πάντα ἡ κακή σου γνώμη
θά σοῦ σαραβαλιάζει τά μάτια
νά τά κρατᾶς στά δυό σου χέρια
σά σπασμένα φανάρια.
Ὅμως θά παίρνεις τοῦ ἥλιου τό δρόμο
ὁδηγημένος ἀπό τῶν νερῶν τίς σφυριές
πού χτίζουν στούς βυθούς
τά σπίτια τῶν θεῶν καί τ’ ἀργαστήρια.
Θά παίρνεις τοῦ ἥλιου τό δρόμο
ἔχοντας συβουλατόρους τά παιδιά
πού σαλαγᾶνε τά κοπάδια τῶν ἴσκιων καί τῶν κεραυνῶν.
Γιά νά ᾽χεις ὁμοθάλαμη κάποια νεράϊδα
ντυμένη πρωινή ντροπαλοσύνη.
Γιά νά ἡγεμονεύεις
στίς καρπερές κομητεῖες τοῦ Ὀκτώβρη.
Κυνηγημένος κυνηγός
μέ τήν ἀδάμαστη ζώνη.
Τοῦ φόβου καί τοῦ πόθου μου ἀδερφός.
καί ἀδερφοποιτός.

HOURS OF THE STARS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

George Seferis_cover

THRUSH

THE LIGHT

As the years go by
the judges who condemn you multiply;
as the years go by and you speak with fewer
voices,
you see the sun with different eyes;
you know that those who stayed behind, deceived you,
delirium of the flesh, the beautiful dance
that ends in nakedness.
Like when at night you turn in the empty road
suddenly you see the eyes of an animal shine
that have already vanished, thus you feel your own eyes.
you look at the sun, then you are lost in the dark;
the Doric chiton
that your fingers touched and it swayed like the mountains,
is a marble in the light, but its head lies
in darkness.

ΚΙΧΛΗ
ΤΟ ΦΩΣ

Καθώς περνούν τα χρόνια
πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν
καθώς περνούν τα χρόνια και κουβεντιάζεις με λιγώτερες
φωνές
βλέπεις τον ήλιο μ’ άλλα μάτια
ξέρεις πως εκείνοι που έμειναν, σε γελούσαν
το παραμίλημα της σάρκας, ο όμορφος χορός
που τελειώνει στη γύμνια.
Όπως, τη νύχτα στρίβοντας στην έρμη δημοσιά
άξαφνα βλέπεις να γυαλίζουν τα μάτια ενός ζώου
που έφυγαν κιόλας, έτσι νιώθεις τα μάτια σου,
τον ήλιο τον κοιτάς, έπειτα χάνεσαι μες στο σκοτάδι
ο δωρικός χιτώνας
που αγγίξανε τα δάχτυλά σου και λύγισε σαν τα βουνά
είναι ένα μάρμαρο στο φως, μα το κεφάλι του είναι στο
σκοτάδι.

~Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

images of absence cover10997801_10152602779261612_127838949131358138_o

POEM

Your image came to my mind

I took pencil and paper
to immortalize
your smiling lips
your playful eyes
to extol with words

but I tried very hard
and my fingers played
with the pencil
yet I found not a word
the poem of your image
to compose

ΠΟΙΗΜΑ

Στο νου μου ήρθε η μορφή σου

Πήρα μολύβι και χαρτί
τα χείλια σου τα γελαστά
για ν’ αποθανατίσω
τα παιγνιδιάρικά σου μάτια
με λόγια να παινέψω

μα έστυψα το νου
και το μολύβι έπαιξα
στα δάχτυλα δίχως
λέξη καμμιά να βρώ
το ποίημα της μορφής σου
για να γράψω

~AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2015

vernal equinox

SUSPICION

She looks in your direction
from behind dark glasses
certain that she stares at you
at once you feel
embarrassed for your fat belly
and your gray beard you turn

your head the other way
as if to conceal how uncomfortable you are
being stared at by such a pretty blond

and you miss paying attention
to her faint smile resembling Mona Lisa’s
indeed she was gazing you
perhaps admiring your gray beard
or your straight posture
holding the handrail

of the Train rumbling along Kalithea

ΥΠΟΨΙΑ

Κοιτάζει προς τη μεριά σου
πίσω απ’ τα μαύρα γυαλιά
είσαι βέβαιος πως σε κοιτάζει
ξαφνικά αισθάνεσαι ντροπή
για τη μεγάλη σου κοιλιά
και για το γκρίζο σου το μούσι

και γυρίζεις το κεφάλι σου στην άλλη μεριά
σαν να θες να κρύψεις την αμηχανία σου
κάτω απ’ το βλέμμα τέτοιας όμορφης κοπέλλας

και χάνεις την ευκαιρία να διαπιστώσεις
το ανεπαίσθητο χαμόγελό της
σαν της Μόνα Λίζας
ναι, αληθινά, σε κοίταζε
ίσως να θαύμαζε τα γκρίζα σου μαλλιά
την ίσια σου κορμοστασιά
κρατώντας τη χειρολαβή του τρένου

στο δρόμο για την Καλλιθέα

~Εαρινή Ισημερία, ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, 2011
~Vernal Equinox, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2011
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

10523981_10206464655961149_7673562430847391835_n

MEMORY

Opalescent evening
under the grapevine

lazy memory
runs after the laughter of your eyes

twilight escorts
my nostalgia to look at

your playful irises
to vaguely reflect

in the embrace of my mind

ΘΥΜΗΣΗ

Οπάλινη εσπέρα
κάτω απ’ την κληματαριά

θύμηση νωχελική
τρέχει στο γελάκι των ματιών σου

λυκόφως σιγοντάρει
τη νοσταλγία μου να δω

της ίριδάς σου παίγνιο
ν’ αντιφεγγίζει αμυδρά

στου νου μου την αγκάλη

~IMAGES OF ABSENCE, Ekstasis Editions, 2015