Archive for the ‘Greek Canadian Poets’ Category

Ἐπιτύμβιον

Πέθανες- κι ἔγινες καὶ σύ: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σὲ συνοδέψανε, τρεῖς λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα γιὰ τὶς ὑπέροχες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερες.

Ἄ, ρὲ Λαυρέντη, ἐγὼ ποὺ μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στὸ ψέμα
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ, δὲν θὰ ῾ρθῶ τὴν ἡσυχία σου νὰ ταράξω.

(Ἐγώ, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μὲς στὴ σιωπὴ θὰ τὴν ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι μὲ τίμημα τὸ θλιβερό σου τὸ σαρκίο.)

Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ. Ὡς ἤσουν πάντα στὴ ζωή: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.

Δὲ θά ῾σαι ὁ πρῶτος οὔτε δὰ κι ὁ τελευταῖος

TOMBSTONE ENGRAVING

You also died and you became the special

good family man, the patriot

thirty six wreaths accompanied you

three funereal speeches by vice presidents

seven votes in favor of what you offered

 

ah, Lavrentis, only I knew what a bastard you were

what a sold out asshole, you lived a life time of lies

sleep in peace I won’t come to disturb your serenity

 

(I will exchange my whole life with priceless silence

and not with a reward your sorrowful corpse)

 

Sleep in peace as you were in life: the special

good family man, the patriot.

 

You’ll neither be the first nor the last one.

 

NEOHELLENIC POETRY-AN ANTHOLOGY, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, autumn, 2017

 

cover

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

 

Τον συναντούσα συνήθως στη σκάλα, καμιά φορά ερχόταν στην

κάμαρά μου και μάζευε τις σκόρπιες καρφίτσες απ’ το πάτωμα, “θα

τις πάω στη Μαρία” έλεγε και σα να ντρεπόταν που η Μαρία είχε

πεθάνει — ύστερα όλα άλλαξαν, το σπίτι σκοτείνιασε, μόλις μπο-

ρούσες να ξεχωρίσεις τ’ αλλοτινά σημάδια, στο δρόμο έφεγγε ένα

κηροπήγιο σα να `ταν κάτι, λέει, κάτω απ’ το χώμα που δεν έπρε-

πε να το ξεχάσουμε, “κι εσύ γιατί σ’ αρέσει να σέρνεσαι σαν το

σκουλήκι” μου λέει, “Κύριε, θέλω να προλάβω” του λέω κι όταν

ακούστηκε το τραίνο που σφύριζε για δεύτερη φορά, «εδώ τελειώ-

νουν τα όνειρα» είπε κι έβρεχε, έβρεχε ασταμάτητα πάνω σ’ όλον

το μάταιο κόσμο.

 

 

 

GOODBYE

 

I would usually meet him by the stairs at times he would come to

my room to pick the thrown pins from the floor, “I’ll give them

to Maria” he would say as if embarrassed that Maria had died —

then everything changed, the house got dark, you could hardly

discern the old wounds; in the street a candle was lit as if

they said, there was something under the soil we shouldn’t forget

“and you, why you like to crawl like a worm?” He said to me “Sir

I try to make it on time” I said to him and when the train was heard

whistling for the second time, “here end the dreams” he said and

it rained an unrelenting rain over the whole futile world.

 

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

cover

 

ΧΙΟΝΙ

 

Ήταν ο μόνος που είχα κι όμως ούτε καν τον γνώριζα — έφευγε

για καιρό κι όταν ξαναρχόταν “κάποτε θα γυρίσεις κι εσύ” μου `λεγε —

“αλλά δεν θάναι κανείς” ύστερα μου μιλούσε για το πράσιονο φόρεμα

της μητέρας του κι επέμενε στη λέξη πράσινο σα να υπερασπιζόταν

τον κόσμο κι άλλοτε γονάτιζε και ζητούσε συγχώρεση για τους

τόσους αιώνες θλίψης κι οι γυναίκες που κατέβηκαν αργότερα να

πλύνουν λησμονήθηκαν μες στη μεγάλη λάμψη κι όπως χιόνιζε

άνοιξα το Ευαγγέλιο

αλλά χιόνιζε κι εκεί.

 

 

 

SNOW

 

He was the only one I had although I couldn’t recognize him —

he would go away and come back “someday you’ll also return”

he said “but no one will be here” then he would talk to me of his

mother’s green dress and he emphasized the word green as if

he defended the whole world; other times he would kneel and ask

for forgiveness for the centuries of grief and the women who later

descended to do the laundry were forgotten in a great shine and

as it snowed I opened the Gospel

but it snowed in it as well.

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

cover

ΤΕΡΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Ή μάλλον για να `μαι πιο συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’
αυτό το ρολόι, ένα ρολόϊ ηλίθιο και φαλακρό, εγώ τί έφταιξα —
απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στον καναπέ κι έτρωγα
τις θείες μου σε νεαρή ηλικία, αλλά μιά μιά, για να μη φανεί απότομα
η γύμνια του τοίχου ή μια φορά στο δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η
πόλη ήταν ακαλαίσθητη
και μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος για τους άλλους είναι
που έδωσε στη ζωή μας αυτό το ατέλειωτο βάθος

 

AFTERNOON DELIGHTS

Or perhaps to be more accurate it all started by
this clock a stupid bald headed clock, it wasn’t my fault —
every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my
young unties, however but one by one so that the emptiness
of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat
blood so much the city was inelegant
that only the lack of interest for others gave our lives
this endless depth.

 

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

ritsos_front-large

ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΘΕΜΑ

 

Έφυγαν. Κάθισαν στα βράχια. Κοιτάνε τη θάλασσα.

Μικροί λιποτάχτες, κουρεμένοι, με σγουρά μουστάκια.

Βρέχουν το `να τους πόδι στο νερό με κάποια λύπη

όπως εκείνη από παλιά ρεμπέτικα ξεχασμένα τραγούδια

όταν η μάνα κάτω στην αυλή φώναζε: γέννησε η κότα,

και τ’ άσπρο του αυγού είναι σαστισμένο όπως εγώ μέσα στη μέρα.

 

~Αθήνα, 31-12-78

 

 

 

ON THE SAME SUBJECT

 

They left. They sat on rocks. They looked at the sea:

young deserters, shaved hair, curly mustaches.

With certain sadness they get one of their feet wet in the water,

like the sadness of the old forgotten  rebetika folksongs

when down in the yard mother yelled: the chicken laid an egg

and the white of the egg is confused as I am inside the day.

 

~Athens, 31-12-78

 

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

cover

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΘΑΛΠΩΡΗ

 

Ένα βράδυ πήρα απ’ το τραπέζι τα δυο μισοτελειωμένα φορέμα-

τα και τ’ ακούμπησα στον καναπέ, η γυναίκα μου ήταν μια φτωχή

μοδίστρα, το πρωί “γιατί” μου λέει, “έκανες αυτήν την ακαταστα-

σία;” “Λάθος” της λέω “ίσα ίσα που συμμάζεψα λίγο το σπίτι”

“αλλά γιατί;” “μα θα ερχόταν κόσμος” της λέω “ποιος κόσμος;”

μου λέει με παράπονο — αφού δεν έρχεται ποτέ κανείς” “φτωχή

μου κοπέλλα είσαι τρελλή;” της λέω “κάθε βράδυ έρχεται πολύς

κόσμος” “εδώ σ’ εμάς;” έκανε και τα μάτια της έλαμψαν.

Από τότε άρχισε να μιλάει μόνη της τα βράδια, ώσπου τη βά-

λαμε στο άσυλο. Εγώ πήγα στης μητέρας μου, δε θυμάμαι πού —

γριά γυναίκα ήταν βλέπεις

κι είχε πεθάνει.

 

 

 

FAMILY WARMTH

 

One night I took two unfinished dresses from the table and

put them on the couch my wife was a poor seamstress, in the morning

“why you created that mess?”, “on the contrary” I said to her,

“I tidied up the house”, “but why?” “We expect visitors” I said

“what visitors?”  she said to me with a grumble — “no one ever comes”

“poor girl, you are crazy” I said “every night lots of people come”

“here to visit us?” she said and her eyes gleamed.

Since then she started talking to herself every night until we put

her in the asylum. I went to my mother’s, I don’t remember where —

she was an old woman, you see

and she had died.

 

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

 

Ritsos_front large

ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗ

 

 

Στ’ αγκάθια της φραγκοσυκιάς κλωστές απ’ τα ρούχα των σκοτωμένων.

Παραθυρόφυλλα χτυπούν στο πέλαγος. Τζάμια σπάνε.

Ακούγονται σφυρίγματα πλοίων. Σαββατόβραδα στις ταβέρνες.

Μια γροθιά που χτυπάει το τραπέζι. Πέφτουν τα ποτήρια.

Κατάστιχα, λογαριασμοί, τα κοιμισμένα αγόρια, οι λυπημένες λέξεις.

Γυναίκες έρχονται με σκούπες, μαζεύουν τα γυαλιά, φεύγουν.

Απέραντο, ακατοίκητο λιμάνι, επιπλέοντα λεμόνια, κλειστό τελωνείο

κι ο κοχλασμός του νερού σε μια γκαζιέρα στ’ άδειο ναυτικό υπνωτήριο.

Πως μ’ ένα παίξιμο βλεφάρου, μ’ ένα τίποτα ανασυγκροτείται ο κόσμος.

 

 

RECONSTRUCTION

 

Threads from clothes of the dead on the thorns of prickly pear trees.

Shutters pounding in the pelagos. Windowpanes break.

Whistles of ships are heard. Saturday nights in the taverns.

A fist that hits the table. The glasses tip off.

Account books, calculations; the sleepy boys, the sad words.

Women with brooms come and sweep the broken glasses; they leave.

Immense, uninhabited harbor, lemons floating; the customs office closed;

and the water’s bubbling on a stove in the vacant dormitory of the sailor.

How with an eyelid’s flutter, with nothing, the world is reconstructed.

 

 

www.libsolibertad.com

www.manolisaligizakis.com

medusa
ΑΛΛΑΓΗ ΗΓΕΣΙΑΣ
 
Στου ελεύθερου σκοπευτή το στόχαστρο
χώρα που πρέπει ν’ αλλάξει ηγεσία
αποτυχημένη κυβέρνηση
ν’ αντικατασταθεί
 
βόμβες και τηλεκατευθυνόμενα βλήματα
θάνατος ακρίβειας σ’ εφαρμογή
 
εταιρεία αμυντικού εξοπλισμού
σ’ επιφυλακή
 
ενάντια σ’ όποιον αντιστέκεται
στους εκλεκτούς που αποφασίζουν
 
με το αναμφισβήτητο δικαίωμα
τιμωρίας, ευθυγραμισμού,
δικαιοσύνης
 
ο δεσποτικός ηγέτης
πρέπει ν’ αντικατασταθεί
 
είπαν στα βραδινά νέα
 
REGIME CHANGE
 
Target country needs
a new despot
failed regime needs
to be changed
 
bombs, missiles,
guided death
put to work
 
defense contractor
in overtime
 
one stands opposite
the deciding elit
with its rightful right
to punish, set straight
do justice
 
old despot needs
to be replaced
 
announced in the evening news
 
THE MEDUSA GLANCE, collection for release autumn 2017

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

Ω, ΧΑΜΗΛΩΣΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΩΣ

Ω, χαμηλώστε αυτό το φως!
Στη νύχτα τι ωφελάει;
Πέρασε η μέρα. Φτάνει πια.
Ποιος ξέρει ο Ύπνος μου κρυφός
αν κάπου εδώ φυλάη

κι’ αν του ανακόβεται η στιγμή
ναρθή, που τον προσμένω.
Έχω στο στόμα την ψυχή
μου παρατήσαν οι λυγμοί
το στήθος κουρασμένο.

Πάρτε το φως! Είνε καιρός
να μείνω πια μονάχη.
Φτάνει η απάτη μιας ζωής.
Κάθε προσπάθεια ένας εχθρός
για τη στερνή μου μάχη.

Ας παύσουν πλέον οι σπαραγμοί.
Ας μου απομείνει κάτι
για να πλανέψω τη νυχτιά
να σκύψη κάπως πιο θερμή
στο ανήσυχό μου μάτι.

Πάρτε το φως! Είνε η στιγμή!
Τη θέλω όλη δική μου.
Είνε η στιγμή να κοιμηθώ.
Πάρτε το φως! Με τυραννεί…
μου αρνιέται την ψυχή μου.

 

OH, DIM THIS LIGHT

 

Please, dim this light

what use is it in the night?

The day has passed, enough.

Perhaps my sleep waits

for me somewhere around here

 

and even if it finds it hard

to come, I long for it.

My soul waits in my mouth

I’ve stopped sobbing

my breast is tired

 

take the light away. Time has

come for me to be alone

enough fraud for one life

each effort becomes an enemy

in my last fight

 

let the laments stop

let me keep something

with which to fool the night

so that it may look warmly

at my concerned eyes.

 

Take the light away.

My moment has come.

It’s time to sleep.

Take the light. It tyrannizes me.

It denies me my soul.

 

 

KARYOTAKIS-POLYDOURI//The Tragic Love Story, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2016

www.manolisaligizakis.com

www.libroslibertad.com

cover

 

ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

 

Έρχομαι από μέρες που πρέπει ν’ αποσιωπηθούν, από νύχτες

που θέλω να τις ξεχάσω, περπάτησα τρέμοντας μέσα στον πυρετό

των μεγαλουπόλεων, είδα τα μεγάλα ρολόγια των εκκλησιών να

συμμαχούν με τον διάβολο, είδα τους φτωχούς να περπατάνε αθόρυ-

βα στο δρόμο όπως ο Χριστός επί των υδάτων, λαϊκές εξεγέρσεις

μου χάρισαν βασιλικά απογέματα, αλλά τη νύχτα κινδύνεψα μπρο-

στά σ’ έναν έρημο κήπο.

Εκείνος που άνοιξε μια πόρτα για να κοιμηθεί, δεν είδε τ’

άστρα ν’ αναιρούν τη ματαιότητα, αυτοί που θάψανε τους νεκρούς

τους δεν ξέρουν τί σημαίνει ανάμνηση —

άνθρωποι ταπεινοί, που ξύπνησαν μ’ ένα άχυρο σκαλωμένο

στα μαλλιά τους, σαν μόλις να δοξάστηκαν κάπου αλλού,

και πήγαινα στη δημοσιά σφυρίζοντας — ώ παλιό, συντροφικό

τραγούδι.

 

 

 

SONG OF THE COMRADES

 

I’ve come from days that have to be silenced, I’ve come from

nights I want to forget; shivering I walked in the fever of the big

cities I saw the big clocks of churches in alliance with the devil,

I saw poor people who walked softly in the streets like Christ

on water, popular uprisings graced me with royal afternoons but

at night I was in fear in front of the deserted garden.

He, who opened a door in order to sleep didn’t see the stars

that refuted futility, those who buried their dead didn’t know

the meaning of memory —

humble people who woke up with a piece of hay in their hair

as if they were glorified somewhere else

and I walked along the public road whistling — oh, old, song of

the comrades.

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com