Archive for the ‘Greek Canadian Poets’ Category

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (απόσπασμα)

IV

Τράβηξαν ολόισια στην αυγὴ με την ακαταδεξιὰ του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ᾿ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Απὸ δω πέρασε ο στρατὸς με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ᾿ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ᾿ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωὴ στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μία οργιὰ ουρανὸ – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στήν πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδούνιζαν τα γυαλικὰ στα ράφια.

Ά, τί τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια –
ανάμεσα στα γόνατα τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα να `σπαγαν μία ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιὸς θα σου φέρει τώρα το ζεστὸ καρβέλι μες στη νύχτα να ταίσεις τα όνειρα;
Ποιὸς θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματα τους;

Το χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πὼς μύριζε το χώμα –
και τώρα πὼς κλειδώσανε την πόρτα τους τ᾿ αμπέλια μας
πῶς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιὸς να το πει πως βρίσκονται οι μισοὶ κάτου απ᾿ το χώμα
κ᾿ οι άλλοι μισοὶ στα σίδερα;

Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανὸς
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου να `ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτὸ το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Κάτου απ᾿ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινὶ – περμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Τούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανεὶς να μας το πάρει.

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

IV

 

They went straight to dawn with the haughty air of the hungry

a star had curdled in their motionless eyes

on their shoulders they carried the injured summer

 

This way the army went with banners glued onto their flesh

with stubbornness bitten by their teeth like an unripe wild pear

with the moon-sand under their heavy boots and with the coal dust of night

glued in their nostrils and their ears.

 

Tree by tree stone by stone they passed the world

with thorns as pillows they spent their sleep

τhey carried life like a river in their parched hands.

 

With every step they won a yard of sky – to give it away

On watch they turned to stone like the conflagrated trees

and when they danced in the plaza ceilings shook inside the houses

and the glassware clinked on the shelves

 

Ah what songs shook the mountain peaks – as they held between their legs

the earthen dish of the moon and had their dinner

and broke the sigh amid their heart pleats like they would break a louse

with their thick nails.

 

Who will now bring you the warm loaf of bread

that you may feed the night with dreams?

Who will stand in the olive tree’s shade to keep the cicadas company

that they won’t go silent now that the whitewash of noon hour paints

all around the horizon a stone wall erasing their great manly names?

 

This soil that was so fragrant at dawn the soil that was theirs and ours –

their blood – how fragrant the soil was –

and now how our vineyards have locked their doors

how the light has thinned on roofs and trees –

who would have said that half of them are under the earth and the other half in jail?

 

With so many leaves the sun greets you good morning and the sky shines

with so many banners and these are in jail and those lie under the earth.

 

Silence that any time now the bells will chime;

This soil is theirs and ours.

 

 

Under the earth in their crossed hands they hold the bell rope – waiting for the hour

they don’t sleep they don’t die, they wait to ring the resurrection.

This soil is theirs and ours – no one can take it from us

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

II

Κάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας
είναι μία σταγόνα νερὸ που σκάβει απὸ παλιὰ τη σιωπὴ ως το μεδούλι
είναι μία καμπάνα κρεμασμένη στο γέρο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ᾿ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Αλωνάρη
– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ᾿ τὸν καημὸ της δύσης.

Η Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιὲς με τη φαρδιά της φούστα λεκιασμένη απ᾿ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδὶ και του αποκρίνεται απ᾿ τον κάμπο η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
Η κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Απάνου στο τραπέζι το ψωμὶ κ᾿ η ελιά,
μες στην κληματαριὰ ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

Α, τί μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες στην καψαλισμένη μάντρα του καλοκαιριού «κι αυτὸ θα περάσει»
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιὰ της πάνου απ᾿ τα εφτὰ σφαγμένα παλληκάρια της
ώσπου να βρεῖ το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.

Τούτο το κόκκαλο που βγαίνει απὸ τη γης
μετράει οργιὰ-οργιὰ τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερὶς με το βιολὶ ως το χάραμα
καημό-καημὸ το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιὰ σαν κόρδες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Οδυσσέα.

Α, ποιὸς θα φράξει τότες τη μπασιὰ και ποιό σπαθὶ θα κόψει το κουράγιο
και ποιὸ κλειδὶ θα σου κλειδώσει την καρδιὰ που με τα δυο θυρόφυλλά της διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ᾿ αστροπερίχυτα περβόλια;

Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Μάη στη ναυτικὴ ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σαν ταψὶ στού γανωτζή τὸν τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμὶ στου σφουγγαρά το δείπνο.
Και να που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικὸ φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοὶ που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Αναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα απὸ σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Αιγαίου το βράχο και το αλάτι.
Μπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακὶ το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ᾿ Αλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο δείπνο
κόβοντας τον καημὸ στα δυό έτσι που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι.

Έλα κυρὰ με τ᾿ αρμυρὰ ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
απὸ την έγνοια του φτωχού κι απ᾿ τα πολλὰ τα χρόνια –
η αγάπη σε περμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σου κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σου ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.
Μέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος κατακόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερὸ για να τινάξει ελάτι
κ᾿ η μάνα κάτου απ᾿ τη ρυτίδα της κρατάει γερὰ μαχαίρι.
Έλα κυρὰ που τα χρυσὰ κλωσσάς αυγὰ του κεραυνού –
πότε μία μέρα θαλασσιὰ θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις πάλι τ᾿ άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιὰ
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρὶ στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλὸς ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και τ᾿ Απριλιού το χιόνι
και να `βγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να σταυρώσει τις δαγκάνες του.

 

ROMIOSINI

 II

Every evening with the thyme scorched on

the rock’s bosom

there’s a water-drop that for a long time has been digging

silence to its marrow

there is a bell hanging from the ancient plane-tree

calling out the years

Sparks sleep lightly in the embers of solitude

and roofs contemplate on the golden fine down

on the upper lip of Alonaris

– yellow fine down like the corn tassel smoked up

by the grief of the west.

Virgin Mary leans down on the myrtle her wide

skirt stained by grapes.

On the road a child cries and the ewe who lost her

lambs answers from the meadow.

Shadow by the spring. The barrel frozen.

The blacksmith’s daughter with soaked feet.

On the table the bread and the olive

in the grapevine the night lamp of evening star

and high up there turning on its spit

the galaxy is fragrant

by the burnt-up lard garlic and pepper.

Ah what silky stars the pine needles

will need still to embroider

over the scorched fence wall of summer

“this will also pass”

how a mother will still squeeze her heart over

her seven butchered brave lads

until light finds its path to the uphill

of her soul.

This bone sticking out of the earth

measures the earth yard by yard and

the lute’s strings

and the lute from dusk to dawn with

the violin

grief by grief they sing it to rosemary

and the pines

and the ropes ring like lyres in the boats

and the seaman drinks bitter sea in

Odysseus’ wine cup.

Ah who then will fence the entrance and which

sword will sever the courage

and which key will lock up your heart that with

its two door-leaves wide open

stares at God’s star-drenched orchards?

Long hour like the Saturday evenings of May

in the seamen’s tavern

long night like a roasting pan on the tinsmith’s wall

long song like bread on the sponge diver’s

dinner.

And here is the Cretan moon rolling down

the pebble mount

goup goup with twenty lines of nails on the soles

of his leather boots

and here are those who go up and down

the Palamidi2 stairs

filling their pipes with roughly cut leaves

of darkness

their mustaches star-sprinkled with thyme

of Roumeli 3

and their teeth pine roots in the Aegean’s

rock and salinity.

They were thrown in iron and fire they conversed

with rocks

they offered raki 4 to death in their

grandfathers’ skulls

on the same threshing floors they met and shared their dinner

with Digeni5

slicing their grief in two like they sliced their barley bread loaves

on their knees.

Come you oh woman with the salty eyelashes with

your hand gold-plated

by your concern for the poor and by the many

years –

love is waiting for you in the bulrushes

the seagull hangs your black icon in his cave

and the bitter urchin kisses your toenail

In the black grape of the vineyard the red

bright must bubbles

shoots of the burned bulrush bubbles

under the earth the root of the dead man begs for water

so it will grow a fir tree

and under her wrinkles a mother holds the knife

tightly

Come you oh woman who broods on the golden

eggs of thunderbolts –

when an azure day comes you’ll take off the headscarf

and again take up arms

that May’s hailstorm will beat your forehead

that the sun will break a pomegranate in your cotton apron

that alone you will divide seed by seed

among your twelve orphans

that the shore will shine around you like the edge of a sword

and April’s snow

so that the crab will come out from the rocks to sunbathe

and cross its claws

 

 

1 Month of Wheat Harvest – June

2 Venetian castle of Palamidi in Nafplion with one thousand steps

3 Part of Mainland Greece between Peloponnesos and Thessaly

4 Moonshine

5 Literary meaning, one of two races; however also a mythical

figure, invented during the Medieval years of Turkish

occupation, who was destined to free Greeks from slavery

 

Yannis Ritsos-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

 

aaristo001p1

ARISTOTLE

  1. Ethics

Standard interpretations of Aristotle’s Nichomachean Ethics usually maintain that Aristotle (384-322 B.C.E.) emphasizes the role of habit in conduct. It is commonly thought that virtues, according to Aristotle, are habits and that the good life is a life of mindless routine.

These interpretations of Aristotle’s ethics are the result of imprecise translations from the ancient Greek text. Aristotle uses the word hexis to denote moral virtue. But the word does not merely mean passive habituation. Rather, hexis is an active condition, a state in which something must actively hold itself.

Virtue, therefore, manifests itself in action. More explicitly, an action counts as virtuous, according to Aristotle, when one holds oneself in a stable equilibrium of the soul, in order to choose the action knowingly and for its own sake. This stable equilibrium of the soul is what constitutes character.

Similarly, Aristotle’s concept of the mean is often misunderstood. In the Nichomachean Ethics, Aristotle repeatedly states that virtue is a mean. The mean is a state of clarification and apprehension in the midst of pleasures and pains that allows one to judge what seems most truly pleasant or painful. This active state of the soul is the condition in which all the powers of the soul are at work in concert. Achieving good character is a process of clearing away the obstacles that stand in the way of the full efficacy of the soul.

For Aristotle, moral virtue is the only practical road to effective action. What the person of good character loves with right desire and thinks of as an end with right reason must first be perceived as beautiful. Hence, the virtuous person sees truly and judges rightly, since beautiful things appear as they truly are only to a person of good character. It is only in the middle ground between habits of acting and principles of action that the soul can allow right desire and right reason to make their appearance, as the direct and natural response of a free human being to the sight of the beautiful. 

  1. Habit

In many discussions, the word “habit” is attached to the Ethics as though it were the answer to a multiple-choice question on a philosophy achievement test. Hobbes‘ Leviathan? Self-preservation. Descartes‘ Meditations? Mind-body problem. Aristotle’s Ethics? Habit. A faculty seminar I attended a few years ago was mired in the opinion that Aristotle thinks the good life is one of mindless routine. More recently, I heard a lecture in which some very good things were said about Aristotle’s discussion of choice, yet the speaker still criticized him for praising habit when so much that is important in life depends on openness and spontaneity. Can it really be that Aristotle thought life is lived best when thinking and choosing are eliminated?

On its face this belief makes no sense. It is partly a confusion between an effect and one of its causes. Aristotle says that, for the way our lives turn out, “it makes no small difference to be habituated this way or that way straight from childhood, but an enormous difference, or rather all the difference.” (1103b, 23-5) Is this not the same as saying those lives are nothing but collections of habits? If this is what sticks in your memory, and leads you to that conclusion, then the cure is easy, since habits are not the only effects of habituation, and a thing that makes all the difference is indispensable but not necessarily the only cause of what it produces.

We will work through this thought in a moment, but first we need to notice that another kind of influence may be at work when you recall what Aristotle says about habit, and another kind of medicine may be needed against it. Are you thinking that no matter how we analyze the effects of habituation, we will never get around the fact that Aristotle plainly says that virtues are habits? The reply to that difficulty is that he doesn’t say that at all. He says that moral virtue is a hexis. Hippocrates Apostle, and others, translate hexis as habit, but that is not at all what it means. The trouble, as so often in these matters, is the intrusion of Latin. The Latin habitus is a perfectly good translation of the Greek hexis, but if that detour gets us to habit in English we have lost our way. In fact, a hexisis pretty much the opposite of a habit.

The word hexis becomes an issue in Plato‘s Theaetetus. Socrates makes the point that knowledge can never be a mere passive possession, stored in the memory the way birds can be put in cages. The word for that sort of possession, ktÎsis, is contrasted with hexis, the kind of having-and-holding that is never passive but always at work right now. Socrates thus suggests that, whatever knowledge is, it must have the character of a hexis in requiring the effort of concentrating or paying attention. A hexis is an active condition, a state in which something must actively hold itself, and that is what Aristotle says a moral virtue is.

Some translators make Aristotle say that virtue is a disposition, or a settled disposition. This is much better than calling it a “habit,” but still sounds too passive to capture his meaning. In De Anima, when Aristotle speaks of the effect produced in us by an object of sense perception, he says this is not a disposition (diathesis) but a hexis. (417b, 15-17) His whole account of sensing and knowing depends on this notion that receptivity to what is outside us depends on an active effort to hold ourselves ready. In Book VII of the Physics, Aristotle says much the same thing about the way children start to learn: they are not changed, he says, nor are they trained or even acted upon in any way, but they themselves get straight into an active state when time or adults help them settle down out of their native condition of disorder and distraction. (247b, 17-248a, 6) Curtis Wilson once delivered a lecture at St. John’s College, in which he asked his audience to imagine what it would be like if we had to teach children to speak by deliberately and explicitly imparting everything they had to do. We somehow set them free to speak, and give them a particular language to do it in, but they–Mr. Wilson called them “little geniuses”–they do all the work.

Everyone at St. John’s has thought about the kind of learning that does not depend on the authority of the teacher and the memory of the learner. In the Meno it is called “recollection.” Aristotle says that it is an active knowing that is always already at work in us. In Plato’s image we draw knowledge up out of ourselves; in Aristotle’s metaphor we settle down into knowing. In neither account is it possible for anyone to train us, as Gorgias has habituated Meno into the mannerisms of a knower. Habits can be strong but they never go deep. Authentic knowledge does engage the soul in its depths, and with this sort of knowing Aristotle links virtue. In the passage cited from Book VII of the Physics, he says that, like knowledge, virtues are not imposed on us as alterations of what we are; that would be, he says, like saying we alter a house when we put a roof on it. In the Categories, knowledge and virtue are the two examples he gives of what hexis means (8b, 29); there he says that these active states belong in the general class of dispositions, but are distinguished by being lasting and durable. The word “disposition” by itself he reserves for more passive states, easy to remove and change, such as heat, cold, and sickness.

In the Ethics, Aristotle identifies moral virtue as a hexis in Book II, chapter 4. He confirms this identity by reviewing the kinds of things that are in the soul, and eliminating the feelings and impulses to which we are passive and the capacities we have by nature, but he first discovers what sort of thing a virtue is by observing that the goodness is never in the action but only in the doer. This is an enormous claim that pervades the whole of the Ethics, and one that we need to stay attentive to. No action is good or just or courageous because of any quality in itself. Virtue manifests itself in action, Aristotle says, only when one acts while holding oneself in a certain way. This is where the word hexis comes into the account, from pÙs echÙn, the stance in which one holds oneself when acting. The indefinite adverb is immediately explained: an action counts as virtuous when and only when one holds oneself in a stable equilibrium of the soul, in order to choose the action knowingly and for its own sake. I am translating as “in a stable equilibrium” the words bebaiÙs kai ametakinÍtÙs; the first of these adverbs means stably or after having taken a stand, while the second does not mean rigid or immovable, but in a condition from which one can’t be moved all the way over into a different condition. It is not some inflexible adherence to rules or duty or precedent that is conveyed here, but something like a Newton’s wheel weighted below the center, or one of those toys that pops back upright whenever a child knocks it over.

This stable equilibrium of the soul is what we mean by having character. It is not the result of what we call “conditioning.” There is a story told about B. F. Skinner, the psychologist most associated with the idea of behavior modification, that a class of his once trained him to lecture always from one corner of the room, by smiling and nodding whenever he approached it, but frowning and faintly shaking their heads when he moved away from it. That is the way we acquire habits. We slip into them unawares, or let them be imposed on us, or even impose them on ourselves. A person with ever so many habits may still have no character. Habits make for repetitive and predictable behavior, but character gives moral equilibrium to a life. The difference is between a foolish consistency wholly confined to the level of acting, and a reliability in that part of us from which actions have their source. Different as they are, though, character and habit sound to us like things that are linked, and in Greek they differ only by the change of an epsilon to an eta, making Íthos from ethos

We are finally back to Aristotle’s claim that character, Íthos, is produced by habit, ethos. It should now be clear though, that the habit cannot be any part of that character, and that we must try to understand how an active condition can arise as a consequence of a passive one, and why that active condition can only be attained if the passive one has come first. So far we have arranged three notions in a series, like rungs of a ladder: at the top are actives states, such as knowledge, the moral virtues, and the combination of virtues that makes up a character; the middle rung, the mere dispositions, we have mentioned only in passing to claim that they are too shallow and changeable to capture the meaning of virtue; the bottom rung is the place of the habits, and includes biting your nails, twisting your hair, saying “like” between every two words, and all such passive and mindless conditions. What we need to notice now is that there is yet another rung of the ladder below the habits.

We all start out life governed by desires and impulses. Unlike the habits, which are passive but lasting conditions, desires and impulses are passive and momentary, but they are very strong. Listen to a child who can’t live without some object of appetite or greed, or who makes you think you are a murderer if you try to leave her alone in a dark room. How can such powerful influences be overcome? To expect a child to let go of the desire or fear that grips her may seem as hopeless as Aristotle’s example of training a stone to fall upward, were it not for the fact that we all know that we have somehow, for the most part, broken the power of these tyrannical feelings. We don’t expel them altogether, but we do get the upper hand; an adult who has temper tantrums like those of a two-year old has to live in an institution, and not in the adult world. But the impulses and desires don’t weaken; it is rather the case that we get stronger.

Aristotle doesn’t go into much detail about how this happens, except to say that we get the virtues by working at them: in the give-and-take with other people, some become just, others unjust; by acting in the face of frightening things and being habituated to be fearful or confident, some become brave and others cowardly; and some become moderate and gentle, others spoiled and bad-tempered, by turning around from one thing and toward another in the midst of desires and passions. (1103 b, 1422) He sums this up by saying that when we are at-work in a certain way, an active state results. This innocent sentence seems to me to be one of the lynch-pins that hold together the Ethics, the spot that marks the transition from the language of habit to the language appropriate to character. If you read the sentence in Greek, and have some experience of Aristotle’s other writings, you will see how loaded it is, since it says that a hexis depends upon an energeia. The latter word, that can be translated as being-at-work, cannot mean mere behavior, however repetitive and constant it may be. It is this idea of being-at-work, which is central to all of Aristotle’s thinking, that makes intelligible the transition out of childhood and into the moral stature that comes with character and virtue. (See Aristotle on Motion and its Place in Nature for as discussion energeia.)

The moral life can be confused with the habits approved by some society and imposed on its young. We at St. John’s College still stand up at the beginning and end of Friday-night lectures because Stringfellow Barr — one of the founders of the current curriculum — always stood when anyone entered or left a room. What he considered good breeding is for us mere habit; that becomes obvious when some student who stood up at the beginning of a lecture occasionally gets bored and leaves in the middle of it. In such a case the politeness was just for show, and the rudeness is the truth. Why isn’t all habituation of the young of this sort? When a parent makes a child repeatedly refrain from some desired thing, or remain in some frightening situation, the child is beginning to act as a moderate or brave person would act, but what is really going on within the child? I used to think that it must be the parent’s approval that was becoming stronger than the child’s own impulse, but I was persuaded by others in a study group that this alone would be of no lasting value, and would contribute nothing to the formation of an active state of character. What seems more likely is that parental training is needed only for its negative effect, as a way of neutralizing the irrational force of impulses and desires.

We all arrive on the scene already habituated, in the habit, that is, of yielding to impulses and desires, of instantly slackening the tension of pain or fear or unfulfilled desire in any way open to us, and all this has become automatic in us before thinking and choosing are available to us at all. This is a description of what is called “human nature,” though in fact it precedes our access to our true natural state, and blocks that access. This is why Aristotle says that “the virtues come about in us neither by nature nor apart from nature” (1103a, 24-5). What we call “human nature,” and some philosophers call the “state of nature,” is both natural and unnatural; it is the passive part of our natures, passively reinforced by habit. Virtue has the aspect of a second nature, because it cannot develop first, nor by a continuous process out of our first condition. But it is only in the moral virtues that we possess our primary nature, that in which all our capacities can have their full development. The sign of what is natural, for Aristotle, is pleasure, but we have to know how to read the signs. Things pleasant by nature have no opposite pain and no excess, because they set us free to act simply as what we are (1154b, 15-21), and it is in this sense that Aristotle calls the life of virtue pleasant in its own right, in itself (1099a, 6-7, 16-17). A mere habit of acting contrary to our inclinations cannot be a virtue, by the infallible sign that we don’t like it.

Our first or childish nature is never eradicated, though, and this is why Aristotle says that our nature is not simple, but also has in it something different that makes our happiness assailable from within, and makes us love change even when it is for the worse. (1154b, 21-32) But our souls are brought nearest to harmony and into the most durable pleasures only by the moral virtues. And the road to these virtues is nothing fancy, but is simply what all parents begin to do who withhold some desired thing from a child, or prevent it from running away from every irrational source of fear. They make the child act, without virtue, as though it had virtue. It is what Hamlet describes to his mother, during a time that is out of joint, when a son must try to train his parent (III, Ìv,181-9):

Assume a virtue if you have it not.
That monster, custom, who all sense doth eat
Of habits evil, is angel yet in this,
That to the use of actions fair and good
He likewise gives a frock or livery,
That aptly is put on. Refrain tonight,
And that shall lend a kind of easiness
To the next abstinence; the next more easy;
For use almost can change the stamp of nature…

Hamlet is talking to a middle-aged woman about lust, but the pattern applies just as well to five-year-olds and candy. We are in a position to see that it is not the stamp of nature that needs to be changed but the earliest stamp of habit. We can drop Hamlet’s “almost” and rid his last quoted line of all paradox by seeing that the reason we need habit is to change the stamp of habit. A habit of yielding to impulse can be counteracted by an equal and opposite habit. This second habit is no virtue, but only a mindless inhibition, an automatic repressing of all impulses. Nor do the two opposite habits together produce virtue, but rather a state of neutrality. Something must step into the role previously played by habit, and Aristotle’s use of the word energeia suggests that this happens on its own, with no need for anything new to be imposed. Habituation thus does not stifle nature, but rather lets nature make its appearance. The description from Book VII of the Physics of the way children begin to learn applies equally well to the way human character begins to be formed: we settle down, out of the turmoil of childishness, into what we are by nature.

We noticed earlier that habituation is not the end but the beginning of the progress toward virtue. The order of states of the soul given by Aristotle went from habit to being-at-work to the hexis or active state that can give the soul moral stature. If the human soul had no being-at-work, no inherent and indelible activity, there could be no such moral stature, but only customs. But early on, when first trying to give content to the idea of happiness, Aristotle asks if it would make sense to think that a carpenter or shoemaker has work to do, but a human being as such is inert. His reply, of course, is that nature has given us work to do, in default of which we are necessarily unhappy, and that work is to put into action the power of reason. (1097b, 24-1098a, 4) Note please that he does not say that everyone must be a philosopher, nor even that human life is constituted by the activity of reason, but that our work is to bring the power of logos forward into action. Later, Aristotle makes explicit that the irrational impulses are no less human than reasoning is. (1111 b, 1-2) His point is that, as human beings, our desires need not be mindless and random, but can be transformed by thinking into choices, that is desires informed by deliberation. (1113a, 11) The characteristic human way of being-at-work is the threefold activity of seeing an end, thinking about means to it, and choosing an action. Responsible human action depends upon the combining of all the powers of the soul: perception, imagination, reasoning, and desiring. These are all things that are at work in us all the time. Good parental training does not produce them, or mold them, or alter them, but sets them free to be effective in action. This is the way in which, according to Aristotle, despite the contributions of parents, society, and nature, we are the co-authors of the active states of our own souls (1114b, 23-4).

Source: www.iep.utm.edu

 

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΔΥΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ

 

Πίσω απ’ τα γυάλινα βουνά, στην άκρη του δάσους, υπάρχει

μια μεγάλη κουζίνα, μαρμάρινη, σα ναός. Εκεί μέσα

γυναίκες κι άντρες λευκοφορεμένοι, με ξύλινες κουτάλες,

με τρίφτες, με δίκοπα μαχαίρια, ετοιμάζουν

σα αρχαία μπακιρένια λεβίτια, σε ταψιά, σε σχάρες

ή σε τσουκάλια, τα φαγιά, τα γλυκίσματα, τις πίτες

για τη γιορτή των Αγίων Ασωμάτων. Όμως εκείνος,

αιρετικός, ολόγυμνος, τις νύχτες, όταν δύει το φεγγάρι

ανάβει λαθραία μια μεγάλη λαμπάδα, διπλή απ’ το μπόι του

και κατεβαίνει

ευλαβικά ένα ένα τα σκαλιά από πωρόλιθο της ζωής και του θανάτου

στο υπόγειο παρεκκλήσι των Αγίων Σωμάτων, εκεί όπου σμίγουν

η ελευθερία κι η σκλαβιά σ’ έναν έρωτα, πρώτον και τελευταίο.

 

 

TWO DIFFERENT CEREMONIES

 

Behind the glass mountains, at the edge of the forest, is

a large kitchen made of marble, like a temple. In there

women and men dressed in white, with wooden ladles,

with graters, skewers, double-edged knives prepare

in ancient copper cauldrons, in roasting tins, on grills

or pots the foods, the sweets, the pies,

for the holiday of Saint Asomatoi.* But him

a heretic, strips naked; during the night when the moon goes down

he covertly lights a tall candle, double his height and reverently goes

down, one after the other the made of tough-stone steps of life and death

to the lower level of the chapel of Saint Somatoi,** there, where

slavery and freedom meet in their first and last love affair.

 

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

 

*-Saint Asomatoi (bodyless saints)

**-Saint Somatoi (saints with bodies)

The Medusa Glance cover

ΚΟΚΤΕΙΛ

 

Μυρωδιά απ’ την κατσαρόλα

στην κουζίνα αναμιγνύεται

με το πάθος στο υπνοδωμάτιο

 

κι ο σκύλος μυρίζει το πάτωμα

ν’ ανασκάψει το χαμένο του κόκαλο

 

το κρασοπότηρο μου θυμίζει

να πιω μία γουλιά

 

κι η ιερή μοναξιά της στάχτης

στο τζάκι παραμένει σιωπηλή

 

κι εσύ προσεύχεσαι στο κοιμητήριο

και κουβέντα δεν τολμάς να πεις

μην και ξυπνήσεις το θαμένο

άντρα ν’ αρχίσει το χορό του

 

στο πράσινο γρασίδι

αρχαίος ιεροφάντης

στη μνήμη και στα μάτια σου

 

COCKTAIL

 

Smell of the casserole from the kitchen mixes

with passion from the bedroom

dog sniffs the carpet as if

 

to unearth his hidden bone

my wineglass calls for another sip

while the holy loneliness of the ash

 

in the fireplace remains silent

and you pray by

the gravestones and

 

don’t dare utter a word

afraid you may wake up

the buried man who will start

 

his dance on the green grass

an ancient hierophant

in your memory and eyes

 

The Medusa Glance, poetry by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, 2017

 

 

 

The Medusa Glance cover

Η συνεχής αναζήτηση του δύστροπου εαυτού μας

 

Το Βλέμμα της Μεδούσας αποτελεί ένα σύγχρονο τρίπτυχο, μια πλούσια και βαθειά εμπεριστατωμένη αφήγηση, ευαίσθητη κι ανταποκρινόμενη σε όλες τις έμφυτες και λεπτομερείς αποχρώσεις της πραγματικότητας που αποπνέουν εναγκαλισμό και σύνθεση όλου του φάσματος της ζωής. Σαν βασικό κίνητρο, ο ποιητής επικαλείται τη Μέδουσα, θυληκό τέρας με δηλητηριώδη φίδια στο κεφάλι της. Κι αυτός ο πέπλος φόβου μας προσελκύει να βυθιστούμε στον ποιητικό κόσμο του Μανώλη Αλυγιζάκη. Το επίγραμμα που ακολουθεί μας παρουσιάζει το τόλμημα του ποιητή που έχει σκοπό να αναλύσει λεπτομερώς την έσω αρχιτεκτονική του δυναμισμού της εμπειρίας με την κάθε νέα μορφή αφήγησης και με την συνεχή επαναδιαπραγμάτευση της ταυτότητάς μας.  Ο αναγνώστης παρασύρεται απ’ τα πολύχρωμα ρήματα σ’ ένα ταξίδι που τον οδηγεί στη διάσταση του λεπτεπίλεπτου και σε ατελεύτητους πολυσχιδείς κυματισμούς της υποσεληνιακής συνείδησης. Τα ποιήματα του πρώτου μέρους αποτελούν μετουσίωση μέσω της οποίας καθενός η ύπαρξη αναγυρίζεται από μέσα προς τα έξω και μεταλλάσεται σε μια αλληλουχία αντιπολεμικών ποιημάτων που αναφέρονται στις πολιτικές εξελίξεις των Ηνωμένων Πολιτειών και σε διεθνή προβλήματα. Ο ποιητής ολοκάθαρα καταδικάζει τον πολιτικό διχασμό την ολοφάνερη ανικανότητα των πολιτικών να πάρουν αποφάσεις, την συνεχή πάχυνση του σώματος και της ψυχής των περισσοτέρων ανθρώπων που έχουν πια χάσει κάθε κίνητρο αντίστασης κάτω απ’την επιρροή των μαζικών μέσων επικοινωνίας, τη χρήση ακλοολικών ποτών που παραλύει την πλειονότητα του πληθυσμού. Η ποίηση του Μανόλη είναι έγκυρη, πειστική και έγκαιρη προτροπή μια συνεχής νουθεσία που προσπαθεί ν’ αποκαλύψει τις κρυμμένες και μυστηριώδεις δυναμικές της συνείδησης και την υποκείμενη μεταφορική αρχιτεκτονική της ζωής μας σε ένα νέο ερμηνευτικό πλαίσιο της ποιητικής αλήθειας. Η ροή των λέξεων υποκινείται απ’ το ακούραστο κριτικό βλάμμα του ποιητή, την καυστική του ειρωνία και τον σαρκασμό.  Ένα απ’ τα άξια επαίνου χαρακτηριστικά της ποίησης του είναι η αναμφισβήτη άποψη που αντιπροσωπεύει την αδιάκοπη ταλάντωση μεταξύ ταύτησης και ετερότητας. Ο ποιητής ασχολείται γενικά με την πραγματικότητα και ειδικώτερα με την διυποκειμενική    μορφή της. Η διαφάνεια και η ευθύτητα είναι διάχυτες στην ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη

και το αμετάβλητο του ορίζοντα αποτελεί μιαν έντονη παρουσία στην εμπειρία και στην βουλητική δραστηριότητα του ποιητή που τονίζονται σαν συστατικά στιγμιαίας ύπαρξης. Η εμπειρία του να είναι κάποιος ενεργό μέλος των καθημερνών συμβάντων κι ακόμα περισσότερο όταν κάποιος ντύνεται το μανδύα του αυστηρού κριτή που πεθυμά να διαπλάσει

τον κόσμο δεν εμπνέουν μόνο σιγουριά αλλά ξεξυπνούν και το συναίσθημα της ευθύνης καθώς σταδιακά γινόμαστε μέλη της ποιητικής οικουμένης του ποιητή που αποδέχεται την διαφορετική σύσταση του άλλου, τους φόβους και τις ελπίδες μας και πώς αντιλαμβανόμαστε

την ανθρώπινη ύπόσταση. Κι αυτό μπορεί να στρώσει το δρόμο για τη διαλογική μας εναλλαγή με τον συνάνθρωπο που θα είναι βασικό στοιχείο κι φήγηση άξονας του εγώκοσμου που ερμηνεύει και συνεχώς αναλύει συμβάντα του εξωτερικού κόσμου, κακουχίες, πείνα, πολέμους, βία, την κατάσταση ζωής των αδύναμων λαϊκών στρωμάτων που βλέπουμε καθημερνά μέσω των μαζικών μέσων επικοινωνίας. Η συνεχής αναφορά σε γεγονότα τρόμου, πόνου, λύπης και αγωνίας που υποφέρει μεγάλος αριθμός του πληθυσμού, η αληθινή ανησυχία κι έγνοια του ποιητή είναι ολοφάνερες. Κάθε ποίημα αποτελεί ένα ευθύ απολογισμό για το τί συμβαίνει κι ακόμα περισσότερο μια χάντρα στο κομπολόϊ που περιγράφει το μαρασμό, την καταπίεση, τη μηδένιση των πολλών προς όφελος των λίγων που τους εκμεταλεύονται. Βόμβες, τηλεκατευθυνόμενα βλήματα, εκρήξεις,Πτώματα, το παιγνίδι των μεγάλων πολυενθικών εταιρειών που ευφημιστικά ονομάζονται, ανάδοχες αμυντικές εταιρείες στο εξωφρενικό κόμσο ου σήμερα ζούμε, είναι εικόνες που παρελαύνουν στα ποιήματα του πρώτου μέρους και υπογραμίζουν την αγωνία του ποιητή να βρει διέξοδο απ’ τη σύγχρονη παγίδα του διεθνισμού και καταναλωτισμού. Όσο ενδοστρεφή και βαθειά ριζωμένα στη γνώση είναι αυτά τα ποιήματα αποτελούν την πραγματικόηττα που ο ποιητής μέσω του λυρισμού προσπαθούν να βρουν καταφύγιο στην ανθρώπινη φύση και τις έμφυτες αξίες. Ένα συνοθύλευμα διαφόρων θεμάτων και εικόνων ακουλουθεί στο δεύτερο μέρος του βιβλίου Το Βλέμμα της Μεδούσας. Αναμνήσεις, ερωτισμός, φιλοσοφία, αφηρημένη τέχνη, αλληλουχία σκέψεων που τριγυρίζει έναν υπαρξιακό διαλογισμό, η απόσταξη ζωής περιγράφονται με λογοτεχνική ουσία: ο ποιητικός κόσμος του Μανώλη Αλυγιζάκη υπάρχει σε συνεχή εξέλιξη και διαπλάσεται κι αποκτά σώμα οστά και σκοπό. Αυτή η συνεχήςεξελικτική υπόσταση του βιβλίου αποτελεί και το νόημά του κι είναι το βασικό στοιχείο της διανοητικής και καλλιτεχνικής του Οικουμένης. Διαβάζουμε τα ποιήματα αυτά και κάνουμε μια προσπάθεια να τα ερμηνεύσουμε μέσω διαλόγου και ειλικρίνιας. Προσπαθούμε να τα εννοήσουμε έχοντας στο νου ότι το λυρικό εγώ αναγεννιέται σε μια σειρά σκέψεων, αντυπώσεων και συναισθημάτων, στην πολύμορφη δημιουργική του ποιητή που χαμηλώνει τα σύνορα του αυτο-εγκλωβισμένου κόσμου στο έδαφος. Το αντικείμενο κάθε ποιήματος αποτελείται από ένα σύνολο αποχρώσεων κληρονομικής εμπειρίας του άλλου καθώς ο φακός μέσω του οποίου εστιαζόμαστε στην εικόνα θρύβει τις υπάρχουσες και καθεστημένες δοξασίες δυναμώνοντας το σκοπό των ετερογενών και πολύχρωμων εννοιών που αναμοχλεύονται από την καθημερνή εμπειρία του ανθρώπου.    Σαν επέκταση των εμπειριών του ποιητή κάποια ετερότητα αναβλύζει απ’ τα ποιήματα καθώς ο ποιητής προσφέρει μέσω του πολύπλευρου κόσμου των εικόνων του πολλαπλές ερμηνείες παράλληλων ζωών, ταυτόχρονα συμβάντα, και συγχονισμένες υπερθέσεις εισχωρώντας στο πνευματικό πεδίο του άλλου και με την προώθηση του αναγνώστη στο χώρο του άλλου. Έτσι ο ποιητής αφού αντιμετωπίσει το εγώ του τοποθετώντας το στη θέση του άλλου σαν κοινωνική και πολιτική αναγκαιότητα μας προσκαλεί να μεταλλάξουμε το εγώ μας όπως τολμά κι ο ίδιος. Η αναμφισβήτη ειλικρίνεια και διαφάνεια του ποιητή εκδηλώνονται σε σειρά συσχετιζομένων ποιημάτων με αλληλοσυνδεόμενες εικόνες σαν να πηγάζουν από μια στέρευτη πηγή αισθήσεων κι εντυπώσεων στενά συσχετισμένων με την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. Οι ολιγόστροφοι επιγραμματικοί διάλογοι του τρίτου μέρους του βιβλίου παρουσιάζουν μια δυναμική και λεπτομερή ρεαλιστική αναφορά στη δυναμική που διενεγείται ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Η δυαδικότητα του διαλόγου βασίζεται σε δύο διαφορετικές μορφές έκφρασης του ηλικιωμένου ζευγαριού καθώς προσπαθούν να αυτοπροσδιοριστούν. Οι ιδιαίτερα ξεχωριστές απόψεις συζούν δίχως να εναλλάσουν κάποιο στοιχείο που να τους ενώνει και να το χρησιμοποιούν με την πρόθεση να επηρρεάσουν ο ένας τον άλλο. Τα ποιήματα του τρίτου μέρους αναπτύσονται μέσω ενός φακού που εκθέτει τις διαφορές και τα κατεστημένα που έχουν ορθωθεί ανάμεσα στα δύο πρόσωπα που ζουν σε διαφορετικά επίπεδα και ιδιωτικούς χώρους. Στην περίπτωση αυτή το να μοιράζεται κάποιος τη ζωή του με κάποιο άλλο πρόσωπο είναι απλό θέμα συνύπαρξης και όχι απαραιτήτως σύνδεσης ή έστω και επικοινωνίας που στην περίπτωσή μας εξελίσεται σε διαφορετικά επίπεδα, διαφορετικούς ψυχολογικούς κόσμους και συνεπώς ζουν μαζί και χωριστά. Οι χαρακτήρες των ποιημάτων του τρίτου μέρους διενεργούν εκ του εντός διφορετικές εξωτερικές επιδράσεις κι η εναλλαγή τους δεν παρουσιάζει κανένα σημείο επαφής καθώς ντύνονται κι οι δύο την φευτοαμφίεση του έτερου ενός που δεν είναι παρά ένας ρόλος τδια του οποίου δρουν και υπάρχουν. Η έλληψη ανταπόδοσης παρουσιάζεται σε όλους σχεδόν τους διαλόγους, τις μισοκομμένες φράσεις, τα υπονοούμενα, που αποδεικνύουν ολοκάθαρατην απομόνωση στην οποία τα δύο πρόσωπα ζουν: ο τρόπος έκφρασής τους και οι σκέψειςπου ποτέ δεν αναπτύσονται σαν μέσο αληθινής επικοινωνίας υπογραμμίζουν τις διαφορές που υψώνονται ανάμεσά τους και που εμποδίζουν την απλή λογική εναλλαγή μεταξύ των δύο χαρακτήρων. Και όταν πια διαπιστώνουν τις διαφορές τους και το χάσμα που υπάρχει ανάμεσά τους αποδέχονται τη συμβίωση όπως είναι καταλαβαίνοντας ότι κανένα σημείο επαφής δεν υφίσταται πια. Η επικοινωνία μεταξύ άνδρα και γυναίκας έχει μηδενιστεί κι η ζωή τους συνυπάρχει μόνο στη φαντασία και των δύο.  Στο τρίτο μέρος του βιβλίου ο Μανώλης Αλυγιζάκης αποκαλύπτει πτυχές και επαρσιώσεις της σχέσης δίχως βερμπαλισμούς και με αναμφίβολη ευθύτητα που προβάλει σαν αποτέλεσμα τη συμβατηκότητα των περισσοτέρων σχέσεων ηλικιωμένων ζευγαριών που συνυπάρχουν, συζούν, συμβιώνουν αλλά ζουν σε ξεχωριστούς κόσμους, μια φρικτή αλλά αληθινή πλευρά της σύγχρονης ζωής. Το Βλέμμα της Μεδούσας είναι ένα ολοζώνταντο, επισκοπόν, κυνικό,ιδιαίτερα κριτικό, σύγχρονο πορτρέτο που μας παρουσιάζει με τον ευθύτατο τρόπο του ποιητή ένα τεράστιο πανόραμα φιλτραρισμένο από την εξεταστική και υποκειμενική ματιά του Μανώλη Αλυγιζάκη και μας προτρέπει να την αποδεχτούμε και να την αγκαλιάσουμε σαν κάτι δεδομένο κι αποδεχόμενο. Η ζωντάνια των εικόνων κι ο πλούτος εμπεριστατωμένων στιγμών και η καθηλωτική αφήγηση του ποιητή μας παίρνουν σ’ ένα ταξίδι του εσωτερικού του κόσμου που διαφαίνεται σαν διαπλοκή και την ίδια στιγμή σαν αξέχαστη κι ευχάριστη εμπειρία. Η ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη επιβεβαιώνει την αξία της πρωτογενής ύπαρξης αλλά ότι είναι επίσης πράξη και περιπλοκή. Το Βλέμμα της Μεδούσας υφίσταται σαν ένα ερμηνευτικό σημείο του κυκλικού ανωφερικού μονοπατιού που ο ανθρωπος αναμένεται ν’ ακολουθήσει προς την ψυχολογική και φιλοσοφική του εξέλιξη, έννοια που συμβαζίζει με τηγνησιότητα του ποιητή που ερμηνεύει τις διαφορές και τις αντιξοότητες της σύγχρονης ζωής.Οι αντιθέσεις του εγώ με τον άλλο και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες μια ταύτιση ίσως ανακαλυφθεί είναι στοιχεία που ο ποιητής, ερευνά, αναφέρει, και μέσω της ευθύτητάς του προσπαθεί να εδραιώσει με την ελπίδα πως κάποια στιγμή οι ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές ίσως γεφυρωθούν κι ίσως η αναμφίβολη διαφάνειά του χρησιμεύσουν σαν ορόσημα που θα οδηγήσουν στο καλύτερο αύριο. Karoly Sandor Pallai, PhD, researcher, translator, poet.

 

 

 

 

 

 

The ceaseless wanderings of a recalcitrant self

 

 

The Medusa Glance is a present-day triptych, a rich and profoundly nuanced contemporary narrative, sensitive to all the immanent and minute shades of reality, aspiring to embrace and incorporate the whole spectrum of lived experience. As a key motive, the author invokes Medusa, the female monster with venomous snakes on hear head. Stricken with fear, we are nonetheless tempted to be immersed in the poetic universe of Manolis. The epigraph characterizes the bold enterprise of the author aimed at the explicitation of the inner architecture and dynamics of experience, at the renewal of narrative practices and at the constant (re)negotiation of identity. The reader is swept away by a polychromatic tempest of verbs and embarks on a journey guiding him to the dimension of the minute and infinitely multifarious undulations of sublunary consciousness.

 

The poems of the first part mark an act of transubstantiation in which one’s existence is turned inside out, transcending itself and identity is filtered through alterity in a succession of anti-war poems dealing with the politics and elections of the USA and with international affairs. The author passes severe judgement on political disunity, the striking incapacity for decision-making, on our body and soul growing fat, lazy and losing all sense of criticism, on our stupefied, inebriated and paralyzed citizenship. The poetry of Manolis is a valid, cogent and timely exhortation, a perennial admonition endeavoring to disclose the hidden and mysterious dynamics of consciousness and the underlying metaphorical architecture of our lives in a new hermeneutical framework of poetic truth. The flow of words is set into motion by the inexorable criticism of the author, by his scathing irony and withering sarcasm. One of the most laudable characteristics of this poetry is the intermediate view that it represents in the incessant oscillation between identity and alterity.

 

The poet is concerned with reality in general and with intersubjective reality in particular. Openness and straightforwardness are encoded in the essence of this poetry and the immutable horizon of vigorous presence, experience and volitional activity is accentuated as a constitutive moment of existence. The experience of being an active participant of the events unfolding around us, moreover, of being a highly intensive critical presence shaping the world is not only reassuring but it also awakes our feeling of responsibility as we gradually become part of this poetic universe which serves to accommodate our impressions of the radical alterity of the other, our fears and hopes and our understanding of human identity. This can pave the way for our dialogical activity which is essential in the construction of our own narrative of the ego-world axis and of our interpretative matrix in which we constantly try to place and analyze the events of the external world, the famines and wars, the violence, the defenselessness and the privation that we see on a daily basis.

 

The succession of the trenchant images of suffering, pain, sorrow and agony is deeply personal, the genuine concern of the poet is moving: each poem is a state of affairs and what is more, a bead on a rosary told for the victims of violence, exclusion and discrimination. Bombs, missiles, explosions, corpses, great power politics, weapons and defense contractors in a mad world… The poems of the first chapter constitute the etching of the poet’s foregoing investigation into the horrors of modern-day existence. However introversive and rooted in a profound knowledge of the self these texts are, they are far from the common self-absorption of many poetic trends: the interference of the lyrical self is inconsiderable and it is instrumental in giving occasion to an inspection into the realm of human nature and inherent values.

 

A fusion of themes and horizons characterize the poems of the second part of the book. Reminiscence, eroticism, abstraction, philosophy, a chain of thoughts revolving around existential meditation and the distillation of life condensed in literary essence: the poetic world of Manolis is continually in the process of taking shape and being formed. This ceaseless becoming is the very essence of his intellectual and artistic universe. When it comes to these texts, to engage in hermeneutics is to engage in a reflection of openness and dialogue. The fragmented narrative serves the enlargement of the horizon of our experiences by an immersion in the inexhaustibly divergent possibilities of alternative subjectivity. Striving for understanding, the lyrical I is incarnated in a sequence of thoughts, impressions and sensations, in a multiplicity of self-representations, levelling the boundaries of the self-enclosed subject to the ground. The poetic subject appears as the focal point of the diverse shades and nuances of the inherent alterity of all experience, as the convergent lens splitting and shattering fixed categories, activating and mobilizing our most heterogeneous and multi-colored concepts and experiences of life and existence. As an extension of the experience of alterity to textual creation, the poet offers us his many-worlds interpretations of parallel lives, simultaneous events and synchronous superpositions by entering into the spirit and ideas of others and by projecting us into their existence. Thereby, the poet, after addressing the self-other, identity-alterity relationship as a socio-political concern, invites us to transcend the egological dimensions of the self. The poetic efficacy attributing autonomy and postulating self-sufficiency as the normative structure of the subject is replaced by the necessity of the other’s perspective and the engagement in an open dialectic of experience. The relentless candor and openness of the poet manifest themselves in the interlocking patterns of an apparently autofictitious chain of images, of an almost limitless inventory of sensations and impressions closely related to the realms of lived experience of everyday existence and to the phenomenological and ontological readings of feelings, life events and thoughts.

 

The short, epigrammatic dialogues of the third section of the book offer a sternly detailed and coldly realistic portrayal of the dynamics of estrangement and disaffection of the relationship of an elderly couple. The duplicity of the narrative is constituted by the disparate strategies of self-representation: the distinct perspectives coexist without being engaged in interaction, without interpenetrating and influencing each other. The poetic text operates in this part of the book as a divergent lens displaying, exhibiting the major discrepancies and splits in these two radically dissimilar inner structures of experience and existence. Sharing life, in this case, doesn’t mean a dialectical, bilateral relationship: on the contrary, it is only a setting for the plain scheme of communication divested of its essence, of the essential alterity and openness of shared experience. These series of pseudo-encounters deprive the subjects of any vertical dimension, compelling them to float in indeterminacy and to abandon all hope of a communion in which the encounter could transform the innermost realms of their existence. The lack of reciprocity manifests itself in the bifurcate, juxtaposed phrases and paragraphs, in the tessellated fugue-structure of non-alignment, phase-displacement and avoidance. The thoughts disengage and come apart as two people fade into the delusive intimacy of isolation: their means to express and articulate the nuances of their personality and inner self are incompatible, the schemata of their behavior reflect the distance between their authentic selves. By asserting their identities in their monologic and monolithic fragments of the universe, they tacitly accept the increasing alienation and the correlative tensions. The communion of wife and husband has lost even its seeming and fictitious feeling of togetherness, often disguised in an illusory narrative secrecy. In the final sequence of poems, Manolis reveals the cleavages and ruptures of a relationship in all honesty, with unrelenting directness. In fact, the apparent tranquillity and respite dissimulate an alarming defensiveness and a regressive inner fear which make it impossible to recognize and accept the growing gap and anxiety and the reinforcement of incongruence and decomposition of the self.

 

This lively, alert, highly critical, cynical, daring and often intrepid portrait of our age, this unyielding reckoning offers us a large-scale panorama filtered through the subjectivity of the poet which is the strategy of Manolis to embrace, appropriate and refigure reality. The vividness of his imagery and the richness of the moments of lived experience and enacted narratives make our journey into the inextricable intertwining of his inner world not only memorable but pleasurable as well. The poetry of Manolis confirms the postulation not only of the primacy of being, but of being as action and involvement. The Medusa Glance is a hermeneutical sign-post

tracing an ascending curve of psychological and philosophical analysis, congruent with the genuineness of the poet, which gives an account of his interpretations of our confrontations with the incomprehensibility of life, of the unfathomable fullness of experience, of the often controversial and impenetrable complexities and mysteries of ipseity and alterity, of conceptual and carnal intersubjectivity and of the mental space opened up for a critique of our deeply rooted ideological constructions and insincerities by the implacable openness and directness of this poetry.

 

Károly Sándor Pallai, PhD, researcher, translator, poet

 

Ἐπιτύμβιον

Πέθανες- κι ἔγινες καὶ σύ: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σὲ συνοδέψανε, τρεῖς λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα γιὰ τὶς ὑπέροχες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερες.

Ἄ, ρὲ Λαυρέντη, ἐγὼ ποὺ μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στὸ ψέμα
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ, δὲν θὰ ῾ρθῶ τὴν ἡσυχία σου νὰ ταράξω.

(Ἐγώ, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μὲς στὴ σιωπὴ θὰ τὴν ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι μὲ τίμημα τὸ θλιβερό σου τὸ σαρκίο.)

Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ. Ὡς ἤσουν πάντα στὴ ζωή: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.

Δὲ θά ῾σαι ὁ πρῶτος οὔτε δὰ κι ὁ τελευταῖος

TOMBSTONE ENGRAVING

You also died and you became the special

good family man, the patriot

thirty six wreaths accompanied you

three funereal speeches by vice presidents

seven votes in favor of what you offered

 

ah, Lavrentis, only I knew what a bastard you were

what a sold out asshole, you lived a life time of lies

sleep in peace I won’t come to disturb your serenity

 

(I will exchange my whole life with priceless silence

and not with a reward your sorrowful corpse)

 

Sleep in peace as you were in life: the special

good family man, the patriot.

 

You’ll neither be the first nor the last one.

 

NEOHELLENIC POETRY-AN ANTHOLOGY, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, autumn, 2017

 

cover

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

 

Τον συναντούσα συνήθως στη σκάλα, καμιά φορά ερχόταν στην

κάμαρά μου και μάζευε τις σκόρπιες καρφίτσες απ’ το πάτωμα, “θα

τις πάω στη Μαρία” έλεγε και σα να ντρεπόταν που η Μαρία είχε

πεθάνει — ύστερα όλα άλλαξαν, το σπίτι σκοτείνιασε, μόλις μπο-

ρούσες να ξεχωρίσεις τ’ αλλοτινά σημάδια, στο δρόμο έφεγγε ένα

κηροπήγιο σα να `ταν κάτι, λέει, κάτω απ’ το χώμα που δεν έπρε-

πε να το ξεχάσουμε, “κι εσύ γιατί σ’ αρέσει να σέρνεσαι σαν το

σκουλήκι” μου λέει, “Κύριε, θέλω να προλάβω” του λέω κι όταν

ακούστηκε το τραίνο που σφύριζε για δεύτερη φορά, «εδώ τελειώ-

νουν τα όνειρα» είπε κι έβρεχε, έβρεχε ασταμάτητα πάνω σ’ όλον

το μάταιο κόσμο.

 

 

 

GOODBYE

 

I would usually meet him by the stairs at times he would come to

my room to pick the thrown pins from the floor, “I’ll give them

to Maria” he would say as if embarrassed that Maria had died —

then everything changed, the house got dark, you could hardly

discern the old wounds; in the street a candle was lit as if

they said, there was something under the soil we shouldn’t forget

“and you, why you like to crawl like a worm?” He said to me “Sir

I try to make it on time” I said to him and when the train was heard

whistling for the second time, “here end the dreams” he said and

it rained an unrelenting rain over the whole futile world.

 

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

cover

 

ΧΙΟΝΙ

 

Ήταν ο μόνος που είχα κι όμως ούτε καν τον γνώριζα — έφευγε

για καιρό κι όταν ξαναρχόταν “κάποτε θα γυρίσεις κι εσύ” μου `λεγε —

“αλλά δεν θάναι κανείς” ύστερα μου μιλούσε για το πράσιονο φόρεμα

της μητέρας του κι επέμενε στη λέξη πράσινο σα να υπερασπιζόταν

τον κόσμο κι άλλοτε γονάτιζε και ζητούσε συγχώρεση για τους

τόσους αιώνες θλίψης κι οι γυναίκες που κατέβηκαν αργότερα να

πλύνουν λησμονήθηκαν μες στη μεγάλη λάμψη κι όπως χιόνιζε

άνοιξα το Ευαγγέλιο

αλλά χιόνιζε κι εκεί.

 

 

 

SNOW

 

He was the only one I had although I couldn’t recognize him —

he would go away and come back “someday you’ll also return”

he said “but no one will be here” then he would talk to me of his

mother’s green dress and he emphasized the word green as if

he defended the whole world; other times he would kneel and ask

for forgiveness for the centuries of grief and the women who later

descended to do the laundry were forgotten in a great shine and

as it snowed I opened the Gospel

but it snowed in it as well.

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

cover

ΤΕΡΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Ή μάλλον για να `μαι πιο συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’
αυτό το ρολόι, ένα ρολόϊ ηλίθιο και φαλακρό, εγώ τί έφταιξα —
απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στον καναπέ κι έτρωγα
τις θείες μου σε νεαρή ηλικία, αλλά μιά μιά, για να μη φανεί απότομα
η γύμνια του τοίχου ή μια φορά στο δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η
πόλη ήταν ακαλαίσθητη
και μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος για τους άλλους είναι
που έδωσε στη ζωή μας αυτό το ατέλειωτο βάθος

 

AFTERNOON DELIGHTS

Or perhaps to be more accurate it all started by
this clock a stupid bald headed clock, it wasn’t my fault —
every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my
young unties, however but one by one so that the emptiness
of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat
blood so much the city was inelegant
that only the lack of interest for others gave our lives
this endless depth.

 

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com