Archive for the ‘Greek Canadian Poets’ Category

 

merging dimensions cover

ΔΙΔΑΧΗ

 

Κι έβαλαν σε σκοτεινό κελί τη Θέμιδα

κι εγώ αντιμετώπισα τα ξέφρενα μάτια

της συγγένειάς μου κι είχα πολλά να πω

μα σιώπησα για ένα λεπτό χρόνο να δώσω

στην αφέλειά τους που αργά κυλούσε

σαν το κελαρυστό ριακάκι, αθώο παιδιού

χαμόγελο που πάνω του στήριξα ελπίδα

πως τη δικαιοσύνη ξανά θ’ ανακάλυπτα

 

για να γιατρέψω μ’ ανοιξιάτικα λουλούδια

τις φλέβες τ’ ανεπίληπτου Έρωτα

 

έγκλειστοι κι αλλόφρονες οι φίλοι μου

κι εγώ με κουρέλια τον τόπο γύριζα

μ’ απαλή φωνή και νέα σύμβολα

με νέους εχθρούς και νέα ανέκδοτα

ν’ αλλάξω τα πιστεύω τους πεθύμησα

νέοι Ιούδες που είχαν γεννηθεί με δόντια

σουβλερά ό ένας τον άλλο να ξεσχίσουν

για τους αγέρηδες καθαρούς κληρονόμους

των διδαγμάτων μου τίποτα να μη μείνει

 

 

Lesson

 

And they put Themis in dark dungeon

and I faced my kin’s delirious eyes

yet though I had much to say

I kept silent, momentarily, time

to give to their simple mindedness

bubbling along with the creek’s murmur

innocent smile of child upon which

I entrusted my hope to rediscover justice

 

with spring flowers to rejuvenate

the veins of impeccable Eros

 

imprisoned were my distraught friends

dressed in rags I walked over my lands

so-spoken and with new symbols

with new follies and new anecdotes

I wished to revert their beliefs

new Judases born with sharpened teeth

ready to devour each other nothing to leave

for the winds rightful inheritors of my teachings

 

SECOND ADVENT OF ZEUS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2016

Advertisements

vortex_cover

ΣΤΕΠΑ

 

Λουλουδιασμένα σινάπια

στ’ απέραντο χωράφι

το μαντρωμένο με πασάλους

στην αδιαφορία ξεγραμμένο

από λόφους αόρατους που κάποτε

θα’ταν σωστοί οροσταθμοί

ξεχασμένοι από νοτιάδες

και παραγωγούς αφιονιού

τρακτέρ αναλογίζεται μέρες σκληρές

όργωμα και πουκάμισα κρεμασμένα

στο έλεος της σκόνης

μουντό ξημέρωμα πηχτό

σαν λαμπυράδα στα παρτέρια

των λουλουδιών κι ο φαρμαδόρος

τη σοκολάτα αργοπίνει πριν στείλει

το σκυλί για να του φέρει τα σαντάλια

 

PRARIE

Mustard fields dressed

in yellow garments

fenced by indifference

forsaken by hills

forgotten by war lords

and poppy growers

tractor reminiscing

days of duty when at

daybreak tilling soil

and pulling dust over hung shirts

over flower beds lonely

farmer drinking his hot

chocolate before sending

a young hound to fetch

his dusty sandals

 

VORTEX, poetry by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

cover

 

ΚΑΜΙΑ φορά, ξυπνάω τη νύχτα, ανάβω τη λάμπα και στέκο-

μαι εκεί, απέναντι στον ξένο, το πρωί βέβαια, δεν έμενε τίποτα,

μονάχα ένα ανεπαίσθητο σημάδι, που θα μπορούσε να το πάρει κα-

νείς για μια σταγόνα κερί, ενώ ήταν ίσως το ασυγχώρητο που

κανείς δεν το`βλεπε, μόνο το παλιό λησμονημένο όργανο ακουγό-

ταν στο υπόγειο, και θα `πρεπε να `χω θάψει, Θεέ μου, από καιρό

τα ενθύμια, γιατί και το αναπόφευκτο έτσι ελάχιστα αρχίζει,

καθόμουν, λοιπόν, τις νύχτες στη σκάλα περιμένοντας αυτόν

που θα νικούσε τον σιωπηλό κόσμο, και θα `παιρνε τη μεγάλη βελό-

να του πλεξίματος που κρατούσα, σαν τις γυναίκες, την ώρα που οι

άλλοι κοιμούνται, αφηρημένες πάνω στο εργόχειρο, έχουν ακολου-

θήσει κιόλας εκείνον που αιώνια μας προσπερνά.

 

 

 

SOMETIMES during the night I wake up Ι light the lamp and

stand there opposite the foreigner; at daybreak of course nothing was

left but an imperceptible mark that one could take as a drop of

wax while it was, perhaps the unforgivable which no one could see

only the old forgotten organ was heard in the basement, oh God,

I should have long ago buried all the mementos because even

the inescapable commences as simple as that,

yet at night I would sit by the stairs and wait for the one who

would defeat the silent world and would take the big needle of cross

stitching I held like women who while the others were asleep,

lost in their embroidery, have already followed the one who

forever walks ahead of us.

 

 

 

~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

ΚΡΙΤΙΚΗ ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ,  Νικόλ Γεωργοπούλου Λιαντίνη, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2017

 

Επέλεξα να ομιλήσω και να εστιάσω στην ποιητική συλλογή του Μανώλη Αλυγιζάκη που τιτλοφορείται ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ο όρος Υπεράνθρωπος ανήκει στο Νίτσε και στο Ζαρατούστρα του. Και από τη νιτσεϊκή έννοια του υπερανθρώπου έχει εμπνευστεί ο ποιητής Αλυγιζάκης και με τον ευρηματικό αυτό τίτλο δικαιώνει την ποιητική και τη νοηματική απόδοση στον τρόπο που εκείνος κατανοεί τον υπεράνθρωπο.

Ας ομιλήσουμε σχετικά όμως λίγο για το νιτσεϊκό υπεράνθρωπο για να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε ερμηνευτικά την αφόρμηση αυτή του Αλυγιζάκη.

Ο όρος υπεράνθρωπος χαρακτηρίζει έναν τύπο υψηλής νοημοσύνης και ευτυχίας απέναντι στο μοντέρνο άνθρωπο, τον «καλό», το «χριστιανό» που στο στόμα του Ζαρατούστρα, του καταλύτη της τρέχουσας ηθικής, γίνεται μια λέξη δύσκολα νοητή. Ο νιτσεϊκός υπεράνθρωπος ως ιδεαλιστικός τύπος μιας υψηλής ποιότητας ανθρώπου είναι κάτι μεταξύ «αγίου» και «μεγαλοφυΐας».

Μέχρι σήμερα οι ερμηνευτές του Νίτσε δεν έχουν καταλήξει και ερίζουν για αυτή του τη σύλληψη του υπεράνθρωπου.

Είναι σαφές ότι ο Νίτσε δύο ρεύματα έχει επεξεργασθεί στον υπεράνθρωπό του. Μια τίμια φιλοσοφική παράδοση από την οποία και σήμερα διδασκόμαστε και ένα κοινωνιολογικό δαρβινικό και ευγονικό ρεύμα. Γεγονός είναι ότι ο Νίτσε χαρακτήρισε τον υπεράνθρωπο ως την υπέρβαση του μηδενισμού. Ο υπεράνθρωπός του διακρίνεται από το φυσιολογικό άνθρωπο όχι γιατί διαθέτει ιδιαίτερο εγκέφαλο ή πλήθος μυώνων ή σύστημα ανοσίας ιδιαίτερο, αλλά γιατί μπορεί να ζήσει τη ζωή με εντεταλμένο σκοπό, δηλαδή ηθική, και αντί να αμφιβάλει, να καταφάσκει αιώνια τη ζωή. Αυτή είναι για το Νίτσε η αποστολή του αληθούς, του έντιμου, του κυρίως μοντέρνου ανθρώπου.

Κατά τα λοιπά ο υπεράνθρωπος δεν είναι το αντίθετο κάποιου υπάνθρωπου, αλλά ο αντίκτυπος του κυρίως ανθρώπινου (allzu menschlichen), που σήμερα μπορούμε να τον ταυτίσουμε με τον υπερκαταναλωτικό άνθρωπο. (Ο υπεράνθρωπος βρήκε την ευτυχία και «αστράφτει κεραυνοβολώντας». Ένα όμως είναι σαφές. .Ότι ο υπεράνθρωπος του Νίτσε παραμένει απλά μια επιθυμητή εικόνα, φιγούρα, ή με το στόμα του Νίτσε «η προσευχή εκείνων που ζητούν τη χάρη να γίνουν οι τρελοί του θεού.».

 

Και τώρα στο Μανώλη Αλυγιζάκη.

Η αφόρμησή του είναι το νιτσεϊκό πνεύμα και το κήρυγμα του θανάτου του θεού που κηρύσσει ο «Παράφρονας» του Νίτσε (με τη σύντομη συγκεκριμένη διήγηση σε δική μου μετάφραση θα μου επιτρέψετε να κλείσω στο τέλος τη σημερινή μου παρουσίαση). Το θεό που πέθανε

Και τον «θάψαμε χθες το απόγευμα χωρίς τραγούδια και παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια», όπως χαρακτηριστικά ξεκινάει στο πρώτο του ποίημα ο ποιητής.

Ο νιτσεϊκός θάνατος του θεού και η έλευση του υπεράνθρωπου με ευάρμονα ποιητική έκφραση έχουν ως αφετηρία βιωματικά γεγονότα της ζωής ως ερέθισμα και ο ποιητικός τρόπος του Αλυγιζάκη κάνει παραστατική τη λειτουργία κάθε γεγονότος που υπονοείται πίσω από την έκφραση. Η επιδίωξή του είναι η διείσδυση του αναγνώστη στην ψυχική λειτουργία κάθε ιστορούμενου γεγονότος και κάθε σκηνικής αναπαράστασης, αφού όλα τα ποιήματα είναι γεμάτα με εκφραστικές εικόνες που ο αναγνώστης μπορεί να αναπλάσει τη στιγμή – βίωμα του ποιητή.

Με την ποιητική μορφή του Αλυγιζάκη ο αναγνώστης πορεύεται σε κόσμο συναισθηματικά φορτισμένο σε εκτύλιξη σκέψεων που γίνονται ορόσημα ζωής, είτε πρόκειται για τύψεις για το θάνατο του θεού που μας άφησε «ακόμα πιο φτωχούς» (ποίημα Προδοσία), είτε δίνεται ανάγλυφα ο ξεπεσμός του σύγχρονου ανθρώπου «άνοιξε του Αιόλου τον ασκό και εξαπόλυσε τις αμαρτίες, τη χαζομάρα, την προδοσία, τη χρεοκοπία των ηθών» (ποίημα Θαύμα), είτε προσφέρει την ελπίδα που ένοιωσε ο άνθρωπος ότι «είχε έρθει η ώρα για να φανερωθεί ο υπεράνθρωπος μ΄όλη τη δύναμή του, με την απλότητα των χρυσανθέμων και με του κατωφλιού την ταπεινοφροσύνη» (ποίημα Εμφάνισις), είτε με absurd τρόπο μας μιλάει για «άλογη λογική» στην αναζήτηση του «μυστικού της ανθρωπότητας» (ποίημα Ανακάλυψις), είτε προβάλλεται ο «ξεπεσμένος εγωισμός του ανθρώπου που ξεκίνησε από το ναρκισσισμό του» (ποίημα Χρέος) και τον οδήγησε να «τεμαχίσει το χρόνο με μέτρο δανεικό και έτσι να θανατώσει το θάνατο, ένα απλό της σκέψης δημιούργημα» (ποίημα Παιδεμός), είτε συνυπάρχουν μαζί ο φόβος και ο θαυμασμός για τον υπεράνθρωπο, τύραννο, όπως αποκαλείται (ποίημα Μουσική) που όμως η παντοδύναμη ματιά του αγκαλιάζει ολόκληρη τη γη, και εδώ ο ποιητής κάνει το βήμα κόντρα στην παράδοση, τις φοβίες, προλήψεις και δεισιδαιμονίες  (ποίημα Σκιάχτρο). Θα ισορροπήσει όμως και θα κηρύξει αισιοδοξία που ξεπετάγεται ως «συνωμοσία όλων των ανθρώπων» που στο σκοτάδι ξάφνου διακρίνουν πάνλαμπρο το δικό τους φως και στρέφονται και ευελπιστούν τον ουρανό ν’  αγγίξουν. Αυτή η αισιοδοξία θα εκφραστεί με προσμονή από την παιδική κιόλας ηλικία εκείνων που πιθυμούσαν τη γνώση και ένιωσαν από την πρώτη τους νιότη το ανάβρυσμα που φέρνει ο υπεράνθρωπος (ποίημα Πρώτος Πόνος).

Τα πρότυπα ανθρώπων του Αλυγιζάκη  είναι εκείνοι που ζουν μόνο και μόνο για να χαθούν, προκειμένου να φθάσουν την άλλη όχθη, όσοι περιφρονούν τα πάντα, γιατί λατρεύουν το πέρασμα στην άλλη όχθη. Έτσι εκφράζεται η αναζήτηση του κάτι άλλου, του πνευματικού.

Δεν θα παραλείψει ο Αλυγιζάκης, στο πνεύμα της Παρμενίδιας προσωκρατικής φιλοσοφίας (τα άκριτα φύλα του Παρμενίδη, ο ανυποψίαστος όχλος) να αναφερθεί και σε όσους «γεννήθηκαν και η ώρα να πεθάνουν έφθασε και δεν κατάλαβαν ποτέ ποιος ο σκοπός και ποιο το νόημα». Στον Αλυγιζάκη αρέσουν «όσοι βασανίζουν το θεό τους, επειδή τον αγαπούν» (εδώ κάνω σχετική ανάλυση με το δεδομένο ότι γνωρίζαμε μόνο ότι ο θεός παιδεύει εκείνους που αγαπάει) και τον ενδιαφέρει «του κεραυνού ο προάγγελος, η βαριά σταλαματιά από τα μαύρα σύννεφα που είναι ο υπεράνθρωπος». Και εδώ χρησιμοποιεί την περίφημη ποιητική εικόνα από τον Πρόλογο του Ζαρατούστρα «Αγαπώ όλους εκείνους που είναι όπως οι χοντρές σταγόνες, που πέφτουν μοναχικές από τo μαύρo σύννεφο, που κρέμεται πάνω από τον άνθρωπο: προφητεύουν ότι ο κεραυνός έρχεται και ως προφήτες αφανίζονται».

Προς το τέλος των ποιημάτων θα βρούμε πολλές ρήσεις και εικόνες του Νίτσε, όπως για την αιώνια επιστροφή ή την παρομοίωση ότι εμείς είμαστε το τεντωμένο σχοινί που πάνω μας θα περπατούσε ο υπεράνθρωπος: « Εμείς οι πρίγκιπες κι εμείς οι επαίτες, οι μισαλλόδοξοι κι οι αλτρουιστές, εμείς τα πρόβατα, εμείς και τα λιοντάρια, οι κοινωνικοί και οι ασκητές, εμείς οι μύστες και εμείς οι μυημένοι, εμείς οι σχοινοβάτες και εμείς οι Υπεράνθρωποι».

 

Η μορφή της ροής και της κατάταξης των ποιημάτων είναι αποτρεπτική κάθε στατικής ηρεμίας και οδηγεί σε κράτος εγρήγορσης. Με την καλλιεπή και κομψότεχνη γραφίδα του, με εύροια λόγου ανεκζήτητη και ενάργεια ύφους συναυξάνεται με το δικό του προσωπικό αφηγηματικό πλούτο γνώσης που διεισδύει στη λειτουργία της έκθεσης της σκέψης του για να την αναβιβάσει σε υψηλό επίπεδο.

Με ερέθισμα το βίωμα και όπλα το ποιητικό ύφος, την αναζήτηση των λέξεων και τον πλούτο γνώσης αναπαριστά τον προβληματισμό και αναστοχασμό του για υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου, εύληπτα. Γιατί ο λόγος του είναι δυνητικός υφολογικά με πλαστουργική δύναμη, μεταμορφώνεται με διεργασία εννοιών, διακλαδώνεται σε ατραπούς υπαρξιακής ερμηνευτικής, γνώρισμα του είναι η συναισθηματική αλλά και έλλογη υπαρξιακή ταραχή στη σύνολη ρότα των συσχετισμών και στον αγώνα για ποιητική έκφραση και εκδίπλωση.

 

Τα ποιήματα είναι γεμάτα με εικόνες με ιδιαίτερη περιγραφική έκφραση, που έχεις το αίσθημα ότι τις  βλέπεις μπροστά σου ολοζώντανες και συμμετέχεις στο δρώμενο, αναζητώντας να γνωρίσεις τι είναι αυτός ο υπεράνθρωπος. Η προοπτική της φιλοσοφικής προσέγγισης στο στοχασμό του ποιητή οδηγεί σε μορφή εποπτικής  θέασης του κόσμου με απορίες και αντιπαραθέσεις με τη θρησκευτική-κοινωνική πραγματικότητα και με αναγκαίο υπαρκτικό προσανατολισμό που υπαγορεύει η κοινωνική ευταξία. Κάτι που σίγουρα δεν είναι αποτέλεσμα και θήραμα ευκολίας, αλλά ενεργητική βούληση του δύσβατου. Επί πλέον οι ορφικοί συμβολισμοί που χρησιμοποιούνται αφυπνίζουν πνευματικά και είναι πρόκληση για περαιτέρω αναστοχασμό.

 

Τα ποιήματα του Αλυγιζάκη είναι γεμάτα λέξεις, λέξεις με ιδιαίτερο νόημα, βάθος και πρωτοτυπία, λέξεις ουσιαστικά , σπάνια χρησιμοποιεί επίθετα, λέξεις ρήματα που κάνουν τη γραφή δυναμική, για τη ματαιότητα, την αποκάλυψη, την ανακάλυψη, την περιπλάνηση, τη μουσική, την ανταμοιβή, την υπόσχεση, την ανεξαρτησία, την αρετή, το πνεύμα, την ανάμνηση, την περιπέτεια, τη δικαιοσύνη, την προσευχή, τη λήθη, την απληστία, λέξεις για το νεκροθάφτη, τον ιερέα, το δάσκαλο, το γιατρό, το φιλόσοφο, τέλος τον ποιητή.

Γραφή με υπαινιγμούς και συμβολισμούς, γραφή με πνεύμα αναζήτησης και ανησυχία για το ποιος είναι ο υπεράνθρωπος και πως θα τον απαντήσουμε και αυτό χωρίς αθώους συναισθηματισμούς. Κάθε ποίημα κρύβει πίσω του και μια ιστορία και στο τέλος κάθε ποιήματος στις δύο πρώτες ενότητες προστίθεται ένα επιμύθιο, όπου ο ποιητής καταγράφει σύντομα το ποιοι άνθρωποι του αρέσουν.

Οι στίχοι του ποιητή ξεχειλίζουν από πόνο, πρόκειται για τον πόνο του κόσμου, όπως λέγει ο Ρίλκε, τον πόνο ενός κόσμου μετέωρου που βρίσκεται σε σύγχυση και δεν έχει όραμα, γι’  αυτό και αδρανοποιείται. Και η φωνή του Αλυγιζάκη εδώ είναι φωνή κόντρα στην αδιαφορία. Η φωνή του ξεπηδάει από την πικρή συνειδητοποίηση της καταδυνάστευσης των αξιών.

 

Και θα μου επιτρέψετε, όπως είπα στην αρχή, να κλείσω με τον ΠΑΡΑΦΡΟΝΑ του Νίτσε που αναγγέλλει το θάνατο του Θεού σε δική μου μετάφραση από τα γερμανικά, δημοσιευμένη στο βιβλίο μου «Ηθική της οικολογικής συνείδησης».

 

~Νικόλ Γεωργοπούλου Λιαντίνη, καθηγήτρια φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα, Σεπτέμβριος, 2017

 

ÜBERMENSCH — A REVIEW, by Nicol Georgopoulos Liantinis, professor of philosophy, Kapodistrian University of Athens

 

I chose to focus in Manolis Aligizakis’ poetry book ÜBERMENSCH.

 

The term Übermensch belongs to Nietzsche and to his book Thus Spoke Zarathustra. Manolis Aligizakis has been inspired by Nietzsche’s view of the Übermensch and using his soul searching means he justifies his poetic presentation the way he understands the concept of Übermensch. Yet, let us first take a look at Nietzsche’s Übermensch in order to approach Manolis’ work better.

The term Übermensch characterizes a person of high intellect, a person happy in the world we live, opposite the average, modern man, the “good person” the “Christian”, who in the mouth of Zarathustra becomes a very difficult term to understand. Nietzsche’s man as an idealistic type of higher human quality than the everyday men turns out to be something between the “saint” and the “genius”.

To this day the researchers and interpreters of Nietzsche’s works haven’t yet concluded and still debate on the conceptual perception of the term Übermensch. It is clear though that Nietzsche has combined two different trends when it came to his Übermensch. One straight and honest philosophical tradition from which we still learn things today and a sociological Darwinian and eugenic trend; in fact Nietzsche named his Übermensch the man beyond nihilism with his Übermensch differing from the ordinary man not because he has a special brain nor because of his gigantic muscles nor because of his certain biological advantage that defends against all diseases and viruses, but because he can live a life with a delegated goal, and instead of doubting everything he agrees with all forms of life on earth. For Nietzsche all this is the true mission of man, of the honest man, and especially the modern man. Other than that Übermensch isn’t the opposite to the world but a true semblance of the essential man (allzu menschlichen) who we can categorize today with the over consumeristic man. Übermensch discovered happiness in striking like a lightning bolt and at the same time shining in his best. However one thing is clear: Übermensch simply remains a desired image, a shapely figure of man who, in the words of Nietzsche represents the prayer of those who ask for the favor to become the jokers of God.

Now let us look at Manolis’ Übermensch. Manolis’ spurting in Nietzsche’s mind and catechism with the death of God: and we buried him yesterday with no songs, no paeans, nor lamentations, as the poet characteristically starts in his first poem. The death of God, according to Nietzsche, and the appearance of the Übermensch with Manolis’ harmonious poetic expressions have as a base the poet’s own life experiences and as a result his poetic ways function as true expressions of each event of his life that lurks behind each image. Manolis’ goal at this point is to slowly push the reader into the his own psychic mode of each presented event and of each scenic representation since each poem is full of expressive images which the reader can re-experience as momentary life events.

With the poetic style of Manolis Aligizakis the reader is led in a world emotionally charged with the unfolding of ideas that become landmarks such as the regret for the death of god who left us we were still here and we were still poor in the poem TREASON or when the downfall of the modern man is presented as they opened the lid of Aeolus’ bag and let all hell loose: our sins scattered to the four corners of the galaxy, dumbness and treachery and moral bankruptcy in the poem MIRACLE, or when he offers hope to man who felt that deeply we sensed the time had come, that He would appear, Übermensch, with all His power in the chrysanthemums’ simplicity, and in the humility of the house flagstone, in the poem MANIFESTATION, or when in an absurd way he talks to us about illogical logic of one who could still discover the secret of humanity in a word in the poem DISCOVERY, or when it presents their defeated ego which started because of their devout narcissism, in the poem DUTY, which lead the poet to divide time with borrowed measurements and annulled death with his creative thoughts, in the poem ORDEAL, or when the concepts of fear and admiration for Übermensch co-exist as in the poem MUSIC and where His almighty glance encompassed the whole earth. Here the poet makes his move opposite traditions, fears, and superstitions in order to balance his cosmos and declare his optimism that springs up from conspiracy of the people who suddenly see their own bright light and they hope to reach the heavens. This optimism will be expressed in the anticipation of those who since their childhood yearned for knowledge and in their youth felt the renewal that Übermensch brings.

The prototypes of people Manolis creates are those who live only to be destroyed in order to reach the other shore, those who despise everything for they seek to pass over to the other side. This way the poet underscores the need in searching for something else, for something spiritual.

Manolis won’t refrain from underlining the pro-Socratic philosophy (Parmenides’ illogical leaves, the unsuspecting mass of people) and from referring to all those who were born and time comes for them to die and they never understood what was the goal and what the meaning. Aligizakis likes those who torture their god because they love him and he finds interest in the man who resembles a heavy raindrop from the dark cloud that is nothing other than Übermensch. And here the poet uses the poetic image from the prologue of the Thus Spoke Zarathustra I love those who resemble heavy drops of rain that slowly fall from the black clouds that cover men, the forerunners of thunderbolt who vanish like the thunderbolt.

Toward the end of the poems we find a few of Nietzsche’s sayings and images such as the Eternal Recurrence or the image of people being the stretched rope onto which Übermensch will walk and finally we find Manolis’ philosophical declaration at the end of the book in the poem EPODE where he promotes: we the princes and we the beggars, the bigots and the altruists, we the sheep and we the lions, the socialites and the hermits, we the initiates and we the initiated, the ropewalkers and the Übermenschen.

The style of the poet and the flow of his poems work against every static serenity and lead to raptures as the poet’s calligraphic style and rich evocative imagery in addition to the personal narrating style and wide knowledge lead the reader into the liturgical display of the poet’s mind that elevates the poems to unreachable heights.

Manolis uses his personal experiences as a tool that guides his personal writing style to the search for words that represent his wonder and contemplative mind gazing existential issues of today’s society. And this because his images are dynamic, of a certain, personal style and continuously evolve leading the poet to cross roads of explanations, faculty of seasoned poets who reach levels of intellect only some can reach. The poems are full of images with rich descriptive elements that the reader feels as if he sees them alive in front of him, full of expressiveness and dynamism that lead him to his search for Übermensch. The poet’s technique and philosophical approach guide the reader to a view of the world as if from above yet leave him full of questions and debates regarding the today’s sociological-religious reality and his place in society that demands of him a preapproved behaviour, something that undoubtedly leads the citizen to the corner forcing him to consider rebellion. The poet’s use of Orphic symbolism leave the reader with contemplative mood and dare him to further delve into such thoughts.

Manolis’ poems are filled with words, words with idiosyncratic meaning, depth and originality, substantive words, he rarely uses adjectives, words-verbs that turn his writing into a dynamic mix, words that refer to futility, revelation, discovery, wandering, music, reward, promise, independence, virtue, spirit, memory, adventure, justice, prayer, forgetfulness, greediness, words about the undertaker, the priest, the teacher, the doctor, the philosopher, and finally the poet.

Pain overflows in these verses and the pain we mention is none other than Rilke’s pain, the pain of a world that exists in its meteoric position, a world in flux and always confused, a world that lacks vision and henceforth it falls into the trap of indifference.

Manolis’ writing is full of symbolism and hints, it is the writing of the searching mind that wonders who the Übermensch may be and how we may be able to seek and reach Him and all this without any simpleminded sentimentalisms. Each poem hides a story inside it and at the end of each poem the poet adds the flatulence where he recounts who are his favored people.

Übermensch can be termed as an unusual poetry book yet a book with a clear vision and an optimistic point of view of the world and life in general.

 

~Nicol Georgopoulos Liantinis, professor of philosophy, Kapodistrian University of Athens.

cover

ΤΩΡΑ μαθαίνουμε την υπομονή, πρόσωπα γεμάτα ρήγματα, όπου

χωρούσαν

λογιών κατατρεγμοί, κι άλλοτε παλιοί μύθοι έστεκαν στο δρόμο

και μας γύριζαν πίσω, λεηλασίες, πανικός, ερήμωση. Όμως είναι

στιγμές που στη μνήμη κάποιου περνάει, άξαφνα,

μια αχνή σκηνή απ’ τ’ αλλοτινά μεγάλα, και τότε οι ζητιάνοι

μαζεύουνε το χέρι τους

σαν να `ναι αρκετό, για σήμερα, το κέρδος.

 

 

NOW we learn of patience, faces full of cracks where

you could fit

various persecutions and at other times old myths stood in the road

and turned us back: lootings, panic, devastation. But there’re

moments that suddenly a fresh scene from old great events goes

through someone’s memory and then the beggars

pull back their hand

as though the profit was enough for today.

 

 

 

~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (απόσπασμα)

IV

Τράβηξαν ολόισια στην αυγὴ με την ακαταδεξιὰ του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ᾿ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Απὸ δω πέρασε ο στρατὸς με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ᾿ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ᾿ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωὴ στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μία οργιὰ ουρανὸ – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στήν πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδούνιζαν τα γυαλικὰ στα ράφια.

Ά, τί τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια –
ανάμεσα στα γόνατα τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα να `σπαγαν μία ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιὸς θα σου φέρει τώρα το ζεστὸ καρβέλι μες στη νύχτα να ταίσεις τα όνειρα;
Ποιὸς θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματα τους;

Το χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πὼς μύριζε το χώμα –
και τώρα πὼς κλειδώσανε την πόρτα τους τ᾿ αμπέλια μας
πῶς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιὸς να το πει πως βρίσκονται οι μισοὶ κάτου απ᾿ το χώμα
κ᾿ οι άλλοι μισοὶ στα σίδερα;

Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανὸς
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου να `ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτὸ το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Κάτου απ᾿ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινὶ – περμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Τούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανεὶς να μας το πάρει.

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

IV

 

They went straight to dawn with the haughty air of the hungry

a star had curdled in their motionless eyes

on their shoulders they carried the injured summer

 

This way the army went with banners glued onto their flesh

with stubbornness bitten by their teeth like an unripe wild pear

with the moon-sand under their heavy boots and with the coal dust of night

glued in their nostrils and their ears.

 

Tree by tree stone by stone they passed the world

with thorns as pillows they spent their sleep

τhey carried life like a river in their parched hands.

 

With every step they won a yard of sky – to give it away

On watch they turned to stone like the conflagrated trees

and when they danced in the plaza ceilings shook inside the houses

and the glassware clinked on the shelves

 

Ah what songs shook the mountain peaks – as they held between their legs

the earthen dish of the moon and had their dinner

and broke the sigh amid their heart pleats like they would break a louse

with their thick nails.

 

Who will now bring you the warm loaf of bread

that you may feed the night with dreams?

Who will stand in the olive tree’s shade to keep the cicadas company

that they won’t go silent now that the whitewash of noon hour paints

all around the horizon a stone wall erasing their great manly names?

 

This soil that was so fragrant at dawn the soil that was theirs and ours –

their blood – how fragrant the soil was –

and now how our vineyards have locked their doors

how the light has thinned on roofs and trees –

who would have said that half of them are under the earth and the other half in jail?

 

With so many leaves the sun greets you good morning and the sky shines

with so many banners and these are in jail and those lie under the earth.

 

Silence that any time now the bells will chime;

This soil is theirs and ours.

 

 

Under the earth in their crossed hands they hold the bell rope – waiting for the hour

they don’t sleep they don’t die, they wait to ring the resurrection.

This soil is theirs and ours – no one can take it from us

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

II

Κάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας
είναι μία σταγόνα νερὸ που σκάβει απὸ παλιὰ τη σιωπὴ ως το μεδούλι
είναι μία καμπάνα κρεμασμένη στο γέρο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ᾿ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Αλωνάρη
– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ᾿ τὸν καημὸ της δύσης.

Η Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιὲς με τη φαρδιά της φούστα λεκιασμένη απ᾿ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδὶ και του αποκρίνεται απ᾿ τον κάμπο η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
Η κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Απάνου στο τραπέζι το ψωμὶ κ᾿ η ελιά,
μες στην κληματαριὰ ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

Α, τί μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες στην καψαλισμένη μάντρα του καλοκαιριού «κι αυτὸ θα περάσει»
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιὰ της πάνου απ᾿ τα εφτὰ σφαγμένα παλληκάρια της
ώσπου να βρεῖ το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.

Τούτο το κόκκαλο που βγαίνει απὸ τη γης
μετράει οργιὰ-οργιὰ τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερὶς με το βιολὶ ως το χάραμα
καημό-καημὸ το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιὰ σαν κόρδες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Οδυσσέα.

Α, ποιὸς θα φράξει τότες τη μπασιὰ και ποιό σπαθὶ θα κόψει το κουράγιο
και ποιὸ κλειδὶ θα σου κλειδώσει την καρδιὰ που με τα δυο θυρόφυλλά της διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ᾿ αστροπερίχυτα περβόλια;

Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Μάη στη ναυτικὴ ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σαν ταψὶ στού γανωτζή τὸν τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμὶ στου σφουγγαρά το δείπνο.
Και να που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικὸ φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοὶ που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Αναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα απὸ σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Αιγαίου το βράχο και το αλάτι.
Μπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακὶ το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ᾿ Αλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο δείπνο
κόβοντας τον καημὸ στα δυό έτσι που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι.

Έλα κυρὰ με τ᾿ αρμυρὰ ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
απὸ την έγνοια του φτωχού κι απ᾿ τα πολλὰ τα χρόνια –
η αγάπη σε περμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σου κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σου ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.
Μέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος κατακόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερὸ για να τινάξει ελάτι
κ᾿ η μάνα κάτου απ᾿ τη ρυτίδα της κρατάει γερὰ μαχαίρι.
Έλα κυρὰ που τα χρυσὰ κλωσσάς αυγὰ του κεραυνού –
πότε μία μέρα θαλασσιὰ θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις πάλι τ᾿ άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιὰ
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρὶ στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλὸς ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και τ᾿ Απριλιού το χιόνι
και να `βγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να σταυρώσει τις δαγκάνες του.

 

ROMIOSINI

 II

Every evening with the thyme scorched on

the rock’s bosom

there’s a water-drop that for a long time has been digging

silence to its marrow

there is a bell hanging from the ancient plane-tree

calling out the years

Sparks sleep lightly in the embers of solitude

and roofs contemplate on the golden fine down

on the upper lip of Alonaris

– yellow fine down like the corn tassel smoked up

by the grief of the west.

Virgin Mary leans down on the myrtle her wide

skirt stained by grapes.

On the road a child cries and the ewe who lost her

lambs answers from the meadow.

Shadow by the spring. The barrel frozen.

The blacksmith’s daughter with soaked feet.

On the table the bread and the olive

in the grapevine the night lamp of evening star

and high up there turning on its spit

the galaxy is fragrant

by the burnt-up lard garlic and pepper.

Ah what silky stars the pine needles

will need still to embroider

over the scorched fence wall of summer

“this will also pass”

how a mother will still squeeze her heart over

her seven butchered brave lads

until light finds its path to the uphill

of her soul.

This bone sticking out of the earth

measures the earth yard by yard and

the lute’s strings

and the lute from dusk to dawn with

the violin

grief by grief they sing it to rosemary

and the pines

and the ropes ring like lyres in the boats

and the seaman drinks bitter sea in

Odysseus’ wine cup.

Ah who then will fence the entrance and which

sword will sever the courage

and which key will lock up your heart that with

its two door-leaves wide open

stares at God’s star-drenched orchards?

Long hour like the Saturday evenings of May

in the seamen’s tavern

long night like a roasting pan on the tinsmith’s wall

long song like bread on the sponge diver’s

dinner.

And here is the Cretan moon rolling down

the pebble mount

goup goup with twenty lines of nails on the soles

of his leather boots

and here are those who go up and down

the Palamidi2 stairs

filling their pipes with roughly cut leaves

of darkness

their mustaches star-sprinkled with thyme

of Roumeli 3

and their teeth pine roots in the Aegean’s

rock and salinity.

They were thrown in iron and fire they conversed

with rocks

they offered raki 4 to death in their

grandfathers’ skulls

on the same threshing floors they met and shared their dinner

with Digeni5

slicing their grief in two like they sliced their barley bread loaves

on their knees.

Come you oh woman with the salty eyelashes with

your hand gold-plated

by your concern for the poor and by the many

years –

love is waiting for you in the bulrushes

the seagull hangs your black icon in his cave

and the bitter urchin kisses your toenail

In the black grape of the vineyard the red

bright must bubbles

shoots of the burned bulrush bubbles

under the earth the root of the dead man begs for water

so it will grow a fir tree

and under her wrinkles a mother holds the knife

tightly

Come you oh woman who broods on the golden

eggs of thunderbolts –

when an azure day comes you’ll take off the headscarf

and again take up arms

that May’s hailstorm will beat your forehead

that the sun will break a pomegranate in your cotton apron

that alone you will divide seed by seed

among your twelve orphans

that the shore will shine around you like the edge of a sword

and April’s snow

so that the crab will come out from the rocks to sunbathe

and cross its claws

 

 

1 Month of Wheat Harvest – June

2 Venetian castle of Palamidi in Nafplion with one thousand steps

3 Part of Mainland Greece between Peloponnesos and Thessaly

4 Moonshine

5 Literary meaning, one of two races; however also a mythical

figure, invented during the Medieval years of Turkish

occupation, who was destined to free Greeks from slavery

 

Yannis Ritsos-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

 

aaristo001p1

ARISTOTLE

  1. Ethics

Standard interpretations of Aristotle’s Nichomachean Ethics usually maintain that Aristotle (384-322 B.C.E.) emphasizes the role of habit in conduct. It is commonly thought that virtues, according to Aristotle, are habits and that the good life is a life of mindless routine.

These interpretations of Aristotle’s ethics are the result of imprecise translations from the ancient Greek text. Aristotle uses the word hexis to denote moral virtue. But the word does not merely mean passive habituation. Rather, hexis is an active condition, a state in which something must actively hold itself.

Virtue, therefore, manifests itself in action. More explicitly, an action counts as virtuous, according to Aristotle, when one holds oneself in a stable equilibrium of the soul, in order to choose the action knowingly and for its own sake. This stable equilibrium of the soul is what constitutes character.

Similarly, Aristotle’s concept of the mean is often misunderstood. In the Nichomachean Ethics, Aristotle repeatedly states that virtue is a mean. The mean is a state of clarification and apprehension in the midst of pleasures and pains that allows one to judge what seems most truly pleasant or painful. This active state of the soul is the condition in which all the powers of the soul are at work in concert. Achieving good character is a process of clearing away the obstacles that stand in the way of the full efficacy of the soul.

For Aristotle, moral virtue is the only practical road to effective action. What the person of good character loves with right desire and thinks of as an end with right reason must first be perceived as beautiful. Hence, the virtuous person sees truly and judges rightly, since beautiful things appear as they truly are only to a person of good character. It is only in the middle ground between habits of acting and principles of action that the soul can allow right desire and right reason to make their appearance, as the direct and natural response of a free human being to the sight of the beautiful. 

  1. Habit

In many discussions, the word “habit” is attached to the Ethics as though it were the answer to a multiple-choice question on a philosophy achievement test. Hobbes‘ Leviathan? Self-preservation. Descartes‘ Meditations? Mind-body problem. Aristotle’s Ethics? Habit. A faculty seminar I attended a few years ago was mired in the opinion that Aristotle thinks the good life is one of mindless routine. More recently, I heard a lecture in which some very good things were said about Aristotle’s discussion of choice, yet the speaker still criticized him for praising habit when so much that is important in life depends on openness and spontaneity. Can it really be that Aristotle thought life is lived best when thinking and choosing are eliminated?

On its face this belief makes no sense. It is partly a confusion between an effect and one of its causes. Aristotle says that, for the way our lives turn out, “it makes no small difference to be habituated this way or that way straight from childhood, but an enormous difference, or rather all the difference.” (1103b, 23-5) Is this not the same as saying those lives are nothing but collections of habits? If this is what sticks in your memory, and leads you to that conclusion, then the cure is easy, since habits are not the only effects of habituation, and a thing that makes all the difference is indispensable but not necessarily the only cause of what it produces.

We will work through this thought in a moment, but first we need to notice that another kind of influence may be at work when you recall what Aristotle says about habit, and another kind of medicine may be needed against it. Are you thinking that no matter how we analyze the effects of habituation, we will never get around the fact that Aristotle plainly says that virtues are habits? The reply to that difficulty is that he doesn’t say that at all. He says that moral virtue is a hexis. Hippocrates Apostle, and others, translate hexis as habit, but that is not at all what it means. The trouble, as so often in these matters, is the intrusion of Latin. The Latin habitus is a perfectly good translation of the Greek hexis, but if that detour gets us to habit in English we have lost our way. In fact, a hexisis pretty much the opposite of a habit.

The word hexis becomes an issue in Plato‘s Theaetetus. Socrates makes the point that knowledge can never be a mere passive possession, stored in the memory the way birds can be put in cages. The word for that sort of possession, ktÎsis, is contrasted with hexis, the kind of having-and-holding that is never passive but always at work right now. Socrates thus suggests that, whatever knowledge is, it must have the character of a hexis in requiring the effort of concentrating or paying attention. A hexis is an active condition, a state in which something must actively hold itself, and that is what Aristotle says a moral virtue is.

Some translators make Aristotle say that virtue is a disposition, or a settled disposition. This is much better than calling it a “habit,” but still sounds too passive to capture his meaning. In De Anima, when Aristotle speaks of the effect produced in us by an object of sense perception, he says this is not a disposition (diathesis) but a hexis. (417b, 15-17) His whole account of sensing and knowing depends on this notion that receptivity to what is outside us depends on an active effort to hold ourselves ready. In Book VII of the Physics, Aristotle says much the same thing about the way children start to learn: they are not changed, he says, nor are they trained or even acted upon in any way, but they themselves get straight into an active state when time or adults help them settle down out of their native condition of disorder and distraction. (247b, 17-248a, 6) Curtis Wilson once delivered a lecture at St. John’s College, in which he asked his audience to imagine what it would be like if we had to teach children to speak by deliberately and explicitly imparting everything they had to do. We somehow set them free to speak, and give them a particular language to do it in, but they–Mr. Wilson called them “little geniuses”–they do all the work.

Everyone at St. John’s has thought about the kind of learning that does not depend on the authority of the teacher and the memory of the learner. In the Meno it is called “recollection.” Aristotle says that it is an active knowing that is always already at work in us. In Plato’s image we draw knowledge up out of ourselves; in Aristotle’s metaphor we settle down into knowing. In neither account is it possible for anyone to train us, as Gorgias has habituated Meno into the mannerisms of a knower. Habits can be strong but they never go deep. Authentic knowledge does engage the soul in its depths, and with this sort of knowing Aristotle links virtue. In the passage cited from Book VII of the Physics, he says that, like knowledge, virtues are not imposed on us as alterations of what we are; that would be, he says, like saying we alter a house when we put a roof on it. In the Categories, knowledge and virtue are the two examples he gives of what hexis means (8b, 29); there he says that these active states belong in the general class of dispositions, but are distinguished by being lasting and durable. The word “disposition” by itself he reserves for more passive states, easy to remove and change, such as heat, cold, and sickness.

In the Ethics, Aristotle identifies moral virtue as a hexis in Book II, chapter 4. He confirms this identity by reviewing the kinds of things that are in the soul, and eliminating the feelings and impulses to which we are passive and the capacities we have by nature, but he first discovers what sort of thing a virtue is by observing that the goodness is never in the action but only in the doer. This is an enormous claim that pervades the whole of the Ethics, and one that we need to stay attentive to. No action is good or just or courageous because of any quality in itself. Virtue manifests itself in action, Aristotle says, only when one acts while holding oneself in a certain way. This is where the word hexis comes into the account, from pÙs echÙn, the stance in which one holds oneself when acting. The indefinite adverb is immediately explained: an action counts as virtuous when and only when one holds oneself in a stable equilibrium of the soul, in order to choose the action knowingly and for its own sake. I am translating as “in a stable equilibrium” the words bebaiÙs kai ametakinÍtÙs; the first of these adverbs means stably or after having taken a stand, while the second does not mean rigid or immovable, but in a condition from which one can’t be moved all the way over into a different condition. It is not some inflexible adherence to rules or duty or precedent that is conveyed here, but something like a Newton’s wheel weighted below the center, or one of those toys that pops back upright whenever a child knocks it over.

This stable equilibrium of the soul is what we mean by having character. It is not the result of what we call “conditioning.” There is a story told about B. F. Skinner, the psychologist most associated with the idea of behavior modification, that a class of his once trained him to lecture always from one corner of the room, by smiling and nodding whenever he approached it, but frowning and faintly shaking their heads when he moved away from it. That is the way we acquire habits. We slip into them unawares, or let them be imposed on us, or even impose them on ourselves. A person with ever so many habits may still have no character. Habits make for repetitive and predictable behavior, but character gives moral equilibrium to a life. The difference is between a foolish consistency wholly confined to the level of acting, and a reliability in that part of us from which actions have their source. Different as they are, though, character and habit sound to us like things that are linked, and in Greek they differ only by the change of an epsilon to an eta, making Íthos from ethos

We are finally back to Aristotle’s claim that character, Íthos, is produced by habit, ethos. It should now be clear though, that the habit cannot be any part of that character, and that we must try to understand how an active condition can arise as a consequence of a passive one, and why that active condition can only be attained if the passive one has come first. So far we have arranged three notions in a series, like rungs of a ladder: at the top are actives states, such as knowledge, the moral virtues, and the combination of virtues that makes up a character; the middle rung, the mere dispositions, we have mentioned only in passing to claim that they are too shallow and changeable to capture the meaning of virtue; the bottom rung is the place of the habits, and includes biting your nails, twisting your hair, saying “like” between every two words, and all such passive and mindless conditions. What we need to notice now is that there is yet another rung of the ladder below the habits.

We all start out life governed by desires and impulses. Unlike the habits, which are passive but lasting conditions, desires and impulses are passive and momentary, but they are very strong. Listen to a child who can’t live without some object of appetite or greed, or who makes you think you are a murderer if you try to leave her alone in a dark room. How can such powerful influences be overcome? To expect a child to let go of the desire or fear that grips her may seem as hopeless as Aristotle’s example of training a stone to fall upward, were it not for the fact that we all know that we have somehow, for the most part, broken the power of these tyrannical feelings. We don’t expel them altogether, but we do get the upper hand; an adult who has temper tantrums like those of a two-year old has to live in an institution, and not in the adult world. But the impulses and desires don’t weaken; it is rather the case that we get stronger.

Aristotle doesn’t go into much detail about how this happens, except to say that we get the virtues by working at them: in the give-and-take with other people, some become just, others unjust; by acting in the face of frightening things and being habituated to be fearful or confident, some become brave and others cowardly; and some become moderate and gentle, others spoiled and bad-tempered, by turning around from one thing and toward another in the midst of desires and passions. (1103 b, 1422) He sums this up by saying that when we are at-work in a certain way, an active state results. This innocent sentence seems to me to be one of the lynch-pins that hold together the Ethics, the spot that marks the transition from the language of habit to the language appropriate to character. If you read the sentence in Greek, and have some experience of Aristotle’s other writings, you will see how loaded it is, since it says that a hexis depends upon an energeia. The latter word, that can be translated as being-at-work, cannot mean mere behavior, however repetitive and constant it may be. It is this idea of being-at-work, which is central to all of Aristotle’s thinking, that makes intelligible the transition out of childhood and into the moral stature that comes with character and virtue. (See Aristotle on Motion and its Place in Nature for as discussion energeia.)

The moral life can be confused with the habits approved by some society and imposed on its young. We at St. John’s College still stand up at the beginning and end of Friday-night lectures because Stringfellow Barr — one of the founders of the current curriculum — always stood when anyone entered or left a room. What he considered good breeding is for us mere habit; that becomes obvious when some student who stood up at the beginning of a lecture occasionally gets bored and leaves in the middle of it. In such a case the politeness was just for show, and the rudeness is the truth. Why isn’t all habituation of the young of this sort? When a parent makes a child repeatedly refrain from some desired thing, or remain in some frightening situation, the child is beginning to act as a moderate or brave person would act, but what is really going on within the child? I used to think that it must be the parent’s approval that was becoming stronger than the child’s own impulse, but I was persuaded by others in a study group that this alone would be of no lasting value, and would contribute nothing to the formation of an active state of character. What seems more likely is that parental training is needed only for its negative effect, as a way of neutralizing the irrational force of impulses and desires.

We all arrive on the scene already habituated, in the habit, that is, of yielding to impulses and desires, of instantly slackening the tension of pain or fear or unfulfilled desire in any way open to us, and all this has become automatic in us before thinking and choosing are available to us at all. This is a description of what is called “human nature,” though in fact it precedes our access to our true natural state, and blocks that access. This is why Aristotle says that “the virtues come about in us neither by nature nor apart from nature” (1103a, 24-5). What we call “human nature,” and some philosophers call the “state of nature,” is both natural and unnatural; it is the passive part of our natures, passively reinforced by habit. Virtue has the aspect of a second nature, because it cannot develop first, nor by a continuous process out of our first condition. But it is only in the moral virtues that we possess our primary nature, that in which all our capacities can have their full development. The sign of what is natural, for Aristotle, is pleasure, but we have to know how to read the signs. Things pleasant by nature have no opposite pain and no excess, because they set us free to act simply as what we are (1154b, 15-21), and it is in this sense that Aristotle calls the life of virtue pleasant in its own right, in itself (1099a, 6-7, 16-17). A mere habit of acting contrary to our inclinations cannot be a virtue, by the infallible sign that we don’t like it.

Our first or childish nature is never eradicated, though, and this is why Aristotle says that our nature is not simple, but also has in it something different that makes our happiness assailable from within, and makes us love change even when it is for the worse. (1154b, 21-32) But our souls are brought nearest to harmony and into the most durable pleasures only by the moral virtues. And the road to these virtues is nothing fancy, but is simply what all parents begin to do who withhold some desired thing from a child, or prevent it from running away from every irrational source of fear. They make the child act, without virtue, as though it had virtue. It is what Hamlet describes to his mother, during a time that is out of joint, when a son must try to train his parent (III, Ìv,181-9):

Assume a virtue if you have it not.
That monster, custom, who all sense doth eat
Of habits evil, is angel yet in this,
That to the use of actions fair and good
He likewise gives a frock or livery,
That aptly is put on. Refrain tonight,
And that shall lend a kind of easiness
To the next abstinence; the next more easy;
For use almost can change the stamp of nature…

Hamlet is talking to a middle-aged woman about lust, but the pattern applies just as well to five-year-olds and candy. We are in a position to see that it is not the stamp of nature that needs to be changed but the earliest stamp of habit. We can drop Hamlet’s “almost” and rid his last quoted line of all paradox by seeing that the reason we need habit is to change the stamp of habit. A habit of yielding to impulse can be counteracted by an equal and opposite habit. This second habit is no virtue, but only a mindless inhibition, an automatic repressing of all impulses. Nor do the two opposite habits together produce virtue, but rather a state of neutrality. Something must step into the role previously played by habit, and Aristotle’s use of the word energeia suggests that this happens on its own, with no need for anything new to be imposed. Habituation thus does not stifle nature, but rather lets nature make its appearance. The description from Book VII of the Physics of the way children begin to learn applies equally well to the way human character begins to be formed: we settle down, out of the turmoil of childishness, into what we are by nature.

We noticed earlier that habituation is not the end but the beginning of the progress toward virtue. The order of states of the soul given by Aristotle went from habit to being-at-work to the hexis or active state that can give the soul moral stature. If the human soul had no being-at-work, no inherent and indelible activity, there could be no such moral stature, but only customs. But early on, when first trying to give content to the idea of happiness, Aristotle asks if it would make sense to think that a carpenter or shoemaker has work to do, but a human being as such is inert. His reply, of course, is that nature has given us work to do, in default of which we are necessarily unhappy, and that work is to put into action the power of reason. (1097b, 24-1098a, 4) Note please that he does not say that everyone must be a philosopher, nor even that human life is constituted by the activity of reason, but that our work is to bring the power of logos forward into action. Later, Aristotle makes explicit that the irrational impulses are no less human than reasoning is. (1111 b, 1-2) His point is that, as human beings, our desires need not be mindless and random, but can be transformed by thinking into choices, that is desires informed by deliberation. (1113a, 11) The characteristic human way of being-at-work is the threefold activity of seeing an end, thinking about means to it, and choosing an action. Responsible human action depends upon the combining of all the powers of the soul: perception, imagination, reasoning, and desiring. These are all things that are at work in us all the time. Good parental training does not produce them, or mold them, or alter them, but sets them free to be effective in action. This is the way in which, according to Aristotle, despite the contributions of parents, society, and nature, we are the co-authors of the active states of our own souls (1114b, 23-4).

Source: www.iep.utm.edu

 

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΔΥΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ

 

Πίσω απ’ τα γυάλινα βουνά, στην άκρη του δάσους, υπάρχει

μια μεγάλη κουζίνα, μαρμάρινη, σα ναός. Εκεί μέσα

γυναίκες κι άντρες λευκοφορεμένοι, με ξύλινες κουτάλες,

με τρίφτες, με δίκοπα μαχαίρια, ετοιμάζουν

σα αρχαία μπακιρένια λεβίτια, σε ταψιά, σε σχάρες

ή σε τσουκάλια, τα φαγιά, τα γλυκίσματα, τις πίτες

για τη γιορτή των Αγίων Ασωμάτων. Όμως εκείνος,

αιρετικός, ολόγυμνος, τις νύχτες, όταν δύει το φεγγάρι

ανάβει λαθραία μια μεγάλη λαμπάδα, διπλή απ’ το μπόι του

και κατεβαίνει

ευλαβικά ένα ένα τα σκαλιά από πωρόλιθο της ζωής και του θανάτου

στο υπόγειο παρεκκλήσι των Αγίων Σωμάτων, εκεί όπου σμίγουν

η ελευθερία κι η σκλαβιά σ’ έναν έρωτα, πρώτον και τελευταίο.

 

 

TWO DIFFERENT CEREMONIES

 

Behind the glass mountains, at the edge of the forest, is

a large kitchen made of marble, like a temple. In there

women and men dressed in white, with wooden ladles,

with graters, skewers, double-edged knives prepare

in ancient copper cauldrons, in roasting tins, on grills

or pots the foods, the sweets, the pies,

for the holiday of Saint Asomatoi.* But him

a heretic, strips naked; during the night when the moon goes down

he covertly lights a tall candle, double his height and reverently goes

down, one after the other the made of tough-stone steps of life and death

to the lower level of the chapel of Saint Somatoi,** there, where

slavery and freedom meet in their first and last love affair.

 

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

 

*-Saint Asomatoi (bodyless saints)

**-Saint Somatoi (saints with bodies)

The Medusa Glance cover

ΚΟΚΤΕΙΛ

 

Μυρωδιά απ’ την κατσαρόλα

στην κουζίνα αναμιγνύεται

με το πάθος στο υπνοδωμάτιο

 

κι ο σκύλος μυρίζει το πάτωμα

ν’ ανασκάψει το χαμένο του κόκαλο

 

το κρασοπότηρο μου θυμίζει

να πιω μία γουλιά

 

κι η ιερή μοναξιά της στάχτης

στο τζάκι παραμένει σιωπηλή

 

κι εσύ προσεύχεσαι στο κοιμητήριο

και κουβέντα δεν τολμάς να πεις

μην και ξυπνήσεις το θαμένο

άντρα ν’ αρχίσει το χορό του

 

στο πράσινο γρασίδι

αρχαίος ιεροφάντης

στη μνήμη και στα μάτια σου

 

COCKTAIL

 

Smell of the casserole from the kitchen mixes

with passion from the bedroom

dog sniffs the carpet as if

 

to unearth his hidden bone

my wineglass calls for another sip

while the holy loneliness of the ash

 

in the fireplace remains silent

and you pray by

the gravestones and

 

don’t dare utter a word

afraid you may wake up

the buried man who will start

 

his dance on the green grass

an ancient hierophant

in your memory and eyes

 

The Medusa Glance, poetry by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, 2017