Archive for February, 2021

Swamped, a novel by Manolis Aligizakis

Posted: 24/02/2021 by vequinox in Literature


             It’s a dark windy night. Eteocles is about three years old, Nicolas five, and their mother as old as the worry about how to feed her children has made her, as old as any mother who lives in the ruins of war, a woman whose husband is on the front line. It’s a windy night, and the gaps around the frame of the door and the lone window make an apocalyptic music, as if the inhabitants of this hovel are walking through the hallways of hell. Eteocles remembers the scene well. They are sitting around the metal bucket their mother has made into a heating element. She burns wood in it, and the heat reaches out perhaps a meter all around it. They are sitting warming themselves, listening to the wrath of the tempest just a few meters away beyond the frames of the single door and the courageous lone window to the north.

       Suddenly from the deadly war of the elements outside a sudden wind floods the room as the door opens. A man stands in the frame gazing inside. It’s their father returning from the war. He stands there for long time, not knowing what to say, how to greet them; he hasn’t seen them for thirty six long months. Their mother lets out a cry, a cry that sounds like the name of the standing man, her husband, the man who had gone to war when Eteocles was just a few months old. Her husband is home at last, and she gets up and calls him inside and walks up to him and hugs him with a fierceness that expresses the emotional volcano boiling inside her. She hugs him for a long time, then she pulls away, and their father kneels and calls his sons to him. Neither of them dares approach this stranger. Eteocles doesn’t know this man at all, while Nicolas, who was two years old when his father left his sons, perhaps has some faint memory of him.  

Neither of the two dare move toward the man in soldier’s clothes who calls them again and again until Eteocles observes his feet making small steps toward the open arms of their father and Nicolas follows soon after. The soldier clings tightly to them, saying words the two brothers only feel, the soothing words of a father who has missed his sons, a man who had gone to war without knowing if he would ever see them again. They feel those words, and they cuddle with the man who has come inside their house and ignore the wind that has entered with him and turned the room into a frozen habitat in which the small metal bucket with the burning wood cannot warm more than a meter in diameter around it.


Διάλεξη του καθηγητή Ευάγγελου Λιβιεράτου

Ο Εύξεινος Πόντος αποτέλεσε τη μεγαλύτερη ακτογραμμή της ελληνικής γεωγραφικής επέκτασης από το 900 έως το 500 π.Χ. Υπήρξε το διακύβευμα τριών αυτοκρατοριών τον 19ο αιώνα, το μείζον πέρασμα από την Ασία προς δυσμάς, το «κλειδί» της συνέχειας της Ευρασίας και η μόνη θάλασσα που μέχρι το 5000 π.Χ. περιβαλλόταν από περιοχές γεωργίας και εξημέρωσης ζώων. Μέσω της Μαύρης Θάλασσας τον 14ο αιώνα η μαύρη πανώλη πέρασε στην Ευρώπη, που απώλεσε στην πανδημία σχεδόν το 1/3 του πληθυσμού της.

View original post 949 more words

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ//PHILOCTETES, Yannis Ritsos, translated by Manolis Aligizakis

Όταν θα φτάσουμε στην Τροία, το ξύλινο άλογο, που σου ’λεγα,
θα ’ναι έτοιμο πια. Εκεί μέσα θα κρυφτώ μαζί με τα όπλα σου. Αυτό θα ’ναι
το προσωπείο το δικό μου, και των όπλων σου άλλωστε. Έτσι μόνον
τη νίκη θα κερδίσουμε. Αυτό θα ’ναι
η νίκη μου, — κι η νίκη σου θέλω να πω. Θα ’ναι η νίκη
όλων μαζί των Ελλήνων και των Θεών τους. — Τί να γίνει;
Μονάχα τέτοιες νίκες υπάρχουν. Ας πηγαίνουμε.

Πέρασαν πια τα δέκα χρόνια. Πλησιάζει το τέλος.
Έλα να δεις ό,τι πρόβλεψες. Να δεις με τί λάφυρα
ανταλλάξαμε τόσους νεκρούς μας· με τί δικές μας εχθρότητες
ανταλλάξαμε τους παλιούς μας εχθρούς. Μέσα στα ερείπια,
που οι στήλες των καπνών θα υψώνονται κάθετα προς τον ήλιο,
ανάμεσα στους σκοτωμένους, τις πεσμένες ασπίδες, τους τροχούς των δίφρων,
ανάμεσα στους γόους των νικημένων και των νικητών, το δικό σου
νοητικό, μειλίχιο χαμόγελο θα μας είναι ένα φέγγος,
η δική σου επιείκεια και σιωπή, μια πυξίδα.

When we get to Troy, the wooden horse I described to you

will be ready. I shall hide inside it with your weapons. This

will be my mask and the disguise of your weapons.

In this way only we shall be victorious. This will be

my victory and yours as well, I mean. It will be the victory

of all the Hellenes together and of their gods. How else

could it be? Such victories are the only ones. Let us go.

The ten years have gone by already. The end is near.

Come to see what you foresaw. Come and see the plunder

for which we exchanged our dead; for what internal hatreds

we exchanged our old enemies. Among the ruins, among

the smoke that rises in upright columns to the sun,

among the dead, the fallen shields, the wheels of chariots

among the wailing of the defeated and the victors,

your smile, affable and intelligent, will shine before us,

your clemency and silence will be our compass.





Κείνες τις μέρες έβρεχε ασταμάτητα. Κατέβαζε πολύ νερό.

Το ποτάμι πλημμύρισε. Δε φαινόταν η γέφυρα.

Κόσμος καθόταν στις όχτες. Περίμεναν. Η βροχή δε σταμάταγε.

Κάποιοι πετούσαν τα βρακιά τους, τα παπούτσια τους, για να

περάσουν το ποτάμι.

Ύστερα μέναν έτσι. Δέν περνούσαν. Κάθονταν στη βροχή γυμνοί

ώσπου νύχτωνε και δεν ξέραμε πια: έμειναν τάχα εκεί; περάσαν

το ποτάμι; πνίγηκαν;

Την άλλη μέρα είχε λιακάδα. Το ποτάμι χαμήλωνε.

Ο έρωτας περνοδιάβαινε στο γεφύρι παίζοντας με τα φύλλα

και πια κανένας δε θυμόταν τα κατορθώματα κείνων που πά-

λεψαν με το νερό

ούτε τα κλάματα κείνων που τους χώρισε το ποτάμι

ούτε κείνους που πνίγηκαν στη νύχτα.

Ένα παπούτσι αρμένιζε ήσυχα μες στο ποτάμι

σα βάρκα ενός πουλιού μες στα παιχνίδια τού νερού και του ήλιου.


Those days it rained unceasingly. Torrential rain.

The river flooded. You couldn’t see the bridge.

People stood by the…

View original post 137 more words


Από την Monumenta με δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος

Κτήριο στην οδό Σκαραμαγκά

Γράφει η Μαρία Θερμού

Όλη η αρχιτεκτονική κληρονομιά της Αθήνας από το 1830 ως το 1940. Κτήρια που αντιπροσωπεύουν κάθε ρεύμα της αρχιτεκτονικής, από τα νεοκλασικά και εκλεκτικιστικά ως τα εμπνευσμένα από τη βυζαντινή και τη λαϊκή αρχιτεκτονική με τον Αριστοτέλη Ζάχο και τον Δημήτρη Πικιώνη και ως τον ελληνικό μοντερνισμό στα χνάρια του Λε Κορμπυζιέ και του Μπάουχαους.

View original post 677 more words