Archive for the ‘Greek Canadian Poets’ Category

cover

 

Η ΜΟΥΣΙΚΗ

 

Καμιά φορά τα βράδια, ιδιαίτερα όταν βρέχει, ο νους μου τα-

ξιδεύει — πιο συχνά στα παιδικά μου χρόνια. Και τότε ξεπροβάλλει

ο καθηγητής του βιολιού. Φορούσε μια ξεθωριασμένη ρεντικότα και

μια περούκα μαδημένη — γελούσαμε μαζί του. Αλλά όταν μετά το

μάθημα έμπαινε η μητέρα στην κάμαρα (για χάρη της ίσως) έπαι-

ζε κάτι διαφορετικό — μια μελωδία ήρεμη και σοβαρή που μας

έκανε να σοβαρευόμαστε κι εμείς άξαφνα, σα να μαντεύαμε αόριστα

ότι στο βάθος η μουσική δεν είναι πάθος ή όνειρο, νοσταλγία ή

ρεμβασμός

αλλά μια άλλη δικαιοσύνη.

 

 

MUSIC

 

Sometimes at night especially when it rains my mind

travels — quite often to my childhood years. Then the violin

teacher would appear. He wore a faded morning coat and his

disheveled hair piece — we laughed at him. But when after

the lesson my mother would enter the room (for her perhaps)

he would play something different — an harmonious melody

and solemn enough that we suddenly got saddened as if vaguely

guessing that at depth music wasn’t passion or dream, nostalgia

or reverie

but a different kind of justice.

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

index

ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΜΙΑΣ ΚΥΡΙΑΣ του ΤΟΜΑΣ ΣΤΕΡΝΣ ΕΛΙΟΤ

 

ΙΙ

 

Και τώρα που σνθίζουν οι κρίνοι

έχει ένα βάζο μα κρίνους στο δωμάτιο της

και συστρέφει το δάχτυλο της καθώς μιλεί

Ω, φίλε μου δεν ξέρεις, δεν ξέρεις

τί είναι η ζωή, εσύ που την κρατάς στα χέρια σου

(αργά αργά μετατοπίζοντας τους κρίνους)

Την αφήνεις να κυλήσει μακριά σου

κι η νειότη είναι σκληρή, δεν μετανιώνει

και χαμογελά σε  κάθε τι που δεν μπορεί να δει.

Χαμογελώ φυσικά

και συνεχίζω να πίνω το τσάι μου.

Κι όμως μ’ αυτά τα ηλιοβασιλέματα του Απρίλη,

για κάποιο λόγο ανακαλώ την πεθαμένη μου ζωή

και το Παρίσι την άνοιξη

νιώθω απόλυτη ευφωρία, και βρίσκω τον κόσμο

να `ναι τελικά ωραίος και γεμάτος νειάτα.

 

Η φωνή γίνεται ξαφνικά επίμονη

σαν παράτονο βιολί στο Αυγουστιάτικο απόγευμα.

Είμαι σίγουρος πως πάντα καταλαβαίνεις

τα αισθήματα μου, σίγουρος πως νιώθεις

και πάνω απ’ το μεγάλο κόλπο μου απλώνεις το χέρι.

 

Είσαι αθάνατη, δεν έχεις Αχίλλεια φτέρνα

θα συνεχίσεις για καιρό κι όταν θα έχεις πια επιζήσει

θα πεις: σ’ αυτό το σημείο πολλοί έχουν αποτύχει,

αλλά τί να `χω φίλε μου, τί να `χω να σου δώσω

τί μπορεί να πάρεις από `μένα;

Μόνο τη φιλία μου και την συμπάθεια

κάποιου που έχει σχεδόν φτάσει στο τέλος του δρόμου του.

 

Εδώ θα μείνω και θα σερβίρω τσάι στους φίλους…

 

Παίρνω το καπέλο μου: πώς να προσθέσω κάτι

σ’ αυτά που μου έχει πει;

Το πρωί θα με δείτε στο πάρκο

να διαβάζω τα κόμικς και τη σελίδα των σπορτς.

Ιδιαίτερα θα υπογραμμίσω

ότι μια αγγλίδα κόμησα ανεβαίνει στη σκηνή.

Ένας Έλληνας δολοφονήθηκε στη χοροεσπερίδα των Πολωνών.

άλλος ένας πτωχευμένος τραπεζίτης ομολόγησε.

Διατηρώ τον τρόπο μου

παραμένω αυτοκυρίαρχος

εκτός όταν στο δρόμο, ένα πιάνο κουρασμένο και μηχανικό

ξαναπαίζει ένα παλιό πολυπαιγμένο τραγούδι

και με την ευωδία των υάκυνθων στον κήπο

ανακαλώντας πράγματα που άλλοι έχουν πεθυμήσει.

Είναι λογικές αυτές οι ιδέες ή όχι;

 

 

PORTRAIT OF A LADY by T S ELIOT

II

Now that lilacs are in bloom

She has a bowl of lilacs in her room

And twists one in her fingers while she talks.

“Ah, my friend, you do not know, you do not know

What life is, you who hold it in your hands”;

(Slowly twisting the lilac stalks)

“You let it flow from you, you let it flow,

And youth is cruel, and has no remorse

And smiles at situations which it cannot see.”

I smile, of course,

And go on drinking tea.

“Yet with these April sunsets, that somehow recall

My buried life, and Paris in the Spring,

I feel immeasurably at peace, and find the world

To be wonderful and youthful, after all.”

 

The voice returns like the insistent out-of-tune

Of a broken violin on an August afternoon:

“I am always sure that you understand

My feelings, always sure that you feel,

Sure that across the gulf you reach your hand.

 

You are invulnerable, you have no Achilles’ heel.

You will go on, and when you have prevailed

You can say: at this point many a one has failed.

 

But what have I, but what have I, my friend,

To give you, what can you receive from me?

Only the friendship and the sympathy

Of one about to reach her journey’s end.

 

I shall sit here, serving tea to friends ….”

 

I take my hat: how can I make a cowardly amends

For what she has said to me?

You will see me any morning in the park

Reading the comics and the sporting page.

Particularly I remark.

An English countess goes upon the stage.

A Greek was murdered at a Polish dance,

Another bank defaulter has confessed.

I keep my countenance,

I remain self-possessed

Except when a street-piano, mechanical and tired

Reiterates some worn-out common song

With the smell of hyacinths across the garden

Recalling things that other people have desired.

Are these ideas right or wrong?

 

 

~ Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by MANOLIS ALIGIZAKIS

 

cover

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΘΑΛΠΩΡΗ

 

Ένα βράδυ πήρα απ’ το τραπέζι τα δυο μισοτελειωμένα φορέμα-

τα και τ’ ακούμπησα στον καναπέ, η γυναίκα μου ήταν μια φτωχή

μοδίστρα, το πρωί “γιατί” μου λέει, “έκανες αυτήν την ακαταστα-

σία;” “Λάθος” της λέω “ίσα ίσα που συμμάζεψα λίγο το σπίτι”

“αλλά γιατί;” “μα θα ερχόταν κόσμος” της λέω “ποιος κόσμος;”

μου λέει με παράπονο — αφού δεν έρχεται ποτέ κανείς” “φτωχή

μου κοπέλλα είσαι τρελλή;” της λέω “κάθε βράδυ έρχεται πολύς

κόσμος” “εδώ σ’ εμάς;” έκανε και τα μάτια της έλαμψαν.

Από τότε άρχισε να μιλάει μόνη της τα βράδια, ώσπου τη βά-

λαμε στο άσυλο. Εγώ πήγα στης μητέρας μου, δε θυμάμαι πού —

γριά γυναίκα ήταν βλέπεις

κι είχε πεθάνει.

 

 

FAMILY WARMTH

 

One night I took two unfinished dresses from the table and

put them on the couch my wife was a poor seamstress, in the morning

“why you created that mess?”, “on the contrary” I said to her,

“I tidied up the house”, “but why?” “We expect visitors” I said

“what visitors?”  she said to me with a grumble — “no one ever comes”

“poor girl, you are crazy” I said “every night lots of people come”

“here to visit us?” she said and her eyes gleamed.

Since then she started talking to herself every night until we put

her in the asylum. I went to my mother’s, I don’t remember where —

she was an old woman, you see

and she had died.

 

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

Η ΤΕΛΕΙΑ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ

 

Βαριά, σκοτεινά παραπετάσματα πορφυρά ή λαδοπράσινα. Πίσω τους

μεγάλα τρίποδα πιάνα, μπρούτζινα αγάλματα, χρυσόδετοι καθρέφτες,

το φευγαλέο πέρασμα μιας γυναικείας εσθήτας, κι η γυναίκα να λείπει.

Ύστερα κύλησε μια γυάλινη σφαίρα με παράξενο θόρυβο πανένιο.

Το μυστικό που ζητούσε να εκφραστεί γινόταν μυστικώτερο ακόμα.

Ακούγονταν υπόκωφες οι ομιλίες υπηρετών σ’ έναν βαθύτερο χώρο—

ίσως να γδέρναν λαγούς ή να μαδούσαν πουλιά, γιατί, κάθε τόσο,

έπεφταν λίγα πούπουλα χρυσίζοντας πάνω στο σώμα εκείνου

πού `μενε πλαγιασμένος στον κόκκινο τάπητα, ωραίος, μ’ανοιχτά τα χέρια

σαν σταυρωμένος στο πάτωμα, περιμένοντας πάντοτε ωστόσο

(κι αυτό διακρίνονταν στο πονηρό τρεμούλιασμα των κλεισμένων

βλεφάρων)

ν’ αρχίσει η μουσική στα μέσα δωμάτια, να σηκωθεί και να χορέψει.

 

 

PERFECT STAGING

 

Heavy, dark curtains purple or olive green. Behind them

big three-legged pianos, bronze statues, gold-tiled mirrors,

the quick passing of a woman’s bra and the woman is absent.

Then a glass ball rolled with a strange sound as if made of cloth.

The secret yearning to be expressed remained even more secret.

Subterranean voices of servants in a deeper space were heard –

perhaps they were skinning rabbits or plucking bird feathers, because so often

some feathers fell shining like gold over the body of the one

who stayed lying down on the red carpet, handsome, with open arms

as if crucified on the floor, however always waiting

(and this was discerned in the cunning trembling of his closed

eyelids)

the start of the music in the inside rooms that he could stand up and dance.

 

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

 

cover

Η ΠΟΛΗ

 

Περπατάω σκυφτός, είμαι ξένος σ’ αυτή την πόλη, αλλά η

στυφή μυρουδιά απ’ τα δημόσια ουρητήρια με πείθει παράξενα, μια

απ’ τις απολαύσεις μου είναι τα Αστεροσκοπεία, έχουν τουλάχιστο

θέρμανση, κι αν ο υπάλληλος είχε προσέξει το μούτρο μου, θα είχε

προσδιορίσει πολλούς μελλοντικούς κατακλυσμούς, με λίγα λόγια

ένα άθλιο απόγεμα που θα `θελε να κρεμαστεί κανείς — και πράγ-

ματι οι φωνές είχαν σταματήσει, η διαδήλωση μόλις είχε τελειώ-

σει κι οι αστυφύλακες έσβηναν μια ολόκληρη επανάσταση γραμμέ-

νη πάνω στους τοίχους.

 

 

 

THE CITY

 

I walk head down I’m a stranger in this city but

the strong stench from the public washrooms somehow

convinces me; one of my pleasures are the Observatories

they at least have heating and if the clerk had paid

attention to my face he would have observed the future

deluge in a few words a dreadful afternoon when one

wants to hang himself — and indeed the cries had stopped

the demonstration had just ended and the policemen were

erasing one complete revolution written on the walls.

 

TASOS LIVADITIS—SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com