Archive for April, 2011

vernal equinox

GLAMOROUS

Wind conspired with him
blowing faintly yet enough

to lift her skirt somewhat
as she climbed the top step

and his lens caught by
her rosy g-string

no need for camera
his iris rests in heaven

retaining perfect contour
of undulating sand dunes

glamorous inviting sea-cave

ΕΛΚΥΣΤΙΚΟΣ

Ο αγέρας συνομώτησε

και φύσηξε απαλά

κι ελαφρά σήκωσε τη φούστα της

καθώς έφτασε στο πιο ψηλό σκαλοπάτι

κι ο φακός του συνέλαβε την εικόνα

του ρόδινης κυλόττας της

ίριδα πετά στα σύννεφα από χαρά

που αποτύπωσε υπέροχες καμπύλες

αμμουδιές λαχταριστές

και την εκλυστική της θαλασσινή σπηλιά

~’Vernal Equinox’, by Manolis

http://www.ekstasiseditions.com
.


Το πιστοποιητικό γέννησης μου γράφει 4 Μαΐου 1972.
Όμως γεννήθηκα πραγματικά όταν άρχισα να γράφω.
Τι γράφω; Κάποιοι λένε ποίηση..
Μα εγώ λέω πως γράφω τους ψίθυρους της ψυχής μου,
περιμένοντας καρτερικά κάποιος να ακούσει και να καταλάβει.
Μέσα από αυτούς μαθαίνω να ανθίσταμαι σε κάθε ασχήμια..
Παίρνω δύναμη και ανάσα.
Ζωγραφίζω τον κόσμο μου μέσα από Ρίμες,
για να μπορώ να περπατάω, μέχρι να μάθω να πετάω..

Σπούδασα τουριστικά και έχω τρία όμορφα παιδιά

‘My birth certificate states that I was born May 4th 1972. I was actually born when I started to express myself through writing. What do I write? Some people call it poetry… I however say that I write about the whispers of my soul awaiting everyone to listen and understand. Through poetry I learn to protest against all evil and through poetry I become stronger and I really breathe: that’s my freedom. I paint my world through rhymes and these are my tools to walk, until my soul learns how to fly…
‘I have completed my university studies on business tourism and have three children.’

Poems by Calypso Diakidis
In Greek and English

Ερωτικοί ψίθυροι

Οι εραστές τα βράδια κοιμούνται χώρια
μα οι ανάσες τους στρώνουν το κρεβάτι του έρωτα
πάνω στην Σελήνη.
Σκορπίζεται το σώμα στην γη
μα σαν ανέβει η ανασαιμιά
άστρο και αγέρας γίνεται,
κάτω από το σεντόνι των συμπάντων.
Οι ψίθυροι γεννούν κόσμους
και όσα δάκρυα χαράς κυλούν
πέφτουν στην θάλασσα του Ποτέ
και γίνονται ρούχο ασημοστόλιστο
που ντύνει Αφροδίτες..

Οι εραστές τα βράδια κοιμούνται μόνοι τους
μα οι ανάσες τους
εκεί ψηλά
κεντούν Αιωνιότητες..

Love whispers

At night lovers sleep apart
while their breaths lay the bed of love
upon the moon’s surface.
The body spreads over the earth
and as the breath catches up
wind and stars are born
Under the sheet of the universe
whispers bear new worlds
and tears of joy are spilled
dropped in the sea of Never
to become a silver dress
that dresses Aphrodite

At night lovers sleep alone
while their breaths
up high
embroider eternity
..

Η Πόλη Eντός

Σαν πέσει το σκοτάδι…
η ψυχή διψά για την γνώση που στερήθηκε..
Τα παιδιά τραγουδούν την αλήθεια που γιατρεύει αρχαίες πληγές…
Άκου πόσο σοφά μέσα σου ψιθυρίζουν ξόρκια της ζωής.
Περά από το βέβαιο υπάρχει το υπαρκτό.
Περά από το μίσος υπάρχει ο Θεός.
Όσο και να ταξιδέψεις σε Ιθακες, εκείνες θα σου φωνάζουν τον δρόμο που άφησες ..
να πάρεις
Γύρνα και κοίτα την πόλη που καίγεται..
Μια στιγμή ακόμα..
Και ύστερα..
πέτα την ανάμνηση αυτή, μέσα στης λήθης το Ιερό
Να αγιάσει και να ξεχαστεί.
Να προσκυνάς κάθε που νυχτώνει.
Να περιφρονείς κάθε που φεγγοβόλα ο ουρανός
Να ζεις χωρίς την Πόλη δεν είναι δυνατόν..
Γιατί η Πόλη είσαι ΕΣΥ..

The City Within

As darkness falls …
the soul thirsts for the knowledge it was denied …
The children sing the truth that heals ancient wounds …
Listen how wise they whisper the incantations of life inside you
Beyond the certain the real exists
beyond hate God
And as much as you may travel to Ithacas,
they’ll cry out to you the destination you abandoned …
’go and travel back upon it’
Turn back and look at the burning city …
for one more moment…
and then …
Throw away that memory, in the Sanctuary of oblivion
that it may be blessed and then forgotten.
that you may kneel and pray at nightfall
that you may disregard all that glittering sky
that you may live without the City: is impossible
Because the City is YOU …
..

Στην άκρη του χρόνου

Πάγωσα!
Το χρόνο και την σκέψη..
Εφιάλτες και όνειρα πλέκουν μυστικά
το άγνωστο μου αύριο
Την οριογραμμή που χωρίζει το χτες από το σήμερα.
Μέσα ένα κενό δωμάτιο του μυαλού μου,
υπάρχει μια φωνή που λέει,
Φύγε..
Και ένα χέρι που κτίζει μια νέα φυλακή.

Πως μπορείς να χωρέσεις δύναμη και αδυναμία σε ένα τάφο
Πώς να σχίσεις ένα κομμάτι χαρτί με την ανάσα σου..
Στα δυο κομμένη και εγώ.
Το αβέβαιο παρελθόν μου και το βέβαιο μέλλον
αλλάζουν ιδιότητες συνεχώς.
Και στο παράδοξο τέλος που υπογράφω
τονίζω τα μαύρα γράμματα,
σημειωμένα με κόκκινη ευθεία γραμμή..

Έρχομαι,
ότι και να σαι.

At the edge of time

I froze
Time and thought …
Nightmares and Dreams secretly weave
my unknown tomorrow
the borderline that divides my yesterday from today
in an empty space of my mind,
the voice that says,
go ..
and the hand that builds a new jail.

How can you enclose both power and weakness in a tomb
How can you rip a piece of paper with your own breath …
I am also cut in two
between my uncertain past and my certain future
that change continuously.
and the end that I sign paradoxically
I emphasize the letters black
I underline them with a straight red line. ..

So here I Come,
whoever you are
..

Απουσία

Εκείνο που μισώ σ εμένα,
δεν είναι οι στιγμές που λυγίζω,
μα οι στιγμές που επιθυμώ.
Τις νύχτες που πέρασαν, ήμουν μαχήτρια.
Έδιωχνα τους Δαίμονες,με ένα χαμόγελο.

Δολοφονούσα την Οργή μου,
μην τυχόν και αποδράσει.
Δεν ανάσαινα,
να αφουγκραστώ τον φόβo μου.
Ανάμεσα στις φρίκες,γινόμουν κομμάτια.
Για να ενωθώ ξανά,
στο Σώμα που διψούσε,
στο Φύλλο
που λαχταρούσε τον Έρωτα,
στην Βροχή
που ξέπλενε τις Αμαρτίες μου..
Τίποτα δεν ήταν ικανό να με κάνει να θέλω να πεθάνω.

Τις στιγμές όμως που έχω ανάγκη μια αγκαλιά,
τότε…
αληθινά…
είμαι εκείνη που ονειρεύομαι να γίνω.
Αλλά και εκείνη..
που θέλω να σκοτώσω..

Absence

What I hate about me
is not the moments I succumb
but the moments I yearn.
During the nights that passed I was a fighter.
I drove away my Demons with a smile.

I murdered my anger,
that it wouldn’t escape.
I dared not breathe
that I couldn’t listen to my fears
Among the horrors, I was shattered
that I would reunite
within this thirsty body,
over the leaf that longed for love,
and in the Rain
that washed away my sins ..
Nothing could make me wish to depart from this life.

But during the moments when I desperately need a hug,
then …
truly …
I become the one who I want to be
But even her…
is the one I wish to destroy…
..

Υπόσχεση

Μετά θα φύγω..
Αφού ξαπλώσω πάνω στις σιωπές σου.
Τον ίσκιο σου αφού νιώσω να βυθίζετε μέσα στην προσμονή μου,
λαχτάρα αιώνων πεινασμένων.

Μετά θα φύγω.
Αφού δεχτώ το κέρασμα σου.
Φως να χύνεται ανάμεσα σε δυο λησμονημένα σύννεφα.
Σκοτάδι που τώρα βρήκε βωμό να στραγγαλίσει την ομίχλη..

Θα σε χορτάσω εκτεθειμένες στιγμές
αθέατων ερώτων,
Όπως ταιριάζει σε ανδρείους και τρελούς της ηδονής,
λεηλατώντας κάθε ελκτική δύναμη του θαύματος σου.
Αρχαίο δρώμενο ουσίας στον συν του Αιώνιου.

Promise

Then I shall leave
after I have lied over your silence.
after I feel your shadow diving in my yearning
the longing for hungry centuries

Then I shall leave
after I accept your offering
as light poured between two forgotten clouds
as darkness that has now found an altar to strangle the mist

I shall fill you with exposed moments
of invisible lust
just as it fits the brave seekers of pleasure
pillaging the magnetic power of your miracle
Ancient drama enacted in the substance of the Eternal
..

Below are some of Cavafy’s poems in original Greek. View these poems in English Cavafy’s poems in English. Translation by Manolis

ΦΩΝΕΣ
ΚΕΡΙΑ
ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ
ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ
Η ΠΟΛΙΣ
ΙΘΑΚΗ
ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ

ΦΩΝΕΣ

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων πού πεθάναν, η εκείνων πού είναι
για μάς χαμένοι σάν τούς πεθαμένους

Κάποτε μές τα όνειρα μας ομιλούνε
κάποτε μές τη σκέψη τές ακούει το μυαλό

Καί μέ τόν ήχο των γιά μιά στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από τήν πρώτη ποίηση τής ζωής μας—
σά μουσική, τήν νύχτα, μακρινή, που σβύνει.

ΚΕΡΙΑ

Τού μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σά μιά σειρά κεράκια αναμένα—
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μιά θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων
τα πιο κοντά βγάζουν κανπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά

Δεν θέλω να τα βλέπω με λυπεί η μορφή των
και με λυπεί το πρώτο φώς των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ αναμένα μου κεριά

Δεν θέλω να γυρίσω να μήν διώ και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει
τι γρήγορα πού τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

Τιμή σ εκείνους όπου στήν ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες
δίκαιοι κ ίσιοι σ όλες των τές πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ εσπλαχνία
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι φτωχοί, πάλ εις μικρόν γενναίοι
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε
πάντοτε τήν αλήθεια ομιλούντες
πλήν χωρίς μίσος για τούς ψευδομένους

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πώς ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος
κ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ

—Τι περιμένουμε στήν αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

—Γιατί μέσα στήν Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθονται οι Σύγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωϊ σηκώθη
και κάθεται στής πόλεως τήν πιό μεγάλη πύλη
στόν θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας τήν κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχτεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

—Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τές κόκκινες, τές κεντημένες τόγες
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια;
γιατί νά πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα
και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τούς βαρβάρους.

—Γιατί κ οι άξιοι ρήτορες δέν έρχονται σάν πάντα
να βγάλλουνε τούς λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα
Κι αυτοί βαρυούντ’ εφράδειες και δημηγορίες

—Γιατί ν αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία;
κ η σύγχυσις; (Τα πρόσωπα τι σοβαρά πού εγίναν)
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί εφθάσαν απ τά σύνορα
και είπανε πως βάρβαροι πιά δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήταν μιά κάποια λύσις.

Η ΠΟΛΙΣ

Είπες ‘Θά πάγω σ άλλη γή, θα πάγω σ άλλη θάλασσα.
Μιά πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή
κ’ είν’ η καρδιά μου—σάν νεκρός—θαμένη.
Ο νούς μου ώς πότε μές στόν μαρασμό αυτόν θα μένει.
Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι άν δώ
ερείπια μαύρα τής ζωής μου βλέπω εδώ,
πού τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.’

Καινούργιους τόπους δεν θα βρείς, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στούς δρόμους θα γυρνάς
τούς ίδιους. Και στές γειτονιές τές ίδιες θα γερνάς
και μές στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στήν πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού—μην ελπίζεις—
δέν έχει πλοίο για σε, δέν έχει οδό.
Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στήν κώχη τούτη τήν μικρή, σ όλην τήν γή τήν χάλασες.

ΙΘΑΚΗ

Σα βγείς στόν πηγαιμό γιά τήν Ιθάκη,
νά εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τούς Λαιστρυγόνας καί τούς Κύκλωπας,
τόν θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στόν δρόμο σου ποτέ σου δέν θα βρείς,
άν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, άν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα καί το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας καί τούς Κύκλωπας,
τόν άγριο Ποσειδώνα δέν θα συναντήσεις,
άν δέν τούς κουβανείς μές στήν ψυχή σου,
άν η ψυχή σου δέν τούς στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
πού μέ τί ευχαρίστησι, μέ τί χαρά
θα μπαίνεις σέ λιμένες πρωτοειδωμένους
να σταματήσεις σ εμπορεία Φοινικικά,
καί τές καλές πραγμάτειες ν αποκτήσεις
σεντέφια καί κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους
καί ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής
όσο μπορείς πιό άφθονα ηδονικά μυρωδικά
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές νά πάς
να μάθεις καί να μάθεις απ τούς σπουδασμένους.

Πάντα στόν νού σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πιά ν’ αράξεις στο νησί
πλούσιος με όσα κέρδισες στόν δρόμο
μη προσδοκώντας πλούτη νε σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δέν θάβγαινες στόν δρόμο.
Αλλα δέν έχει να σε δώσει πιά.

Κι άν πτωχική τήν βρείς, η Ιθάκη δέν σε γέλασε.
Ετσι σοφός πού έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τί σημαίνουν.

ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ

Κι άν δέν μπορείς να κάμεις τήν ζωή σου όπως τήν θέλεις
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μήν τήν εξευτελίζεις
μές στήν πολλή συνάφεια τού κόσμου,
μές στές πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μήν τήν εξευτελίζεις πιαίνοντάς την
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στών σχέσεων καί των συναναστροφών
τήν καθημερινή ανοησία
ώς που να γίνει σά μιά ξένη φορτική.

View Cavafy’s poems in English. Translation by Manolis

Constantine P. Cavafy: Biographical Note
.

I am from Constantinople by descent, but I was born in Alexandria— at a house on Seriph Street; I left at a young age and spent many of years of my childhood in England. I visited that country later on as an adult although for a short period of time. I also lived in France. During my adolescence I lived in Constantinople for about two years. I haven’t visited Greece for long time. My last employment was as a clerk at a Government office under the Ministry of Public works of Egypt. I speak English, French, and some Italian.’

This auto-biographical note of Constantine P. Cavafy or Konstantinos Petrou Kavafis, (Κωνσταντίνος Πέτρου Καβάφης), published in 1924 in the celebratory issue of the magazine New Art, may be supplemented with the following.

Cavafy was born on April 17/29th of 1863. Son of a family of merchants, he had eight older siblings all of whom died before him. Two of his brothers were painters, and another wrote poems in English and French; a cousin of his translated Shakespeare.

His father died in 1870 leaving the family in difficult financial position. Cavafy’s mother moved the family to England, where the two eldest sons took over their father’s business. However, their inexperience caused the ruin of the family fortunes and they returned to Alexandria. But the few years that Cavafy spent in England shaped his poetic sensibility and he became so comfortable with the second language that he wrote his first poems in English.

After the brief time he spent in England he moved with his mother to Constantinople where he lived with his grandfather; his stay here was brief and he arrived in Alexandria in 1879. Although they lived in great poverty and discomfort, he wrote his first poems during this period. After working for short periods for the Alexandrian Newspaper and the Egyptian Stock Exchange, at the age of twenty-nine Cavafy took up an appointment as a special clerk in the Irrigation Service of the Ministry of public works, a position he held for the next thirty years. Much of his young ambition during those years was devoted to writing poems and prose essays.

Constantine Cavafy had a very small circle of people around him. He lived with his mother until her death in 1899, and after that with his unmarried brothers. For much of his adult life he lived alone. Influential relationships included his twenty-year acquaintance with E.M. Forster.

Cavafy had one long lasting friendship with Alexander Singopoulos, whom Cavafy designated as his heir and literary executor when he was sixty years old, ten years before his death.

Cavafy remained virtually unknown in Greece until late in his career. He was introduced to the mainland Greek literary circles through a favorable review written by the well known Greek writer Xenopoulos in 1903; however, he got little recognition since his writing style was different from the mainstream Greek poetry of the time. Some twenty years later, after the war of 1919-1923 between Greece and Turkey, a new generation of poets such as Karyotakis would find some inspiration in Cavafy’s work.

It is generally accepted that Cavafy was a homosexual and themes of gay relationships appear in a number of his poems; indeed there is hardly any reference to a woman or a kore, as in Elytis’ works where the kore is a predominant sensual image. In Cavafy, we find numerous sensual references to young men or ephebes, all in their early twenties.

Since his death his reputation has grown and now he is considered one of the finest Greek poets; his work has been published again and again and is taught in schools in Greece, and in colleges and universities throughout the world. A film about his life was produced in Greece in 1996.

He is considered one of the most influential poets of modern Greece and along with Palamas, Kalvos, Seferis, Elytis, Egonopoulos and Ritsos he was instrumental in the revival and recognition of Greek poetry both in Greece and abroad.

His first published poem was printed for the magazine Hesperos in 1886. After that he kept publishing his poems in various magazines in Alexandria and Athens, as well as in some private editions of his friends. He also published articles and philosophical diatribes in newspapers and magazines of Leipsia, Constantinople, Alexandria and Athens.

In 1926, the military government of Pangalos, after a submission by G. Haritakis, awarded him the “Silver Medal of Phoenix”. The same year the periodical Alexandrian Art was launched under his guidance.

After his death a collection of 154 poems was published under the care of his executor Alexander Singopoulos and his then wife Rica, and with the collaboration of the painter Takis Kalmouchos. Since 1948 “Ikaros” has been the publisher of Cavafy’s works in Greece.

The first official presentation of Cavafy in Greece was in the Hellinika Grammata by Gregory Xenopoulos in 1903. At the same time the English writer E. M. Forster was the first one to introduce the poet to international readers.

Cavafy’s poems have been translated into just about all the European languages, and the majority of his more mature poetic creations have been translated and published from 1951 to 1980: twice in English, twice in French, once in German, and once in Italian.

He died of cancer of the larynx on April 29, 1933, on his seventieth birthday, in Alexandria.

In Canada, the most valuable work on Cavafy has been created by Greek Canadian Poet Manolis by translating and publishing a selection of poems in Constantine P. Cavafy – Poems.

View Poems in English by Cavafy

Cavafy, Poems in Greek
..

..

Girl stands by the sink cleaning
crystal wine glasses seeking
a spirit like her heart searching
for love in this city with power
lines describing life or death
at night her blouse a bit
open her poetic breasts
squirm tender desire for feathery
touch from the young man
apartment next who doesn’t
yet know what softness means
and her hand full of soap-bubbles goes
quite unintentionally to the blouse opening
her finger coming close to skin electric
current lifts her blouse and in the window
she stares at her reddish nipple
with awestruck eyes

From ‘Vernal Equinox’, a collection of poems by Manolis
Ekstasis Editions, April 2011
www.ekstasiseditions.ca
.

vernal equinox

SCANDALOUS

He stops shaving razor floating in air
hand absentmindedly creates a circle in mid-void
like a bird stilled by camera lens
her scandalous vulva visits his mind
from days of that August
on the scorched island
in low tone siesta
in muffled moaning
lest the mirror would crack from tension
in the cool soothing room
before his eyes
finger in circular motion of agony
swirling eroticism
higher and higher
near a shuddering apex
wind pandemonium
lust and a red colored
Lucifer laughs sardonically
as the razor touches his flesh
opening it
like hers
color reddish

 

ΣΚΑΝΔΑΛΙΖΕΙΝ

Σταματά το ξύρισμα.
Xέρι αιωρούμενο
αφηρημένα διαγράφει ένα κύκλο στο κενό
σαν πουλί παγωμένο πάνω
σε φακό φωτογραφικής μηχανής
η ήβη της τον σκανδαλίζει
σαν έρχεται στο νου του
απ’ τις μέρες εκείνου του Αυγούστου
στο ηλιοκαμένο νησί
στο νωχελικό μεσημεριανό ύπνο
στήν τραγουδιστή λαγνεία
αλλιώς ο καθρέφτης θα ράγιζε απ’ την ένταση
στο δροσερό δωμάτιο
μπροστά στα μάτια του
δάχτυλο σε αγωνιώδη κίνηση κύκλου
που ο ερωτισμός στριφογυρίζει
ψηλότερα ψηλότερα στην κορυφή
συγκλονιστικού οργασμού
άνεμος πανδαιμόνιο
πόθος κι ένας κατακόκκινος
Εωσφόρος καγχάζει σαρδόνια
που το ψυράφι αγγίζει το δέρμα του
ανοίγοντάς το
σαν κι εκείνης
χρώμα κοκκινωπό


From ‘Vernal Equinox’, a collection of poems by Manolis
Ekstasis Editions
April 2011.

www.ekstasiseditions.ca
.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΜΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΣΑΝΔΑΛΗ-Κείμενα … ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΝΕΛΛΑΚΟΥ- Πίνακες

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ…
H μοναξιά μου είναι γοητευτική κάποια βράδια…Μου προκαλεί την περιέργεια! Κάθομαι θεατής σε ένα έργο που τις πιο πολλές φορές επαναλαμβάνεται. Προσπαθώ να το απολαύσω, και τι άλλο να κάνω;
Γυρνώ στο κρεβάτι μου κι εκεί ξεκινά το πραγματικό μαρτύριο. Πολύ μικρό, δεν με χωρά! Πολύ μεγάλο, είναι τόσο άδειο. Θέλω να ξεκουραστώ, να χαλαρώσω αλλά το μυαλό μου παίζει απίστευτα παιχνίδια. Με στριφογυρίζει μια στο παρελθόν, μια στο μέλλον. Με εξαντλεί με τα θέλω, τα πρέπει, τα γιατί….


ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΜΟΥ..
Κaρδιά μου, ποιες λέξεις να σου γράψω απόψε να σε αποκοιμίσουν; Κάνε μου λίγο χώρο να έρθω να κουλουριαστώ στην αγκαλιά σου, να κοιμηθώ όπως ποτέ άλλοτε …
Κρυφά μονοπάτια προβάλλουν στα μάτια μου και με κάνουν να χαμογελώ! Σκανταλιάρικο κορίτσι όλο αγωνία για το αδιέξοδο αυτών των μονοπατιών, κοιτώ γύρω μου μήπως παρακολουθεί κάνεις. Περπατώ και μιλώ σε σένα. Τι ψάχνω καρδιά μου; Που θα με βγάλει αυτό το μονοπάτι; ….

ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ…
Είναι στιγμές που αισθάνεσαι πως πάγωσε ο χρόνος, είναι κάποιες άλλες που εύχεσαι να κυλίσει γρήγορα. Μάταιες προσδοκίες στο στόχαστρο του μυαλού κι άλλες τόσες στείρες σκέψεις σε κρατούν ξύπνιο.
Την γνώρισα στο πουθενά, την αναγνώρισα την στιγμή εκείνη που τα μάτια συναντιούνται τυχαία και καθορίζουν τα μοιραία δρώμενα του μυαλού. Το αδύνατο φαντάζει γήινο τοπίο μπρος στην δύναμη του «θέλω» και τα «πρέπει», πυρά που αστοχούν μπρος στον δρόμο της μοίρας.
Δεν είχα όνομα, δεν με αναφωνούσαν με την πραγματική μου ονομασία. Δεν είχα τίποτα να επιδείξω εκτός από λάθη, λάθη και πάθη στο στόχαστρο κάποιων δήθεν στιγμών μου. Οι μέρες κυλούσαν απλά για να διαβαίνουν με συνέπεια οι δείκτες του ρολογιού για τον δικό τους υπαρκτό χρόνο, και οι δικές μου ψεύτικες ώρες απλά συναινούσαν σε αυτό το πέρασμα.


ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΜΟΥ..
Πόσα ήθελα να σου πω; Τώρα όμως ετούτην την ώρα θέλω να σε χαϊδέψω, να σε κοιτάξω, να χαθώ στις αισθήσεις των χεριών σου, των δικών μου.
Πώς να τα μαζέψω όλα τούτα σε στιγμούλες μες στον χρόνο; Πως γίνετε να τα ζωγραφίσω με δύο μόνο χρώματα;
Ετούτος ο κήπος καταφύγιο, ευλογία θεϊκή παίρνω και απομακρύνομαι. Σου πιάνω το χέρι, σου ζητώ να με ακολουθήσεις. Έναν περίπατο σε λαβύρινθους oλοπράσινους, στολισμένους, φτιαγμένους από ανθρώπους με οράματα . Άσε να σε κυκλώσει αυτή η στιγμή μες τον χρόνο. Αφέσου, αφέσου σ’ αυτήν την διαδρομή που είναι γεμάτη από εναλλαγές του ήλιου επάνω μας. Θα τον βρούμε τον δρόμο καρδιά μου; Θα βρούμε την έξοδο αυτών των μονοπατιών;

ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ…
Την γνώρισα στο πουθενά και η σπίθα των ματιών της τροχοπέδη έγινε στις αναζητήσεις μου. Ήταν που εισχωρούσε σαν αερικό στο νου, που τρύπωνε και ξέθαβε τα θέλω μου σαν να ήταν ότι πιο απλό μπορούσε να κάνει. Και λάτρευα αυτό που έβλεπα στα μάτια της, αυτό που καθρεπτίζονταν και ήταν δικό μου. Και έστω για λίγο αγάπησα τον εαυτό μου, μέσα της όμως, όπως αναδυόταν από μέσα της.
Πέθαινα για την στιγμή που θα μοιραζόμουν μαζί της, καρδιοχτυπούσα για τα λεγόμενα της και λύγιζα στην προσμονή να με αγγίξουν τα χέρια της. Ήθελα να παγώσει ο χρόνος όταν ήταν μαζί μου, ευχόμουν να μην φύγει, εκλιπαρούσα τους θεούς να μην μου την πάρουν, μα… πάντα, μα πάντα παρέμεινα διψασμένος για κείνη και πέθαινα αντί να αναστηνόμουν.


ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΜΟΥ..
Σου μιλώ. Με ακούς; Χίλιες σιωπές, χίλιες λέξεις κι άλλες τόσες μα τόσες αισθήσεις.. Ναι, με ακούς. Ακούς τις λέξεις να αναβλύζουν μέσα από την ζεστασιά της καρδιάς μου!
Τι κάνω; Μιλώ για δύο; Γράφω για τους δύο; Μπορώ να ανασάνω για δύο; Μια καρδιά, πολλούς χτύπους, πολλές ζωές μαζεμένες εκεί. Οι ζωές που κάποτε ζήσαμε. Οι ζωές που δεν ζήσαμε.
Με ακολουθείς ακόμα, δίπλα μου στέκεσαι, δεν έλειωσες απ την φωτιά μου. Σε κοιτώ στα κρυφά . Αντέχεις. Αντέχεις , ακόμα;

ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ…
Της ψιθύρισα για τις νύχτες που τα αναφιλητά μου γίνονταν ένα με τους ήχους των θυμωμένων ουρανών, της μήνυσα για την απελπισία μου που προσπαθούσε να σκίσει τις σάρκες μου και για τις μάχες που αδυνατούσα να δώσω πλέον. Της μίλησα για όλα όσα μπορούσα μα… μα δεν φαντάστηκα πως τούτο το πλάσμα φαντασίας θα ξέθαβε τόσα κι άλλα τόσα που δεν αναγνωρίζονταν ούτε καν από μένα τον ίδιο. Και μαγεύτηκα από το απρόσμενο και θύμωσα γιατί η ψυχή της δεν ήταν δοσμένη μόνο σε με, ήταν ολόγυρα σκορπισμένη και αιωρούνταν. Και θύμωνα γιατί είχε μια εκπληκτική ικανότητα να την αναδομεί και να της δίνει όποια όψη ήθελε.


ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΜΟΥ..
Στην αγκαλιά σου με πήρες σε μια στιγμή, τα μάτια μου έκλεισα .Τώρα δεν κρυώνω ψυχή μου. Με τα μάτια κλειστά οδηγούμαι από σένα ετούτη τη στιγμή. Περνώ δίπλα από δάση που υπήρχαν εκεί από την αρχή του χρόνου. Μυρίζω άγνωστες σε μένα μυρωδιές, απολαμβάνω τους ήχους που φτάνουν στα αυτιά μου, αισθάνομαι εσένα δίπλα μου. Μέσα σ’ όλα αυτά, ακολουθώ την διαδρομή των χεριών σου επάνω μου, ζεστή αίσθηση, όλο έρωτα, μου ψιθυρίζεις.
-Γιατί εμένα;
Όλα τα όνειρα που κάνεις μόνος σου. Που δεν τολμάς να τα ομολογήσεις δεύτερη φορά. Εκείνα που κρατάς καλά κρυμμένα για σένα μόνο, εσένα μόνο να λυπήσουνε αν δεν πραγματοποιηθούν. Σε μια στιγμή τα βλέπεις εμπρός σου. Με ψυχή τα νοιώθεις, τα αγγίζεις. Έχουν σάρκα, έχουν πρόσωπο, έχουν εσένα μέσα. Μια ψυχή που κάποτε αναγκάστηκε να χωριστεί, να την χωρίσει αυτό το σύμπαν. Μια στιγμή ήταν ακόμα, που αυτές οι δύο ενώθηκαν, μια στιγμή και όλα ήρθαν και έχουν νόημα , έχουν χρώμα!

ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ…
Στοίχειωσε ο έρωτας και πήρε την μορφή του μάταιου μέσα μου. Μάτωσε η καρδιά μου γιατί εκείνη δεν μάγεψε την Μοίρα, δεν πλάνεψε τον χρόνο, δεν συναινούσε μόνο για μας, δεν ανάσαινε μόνο για μένα.
Και η οργή πήρε την θέση του συμβιβασμού, και κούρνιασε στα απύθμενα πηγάδια του νου μου, δίχως φως και νερό, δίχως σώμα, μα μήτε και καρδιά. Και περίμενα σαν αρπακτικό, και καραδοκούσα το λάθος της, πόνταρα στο πάθος της, λογάριαζα το έγκλημα αυτό από κάθε του πλευρά, και καρτερούσα.


ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΜΟΥ..
Κάθε βήμα μας σ’ αυτόν τον κήπο ταξίδι ολόκληρο γίνεται. Κάθε λέξη που μου ψιθυρίζεις χιλιάδες ερωτήσεις, χιλιάδες απαντήσεις ταυτόχρονα δίνω. Πλευρές γνωστές κι άγνωστες για μας ξετυλίγω.
Κρατώ την αίσθηση της αγκαλιά σου αυτήν την στιγμή. Δεν θέλω να ανοίξω τα μάτια μου, το αρνούμαι πεισματικά. Θέλω τα σκοτάδια τους να τα κάνω εικόνες, εικόνες ψυχής. Να με συνοδεύουν στην ασχήμια των ανθρώπων γύρω μου. Να με κρατούν ονειρική, μαγική. Μαγεμένη από κόσμους απόκοσμους δημιουργικούς, αναγκαίους για μένα. Να επιβιώσω, να ζήσω, να ανασαίνω, να ερωτεύομαι .

ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ…
Ότι και να είχα σκεφτεί, ότι κι αν προσπαθούσα να καταχωνιάσω βαθειά μέσα μου, εκείνη το ξεγύμνωνε με ένα της άγγιγμα. Μα πως; Πως μπορεί ένα άγγιγμα των χεριών της να προδώσει με μιας τις αισθήσεις που καλά είχα κρυμμένες;
Κι όμως, αγγίζει τα μάτια μου και υπνωτίζομαι, κουρνιάζει στο στήθος μου και αναστεναγμοί αναδύονται από την ψυχή μου φορτωμένοι με κάθε λογής αμάρτημα και θαύμα γραμμένο εκεί. Και το φιλί της έχει γεύση λοτού, ενός μαγικού λοτού που είναι φτιαγμένο από κείνη, μόνο για μένα.
Μια στιγμή ακόμη θέλω μαζί της, μια ακόμη στιγμή πριν το τέλος.


ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΜΟΥ..
Το αύριο σήμερα το κάνω. Το τώρα, πάντα, θέλω να γίνει. Υπάρχουν στιγμές που με πνίγεις. Με πνίγεις από έρωτα, ανάγκες, σκοτεινές σκέψεις. Ναι, πνίγομαι αλλά επιζώ μπρός στην ανάγκη σου να με πεθάνεις, για να με αναστήσεις μετά!
Μερικές φορές πεθαίνω, αργώ να γυρίσω. Θέλω να μείνω στο κενό, μετέωρη να αιωρούμαι να μην βαραίνω σ’ αυτή τη γη. Να πάω ψηλά εκεί που τα βλέπω όλα μικρά, ασήμαντα. Εκεί δεν υπάρχει λόγος να παίρνεις ανάσες. Δεν υπάρχει λόγος να ακούς, να αισθάνεσαι, τίποτα μόνο βλέπεις. Παρακολουθείς σαν σκιά φερόμενη, φερμένη από κάπου αλλού. Ο κόσμος τούτος δείχνει αλλιώς. Οι άνθρωποι δείχνουν αλλιώς.

ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ…
Τρελάθηκες καρδιά μου και γυρεύεις λάθη για άλλοθι, παρανόησες από τον παραφουσκωμένο σου εγωισμό και θέλησες να εξοντώσεις ότι πιο αληθινό είχες ποτέ σου.
Δεν θέλω την στιγμή, με ακούς; Θέλω τις στιγμές μιας ολόκληρης ζωής δίπλα σου. θέλω την αύρα σου να με χαδεύει, τα μάτια σου να ζωγραφίζουν κόσμους για μας, το γέλιο σου να χαρίζεται μόνο σε μένα.


ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΜΟΥ..
Δεν με έχασες μικρό μου, μην με ταρακουνάς. Εδώ είμαι δίπλα σου, μέσα σου ίσως. Το χαμό μου μην κάνεις πόνο. Μην με γυρεύεις εκεί που δεν πρέπει. Χαμογελάς, μου χαμογελάς ! Εκείνο το χαμόγελο που δίνεις όταν αισθάνεσαι ασφαλής, ήσυχος ότι όλα πάνε καλά, ότι με έχεις εκεί κοντά σου . Σου χαμογελώ κι εγώ. Πως μπορώ να αντισταθώ εξάλλου σ όλη αυτήν την αναζήτηση των εκφράσεων του προσώπου σου; Δίνω , στέλνω την λατρεία μου στον αέρα σου. Επάνω σου γέρνω να το γευτώ αυτό το χαμόγελο με όλο το είναι μου!

ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ…
Την γνώρισα στο πουθενά και σαν ρακοσυλλέκτης μάζεψα τα ψίχουλα που άφηνε στο διάβα της. Τρεφόμουν από δαύτα και συντηρούσα την γέρικη πλέον ψυχή μου που χαμένη ήταν από τα μύρια λάθη της έπαρσης μου. Και ο πόλεμος μέσα μου, έπος ολόκληρο δομούνταν, και οι ερινύες ξέσκιζαν την σάρκα της καρδιά μου, αργά, βασανιστικά.
Συγχώρα με, συγχώρα με … φωνάζω μα δεν ακούγομαι. Συγχώρα με, δεν αντέχω να είμαι στο κατώφλι του παραδείσου και σαν κυνηγημένος να φεύγω κάθε αυγή, πάλι και πάλι. Συγχώρα με, δεν αντέχω να γίνω ο κλέφτης των στιγμών σου, ο εραστής μια ματαιότητας, ο φονιάς της ψυχής σου.


ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΜΟΥ..
Μοιραίος αυτός ο έρωτας ……. Μοιραίος έγινε για μας. Δεν το δέχομαι. Όχι δεν θα το βάλω αυτό το όριο. Σε κοιτώ, βλέπω μέσα σου . Χριστέ μου ! Πως με πονά, πως !
Εμείς χαρά μου, δεν θέλουμε απλώς ο ένας τον άλλον. θέλουμε να ζούμε ο ένας με την ανάσα του άλλου. Να γίνουμε ένα και δεν φτάνει, δεν φτάνει!!! Να παίρνουμε τον ίδιο αέρα. Να βλέπουμε, να γευόμαστε το ίδιο. Να κοιμόμαστε το ίδιο, να ξυπνάμε το ίδιο , να μιλάμε το ίδιο ! Με την ίδια ανατολή , με το ίδιο μεσημέρι , με το ίδιο απόγευμα. Με το ίδιο σουρούπωμα , με την ίδια νύχτα να φτάνουμε στο αποκορύφωμα . Με έρωτα δίνουμε, με έρωτα παίρνουμε, με έρωτα μισούμε. Όλα στο πολύ, όλα στο τέρμα. Στο τέρμα … Ποιο θα είναι για μας;

ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ…
Είμαι το λάθος χρώμα στον πίνακα της ζωής σου, φύγε… μην με κοιτάς… φύγε πριν πάρω και την τελευταία σου ανάσα γιατί δεν θέλω να έχεις άλλη για κανέναν άλλον.
Την γνώρισα στο πουθενά, την αρνήθηκα κάπου εκεί που μια στιγμή είναι αρκετή να σε κάνει παράφρον και να θέλεις να φονεύσεις ότι πιο αληθινό είχες ποτέ, γιατί τα πάθη έχουν τίμημα και εγώ γεννήθηκα δειλός για να τ’ αντέξω.


ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΜΟΥ..
Κάθε νύχτα, κάθε ταξίδι . Όλη την ζωή μου την είδα σ’ ένα βράδυ. Την απόλαυσα κάποια στιγμή, την μίσησα κάποια άλλη. Την δέχτηκα, την αποδέχτηκα. Με φόβο την αντιμετώπισα, διστακτικά την διάβαινα. Την πάλεψα πολύ, με παίδεψε υπερβολικά .
Τρομοκρατήθηκα με τους ανθρώπους. Τους μίσησα, τους έλιωσα, τους δοκίμασα, με δοκίμασα ! Έχασα την μάχη πολλές φορές, την κέρδισα άλλες τόσες . Πέθαινα κι αναστηνόμουνα σε κάθε μαχαιριά, κάθε μέρα . Κάθε νύχτα λυτρωνόμουν, με λύτρωναν άγγελοι από το πουθενά, μου θύμιζαν ότι είμαι εδώ για σένα .
Ποιος ήσουν ; Υπήρχες;


Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ…
Μοναξιά! Έτσι δεν σε αποκαλούν; Το ταίρι το δικό μου είσαι πλέον. Ελπίζω να είσαι μόνο για μένα, να αφήσεις τους άλλους ήσυχους! Μόνο για μένα να υπάρχεις, μόνο εμένα να παιδεύεις !
Θα σε μονοπωλήσω, θα σε διεκδικήσω. Θα κάνω αυτό που κάνεις κι εσύ. Δεν θα σε αφήσω από τα μάτια μου. Θα σε εγκλωβίζει η σκέψη μου, θα σε περιμένω σ’ όλες τις γωνιές του δρόμου. Θα βγαίνω εμπρός σου, θα σου γνέφω ειρωνικά, θα σε ξεγελώ, θα παίζω μαζί σου, θα σε κάνω να με βαρεθείς. Να γίνω ο δικός σου εφιάλτης, ο δικός σου ίσκιος, ο δικός σου θάνατος!
Στα κενά των ανθρώπων τρυπώνει για να γεμίζει την σιωπή τους. Με αναστεναγμούς τους θυμίζει ότι είναι ζωντανοί…
« Κοιτάξτε , πονάτε δεν είστε νεκροί! Περιμένετε , ελπίζετε, νοιώθετε.»

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Το πρώτο μυθιστόρημα με τίτλο «Άγγελοι με γαλήνεψαν» εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ιωλκός το 2010. Υπεύθυνη Στήλης Βιβλίου στην Ηλεκτρονική Εφημερίδα Insterea.gr. Συνεργασία με την ζωγράφο Κατερίνα Κανελλάκου.

View this article in Word
..

A great afternoon of poetry readings by two prolific Greek Canadian poets, Manolis and Ilya Tourtidis, awaits you at the Sandbar Cafe at Qualicum Beach this Friday, April the 15th.

Join us from
2 to 3:30pm
At the Sandbar Cafe and Art Gallery
6087 West Island Hwy
Qualicum Beach, BC

Manolis will present a selection from ‘Yannis Ritsos – Poems’, his translation of 15 of over 100 poetry books written by Yannis Ritsos in Greek. This is the first Canadian translation, highly regarded by critics for maintaining the tone of the original, it was published by Libros Libertad in 2010.

Manolis will also read from his latest collection of poetry, ‘Vernal equinox‘, released this month by Ekstasis Editions in Victoria BC.

Ilya Tourtidis will read from his new collection of poetry ‘Bright Bardo’, published by Libros Libertad in 2011.

Download PDF Poster

For more information, contact Manolis at:
infolibroslibertad@shaw.ca
.

 

2Alex_andra
FROM THE BEGINNING

We met after some time
and it was as if we started from the beginning.
I surveyed your face
and didn’t manage to restrain
the desire which blazed
because it awaited your body,
the harmonic junctions and its lines.
I sought its weight,
I sought its rage.

ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΡΧΗ

Ύστερα από καιρό συναντηθήκαμε
κι ήταν σαν να ξεκινούσαμε
απ’ την αρχή.
Ανέτρεξα τη μορφή σου
και δεν πρόλαβα ν’ αναχαιτίσω
τον πόθο που φούντωσε,
γιατί περίμενε το σώμα σου,
τ’ αρμονικά δεσίματα και οι γραμμές του.
Γύρεψα το βάρος του,
γύρεψα τη λύσσα του.

PERFORMANCES

He impudently said to me:
“Your poems are flooded with sensuality and passion
and something related,
something exquisite
I expected from you
the few times we made love-
but I can’t conceal from you
that you have disappointed me”
For his own performance
in bed
and my appraisal of it,
he neither asked
nor cared to know.

ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ

Ασύστολα μου ανέφερε:
«Τα ποιήματά σου πλημμυρίζουν
από αισθησιασμό και φλόγα
και κάτι ανάλογο, κάτι εξαιρετικό
περίμενα από σένα,
τις λίγες φορές που κάναμε έρωτα.
Δεν σ’ το κρύβω ότι με απογοήτευσες».
Για τις δικές του επιδόσεις στο κρεβάτι,
και πώς τις έκρινα,
δεν ρώτησε, ούτε νοιάστηκε να μάθει.

SWEET EVENING

The shape of the square,
the shape of the houses which delineate it,
with lit arcades, open air restaurants
and cafes.
Here the young people gather,
flooding the sidewalks,
not leaving an empty table.
The futility and the sensual life of the city
are drowned together, dissolved
into the sweet evening.
And yet it was inescapable:
here where beauty thickened
I entered with awe.

ΓΛΥΚΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Το σχήμα της πλατείας,
το σχήμα των σπιτιών που την καθόριζαν,
με φωτεινές καμάρες, υπαίθρια εστιατόρια
και καφετέριες.
Σ’ αυτόν τον χώρο συνωστίζονταν η νεολαία,
κατέκλυζε τα πεζοδρόμια,
δεν άφηνε τραπέζι για τραπέζι.
Η ματαιότητα κι τρυφηλή ζωή της πόλης
πνίγονταν, διαχέονταν
μες στο γλυκό απόγευμα.
Κι όμως ήταν αναπόφευκτο:
σ’ αυτόν τον χώρο που έπηζε η ομορφιά
μπήκα με δέος.

THE LAST PIECE

For a long time he laid siege to her
and when he found her on the beach
among acquaintances and friends,
he spread his towel beside her,
and as they lay very close, he touched her.
He got lucky
and was somehow surprised
by her immediate response:
she stood up and led him
to a secluded beach.
Remote, they stopped,
and from experience gained from former
love affairs
she knew the heat
she caused when stark naked.
She threw off the final piece
and started going in and out of the water.
She got in and out many times
and flamboyantly,
as if to tell him:
“ You will die adoring me”
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΡΟΥΧΟ

Από καιρό την πολιορκούσε
κι όταν τη βρήκε στην αμμουδιά,
ανάμεσα σε γνωστούς και φίλους-
άπλωσε την πετσέτα δίπλα της,
κι όπως ξάπλωναν κοντά, την άγγιξε.
Στάθηκε τυχερός με την άμεση
ανταπόκρισή της: Σηκώθηκε και τον οδήγησε
στο απόκρυφο ακρογιάλι.
Σταμάτησαν απόμερα,
και με την πείρα της στους άνδρες
-γνώριζε την έξαψη που προκαλούσε ολόγυμνη,
πέταξε και το τελευταίο ρούχο από πάνω της
και μπαινόβγαινε στο νερό.
Μπαινόβγαινε πολλές φορές
κι επιδειχτικά, σαν να του έλεγε:
«Θα πεθάνεις από λατρεία για μένα».

THE NAKED COUPLE

He got lost in the thick lushness
trying to find a path to the sea.
We stood above waiting.
He climbed back up huffing:
“Let’ s go further, the slope here
is steep,
but they were fine, they were beautiful,
uncovered among the trees
one body the two of them,
joined together.”
Like a valued trophy
of the most innocent exploration
he pointed out to us the couple later,
when they as well descended to the beach.
ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ

Χάθηκε στην πυκνή βλάστηση
να βρει δρομάκι για τη θάλασσα.
Εμείς σταθήκαμε ψηλά και περιμέναμε.
Ανέβηκε λαχανιασμένος:
«Πάμε παρακάτω, η πλαγιά
είναι απότομη-
αλλά ήταν φίνοι, ήταν ωραίοι,
ακάλυπτοι ανάμεσα στα δένδρα
ένα σώμα οι δυο τους,
ενωμένοι.
Σαν πολύτιμο τρόπαιο
της πιο αθώας εξερεύνησης,
μας έδειξε αργότερα το ζευγάρι,
όταν κατέβηκε κι αυτό στην αμμουδιά.

THE YOUNGEST SON

After the concert
we packed into the car.
Of her four sons
she sat with the youngest in her lap.
All the way back she ignored us.
His blond hair, his tender body,
which in a short time would ripen,
she counted more important.
The group wanted her to be exciting
but she wasn’t in the mood
-she knew her youth was fading away.
She fondled him and kissed him.
Ο ΜΙΚΡΟΤΕΡΟΣ ΓΙΟΣ

Μετά τη συναυλία
χωθήκαμε στο αυτοκίνητο.
Από τους τέσσερις γιούς της
κάθησε με το μικρότερο στην αγκαλιά της.
Σ’ όλη τη διαδρομή μας παράτησε,
τα ξανθά μαλλιά του,
το τρυφερό σώμα του
που σε λίγα χρόνια θα μέστωνε
μετρούσαν περισσότερο.
Η παρέα ήθελε νεύρο
αλλά εκείνη δεν είχε διάθεση
-έβλεπε τα νιάτα της να χάνονται,
τον έτριβε και τον φιλούσε.

THE PENCIL
The strange way you hold
a pencil excites me.
I feel your pressure on the paper,
your touch on the point.
Your fingers have substance,
and form, and are contorted
around the pencil
like the desire which feeds
my soul.
Even when you write, my ardor flows.
ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ

Ο περίεργος τρόπος που κρατάς
το μολύβι μ’ ερεθίζει.
Νιώθω την πίεσή σου στο χαρτί,
την αφή σου στην άκρη.
Τα δάκτυλά σου έχουν υπόσταση
και σχήμα κι είναι μπλεγμένα
γύρω απ’ το μολύβι
σαν τον πόθο που τρέφει
την ψυχή μου.
Ακόμη κι όταν γράφεις χύνεται ορμή.

THE LIGHT OF THE EVENING

He was sitting at the next table
engaged in his own affairs,
but every now and then
he turned to watch me,
staring me in the eyes.
Before he sat opposite me,
there was a languid afternoon light
which bathed the tables,
the clean tablecloths
and farther off the rocks and trees.
And before all this happened
I was sunk in an overwhelming languidness,
in an overwhelming peacefulness,
which predisposed and prepared me
for such a thing to relish:
in that wondrous light
a man looking at me.

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Καθόταν στο διπλανό τραπέζι,
είχε δική του παρέα κι όμως κάθε τόσο
γύριζε να με κοιτάξει,
με έψαχνε στα μάτια.
Πριν καθίσει απέναντί μου
υπήρχε το νωχελικό φως του απογεύματος
που έλουζε τα τραπέζια,
τα καθαρά τραπεζομάντιλα
και πιο πέρα τις πέτρες και τα δένδρα.
Μα πριν συμβούν όλα αυτά
ήμουν βυθισμένη σε μια απέραντη νωχέλεια,
σε μια απέραντη ηρεμία
που προδιέθετε και προετοίμαζε
μια τέτοια απόλαυση:
μέσα στο εξαίσιο φως
ένας άνδρας να με κοιτάζει.

View Alexandra Bakonika’s Profile