Archive for April, 2011

vernal equinox

GLAMOROUS

Wind conspired with him
blowing faintly yet enough

to lift her skirt somewhat
as she climbed the top step

and his lens caught by
her rosy g-string

no need for camera
his iris rests in heaven

retaining perfect contour
of undulating sand dunes

glamorous inviting sea-cave

ΕΛΚΥΣΤΙΚΟΣ

Ο αγέρας συνομώτησε

και φύσηξε απαλά

κι ελαφρά σήκωσε τη φούστα της

καθώς έφτασε στο πιο ψηλό σκαλοπάτι

κι ο φακός του συνέλαβε την εικόνα

του ρόδινης κυλόττας της

ίριδα πετά στα σύννεφα από χαρά

που αποτύπωσε υπέροχες καμπύλες

αμμουδιές λαχταριστές

και την εκλυστική της θαλασσινή σπηλιά

~’Vernal Equinox’, by Manolis

http://www.ekstasiseditions.com
.

Advertisements


Το πιστοποιητικό γέννησης μου γράφει 4 Μαΐου 1972.
Όμως γεννήθηκα πραγματικά όταν άρχισα να γράφω.
Τι γράφω; Κάποιοι λένε ποίηση..
Μα εγώ λέω πως γράφω τους ψίθυρους της ψυχής μου,
περιμένοντας καρτερικά κάποιος να ακούσει και να καταλάβει.
Μέσα από αυτούς μαθαίνω να ανθίσταμαι σε κάθε ασχήμια..
Παίρνω δύναμη και ανάσα.
Ζωγραφίζω τον κόσμο μου μέσα από Ρίμες,
για να μπορώ να περπατάω, μέχρι να μάθω να πετάω..

Σπούδασα τουριστικά και έχω τρία όμορφα παιδιά

‘My birth certificate states that I was born May 4th 1972. I was actually born when I started to express myself through writing. What do I write? Some people call it poetry… I however say that I write about the whispers of my soul awaiting everyone to listen and understand. Through poetry I learn to protest against all evil and through poetry I become stronger and I really breathe: that’s my freedom. I paint my world through rhymes and these are my tools to walk, until my soul learns how to fly…
‘I have completed my university studies on business tourism and have three children.’

Poems by Calypso Diakidis
In Greek and English

Ερωτικοί ψίθυροι

Οι εραστές τα βράδια κοιμούνται χώρια
μα οι ανάσες τους στρώνουν το κρεβάτι του έρωτα
πάνω στην Σελήνη.
Σκορπίζεται το σώμα στην γη
μα σαν ανέβει η ανασαιμιά
άστρο και αγέρας γίνεται,
κάτω από το σεντόνι των συμπάντων.
Οι ψίθυροι γεννούν κόσμους
και όσα δάκρυα χαράς κυλούν
πέφτουν στην θάλασσα του Ποτέ
και γίνονται ρούχο ασημοστόλιστο
που ντύνει Αφροδίτες..

Οι εραστές τα βράδια κοιμούνται μόνοι τους
μα οι ανάσες τους
εκεί ψηλά
κεντούν Αιωνιότητες..

Love whispers

At night lovers sleep apart
while their breaths lay the bed of love
upon the moon’s surface.
The body spreads over the earth
and as the breath catches up
wind and stars are born
Under the sheet of the universe
whispers bear new worlds
and tears of joy are spilled
dropped in the sea of Never
to become a silver dress
that dresses Aphrodite

At night lovers sleep alone
while their breaths
up high
embroider eternity
..

Η Πόλη Eντός

Σαν πέσει το σκοτάδι…
η ψυχή διψά για την γνώση που στερήθηκε..
Τα παιδιά τραγουδούν την αλήθεια που γιατρεύει αρχαίες πληγές…
Άκου πόσο σοφά μέσα σου ψιθυρίζουν ξόρκια της ζωής.
Περά από το βέβαιο υπάρχει το υπαρκτό.
Περά από το μίσος υπάρχει ο Θεός.
Όσο και να ταξιδέψεις σε Ιθακες, εκείνες θα σου φωνάζουν τον δρόμο που άφησες ..
να πάρεις
Γύρνα και κοίτα την πόλη που καίγεται..
Μια στιγμή ακόμα..
Και ύστερα..
πέτα την ανάμνηση αυτή, μέσα στης λήθης το Ιερό
Να αγιάσει και να ξεχαστεί.
Να προσκυνάς κάθε που νυχτώνει.
Να περιφρονείς κάθε που φεγγοβόλα ο ουρανός
Να ζεις χωρίς την Πόλη δεν είναι δυνατόν..
Γιατί η Πόλη είσαι ΕΣΥ..

The City Within

As darkness falls …
the soul thirsts for the knowledge it was denied …
The children sing the truth that heals ancient wounds …
Listen how wise they whisper the incantations of life inside you
Beyond the certain the real exists
beyond hate God
And as much as you may travel to Ithacas,
they’ll cry out to you the destination you abandoned …
’go and travel back upon it’
Turn back and look at the burning city …
for one more moment…
and then …
Throw away that memory, in the Sanctuary of oblivion
that it may be blessed and then forgotten.
that you may kneel and pray at nightfall
that you may disregard all that glittering sky
that you may live without the City: is impossible
Because the City is YOU …
..

Στην άκρη του χρόνου

Πάγωσα!
Το χρόνο και την σκέψη..
Εφιάλτες και όνειρα πλέκουν μυστικά
το άγνωστο μου αύριο
Την οριογραμμή που χωρίζει το χτες από το σήμερα.
Μέσα ένα κενό δωμάτιο του μυαλού μου,
υπάρχει μια φωνή που λέει,
Φύγε..
Και ένα χέρι που κτίζει μια νέα φυλακή.

Πως μπορείς να χωρέσεις δύναμη και αδυναμία σε ένα τάφο
Πώς να σχίσεις ένα κομμάτι χαρτί με την ανάσα σου..
Στα δυο κομμένη και εγώ.
Το αβέβαιο παρελθόν μου και το βέβαιο μέλλον
αλλάζουν ιδιότητες συνεχώς.
Και στο παράδοξο τέλος που υπογράφω
τονίζω τα μαύρα γράμματα,
σημειωμένα με κόκκινη ευθεία γραμμή..

Έρχομαι,
ότι και να σαι.

At the edge of time

I froze
Time and thought …
Nightmares and Dreams secretly weave
my unknown tomorrow
the borderline that divides my yesterday from today
in an empty space of my mind,
the voice that says,
go ..
and the hand that builds a new jail.

How can you enclose both power and weakness in a tomb
How can you rip a piece of paper with your own breath …
I am also cut in two
between my uncertain past and my certain future
that change continuously.
and the end that I sign paradoxically
I emphasize the letters black
I underline them with a straight red line. ..

So here I Come,
whoever you are
..

Απουσία

Εκείνο που μισώ σ εμένα,
δεν είναι οι στιγμές που λυγίζω,
μα οι στιγμές που επιθυμώ.
Τις νύχτες που πέρασαν, ήμουν μαχήτρια.
Έδιωχνα τους Δαίμονες,με ένα χαμόγελο.

Δολοφονούσα την Οργή μου,
μην τυχόν και αποδράσει.
Δεν ανάσαινα,
να αφουγκραστώ τον φόβo μου.
Ανάμεσα στις φρίκες,γινόμουν κομμάτια.
Για να ενωθώ ξανά,
στο Σώμα που διψούσε,
στο Φύλλο
που λαχταρούσε τον Έρωτα,
στην Βροχή
που ξέπλενε τις Αμαρτίες μου..
Τίποτα δεν ήταν ικανό να με κάνει να θέλω να πεθάνω.

Τις στιγμές όμως που έχω ανάγκη μια αγκαλιά,
τότε…
αληθινά…
είμαι εκείνη που ονειρεύομαι να γίνω.
Αλλά και εκείνη..
που θέλω να σκοτώσω..

Absence

What I hate about me
is not the moments I succumb
but the moments I yearn.
During the nights that passed I was a fighter.
I drove away my Demons with a smile.

I murdered my anger,
that it wouldn’t escape.
I dared not breathe
that I couldn’t listen to my fears
Among the horrors, I was shattered
that I would reunite
within this thirsty body,
over the leaf that longed for love,
and in the Rain
that washed away my sins ..
Nothing could make me wish to depart from this life.

But during the moments when I desperately need a hug,
then …
truly …
I become the one who I want to be
But even her…
is the one I wish to destroy…
..

Υπόσχεση

Μετά θα φύγω..
Αφού ξαπλώσω πάνω στις σιωπές σου.
Τον ίσκιο σου αφού νιώσω να βυθίζετε μέσα στην προσμονή μου,
λαχτάρα αιώνων πεινασμένων.

Μετά θα φύγω.
Αφού δεχτώ το κέρασμα σου.
Φως να χύνεται ανάμεσα σε δυο λησμονημένα σύννεφα.
Σκοτάδι που τώρα βρήκε βωμό να στραγγαλίσει την ομίχλη..

Θα σε χορτάσω εκτεθειμένες στιγμές
αθέατων ερώτων,
Όπως ταιριάζει σε ανδρείους και τρελούς της ηδονής,
λεηλατώντας κάθε ελκτική δύναμη του θαύματος σου.
Αρχαίο δρώμενο ουσίας στον συν του Αιώνιου.

Promise

Then I shall leave
after I have lied over your silence.
after I feel your shadow diving in my yearning
the longing for hungry centuries

Then I shall leave
after I accept your offering
as light poured between two forgotten clouds
as darkness that has now found an altar to strangle the mist

I shall fill you with exposed moments
of invisible lust
just as it fits the brave seekers of pleasure
pillaging the magnetic power of your miracle
Ancient drama enacted in the substance of the Eternal
..

Below are some of Cavafy’s poems in original Greek. View these poems in English Cavafy’s poems in English. Translation by Manolis

ΦΩΝΕΣ
ΚΕΡΙΑ
ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ
ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ
Η ΠΟΛΙΣ
ΙΘΑΚΗ
ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ

ΦΩΝΕΣ

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων πού πεθάναν, η εκείνων πού είναι
για μάς χαμένοι σάν τούς πεθαμένους

Κάποτε μές τα όνειρα μας ομιλούνε
κάποτε μές τη σκέψη τές ακούει το μυαλό

Καί μέ τόν ήχο των γιά μιά στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από τήν πρώτη ποίηση τής ζωής μας—
σά μουσική, τήν νύχτα, μακρινή, που σβύνει.

ΚΕΡΙΑ

Τού μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σά μιά σειρά κεράκια αναμένα—
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μιά θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων
τα πιο κοντά βγάζουν κανπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά

Δεν θέλω να τα βλέπω με λυπεί η μορφή των
και με λυπεί το πρώτο φώς των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ αναμένα μου κεριά

Δεν θέλω να γυρίσω να μήν διώ και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει
τι γρήγορα πού τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

Τιμή σ εκείνους όπου στήν ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες
δίκαιοι κ ίσιοι σ όλες των τές πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ εσπλαχνία
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι φτωχοί, πάλ εις μικρόν γενναίοι
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε
πάντοτε τήν αλήθεια ομιλούντες
πλήν χωρίς μίσος για τούς ψευδομένους

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πώς ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος
κ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ

—Τι περιμένουμε στήν αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

—Γιατί μέσα στήν Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθονται οι Σύγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωϊ σηκώθη
και κάθεται στής πόλεως τήν πιό μεγάλη πύλη
στόν θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας τήν κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχτεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

—Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τές κόκκινες, τές κεντημένες τόγες
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια;
γιατί νά πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα
και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τούς βαρβάρους.

—Γιατί κ οι άξιοι ρήτορες δέν έρχονται σάν πάντα
να βγάλλουνε τούς λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα
Κι αυτοί βαρυούντ’ εφράδειες και δημηγορίες

—Γιατί ν αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία;
κ η σύγχυσις; (Τα πρόσωπα τι σοβαρά πού εγίναν)
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί εφθάσαν απ τά σύνορα
και είπανε πως βάρβαροι πιά δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήταν μιά κάποια λύσις.

Η ΠΟΛΙΣ

Είπες ‘Θά πάγω σ άλλη γή, θα πάγω σ άλλη θάλασσα.
Μιά πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή
κ’ είν’ η καρδιά μου—σάν νεκρός—θαμένη.
Ο νούς μου ώς πότε μές στόν μαρασμό αυτόν θα μένει.
Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι άν δώ
ερείπια μαύρα τής ζωής μου βλέπω εδώ,
πού τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.’

Καινούργιους τόπους δεν θα βρείς, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στούς δρόμους θα γυρνάς
τούς ίδιους. Και στές γειτονιές τές ίδιες θα γερνάς
και μές στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στήν πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού—μην ελπίζεις—
δέν έχει πλοίο για σε, δέν έχει οδό.
Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στήν κώχη τούτη τήν μικρή, σ όλην τήν γή τήν χάλασες.

ΙΘΑΚΗ

Σα βγείς στόν πηγαιμό γιά τήν Ιθάκη,
νά εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τούς Λαιστρυγόνας καί τούς Κύκλωπας,
τόν θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στόν δρόμο σου ποτέ σου δέν θα βρείς,
άν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, άν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα καί το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας καί τούς Κύκλωπας,
τόν άγριο Ποσειδώνα δέν θα συναντήσεις,
άν δέν τούς κουβανείς μές στήν ψυχή σου,
άν η ψυχή σου δέν τούς στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
πού μέ τί ευχαρίστησι, μέ τί χαρά
θα μπαίνεις σέ λιμένες πρωτοειδωμένους
να σταματήσεις σ εμπορεία Φοινικικά,
καί τές καλές πραγμάτειες ν αποκτήσεις
σεντέφια καί κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους
καί ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής
όσο μπορείς πιό άφθονα ηδονικά μυρωδικά
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές νά πάς
να μάθεις καί να μάθεις απ τούς σπουδασμένους.

Πάντα στόν νού σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πιά ν’ αράξεις στο νησί
πλούσιος με όσα κέρδισες στόν δρόμο
μη προσδοκώντας πλούτη νε σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δέν θάβγαινες στόν δρόμο.
Αλλα δέν έχει να σε δώσει πιά.

Κι άν πτωχική τήν βρείς, η Ιθάκη δέν σε γέλασε.
Ετσι σοφός πού έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τί σημαίνουν.

ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ

Κι άν δέν μπορείς να κάμεις τήν ζωή σου όπως τήν θέλεις
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μήν τήν εξευτελίζεις
μές στήν πολλή συνάφεια τού κόσμου,
μές στές πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μήν τήν εξευτελίζεις πιαίνοντάς την
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στών σχέσεων καί των συναναστροφών
τήν καθημερινή ανοησία
ώς που να γίνει σά μιά ξένη φορτική.

View Cavafy’s poems in English. Translation by Manolis

Constantine P. Cavafy: Biographical Note
.

I am from Constantinople by descent, but I was born in Alexandria— at a house on Seriph Street; I left at a young age and spent many of years of my childhood in England. I visited that country later on as an adult although for a short period of time. I also lived in France. During my adolescence I lived in Constantinople for about two years. I haven’t visited Greece for long time. My last employment was as a clerk at a Government office under the Ministry of Public works of Egypt. I speak English, French, and some Italian.’

This auto-biographical note of Constantine P. Cavafy or Konstantinos Petrou Kavafis, (Κωνσταντίνος Πέτρου Καβάφης), published in 1924 in the celebratory issue of the magazine New Art, may be supplemented with the following.

Cavafy was born on April 17/29th of 1863. Son of a family of merchants, he had eight older siblings all of whom died before him. Two of his brothers were painters, and another wrote poems in English and French; a cousin of his translated Shakespeare.

His father died in 1870 leaving the family in difficult financial position. Cavafy’s mother moved the family to England, where the two eldest sons took over their father’s business. However, their inexperience caused the ruin of the family fortunes and they returned to Alexandria. But the few years that Cavafy spent in England shaped his poetic sensibility and he became so comfortable with the second language that he wrote his first poems in English.

After the brief time he spent in England he moved with his mother to Constantinople where he lived with his grandfather; his stay here was brief and he arrived in Alexandria in 1879. Although they lived in great poverty and discomfort, he wrote his first poems during this period. After working for short periods for the Alexandrian Newspaper and the Egyptian Stock Exchange, at the age of twenty-nine Cavafy took up an appointment as a special clerk in the Irrigation Service of the Ministry of public works, a position he held for the next thirty years. Much of his young ambition during those years was devoted to writing poems and prose essays.

Constantine Cavafy had a very small circle of people around him. He lived with his mother until her death in 1899, and after that with his unmarried brothers. For much of his adult life he lived alone. Influential relationships included his twenty-year acquaintance with E.M. Forster.

Cavafy had one long lasting friendship with Alexander Singopoulos, whom Cavafy designated as his heir and literary executor when he was sixty years old, ten years before his death.

Cavafy remained virtually unknown in Greece until late in his career. He was introduced to the mainland Greek literary circles through a favorable review written by the well known Greek writer Xenopoulos in 1903; however, he got little recognition since his writing style was different from the mainstream Greek poetry of the time. Some twenty years later, after the war of 1919-1923 between Greece and Turkey, a new generation of poets such as Karyotakis would find some inspiration in Cavafy’s work.

It is generally accepted that Cavafy was a homosexual and themes of gay relationships appear in a number of his poems; indeed there is hardly any reference to a woman or a kore, as in Elytis’ works where the kore is a predominant sensual image. In Cavafy, we find numerous sensual references to young men or ephebes, all in their early twenties.

Since his death his reputation has grown and now he is considered one of the finest Greek poets; his work has been published again and again and is taught in schools in Greece, and in colleges and universities throughout the world. A film about his life was produced in Greece in 1996.

He is considered one of the most influential poets of modern Greece and along with Palamas, Kalvos, Seferis, Elytis, Egonopoulos and Ritsos he was instrumental in the revival and recognition of Greek poetry both in Greece and abroad.

His first published poem was printed for the magazine Hesperos in 1886. After that he kept publishing his poems in various magazines in Alexandria and Athens, as well as in some private editions of his friends. He also published articles and philosophical diatribes in newspapers and magazines of Leipsia, Constantinople, Alexandria and Athens.

In 1926, the military government of Pangalos, after a submission by G. Haritakis, awarded him the “Silver Medal of Phoenix”. The same year the periodical Alexandrian Art was launched under his guidance.

After his death a collection of 154 poems was published under the care of his executor Alexander Singopoulos and his then wife Rica, and with the collaboration of the painter Takis Kalmouchos. Since 1948 “Ikaros” has been the publisher of Cavafy’s works in Greece.

The first official presentation of Cavafy in Greece was in the Hellinika Grammata by Gregory Xenopoulos in 1903. At the same time the English writer E. M. Forster was the first one to introduce the poet to international readers.

Cavafy’s poems have been translated into just about all the European languages, and the majority of his more mature poetic creations have been translated and published from 1951 to 1980: twice in English, twice in French, once in German, and once in Italian.

He died of cancer of the larynx on April 29, 1933, on his seventieth birthday, in Alexandria.

In Canada, the most valuable work on Cavafy has been created by Greek Canadian Poet Manolis by translating and publishing a selection of poems in Constantine P. Cavafy – Poems.

View Poems in English by Cavafy

Cavafy, Poems in Greek
..

..