Posts Tagged ‘sky’

Ritsos_front large

ΑΝΑΙΡΕΣΗ

Ώστε, λοιπόν, δεν είχαν όλα χαθεί. Το παράθυρο
έβλεπε ακόμη ένα κομμάτι πολιτεία, ένα κομμάτι
διαθέσιμο σχεδόν ουρανό. Ο μαραγκός, ο χτίστης,
μετέωροι στη σκαλωσιά, έρχονται πάλι πλησιέστερα.
Τα καρφιά, τα σανίδια έχουν, λοιπόν, κι άλλη χρήση,
και τ’ όνειρο πάλι κι ο τοίχος κ’ η ελάχιστη ανάσταση
κ’ η περίλυπη δόξα, χρήσιμη πάλι, θυμίζοντας
κείνες τις οδοντογλυφίδες στο τσεπάκι του γιλέκου
που, τόσα χρόνια πριν, είχαμε πάρει κρυφά
απ’ το φτηνό εστιατόριο μια χειμωνιάτικη νύχτα.
REFUTATION

So it seems it wasn’t all lost. The window
still looked out at a part of the city, an almost available
part of the sky. The carpenter, the builder,
dangling off the scaffold, they come closer again.
Then the nails, the planks, have another use
and the dream again, the wall and the faint resurrection
and the sorrowful glory, useful again, reminding us
those toothpicks in the small vest pocket
that, so many years ago, we had secretly taken
from the cheap restaurant one winter night.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Advertisements

kiki-dimoula

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Στον ουρανό ακροβατεί μεγάλη σκοτεινιά.
Κι έτσι καθώς με πήρε το παράθυρο αγκαλιά
με το ένα χέρι
στο δωμάτιο μέσα σέρνω
του δρόμου την απίστευτη ερημιά
με το άλλο παίρνω
μια χούφτα συννεφιά
και στην ψυχή μου σπέρνω.

MELANCHOLY

A great darkness skates on thin ice upon the sky.
Thus as the window hugged me
with one hand
I pull inside the room
the unbelievable loneliness of the street
with the other hand
I grab a handful of darkness
and throw it on my soul

~ΕΡΕΒΟΣ-EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

elyths

ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

Α

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
καθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες.

Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη κι ουρανό
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί, στα πόδια του βουνού.

Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Τώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
πιάνει και σβύνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια
βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

τα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψύχες τ’ ουρανού.

A

There where the sun used to dwell
where time was opening with the eyes of a virgin
as the wind was snowing from the nudging almond tree
and horse riders were lit on the peaks of grass

There where the hoof of a splendid maple tree struck
and a flag was high flapping earth and water
where weapons never burdened the backs
but all the tiredness of the sky
the whole world shone like a waterdrop
in the morning at the feet of the mountain

Now, as if from God’s sigh a shadow spreads

Now a stooping agony with bony hands
takes and wipes out onto herself one by one the flowers
in the crevasses where waters stopped from
the famine of joy the songs recline;
monks of rocks with cold hair
silently break the bread of desolation.

Winter cuts reaching the bone. Something evil
will be ignited. The mountain-horse’s hair goes wild

Vultures on high share the sky’s crumbs.

~Translated by Manolis Aligizakis

cover

SIMPLE TALK

Now we want to put our hands in our armpits
to look whether a star gleams in the sky
to remember that face
against the opening of the door
but we can’t remember
we have no time to remember
we don’t have time but to stand tall
and to die.

ΑΠΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ

Τώρα λέμε να βάλουμε τα χέρια στις μασκάλες
να κοιτάξουμε αν είναι καν’ αστέρι στον ουρανό
να θυμηθούμε κείνο το πρόσωπο
ακουμπισμένο στο κούφωμα της πόρτας
μα δε μπορούμε να θυμηθούμε
δεν έχουμε καιρό να θυμηθούμε
δεν έχουμε καιρό παρά να σταθούμε όρθιοι
και να πεθάνουμε.

~SIMPLE TALK, by Tasos Livaditis, translated by Manolis Aligizakis
~Τάσου Λειβαδίτη, ΑΠΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

10255262_707962025913052_1628846779_n

ΚΟΡΑΞ

Ξεραμένες ἁλυκές τ’ οὐρανοῦ τά μάτια.
Σαράντα μέρες κλάματα,
σαράντα νύχτες κλάματα.
Ὕστερα ἀπό τήν αἰχμαλωσία στήν ἄμμο
τό κυνηγητό στήν κοκαλίστρα
τή φωνή πού κρύφτηκε στήν κόψη τῶν σκορπιῶν
καί τά μαλλιά πού γενήκανε φίδια.
Ὕστερα ἀπό τό φονικό καί τό τίμημα
στό ζερβί ὦμο τῆς μετάνοιας
κούρνιασε κιόλας ἡ πρώτη τύψη.

CROW

Dried salt pans eyes of the sky
cried for forty days
cried for forty nights.
After the captivity in the sand
the chase on the bone place
voice hidden in the scorpion’s path
and the hair turned into serpents.
After the killing and the price paid
on the left shoulder of regret
the first guilt had already perched.

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis

George Seferis_cover

ΔΙΑΛΛΕΙΜΑ ΧΑΡΑΣ

Ήμασταν χαρούμενοι όλο εκείνο τό πρωί

θεέ μου πόσο χαρούμενοι.

Πρώτα γυάλιζαν οι πέτρες τά φύλλα καί τά λουλούδια

έπειτα ο ήλιος

ένας μεγάλος ήλιος όλο αγκάθια μά τόσο ψηλά στόν ουρανό.

Μιά νύμφη μάζευε τίς έννοιες μας καί τίς κρεμνούσε στά

      δέντρα

ένα δάσος από δέντρα τού Ιούδα.

Ερωτιδείς καί σάτυροι παίζαν καί τραγουδούσαν

κι έβλεπες ρόδινα μέλη μέσα στίς μαύρες δάφνες

σάρκες μικρών παιδιών.

Ήμασταν χαρούμενοι όλο τό πρωί

η άβυσσο κλειστό πηγάδι

όπου χτυπούσε τό τρυφερό πόσι ενός ανήλικου φαύνου

θυμάσαι τό γέλιο του: πόσο χαρούμενοι!

Έπειτα σύννεφα βροχή καί τό νοτισμένο χώμα

έπαψες νά γελάς σάν έγειρες μέσα στήν καλύβα

κι άνοιξες τά μεγάλα σου μάτια κοιτάζοντας

τον αρχάγγελο νά γυμνάζεται μέ μιά πύρινη ρομφαία.

“Ανεξήγητοι” είπες “ανεξήγητο

δέν καταλαβαίνω τούς ανθρώπους

όσο καί νά παίζουν μέ τά χρώματα

είναι όλοι τους μαύροι”.

                                                    Πεντέλη, άνοιξη

Joyous Break

We were all full of joy that morning

oh God, how full of joy.

First, the stones, the leaves and the flowers shone

then the sun

a huge sun full of thorns yet so high up in the sky.

A nymph gathered all our cares and hung them from

     the trees

a forest of Judas trees.

Young cupids and satyrs played and sang there

and you could see rosy limbs among the black laurels

flesh of little children.

We were full of joy all morning long

the abyss was a closed well

where the tender hoof of a young faun pounded

you remember its laughter: how full of joy we were!

Then clouds, rain and the moist soil

you stopped laughing as you laid down in the hut

and opened your large eyes gazing

the Archangel practicing with a fiery sword.

‘Inexplicable’ you said ‘inexplicable’

‘I don’t understand people

no matter how much they play with colors

they all remain black.’

                                         Penteli,spring

 

Γιωργος Σεφέρης, Ημερολόγιο Καταστρώματος Α/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis, Logbook I/Translation Manolis Aligizakis

Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά

πού έχουν σκεπή τό χαμηλό ουρανό μέρα καί νύχτα.

Δέν έχουμε ποτάμια δέν έχουμε πηγάδια δέν έχουμε πηγές,

μονάχα λίγες στέρνες άδειες κι αυτές, πού ηχούν καί πού

τίς προσκυνούμε.

Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος μέ τή μοναξιά μας

ίδιος μέ τήν αγάπη μας, ίδιος μέ τά σώματά μας.

Μάς φαίνεται παράξενο πού κάποτε μπορέσαμε νά χτί-

σουμε

τά σπίτια τά καλύβια καί τίς στάνες μας.

Κι οι γάμοι μας, τά δροσερά στεφάνια καί τά δάχτυλα

γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα γιά τήν ψυχή μας.

Πώς γεννηθήκαν πώς δυναμώσανε τά παιδιά μας;

Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τόν κλείνουν

οι δυό μαύρες Συμπληγλάδες. Στά λιμάνια

τήν Κυριακή σάν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε

βλέπουμε νά φωτίζουνται στό ηλιόγερμα

σπασμένα ξύλα από ταξίδια πού δέν τέλειωσαν

σώματα πού δέν ξέρουν πιά πώς ν’ αγαπήσουν.

 

Our homeland is closed in, all mountains

that day and night have the low sky as their roof.

We have no rivers, no water wells, no springs

only a few cisterns, even them empty, that echo

and that we worship.

A stagnant hollow sound, same as our loneliness

same as our love, same as our bodies.

It seems strange that once we managed to

build

our houses, huts and our sheepfolds.

And our marriages, the fresh coronals and our fingers

become inexplicable enigmas to our souls.

How were our children born, how did they grow strong?

Our homeland is closed in. Two black Symplegades

enclose it. When we go down

to the harbours on Sunday to breathe freely

we see lit in the sunset

the broken ships from voyages that never ended

bodies that no longer know how to love.

 

Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca

Τό Αθάνατο Ταξίδι

Η νύχτα αυτή δέ θέλει νά τελειώσει. Μυρωδιές από κλειστά εστιατόρια,

από μασκάλες, από φώτα σβησμένα σέ σκάλες λαϊκών ξενοδοχείων,

από ανθισμένα δέντρα κι αποτσίγαρα πεταμένα στούς δρόμους. Μεγάλα

λεωφορεία σταθμευμένα. Μέσα τους κρατούν ακόμη πυκνωμένη

τή σωπασμένη βοή τής μέρας, τίς στιγμιαίες επαφές τών σωμάτων. Μπρός

στά τζάμια τους,

τά θαμπωμένα απ’ τό χνώτο τής νύχτας, σταματούν γιά λίγο τ’ άγρια

αγόρια,

διορθώνουν μιά τούφα τών μαλλιών τους, φεύγουν. Μές στούς τηλεφω-

νικούς θαλάμους

κάποιοι τηλεφωνούν από σκοτάδι σέ σκοτάδι. Δέν ακούγεται τίποτα—

ίσως νάναι

οι νέοι νεκροί πού αρνούνται νά πεθάνουν τόσο νέοι, ίσως διεκδικούν τό

μερτικό τους

στούς έρωτες καί στά φώτα τών δρόμων—έναστροι δρόμοι

από βαθείσπνοα τσογάρα εραστών σέ ανυπόμονη θήρα. Όχι, όχι,

δέ θά μάς κλέψει απόψε πάλι ο ύπνος κι άλλο απ’ τή ζωή μας. Καληνύχτα

ξένο κρεβάτι

τ’ άσπρα σεντόνια άς τά φορέσουν τά όνειρα, κι άς περιμένει ο γερο ξενο-

δόχος

μέ τό κεφάλι ακουμπισμένο στό χοντρό βιβλίο τών πελατών. Άϊ, Φοντάνα

ντί Τρέβι,

εμείς εδώ, μέ τά νερά καί μέ τά αγάλματα. Θά πέσω μέ τά ρούχα στήν

κρήνη

ν’ αγγίξω αυτό τό εξαίσιο μαρμαρένιο πόδι. Κι ύστερα,

βρεγμένος, μούσκεμα, νά στέκω καί νά τρέμω σύγκρομος μέ τό ρίγος τών

άστρων

ρίχνοντας στά νερά όλα μου τά νομίσματα, νά μείνω απένταρος καί νά μήν

έχω

μήτε τόν απαραίτητο οβολό γιά τόν Σκιώδη Λεμβούχο, κι έτσι νά μ’ αφή-

σει στόν Απάνω Κόσμο

νά ταξιδεύω ατέλειωτα απ’ τήν Αθήνα στή Ρώμη, απ’ τή Ρώμη στήν

Αθήνα.

~ Γιάννης Ρίτσος–Ρώμη, 17-11-78

The Everlasting Trip

This night doesn’t want to end Smells from closed restaurants

from underarms from turned off lights on staircases of cheap hotels

from bloomed trees and cigarette butts thrown in the streets Big

buses parked still maintaining inside them a thickened

yet silenced hum of day momentary touch of bodies In front

of their windshields

steamed up by the breath of night the wild boys stop for

a while

re-arrange their hair locks they leave In the telephone booths

some make phone calls from darkness to darkness nothing is

heard –

perhaps they are the new dead refusing to die at such a young age

perhaps they claim

their share of love and that of the street lights – starlit

streets

from the deep cigarette inhaling of lovers in an anxious hunt, No no

sleep won’t deprive us again a bit more of our lives Goodnight

strange bed

let the dreams wear the white sheets and let the old hotel manager

wait

with his head leaning on the thick guest book Ai Fontana

di Trevi

here we are with the waters and the statues I’ll jump dressed up

into the fountain

to touch this exquisite marble leg And then

wet soaking wet I’ll stand shivering by the thrill

of stars

tossing all my coins in the water so that I’ll remain penniless

not having

even a small contribution for the Shadowy Ferryman so that

he may leave me in the World Above

to travel endlessly from Athens to Rome and from Rome

to Athens

 

                                                                        ~Υiannis Ristos–Rome, 17-9-78