Archive for December, 2014

!cid_3B95CBD1-C006-4204-A0EF-6BB980011F1D@telus

The only one longhand book in the entire world. Consists of 10012 fifteen syllable rhyming verses I hand copied in 1958 at the age of 11.

Soon to be available for the eclectic collectors of rare books.

Το μοναδικό χειρόγραφο βιβλίο στον κόσμο. Αποτελείται από 10012 ομοικατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους που αντέγραψα το 1958 σε ηλικία 11 χρονών.

Πολύ σύντομα θα είναι διαθέσιμο για τους εκλεκτικούς συλλέκτες σπανίων βιβλίων.

Advertisements

ritsos front cover

ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΗ

Τα άδεια, ανοιχτά συρτάρια μετά την έρευνα.
Το σκοτάδι της κάμαρας με τις βαθειές εισπνοές του καθρέφτη.
Απέναντι η κατάφωτη βιτρίνα του χασάπικου
και το παλιό χειραμάξι με το κέρινο ομοίωμα
του μεγάλου Αλεξάνδρου, χωρίς δόρυ και κράνος,
ανάσκελα πλαγιασμένο στα σάπια πορτοκάλια.

FALSIFICATION

The empty, open drawers after the search.
Darkness of the room with the deep inhaling of the mirror.
Opposite, the fully lit display of the butcher shop
and the old hand-barrow with a wax semblance
of Alexander the Great, with neither spear nor helmet
lying on his back on the rotten oranges.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

2014 in review

Posted: December 30, 2014 by vequinox in Literature

The WordPress.com stats helper monkeys prepared a 2014 annual report for this blog.

Here’s an excerpt:

The concert hall at the Sydney Opera House holds 2,700 people. This blog was viewed about 8,600 times in 2014. If it were a concert at Sydney Opera House, it would take about 3 sold-out performances for that many people to see it.

Click here to see the complete report.

George Seferis_cover

ON A WINTER SUN RAY

4.

Some years ago you said
“Basically I am a matter of light.”
And still today when you lean
on the wide shoulders of sleep
even when they anchor you
to the drowsy breast of pelagos
you search in corners where blackness
has turned thin with no resistance
you grope for the spear
that spear destined to pierce your heart
and open it to the light.

ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΧΤΙΝΑ

Δ’
Είπες εδώ και χρόνια:
“Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός.”
Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς
στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου
ακόμη κι όταν σε ποντίζουν
στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου
ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο
έχει τριφτεί και δεν αντέχει
αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη
την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου
για να την ανοίξει στο φως.

~Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis

cover

ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ όψεως, βέβαια, όλοι φαίνονται απροσδόκητα
ενώ αυτό που φοβόμαστε έχει γίνει από καιρό, κι ήτανε μέσα μας,
κι εμείς το πηγαίναμε στην επικίνδυνη ώρα και συχνά σταματού-
σες στη μέση της σκάλας, γιατί ποιός ξέρει πού είναι το άλλο
σκαλοπάτι, ιδιαίτερα το βράδυ καθώς διάβαινες τις άδειες κάμα-
ρες, σου `πεφτε πάντα κάτι απ’ τα χέρια, σαν να `θελε να ξαναγυ-
ρίσει, και τότε, όπως γονάτιζες να το βρεις, συναντούσες τον
άλλον
αφού κάθε κίνηση μας προδίνει, κι ένα άλλο ποτήρι σηκώνεις
απ’ αυτό που πήγαινες, προτίμησα, λοιπόν, να σωπάσω, μα όταν
μες στο σκοτάδι χτύπησαν μεσάνυχτα, όλο το σπίτι ράγισε άξαφνα,
και τότε, στο βάθος του διαδρόμου, το είδαμε που πέρασε εντελώς
καθαρά.
AT FIRST glance of course everything seem to be unexpected
while what we’ve feared had already taken place and was inside us
and we carried it to the dangerous hour and often you would stop
in the middle of the stairs because, who knows where was the next
step; especially in the night as you walked through the empty rooms
something always fell off your hands as if wanting to return and
then as you’d kneel to find it you would meet the other man
since every gesture gives us up and you carry a different
glass from the one you wanted, I therefore chose to keep silent;
but when in darkness midnight struck suddenly the whole
house shook and then at the end of the hallway we saw him
as he quite clearly walked by us.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.amazon.com
http://www.amazon.kindle.com
http://www.smashwords.com

Από καρδιάς ευχαριστώ την αγαπητή φίλη Νότα Χρυσίνα για την υπέροχη παρουσίαση της δουλειάς μου. Το εκτιμώ βαθειά!
My sincere thank you and deep appreciation goes to my dearest friend Nota Chrysina for her superb presentation of my work as a translator.

http://cantfus.blogspot.gr/2014/12/blog-post_14.html
cantus firmus:

!cid_178308138DCA4B20A98C2CCBFAB16FA0@userHP

ΤΑ ΚΑΤΑ ΚΙΡΚΗΝ ΙΙ

Στον παλιό καιρό, στα χρόνια του Τρωικού πολέμου και του Όμηρου που λένε, ένα καράβι ταξιδεύει στις θάλασσες. Οι ναύτες του είναι σκαριά και ράτσες. Γεμιτζήδες, μούτσοι, λοστρόμοι, καμαρώτοι. Ανάμεσά τους βρίσκεται ίσως και κάποιος κοντραμπατζής.
Είναι όλοι τους άνθρωποι αγράμματοι, μεροκαματιάρηδες, αγροίκοι. Το ξεροβόρι και η αρμύρα έχει αργασμένο το πετσί τους. Είναι ξυπόλυτοι, χελωνόδερμοι, σκύλοι καραβίσιοι, θαλασσόλυκοι που λέει ο κόσμος. Η γλώσσα τους είναι φτενή, οι λέξεις το πιότερο χυδαίες. Οι βρισιές περισσεύουνε — Μη βρίζεις σα ναύτης! Που λέει η παροιμία.
Όλο ετούτο το τσούρμο ταξιδεύει στα πέλαγα μήνους, και κάποτε χρόνους. Δε βλέπουνε παρά θάλασσα και ουρανό. Και ζούνε με τους αέρηδες, τις τρικυμίες, τα κίντυνα, τους σκορβούτους, τη ναυτία. Και οι καρχαρίες να χάσκουν στου καραβιού τις πάντες. Ο καθένας στη δουλειά του. Στο κουπί, στο βίτζι, στον αργάτη, στη γέφυρα, στο δοιάκι.
Κάθουνται τα βράδυα, αστρονιμίζουνται, κοιτάνε το Νότιο Ιχθύ, τον α του Κενταύρου, το Σταυρό του Νότου, και σκέφτουνται το σπίτι τους. Να γυρίσουνε στα παιαδιά, στη γυναίκα, στους φίλους. Το λιμάνι, η ταβέρνα. Να πιούνε το κρασάκι τους, να καλοκαρδίσουν, να τραγουδήσουνε, να ξεδώκει ο νους. Να ξαναγίνουνε άνθρωποι, μωρέ.
Πολλά τους λείπουνε. Και η τέρηση κρατά την ψυχή τους φρυγμένη γη. Αλλά πάνω απ’ όλα λείπει η γυναίκα. Αχ, το θηλυκό, η τρυφερή σάρκα, το νόστιμο φιλί, το παίξε με.
Και είναι όλοι τους στο φόρτε της ηλικίας. Δυνατοί, νταβραντισμένοι, ακαταπόνητοι, να πλαντάξουν. Το βράδυ στυλώνουν το βλέμμα σε κάποια γυμνή καρφωμένη στον τοίχο της κουκέτας. Τότε το μάτι τους μαυρίζει. Για μια στιογμή σταματά η ανάσα τους. Ένας υδράργυρος νιώθουν να κυλάει στην πλάτη τους ως κάτου στη ραχοκοκαλιά.
Τι πάει να πει γυναίκα για το ναυτικό, το ξέρει όλος ο κόσμος.
—Ο στόλος! Έρχεται ο στόλος! Θυμηθείτε το σύρμα που έπεφτε σε παλιότερους καιρούς στον Πειραιά, όταν έφτανε ο 6ος Στόλος. Η προκυμαία, τα μαγαζιά, τα ντερσέκια, η Τρούμπα. Όλα τα σήκωνε και τα αρμένιζε ένας άνεμος πυρετός. Σε κορμιά και σε παντελόνια, σε σάρκες και σε τσέπες συναγερμός και πόλεμος.

Τέτοιοι είναι και οι ΄συντροφοι του Οδυσσέα. ΟΙ ασκητάδες της λανγείας. Και ξαφνικά βρίσκουνται σ’ ένα εξωτικό νησί. Ξανοίγουν μπροστά τους μια ωραία γυναίκα. Είναι τόσο έμορφη που μοιάζει μάγισσα. Καθώς τους πλησιάζει, περπατάει και νομίζουνε πως γίνεται σεισμός.
—Παναγιά μου! Θα βουλιάξει το νησί.
Μάγισσα λέμε και σήμερα μια ωραία γυναίκα. Όπως και γόη έναν αρρενωπό άντρα. Γητευτής που μαγεύει τα σουρούλια και τα φίδια. Πόσα τραγούδια δεν σκαρώσανε ο Μάρκος και ο Μπάτης και ο Τσιτσάνης για μάγισσες και βότανα, και λαγγεμένη Ανατολή.
Αυτή λοιπόν είναι η Κίρκη. Μια γυναίκα θύελλα και καταποντισμός. Στέκεται αγνάντια, κουβεντιάζει τους ναλυτες, και η ερωτική πενία αγκριφώνει έγρια τα κορμιά τους. Νιώθουν να τους χτυπάνε απανωτά ουρές από κίτρινους σκορπιούς.
Αλλά και ην Κίρκη είναι μόνη. Βασίλισσα στην ερημιά σαν τη βασίλισσα του Σαβά στα ταξίδια του Σολομώντα. Απολησμονημένη σε μια εξωτική όαση.
Πόση εμορφιά, και πόσα καλέσματα του αίματος τριγύρω της. Κήποι, χουρμαδιές και ανανόδεντρα, λωτοί για λωτοφάγους, ίσκιοι, φυλλωσιές που τις τυφλώνει το κάθετο φως, πουλιά να κελαηδούν κρυμμένα στους φοίνικες. Και οι καθαρές αμμουδιές απλωμένες ανάσκελα. Στη μέση το ωραίο παλάτι, στην άκρη το ατλάζι του πελάγου. Και κάπου κοντά οι σπηλιές της αμμουδιάς. Τόποι για εμπνοή και ποίηση.
Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια
αγάπη υπάρχει μια έκσταση
Και η Κίρκη η σκοτεινή είναι φλεγόμενη σαν του ήλιου τις κηλίδες. Ο Όμηρος κάπου τη φωνάζει και ηλιογέννητη. Είναι δροσάτη και θαλερή. Και πάνου απ’ όλα διψασμένη για άντρα.
Καθώς καίει το τζάκι κέδρα και λιβανωτούς — καθώς ανάβουν τα δαδιά και οι λαμπάδες στους λυχνοστάτες, καθλώς κορώνει ψηλά ο πολυέλαιος, εκείνος ο τολμηρός του Καβάφη που
μες τη φλόγα του την καθεμιά πυρώνει μια λάγνη πάθησις, μια
λάγνη ορμή
καθώς στρώνεται το πλούσιο τραπέζι με κυνήγια, με καθαρά ψάρια, με δυνατά κρασιά, καθώς αρχίζουν τα λιανοτράγουδα…
Οι σύντροφοι ένας-ένας, γνωρίζουν τους κόλπους της Κίρκης.
Και η δαιμονική γυναίκα είναι αχόρταγη. Ορμάει και μπαίνει στο βαθύ της στοιχείο σαν την πανσέληνο.
Ποιος αρχαίος συγγραφέας αναφέρει για την Κλεοπάτρα Σελήνη, τη γνωστή μας, ότι σε μια νύχτα έκανε στοματικό έρωτα με δεκάδες ρωμαίους ιππείς. Και ο λατίνος ιστορικός μιλά για την ακαταπόνητη Μεσσαλίνα, τη γυναίκα του Κλαύδιου, ότι σε διαγωνισμό δύναμης, ταχύτητας και αντοχής κατατρόπωσε τις πιο διαβόητες εταίρες της Ρώμης. Η Κίρκη γίνεται στέρνα ακένωτη χυμών και βροντείο ήχων.
Έρχεται, λοιπόν, η ερωτική παννυχίδα χωρίς όρια και μέτρα. Βόγγος άγριος του πελάγου, τρικυμία τρικούβερτη στους κήπους, αστραπές και τρέμουλο στα παράθυρα, στις κάμαρες, στα φωτανάμματα. Είναι αγριολατισμένο το τραγούδι του Καϊκια και του Σκλιρωνα, του Εύρου και του Λίβα. Θα υπάρχει στη θέση του αύριο το νησί; Ή θα το `χουν καταπιεί οι ροές του ωκεανού και η συνταραχή των άστρων;
Και τη μία νύχτα ακολούθησε άλλη. Και τη μία μέρα ακολούθησε άλλη, και άλλη. Και επέρασε καιρός πολύς σε ώρα λίγη. Και ο Οδυσσέας περιμένεις το καράβι με την παλάμη κεραμίδι στο μέτωπο.

Δεν ημπορούμε παρά να λογαριάσουμε την ψυχολογική μετάλλαξη που συντελέστηκε στα συνήθια των συντρόφων. Των άξεστων συντρόφων που βρεθήκανε καταμεσίς στη δίνη του αρσενικού ζώου. Πού ήσανε χθες, και πού βρίσκουνται τώρα; Όλο τον καιρό επαλεύανε με την κόλαση. Η βάρδια, το κουπί, η αϋπνία, η πείνα, ο κίνδυνος, η ναυτία, η ανία, το ως πότε;
Και ξαφνικά η μέρα εγύρισε φύλλο, και η σκυλίσια αίσθηση έγινε όνειρο. Παράδεισος, χορτασμός, μαγελια, όργος και τελεσμός. Ένα παραμύθι ανύποπτης φαντασίας εκατέβηκε, και ετύλιξε με μουσική βαθύηχη και όραση θολή ολάκερη την ύπαρξη των συντρόφων.
Μα το να ζήσεις έτσι είναι διάταξη και σύνταξη θαυμάτων. Και να πεθάνεις έτσι είναι μεταλλείο μετεώρων που, μέσα από τα ερείπια και την τέφρα των άστρων, χύνουνται καταχυτά στους καταρράχτες των γαλαξιών.
Ο πιο ωραίος θάνατος, λέει κάπου ο Γκαίτε, είναι να στροβιλιζεσαι σ’ ένα τρελό χορό με τη γυναίκα που αγαπάς, και να πέσεις απότομα ξερός.
Οι σύντροφοι σιγά σιγά βουλιάζουν σ’ ένα ηδονικό αποκάρωμα. Ένας γελούμενος πυρετός, μια άισθηση παντοδυναμίας μέσα στην τέλεια άφεση τους κυριεύει ως τις ίνες και τα κύτταρα. Σιγά σιγά τα ξεχνούν όλα.
Πάει και κυβερνήτης και καράβι. Πάει η θάλασσα, το ταξίδι, η αποστολή, ο νόστος και η Ιθάκη. Αυτά τώρα πια είναι για τους πεζούς και τους φρόνιμους. Ετούτοι το κρασί τους το πίνουνε άκρατο. Δε γίνεται να το νερώσουν. Ακριβώς σύμφωνα με την αίσθηση εκείνου του τρομαχτικού λυρικού, που πέθανε στα είκοσι εννέα του χρόνια:
Της πον ορίζει Ποστούμιας ο νόμος τό `πε: Όπου αρέσει σας
δώθε πάρτε δρόμο νερά εσείς, τον κρασιού χαμός, τραβάτε
στους σεμνούς. Εδώ μένει αγνός ο Βάκχος.
Εάν χρωματίσουμε με λίγο ηθικό λουλάκι ετούτη τη σύρριζη αλλαγή στη συμπεριφορά των συντρόφων, βλέπουμε τους εαυτούς μας αναγκασμένους να μιλήσουν για ανθρώπους που γινήκανε ζώα. Τα ξεχάσανε όλα. Και στο θόλο της ζωής τους ένας είναι ο ήλιος. Η Κίρκη με τα θέλγητρα και με τα παιχνίδια της. Ο πόλεμος του θέρου και του τρύγου.
Τη μεταμόρφωση ο Όμηρος την περιγράφςει με μιαν απλότητα που κλονίζει. Η Κίρκη άγγιξε τους συντρόφους με τη μαγική βεργούλα. Να `τανε άραγε αυτό η αχνογελούσα κλειτωρίδα της; Κι εκείνοι γενήκανε γουρούνια.

In ancient times, the times of Homer and the Trojan war, there is a ship that sails the seas. Its sailors are hardened men, different races and from all walks of life. Each has a job on the ship and perhaps some are even dealing with contraband.
All of them are from a rough stock; uneducated people, working hard for their daily bread. The dry sea-winds and the salt have hardened their skin over the years. Their feet are bare, their skins cracked, sea-dogs one and all. They don’t talk much and when they do, their language is base and obscene. Swearing abounds, “Swears like a sailor”, as the saying goes.
This uncouth crowd spends months on sea, sometimes years. All this time, they encounter nothing but sea and sky. And they live with the winds, the heavy seas, the dangers, the scurvy, the sea-sickness. And all the while their ship is
trailed by sharks. Yet everyone remains at their posts; at the oar, the bridge, the mast, the helm, the hull.
At nights, they gather round and find their bearing by the stars. They look at the constellations and think of their homes. They long to return to their children and wives and friends. Their home port and familiar drinking places. They long to have a drink, to be merry and sing, to put their minds at ease. To be men among men again.
They are destitute. And the constant deprivations have turned their souls into a barren land. But above all, they miss a woman’s touch. Ah, the female, the softness of the skin, the tasty kisses, the ancient play.
And they are all in their prime. Strong, well-built, restless in their discomfort. In the evenings, perhaps their eyes wander towards a picture of some naked woman, pinned against the wall of their bunk. And then a darkness creeps over them. For a moment they cannot breathe. They feel as if mercury is trickling down their backbone, all the way down, to the base of their spine. These hermits of lustfulness.
What the female form means to every sailor, is known all over the world. The commotion that accompanies the arrival of a fleet at port is also well known. It is as if the whole port town has been swept up by a feverish wind. And it has been
so since ancient times.
Such kind of men are the companions of Ulysses. Ascetic and lustful. They have spent years at sea and now they suddenly find themselves on an exotic island. Before long, they encounter a beautiful woman. Bewitchingly beautiful, a temptress. As she approaches them, they feel the earth tremble under their feet.
– “Steady on lads! The island is shaking…”
Even at this day and age, we still describe a beautiful woman as bewitching. Similarly, we may call a handsome man charming. A charmer, seducing a nimble snake with his melodies. One soon loses count of how many songs have been written about such lustful bewitchings, magic love potions and the lure of the near East.
So this then is Circe. A stormy woman and wild like the sea. She stands opposite the sailors and talks to them, and the bodies of these beggars of love are tense and electrified. They feel as if they are being stung by a thousand yellow scorpion tails.
Yet Circe is also lonely. A queen of her deserted island like the queen of Sheba in wise Solomon’s travels. All but forgotten in an exotic oasis.
So much beauty and the strong intimate call of warm blood surround her. Lush gardens, palm and pineapple trees, lotus flowers for the lotus eaters, cool shades and clusters of leaves blinded by the incident light, unseen birds chirping away, hidden in the foliage. And the clean sandy beaches unfurling toward the sea. Right in the middle of the island, stands her fine palace; at the edge, the blue satin of the ocean. And somewhere close-by are the seashore caverns, and the wavy murals of the sea. Places of inspiration and poetry.
In the sea caves
there’s a thirst there’s a love
there’s an ecstasy16
And Circe the dark is aflame like a burning sunspot. At some point Homer refers to her as “sun-born”. She is refreshing and youthful. And above all else, she thirsts for a man. Like a fireplace burns cedar wood and dried weeds; like a torch ignites and flame flickers to life in lanterns; like a chandelier burns bright;
and in each of its flames a sensual fever,
a lascivious urge, grows with the heat17
A rich table is set with fresh game, plenty of fish and strong wine; and then singing…
The companions get to know Circe intimately, one by one. And the demonic female is insatiable. She lunges and plunges into her innermost element like the full moon reaching its fullness.
Which ancient writer is it that mentions that Cleopatra Selene, the one we know, had oral sex with dozens of Roman legionnaires on the same night? And the Latin historian
talks about the tireless Messalina, wife of Claudius, which bested the most famous courtesans of Rome in a competition of strength, speed and resilience. Circe becomes a bountiful cistern of lustful juices and sounds of pleasure.
Night descends and everything transforms into an endless love-play, knowing no bounds or limits. The ocean heaves and groans wildly; in the gardens a storm rages furiously; lightning-bolts set the windows trembling and in the warm chambers the flames burn brightly. The whizzing song of the hot north-easterly wind sweeps the coast. Will the island be the same on the morrow? Or will it have been swallowed up by the flow of the ocean and the syzygy of the constellations?
And this one night was followed by another. And each new dawn was succeeded by another, and yet another. A very long time passed when it had only seemed so short.
All the while Ulysses was waiting on the ship, with his calloused hand shielding his eyes from the burning sun, straining his eyesight.

We cannot but take note of the psychological transformation that occurred in the customary habits of the companions. These uncouth companions, who found themselves trapped in the vortex of the masculine animal. Where were they yesterday and where are they to be found today? All this time they were struggling with hell. The night-shift, the heavy oars, insomnia, hunger, the constant danger, nausea, the monotony, until when?
But the day turned and this dreary sensation gave way to a pleasant dream of paradise, satiation, magic and utter satisfaction. A tale of unsuspecting fantasy descended and, with reverberating music and a blurred enticing vista, enveloped
the companions’ entire existence.
To live this way is an assembly of composite miracles. And to die this way is a heavenly meteor shower which, emerging from inside the remnants and cold dusty halos of stars, spills over and towards galactic waterfalls.
Goethe wrote18 that the most delightful death is to whirl your life away in a feverish dance with the woman you love, and then collapse suddenly.
The companions are gradually sinking ever deeper into a sensual stupor. A joyous fever, a mighty sensation of letting go overwhelms and conquers the vital forces of their cells and fibres. Gradually, they forget everything.
Gone is the captain and his mighty ship; gone is the sea, the voyage, the mission, the longing for distant Ithaca. Such thoughts are now only for sensible, prosaic minds. They are no longer entertained by these companions, who now enjoy sublime red wines under a glorious sun. They will not deign to add water to their cups. All in good accord with the sensibilities of that uncanny lyrical poet who died at twenty-nine years of age:

Minister vetuli puer Falerni
inger mi calices amariores,
ut lex Postumiae iubet magistrae
ebrioso acino ebriosioris.
at vos quo lubet hinc abite, lymphae,
vini pernicies, et ad severos
migrate. hic merus est Thyonianus19.

If we may spare a little moral indigo from our palette of colours and attempt to draw a picture of this thorough change in the behaviour of the companions, we will find
ourselves forced to tell of men who became beasts. They forgot everything. The canopy of their lives has room for but one sun. Circe, with her attractions and fascinating games. The endless struggle between the sowing and the harvest.
This transformation is described by Homer in a shockingly simple manner. Circe touched the companions with a magic wand. Could that perhaps have been her laughter-loving clitoris? And they all turned into swine.

 

~Translation from the Greek to English by prof. Yannis Tsapras

~Μετάφραση από ελληνικά στα αγγλικά του καθηγητή Γιάννη Τσάπρα.

Cloe and Alexandra_cover_aug265

ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Θα ξαναβρεθούμε κάποτε.
Θα φοράς το πρόσωπό σου
και την γκρίζα καμπαρντίνα,
θα φυσάει ανάλαφρα
όπως σ’ εκείνη μας την βόλτα
ασφόδελοι θα πετούν ανάμεσά μας
τα αρχαία ερείπια
θα γεμίσουν γύρη
μια πάχνη θα σκεπάσει το φιλί μας.
Τα χείλη σου ζεστά.
Ύστερα εσύ δεν- θα τελειώσει αυτό
Κι εγώ δεν- θα φύγει αυτό
στην Ανταρκτική λιώνει ένας σβώλος χιόνι
κι αλλού μία ήπειρος βουλιάζει στο κενό.
Στην αρχαία αγορά ένας άντρας, μια γυναίκα
περπατούν χαρούμενοι
ανυποψίαστοι για ό, τι θα συμβεί.

OPTIMISM

One day we’ll meet again
You’ll wear your face and
the gray raincoat
it’ll be a bit windy
as when we had that stroll
asphodels will fly between us
the ancient ruins
will get filled by pollen
haze will cover our kiss
Your lips will be warm
Then you: this will never end
And I: this will end
in Antarctica a ball of snow melts and
somewhere else a continent sinks in the void
In the ancient agora a man, a woman
joyously saunter
unsuspecting of what comes next

~CLOE and ALEXANDRA-Libros Libertad, 2013
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

ubermensch_cover

I extend my heartfelt thank you to Nota Chryssina for her beautiful presentation of my poetry in her blog Cantus Firmus.

Ευχαριστώ από καρδιάς την Νότα Χρυσσίνα για την υοπέροχη παρουσίαση ποίησής μου στον ιστότοπό της Cantus Firmus

 

http://l.facebook.com/l/iAQE1vt-tAQEnPLeWqW7sEN8LclmqgWnRUUL-SjcB1Mj5VA/cantfus.blogspot.gr/2014/12/blog-post_61.html