Archive for the ‘awards’ Category

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (απόσπασμα)

IV

Τράβηξαν ολόισια στην αυγὴ με την ακαταδεξιὰ του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ᾿ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Απὸ δω πέρασε ο στρατὸς με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ᾿ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ᾿ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωὴ στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μία οργιὰ ουρανὸ – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στήν πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδούνιζαν τα γυαλικὰ στα ράφια.

Ά, τί τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια –
ανάμεσα στα γόνατα τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα να `σπαγαν μία ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιὸς θα σου φέρει τώρα το ζεστὸ καρβέλι μες στη νύχτα να ταίσεις τα όνειρα;
Ποιὸς θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματα τους;

Το χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πὼς μύριζε το χώμα –
και τώρα πὼς κλειδώσανε την πόρτα τους τ᾿ αμπέλια μας
πῶς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιὸς να το πει πως βρίσκονται οι μισοὶ κάτου απ᾿ το χώμα
κ᾿ οι άλλοι μισοὶ στα σίδερα;

Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανὸς
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου να `ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτὸ το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Κάτου απ᾿ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινὶ – περμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Τούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανεὶς να μας το πάρει.

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

IV

 

They went straight to dawn with the haughty air of the hungry

a star had curdled in their motionless eyes

on their shoulders they carried the injured summer

 

This way the army went with banners glued onto their flesh

with stubbornness bitten by their teeth like an unripe wild pear

with the moon-sand under their heavy boots and with the coal dust of night

glued in their nostrils and their ears.

 

Tree by tree stone by stone they passed the world

with thorns as pillows they spent their sleep

τhey carried life like a river in their parched hands.

 

With every step they won a yard of sky – to give it away

On watch they turned to stone like the conflagrated trees

and when they danced in the plaza ceilings shook inside the houses

and the glassware clinked on the shelves

 

Ah what songs shook the mountain peaks – as they held between their legs

the earthen dish of the moon and had their dinner

and broke the sigh amid their heart pleats like they would break a louse

with their thick nails.

 

Who will now bring you the warm loaf of bread

that you may feed the night with dreams?

Who will stand in the olive tree’s shade to keep the cicadas company

that they won’t go silent now that the whitewash of noon hour paints

all around the horizon a stone wall erasing their great manly names?

 

This soil that was so fragrant at dawn the soil that was theirs and ours –

their blood – how fragrant the soil was –

and now how our vineyards have locked their doors

how the light has thinned on roofs and trees –

who would have said that half of them are under the earth and the other half in jail?

 

With so many leaves the sun greets you good morning and the sky shines

with so many banners and these are in jail and those lie under the earth.

 

Silence that any time now the bells will chime;

This soil is theirs and ours.

 

 

Under the earth in their crossed hands they hold the bell rope – waiting for the hour

they don’t sleep they don’t die, they wait to ring the resurrection.

This soil is theirs and ours – no one can take it from us

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

II

Κάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας
είναι μία σταγόνα νερὸ που σκάβει απὸ παλιὰ τη σιωπὴ ως το μεδούλι
είναι μία καμπάνα κρεμασμένη στο γέρο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ᾿ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Αλωνάρη
– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ᾿ τὸν καημὸ της δύσης.

Η Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιὲς με τη φαρδιά της φούστα λεκιασμένη απ᾿ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδὶ και του αποκρίνεται απ᾿ τον κάμπο η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
Η κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Απάνου στο τραπέζι το ψωμὶ κ᾿ η ελιά,
μες στην κληματαριὰ ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

Α, τί μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες στην καψαλισμένη μάντρα του καλοκαιριού «κι αυτὸ θα περάσει»
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιὰ της πάνου απ᾿ τα εφτὰ σφαγμένα παλληκάρια της
ώσπου να βρεῖ το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.

Τούτο το κόκκαλο που βγαίνει απὸ τη γης
μετράει οργιὰ-οργιὰ τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερὶς με το βιολὶ ως το χάραμα
καημό-καημὸ το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιὰ σαν κόρδες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Οδυσσέα.

Α, ποιὸς θα φράξει τότες τη μπασιὰ και ποιό σπαθὶ θα κόψει το κουράγιο
και ποιὸ κλειδὶ θα σου κλειδώσει την καρδιὰ που με τα δυο θυρόφυλλά της διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ᾿ αστροπερίχυτα περβόλια;

Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Μάη στη ναυτικὴ ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σαν ταψὶ στού γανωτζή τὸν τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμὶ στου σφουγγαρά το δείπνο.
Και να που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικὸ φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοὶ που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Αναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα απὸ σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Αιγαίου το βράχο και το αλάτι.
Μπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακὶ το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ᾿ Αλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο δείπνο
κόβοντας τον καημὸ στα δυό έτσι που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι.

Έλα κυρὰ με τ᾿ αρμυρὰ ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
απὸ την έγνοια του φτωχού κι απ᾿ τα πολλὰ τα χρόνια –
η αγάπη σε περμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σου κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σου ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.
Μέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος κατακόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερὸ για να τινάξει ελάτι
κ᾿ η μάνα κάτου απ᾿ τη ρυτίδα της κρατάει γερὰ μαχαίρι.
Έλα κυρὰ που τα χρυσὰ κλωσσάς αυγὰ του κεραυνού –
πότε μία μέρα θαλασσιὰ θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις πάλι τ᾿ άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιὰ
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρὶ στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλὸς ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και τ᾿ Απριλιού το χιόνι
και να `βγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να σταυρώσει τις δαγκάνες του.

 

ROMIOSINI

 II

Every evening with the thyme scorched on

the rock’s bosom

there’s a water-drop that for a long time has been digging

silence to its marrow

there is a bell hanging from the ancient plane-tree

calling out the years

Sparks sleep lightly in the embers of solitude

and roofs contemplate on the golden fine down

on the upper lip of Alonaris

– yellow fine down like the corn tassel smoked up

by the grief of the west.

Virgin Mary leans down on the myrtle her wide

skirt stained by grapes.

On the road a child cries and the ewe who lost her

lambs answers from the meadow.

Shadow by the spring. The barrel frozen.

The blacksmith’s daughter with soaked feet.

On the table the bread and the olive

in the grapevine the night lamp of evening star

and high up there turning on its spit

the galaxy is fragrant

by the burnt-up lard garlic and pepper.

Ah what silky stars the pine needles

will need still to embroider

over the scorched fence wall of summer

“this will also pass”

how a mother will still squeeze her heart over

her seven butchered brave lads

until light finds its path to the uphill

of her soul.

This bone sticking out of the earth

measures the earth yard by yard and

the lute’s strings

and the lute from dusk to dawn with

the violin

grief by grief they sing it to rosemary

and the pines

and the ropes ring like lyres in the boats

and the seaman drinks bitter sea in

Odysseus’ wine cup.

Ah who then will fence the entrance and which

sword will sever the courage

and which key will lock up your heart that with

its two door-leaves wide open

stares at God’s star-drenched orchards?

Long hour like the Saturday evenings of May

in the seamen’s tavern

long night like a roasting pan on the tinsmith’s wall

long song like bread on the sponge diver’s

dinner.

And here is the Cretan moon rolling down

the pebble mount

goup goup with twenty lines of nails on the soles

of his leather boots

and here are those who go up and down

the Palamidi2 stairs

filling their pipes with roughly cut leaves

of darkness

their mustaches star-sprinkled with thyme

of Roumeli 3

and their teeth pine roots in the Aegean’s

rock and salinity.

They were thrown in iron and fire they conversed

with rocks

they offered raki 4 to death in their

grandfathers’ skulls

on the same threshing floors they met and shared their dinner

with Digeni5

slicing their grief in two like they sliced their barley bread loaves

on their knees.

Come you oh woman with the salty eyelashes with

your hand gold-plated

by your concern for the poor and by the many

years –

love is waiting for you in the bulrushes

the seagull hangs your black icon in his cave

and the bitter urchin kisses your toenail

In the black grape of the vineyard the red

bright must bubbles

shoots of the burned bulrush bubbles

under the earth the root of the dead man begs for water

so it will grow a fir tree

and under her wrinkles a mother holds the knife

tightly

Come you oh woman who broods on the golden

eggs of thunderbolts –

when an azure day comes you’ll take off the headscarf

and again take up arms

that May’s hailstorm will beat your forehead

that the sun will break a pomegranate in your cotton apron

that alone you will divide seed by seed

among your twelve orphans

that the shore will shine around you like the edge of a sword

and April’s snow

so that the crab will come out from the rocks to sunbathe

and cross its claws

 

 

1 Month of Wheat Harvest – June

2 Venetian castle of Palamidi in Nafplion with one thousand steps

3 Part of Mainland Greece between Peloponnesos and Thessaly

4 Moonshine

5 Literary meaning, one of two races; however also a mythical

figure, invented during the Medieval years of Turkish

occupation, who was destined to free Greeks from slavery

 

Yannis Ritsos-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

 

The Medusa Glance cover

Η συνεχής αναζήτηση του δύστροπου εαυτού μας

 

Το Βλέμμα της Μεδούσας αποτελεί ένα σύγχρονο τρίπτυχο, μια πλούσια και βαθειά εμπεριστατωμένη αφήγηση, ευαίσθητη κι ανταποκρινόμενη σε όλες τις έμφυτες και λεπτομερείς αποχρώσεις της πραγματικότητας που αποπνέουν εναγκαλισμό και σύνθεση όλου του φάσματος της ζωής. Σαν βασικό κίνητρο, ο ποιητής επικαλείται τη Μέδουσα, θυληκό τέρας με δηλητηριώδη φίδια στο κεφάλι της. Κι αυτός ο πέπλος φόβου μας προσελκύει να βυθιστούμε στον ποιητικό κόσμο του Μανώλη Αλυγιζάκη. Το επίγραμμα που ακολουθεί μας παρουσιάζει το τόλμημα του ποιητή που έχει σκοπό να αναλύσει λεπτομερώς την έσω αρχιτεκτονική του δυναμισμού της εμπειρίας με την κάθε νέα μορφή αφήγησης και με την συνεχή επαναδιαπραγμάτευση της ταυτότητάς μας.  Ο αναγνώστης παρασύρεται απ’ τα πολύχρωμα ρήματα σ’ ένα ταξίδι που τον οδηγεί στη διάσταση του λεπτεπίλεπτου και σε ατελεύτητους πολυσχιδείς κυματισμούς της υποσεληνιακής συνείδησης. Τα ποιήματα του πρώτου μέρους αποτελούν μετουσίωση μέσω της οποίας καθενός η ύπαρξη αναγυρίζεται από μέσα προς τα έξω και μεταλλάσεται σε μια αλληλουχία αντιπολεμικών ποιημάτων που αναφέρονται στις πολιτικές εξελίξεις των Ηνωμένων Πολιτειών και σε διεθνή προβλήματα. Ο ποιητής ολοκάθαρα καταδικάζει τον πολιτικό διχασμό την ολοφάνερη ανικανότητα των πολιτικών να πάρουν αποφάσεις, την συνεχή πάχυνση του σώματος και της ψυχής των περισσοτέρων ανθρώπων που έχουν πια χάσει κάθε κίνητρο αντίστασης κάτω απ’την επιρροή των μαζικών μέσων επικοινωνίας, τη χρήση ακλοολικών ποτών που παραλύει την πλειονότητα του πληθυσμού. Η ποίηση του Μανόλη είναι έγκυρη, πειστική και έγκαιρη προτροπή μια συνεχής νουθεσία που προσπαθεί ν’ αποκαλύψει τις κρυμμένες και μυστηριώδεις δυναμικές της συνείδησης και την υποκείμενη μεταφορική αρχιτεκτονική της ζωής μας σε ένα νέο ερμηνευτικό πλαίσιο της ποιητικής αλήθειας. Η ροή των λέξεων υποκινείται απ’ το ακούραστο κριτικό βλάμμα του ποιητή, την καυστική του ειρωνία και τον σαρκασμό.  Ένα απ’ τα άξια επαίνου χαρακτηριστικά της ποίησης του είναι η αναμφισβήτη άποψη που αντιπροσωπεύει την αδιάκοπη ταλάντωση μεταξύ ταύτησης και ετερότητας. Ο ποιητής ασχολείται γενικά με την πραγματικότητα και ειδικώτερα με την διυποκειμενική    μορφή της. Η διαφάνεια και η ευθύτητα είναι διάχυτες στην ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη

και το αμετάβλητο του ορίζοντα αποτελεί μιαν έντονη παρουσία στην εμπειρία και στην βουλητική δραστηριότητα του ποιητή που τονίζονται σαν συστατικά στιγμιαίας ύπαρξης. Η εμπειρία του να είναι κάποιος ενεργό μέλος των καθημερνών συμβάντων κι ακόμα περισσότερο όταν κάποιος ντύνεται το μανδύα του αυστηρού κριτή που πεθυμά να διαπλάσει

τον κόσμο δεν εμπνέουν μόνο σιγουριά αλλά ξεξυπνούν και το συναίσθημα της ευθύνης καθώς σταδιακά γινόμαστε μέλη της ποιητικής οικουμένης του ποιητή που αποδέχεται την διαφορετική σύσταση του άλλου, τους φόβους και τις ελπίδες μας και πώς αντιλαμβανόμαστε

την ανθρώπινη ύπόσταση. Κι αυτό μπορεί να στρώσει το δρόμο για τη διαλογική μας εναλλαγή με τον συνάνθρωπο που θα είναι βασικό στοιχείο κι φήγηση άξονας του εγώκοσμου που ερμηνεύει και συνεχώς αναλύει συμβάντα του εξωτερικού κόσμου, κακουχίες, πείνα, πολέμους, βία, την κατάσταση ζωής των αδύναμων λαϊκών στρωμάτων που βλέπουμε καθημερνά μέσω των μαζικών μέσων επικοινωνίας. Η συνεχής αναφορά σε γεγονότα τρόμου, πόνου, λύπης και αγωνίας που υποφέρει μεγάλος αριθμός του πληθυσμού, η αληθινή ανησυχία κι έγνοια του ποιητή είναι ολοφάνερες. Κάθε ποίημα αποτελεί ένα ευθύ απολογισμό για το τί συμβαίνει κι ακόμα περισσότερο μια χάντρα στο κομπολόϊ που περιγράφει το μαρασμό, την καταπίεση, τη μηδένιση των πολλών προς όφελος των λίγων που τους εκμεταλεύονται. Βόμβες, τηλεκατευθυνόμενα βλήματα, εκρήξεις,Πτώματα, το παιγνίδι των μεγάλων πολυενθικών εταιρειών που ευφημιστικά ονομάζονται, ανάδοχες αμυντικές εταιρείες στο εξωφρενικό κόμσο ου σήμερα ζούμε, είναι εικόνες που παρελαύνουν στα ποιήματα του πρώτου μέρους και υπογραμίζουν την αγωνία του ποιητή να βρει διέξοδο απ’ τη σύγχρονη παγίδα του διεθνισμού και καταναλωτισμού. Όσο ενδοστρεφή και βαθειά ριζωμένα στη γνώση είναι αυτά τα ποιήματα αποτελούν την πραγματικόηττα που ο ποιητής μέσω του λυρισμού προσπαθούν να βρουν καταφύγιο στην ανθρώπινη φύση και τις έμφυτες αξίες. Ένα συνοθύλευμα διαφόρων θεμάτων και εικόνων ακουλουθεί στο δεύτερο μέρος του βιβλίου Το Βλέμμα της Μεδούσας. Αναμνήσεις, ερωτισμός, φιλοσοφία, αφηρημένη τέχνη, αλληλουχία σκέψεων που τριγυρίζει έναν υπαρξιακό διαλογισμό, η απόσταξη ζωής περιγράφονται με λογοτεχνική ουσία: ο ποιητικός κόσμος του Μανώλη Αλυγιζάκη υπάρχει σε συνεχή εξέλιξη και διαπλάσεται κι αποκτά σώμα οστά και σκοπό. Αυτή η συνεχήςεξελικτική υπόσταση του βιβλίου αποτελεί και το νόημά του κι είναι το βασικό στοιχείο της διανοητικής και καλλιτεχνικής του Οικουμένης. Διαβάζουμε τα ποιήματα αυτά και κάνουμε μια προσπάθεια να τα ερμηνεύσουμε μέσω διαλόγου και ειλικρίνιας. Προσπαθούμε να τα εννοήσουμε έχοντας στο νου ότι το λυρικό εγώ αναγεννιέται σε μια σειρά σκέψεων, αντυπώσεων και συναισθημάτων, στην πολύμορφη δημιουργική του ποιητή που χαμηλώνει τα σύνορα του αυτο-εγκλωβισμένου κόσμου στο έδαφος. Το αντικείμενο κάθε ποιήματος αποτελείται από ένα σύνολο αποχρώσεων κληρονομικής εμπειρίας του άλλου καθώς ο φακός μέσω του οποίου εστιαζόμαστε στην εικόνα θρύβει τις υπάρχουσες και καθεστημένες δοξασίες δυναμώνοντας το σκοπό των ετερογενών και πολύχρωμων εννοιών που αναμοχλεύονται από την καθημερνή εμπειρία του ανθρώπου.    Σαν επέκταση των εμπειριών του ποιητή κάποια ετερότητα αναβλύζει απ’ τα ποιήματα καθώς ο ποιητής προσφέρει μέσω του πολύπλευρου κόσμου των εικόνων του πολλαπλές ερμηνείες παράλληλων ζωών, ταυτόχρονα συμβάντα, και συγχονισμένες υπερθέσεις εισχωρώντας στο πνευματικό πεδίο του άλλου και με την προώθηση του αναγνώστη στο χώρο του άλλου. Έτσι ο ποιητής αφού αντιμετωπίσει το εγώ του τοποθετώντας το στη θέση του άλλου σαν κοινωνική και πολιτική αναγκαιότητα μας προσκαλεί να μεταλλάξουμε το εγώ μας όπως τολμά κι ο ίδιος. Η αναμφισβήτη ειλικρίνεια και διαφάνεια του ποιητή εκδηλώνονται σε σειρά συσχετιζομένων ποιημάτων με αλληλοσυνδεόμενες εικόνες σαν να πηγάζουν από μια στέρευτη πηγή αισθήσεων κι εντυπώσεων στενά συσχετισμένων με την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. Οι ολιγόστροφοι επιγραμματικοί διάλογοι του τρίτου μέρους του βιβλίου παρουσιάζουν μια δυναμική και λεπτομερή ρεαλιστική αναφορά στη δυναμική που διενεγείται ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Η δυαδικότητα του διαλόγου βασίζεται σε δύο διαφορετικές μορφές έκφρασης του ηλικιωμένου ζευγαριού καθώς προσπαθούν να αυτοπροσδιοριστούν. Οι ιδιαίτερα ξεχωριστές απόψεις συζούν δίχως να εναλλάσουν κάποιο στοιχείο που να τους ενώνει και να το χρησιμοποιούν με την πρόθεση να επηρρεάσουν ο ένας τον άλλο. Τα ποιήματα του τρίτου μέρους αναπτύσονται μέσω ενός φακού που εκθέτει τις διαφορές και τα κατεστημένα που έχουν ορθωθεί ανάμεσα στα δύο πρόσωπα που ζουν σε διαφορετικά επίπεδα και ιδιωτικούς χώρους. Στην περίπτωση αυτή το να μοιράζεται κάποιος τη ζωή του με κάποιο άλλο πρόσωπο είναι απλό θέμα συνύπαρξης και όχι απαραιτήτως σύνδεσης ή έστω και επικοινωνίας που στην περίπτωσή μας εξελίσεται σε διαφορετικά επίπεδα, διαφορετικούς ψυχολογικούς κόσμους και συνεπώς ζουν μαζί και χωριστά. Οι χαρακτήρες των ποιημάτων του τρίτου μέρους διενεργούν εκ του εντός διφορετικές εξωτερικές επιδράσεις κι η εναλλαγή τους δεν παρουσιάζει κανένα σημείο επαφής καθώς ντύνονται κι οι δύο την φευτοαμφίεση του έτερου ενός που δεν είναι παρά ένας ρόλος τδια του οποίου δρουν και υπάρχουν. Η έλληψη ανταπόδοσης παρουσιάζεται σε όλους σχεδόν τους διαλόγους, τις μισοκομμένες φράσεις, τα υπονοούμενα, που αποδεικνύουν ολοκάθαρατην απομόνωση στην οποία τα δύο πρόσωπα ζουν: ο τρόπος έκφρασής τους και οι σκέψειςπου ποτέ δεν αναπτύσονται σαν μέσο αληθινής επικοινωνίας υπογραμμίζουν τις διαφορές που υψώνονται ανάμεσά τους και που εμποδίζουν την απλή λογική εναλλαγή μεταξύ των δύο χαρακτήρων. Και όταν πια διαπιστώνουν τις διαφορές τους και το χάσμα που υπάρχει ανάμεσά τους αποδέχονται τη συμβίωση όπως είναι καταλαβαίνοντας ότι κανένα σημείο επαφής δεν υφίσταται πια. Η επικοινωνία μεταξύ άνδρα και γυναίκας έχει μηδενιστεί κι η ζωή τους συνυπάρχει μόνο στη φαντασία και των δύο.  Στο τρίτο μέρος του βιβλίου ο Μανώλης Αλυγιζάκης αποκαλύπτει πτυχές και επαρσιώσεις της σχέσης δίχως βερμπαλισμούς και με αναμφίβολη ευθύτητα που προβάλει σαν αποτέλεσμα τη συμβατηκότητα των περισσοτέρων σχέσεων ηλικιωμένων ζευγαριών που συνυπάρχουν, συζούν, συμβιώνουν αλλά ζουν σε ξεχωριστούς κόσμους, μια φρικτή αλλά αληθινή πλευρά της σύγχρονης ζωής. Το Βλέμμα της Μεδούσας είναι ένα ολοζώνταντο, επισκοπόν, κυνικό,ιδιαίτερα κριτικό, σύγχρονο πορτρέτο που μας παρουσιάζει με τον ευθύτατο τρόπο του ποιητή ένα τεράστιο πανόραμα φιλτραρισμένο από την εξεταστική και υποκειμενική ματιά του Μανώλη Αλυγιζάκη και μας προτρέπει να την αποδεχτούμε και να την αγκαλιάσουμε σαν κάτι δεδομένο κι αποδεχόμενο. Η ζωντάνια των εικόνων κι ο πλούτος εμπεριστατωμένων στιγμών και η καθηλωτική αφήγηση του ποιητή μας παίρνουν σ’ ένα ταξίδι του εσωτερικού του κόσμου που διαφαίνεται σαν διαπλοκή και την ίδια στιγμή σαν αξέχαστη κι ευχάριστη εμπειρία. Η ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη επιβεβαιώνει την αξία της πρωτογενής ύπαρξης αλλά ότι είναι επίσης πράξη και περιπλοκή. Το Βλέμμα της Μεδούσας υφίσταται σαν ένα ερμηνευτικό σημείο του κυκλικού ανωφερικού μονοπατιού που ο ανθρωπος αναμένεται ν’ ακολουθήσει προς την ψυχολογική και φιλοσοφική του εξέλιξη, έννοια που συμβαζίζει με τηγνησιότητα του ποιητή που ερμηνεύει τις διαφορές και τις αντιξοότητες της σύγχρονης ζωής.Οι αντιθέσεις του εγώ με τον άλλο και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες μια ταύτιση ίσως ανακαλυφθεί είναι στοιχεία που ο ποιητής, ερευνά, αναφέρει, και μέσω της ευθύτητάς του προσπαθεί να εδραιώσει με την ελπίδα πως κάποια στιγμή οι ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές ίσως γεφυρωθούν κι ίσως η αναμφίβολη διαφάνειά του χρησιμεύσουν σαν ορόσημα που θα οδηγήσουν στο καλύτερο αύριο. Karoly Sandor Pallai, PhD, researcher, translator, poet.

 

 

 

 

 

 

The ceaseless wanderings of a recalcitrant self

 

 

The Medusa Glance is a present-day triptych, a rich and profoundly nuanced contemporary narrative, sensitive to all the immanent and minute shades of reality, aspiring to embrace and incorporate the whole spectrum of lived experience. As a key motive, the author invokes Medusa, the female monster with venomous snakes on hear head. Stricken with fear, we are nonetheless tempted to be immersed in the poetic universe of Manolis. The epigraph characterizes the bold enterprise of the author aimed at the explicitation of the inner architecture and dynamics of experience, at the renewal of narrative practices and at the constant (re)negotiation of identity. The reader is swept away by a polychromatic tempest of verbs and embarks on a journey guiding him to the dimension of the minute and infinitely multifarious undulations of sublunary consciousness.

 

The poems of the first part mark an act of transubstantiation in which one’s existence is turned inside out, transcending itself and identity is filtered through alterity in a succession of anti-war poems dealing with the politics and elections of the USA and with international affairs. The author passes severe judgement on political disunity, the striking incapacity for decision-making, on our body and soul growing fat, lazy and losing all sense of criticism, on our stupefied, inebriated and paralyzed citizenship. The poetry of Manolis is a valid, cogent and timely exhortation, a perennial admonition endeavoring to disclose the hidden and mysterious dynamics of consciousness and the underlying metaphorical architecture of our lives in a new hermeneutical framework of poetic truth. The flow of words is set into motion by the inexorable criticism of the author, by his scathing irony and withering sarcasm. One of the most laudable characteristics of this poetry is the intermediate view that it represents in the incessant oscillation between identity and alterity.

 

The poet is concerned with reality in general and with intersubjective reality in particular. Openness and straightforwardness are encoded in the essence of this poetry and the immutable horizon of vigorous presence, experience and volitional activity is accentuated as a constitutive moment of existence. The experience of being an active participant of the events unfolding around us, moreover, of being a highly intensive critical presence shaping the world is not only reassuring but it also awakes our feeling of responsibility as we gradually become part of this poetic universe which serves to accommodate our impressions of the radical alterity of the other, our fears and hopes and our understanding of human identity. This can pave the way for our dialogical activity which is essential in the construction of our own narrative of the ego-world axis and of our interpretative matrix in which we constantly try to place and analyze the events of the external world, the famines and wars, the violence, the defenselessness and the privation that we see on a daily basis.

 

The succession of the trenchant images of suffering, pain, sorrow and agony is deeply personal, the genuine concern of the poet is moving: each poem is a state of affairs and what is more, a bead on a rosary told for the victims of violence, exclusion and discrimination. Bombs, missiles, explosions, corpses, great power politics, weapons and defense contractors in a mad world… The poems of the first chapter constitute the etching of the poet’s foregoing investigation into the horrors of modern-day existence. However introversive and rooted in a profound knowledge of the self these texts are, they are far from the common self-absorption of many poetic trends: the interference of the lyrical self is inconsiderable and it is instrumental in giving occasion to an inspection into the realm of human nature and inherent values.

 

A fusion of themes and horizons characterize the poems of the second part of the book. Reminiscence, eroticism, abstraction, philosophy, a chain of thoughts revolving around existential meditation and the distillation of life condensed in literary essence: the poetic world of Manolis is continually in the process of taking shape and being formed. This ceaseless becoming is the very essence of his intellectual and artistic universe. When it comes to these texts, to engage in hermeneutics is to engage in a reflection of openness and dialogue. The fragmented narrative serves the enlargement of the horizon of our experiences by an immersion in the inexhaustibly divergent possibilities of alternative subjectivity. Striving for understanding, the lyrical I is incarnated in a sequence of thoughts, impressions and sensations, in a multiplicity of self-representations, levelling the boundaries of the self-enclosed subject to the ground. The poetic subject appears as the focal point of the diverse shades and nuances of the inherent alterity of all experience, as the convergent lens splitting and shattering fixed categories, activating and mobilizing our most heterogeneous and multi-colored concepts and experiences of life and existence. As an extension of the experience of alterity to textual creation, the poet offers us his many-worlds interpretations of parallel lives, simultaneous events and synchronous superpositions by entering into the spirit and ideas of others and by projecting us into their existence. Thereby, the poet, after addressing the self-other, identity-alterity relationship as a socio-political concern, invites us to transcend the egological dimensions of the self. The poetic efficacy attributing autonomy and postulating self-sufficiency as the normative structure of the subject is replaced by the necessity of the other’s perspective and the engagement in an open dialectic of experience. The relentless candor and openness of the poet manifest themselves in the interlocking patterns of an apparently autofictitious chain of images, of an almost limitless inventory of sensations and impressions closely related to the realms of lived experience of everyday existence and to the phenomenological and ontological readings of feelings, life events and thoughts.

 

The short, epigrammatic dialogues of the third section of the book offer a sternly detailed and coldly realistic portrayal of the dynamics of estrangement and disaffection of the relationship of an elderly couple. The duplicity of the narrative is constituted by the disparate strategies of self-representation: the distinct perspectives coexist without being engaged in interaction, without interpenetrating and influencing each other. The poetic text operates in this part of the book as a divergent lens displaying, exhibiting the major discrepancies and splits in these two radically dissimilar inner structures of experience and existence. Sharing life, in this case, doesn’t mean a dialectical, bilateral relationship: on the contrary, it is only a setting for the plain scheme of communication divested of its essence, of the essential alterity and openness of shared experience. These series of pseudo-encounters deprive the subjects of any vertical dimension, compelling them to float in indeterminacy and to abandon all hope of a communion in which the encounter could transform the innermost realms of their existence. The lack of reciprocity manifests itself in the bifurcate, juxtaposed phrases and paragraphs, in the tessellated fugue-structure of non-alignment, phase-displacement and avoidance. The thoughts disengage and come apart as two people fade into the delusive intimacy of isolation: their means to express and articulate the nuances of their personality and inner self are incompatible, the schemata of their behavior reflect the distance between their authentic selves. By asserting their identities in their monologic and monolithic fragments of the universe, they tacitly accept the increasing alienation and the correlative tensions. The communion of wife and husband has lost even its seeming and fictitious feeling of togetherness, often disguised in an illusory narrative secrecy. In the final sequence of poems, Manolis reveals the cleavages and ruptures of a relationship in all honesty, with unrelenting directness. In fact, the apparent tranquillity and respite dissimulate an alarming defensiveness and a regressive inner fear which make it impossible to recognize and accept the growing gap and anxiety and the reinforcement of incongruence and decomposition of the self.

 

This lively, alert, highly critical, cynical, daring and often intrepid portrait of our age, this unyielding reckoning offers us a large-scale panorama filtered through the subjectivity of the poet which is the strategy of Manolis to embrace, appropriate and refigure reality. The vividness of his imagery and the richness of the moments of lived experience and enacted narratives make our journey into the inextricable intertwining of his inner world not only memorable but pleasurable as well. The poetry of Manolis confirms the postulation not only of the primacy of being, but of being as action and involvement. The Medusa Glance is a hermeneutical sign-post

tracing an ascending curve of psychological and philosophical analysis, congruent with the genuineness of the poet, which gives an account of his interpretations of our confrontations with the incomprehensibility of life, of the unfathomable fullness of experience, of the often controversial and impenetrable complexities and mysteries of ipseity and alterity, of conceptual and carnal intersubjectivity and of the mental space opened up for a critique of our deeply rooted ideological constructions and insincerities by the implacable openness and directness of this poetry.

 

Károly Sándor Pallai, PhD, researcher, translator, poet

 

 

index!cid_37686FD8483E4EE08140DCAFC02D5FF2@userHP

Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ (ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ)

 
Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά

Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή
τι κούραση τι κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ένας αετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τα μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τι μάτια παθιασμένα τι γυναίκες
τι έρωτες τι φωνές τι έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δωσ’ μου το χέρι σου τι κρύο

Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά

 

 

DIFFICULT SUNDAY by MILTOS SACHTOURIS

 

I’ve been looking up at a better bird since morning

I’ve been better enjoying a snake wrapped around my neck since morning

 

broken cups on the carpet

purple flowers on the cheeks of the seer

when she lifts the skirt of Fate

something will sprout out of this joy

a new tree without blossoms

or a pure young eyelid

or a beloved word

that wouldn’t kiss the lips of forgetfulness

 

bells chime out there

my imaginary friends wait for me out there

they’re lifting and circling around a dawn

what tediousness, what tediousness

yellow dress — the embroidered eagle —

the green parrot — I close my eyes — it caws

always always always

the orchestra plays cheap tunes

what passionate eyes, what women

what loves, what cries, what loves

love my friend, blood my friend

give me your hand, my friend, such cold

 

it was freezing

I no longer know the time they all died

and I remained with my amputee friend

and with the bloodied twig as a companion

 

ANTHOLOGY OF NEOHELLENIC POETRY, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, Autumn 2017

 

autumn leaves cover

 

ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ — ΚΡΙΤΙΚΗ

 

Με εικόνες που αναφέρονται στα απλά θέματα του κόσμου μα και σε μεταφυσικά βάθη του μυαλού λαξευμένα σ’ αυτά τα ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ο Μανώλης Αλυγιζάκης μας προσφέρει μια δυναμική επαναπαρουσίαση συνηθισμένων σχέσεων με τον ιδιαίτερο τρόπο που ατενίζει τον εσωτερικό μας κόσμο. Το απαστράπτον πνεύμα κι η διακύμανση μεταξύ απώλειας και πληρότητας συνεχώς επαναλαμβάνονται και μας εκπλήσουν και ταυτόχρονα μας ξαφνιάζουν αδιάκοπα υπογραμίζοντας έτσι τις διάφορες αποχρώσεις του δημιουργικού πνεύματος του ποιητή. Αυτή η ποιητική συλλογή του Μανώλη Αλυγιζάκη είναι ένα πολυφωνικό απόσταγμα των εμπειριών, εντυπώσεων, συναισθημάτων και προφητειών του ποιητή. Εδώ ο ποιητής εκφράζει την ουσία της μελέτης του ήθους του και τον διαπροσωπικό του κόσμο εστιάζοντας στην ανεξερεύνητη βαθύτητα της ανθρώπινης φύσης, συμπεριφοράς και σκεπτικού. Επιβάλλει στον εαυτό του την εύρεση κάθαρσης μπροστά στο καθόλου εγγυημένο αποτέλεσμα κηρύσοντας πόλεμο ενάντια στις δυσκολίες, παγίδες, τρικλοποδιές και ανακρίβεια των κατεστημένων ιδεών, και στην εφαρμογή φιλοσοφικών τάσεων με σκοπό να ξαναπαρουσιάσει ολοκληρωτικά στο φως τις δονήσεις του κόσμου καθώς φιλτράρονται μέσα απ’ τα χάσματα της υπαρξιακής οντότητας.

 

Η αύρα, τα παραδείσια τραγούδια και τα πουλιά που ζωγραφίζουν τον αγέρα καθορίζουν το δυναμικό μεταξύ αφάνειας και λάμψης. Άνθρωποι μετουσιώνονται σε αρμονικά τραγούδια προκειμένου να προμηνύσουν το πέρασμα στο απώγειο του ποιήματος κι αναμένουν το τελειωτικό φτάσιμο στην ατελείωτη τελειότητα, μέσω του  Έρωτα και του Οργασμού,  με το κάθε δυναμικό των λέξεων. Ο ποιητής επιδιώκει την αναζήτησή του έως το βάθος της πιο αδιευκρίνιστης πηγής της ζωής. Σαν σύντροφος του αιώνειου που είναι ο ποιητής μελετά λεπτομερώς τις χαραμάγες της ύπαρξης κι ανυψώνει τους στίχους του σαν μνημείο αφιερωμένο στον αναζητούντα άνθρωπο που έχει μάθει να διαβάζει τα σημεία και τα σύμβολα του φυσικού και του υπερβατικού κόσμου, κι επίσης να εξηγεί την Οικουμένη χρησιμοποιώντας για παράδειγμα το άρωμα του τριαντάφυλλου, το πέταγμα του πουλιού, την οργή της καταγίδας, τις αχτίνες του ήλιου, την αρχιτεκτονική και τους ύμνους για το κορμί της γυναίκας.

 

Η συλλογή τούτη του Μανώλη Αλυγιζάκη έχει υφανθεί με εκφράσεις πολλαπλών σημασιολογικών διαστάσεων όπως την εξωτερίκευση του ενδοπροσωπικού άξονα του ποιητή, τη φύση με τις ιδιότητές της και την αναμφίβολη επίδραση τον έρωτα, για να ονομάσουμε μερικές. Τα ποιήματα αυτά μιλούν για τη σπουδαιότητα της σχετικής διάστασης της ύπαρξης. Οι χαρακτήρες που παρουσιάζονται σ’ αυτούς τους στίχους λεηλατούνται απ’ το βόρειο άνεμο και χάνονται στην περιπλοκή του κόσμου που ο ποιητής δρα, συνυπάρχει και περιπατεί στα βήματα των προγόνων του εξελίσονται σε πελαγικούς αστερισμούς. Ο ποιητής με μαεστρία πετυχαίνει να υποστηρίξει σαν υπόδειγμα και σαν κεντρικό πυρήνα, σαν διαλεκτική αρχή την πληρότητα του ονείρου, την μελέτη της ανατομικής της ελπίδας και τη δύναμη της ερωτικής έλξης. Τα ποιήματα ξεδιπλώνονται στο επίπεδο της ζωντανεμένης οικειότητας της φύσης, στον ερωτισμό και σε υπερβατικές τάσεις που υπονοούνται. Ο κάθε χαρακτήρας παίρνει σάρκα και οστά από μια αφήγηση, που τον αυτοπροσδιορίζει κι απ’ την αυτοδιαδραμάτιση της αφήγησής του που δυναμώνει τη μοναδικότητά του κάνοντας την συλλογική ανάλυση εμβάθυνση της διαφανούς ή άλλες στιγμές και ομιχλώδους ύπαρξής του φαινομενική ή με το κλείσιμο στο βάθος του εαυτού του. Έτσι ο κάθε χαρακτήρας συνδέεται με τον εξωτερικό κόσμο, μια ένωση που παρουσιάζεται ελεύθερα στην  αφήγηση που αποτελεί την πηγή και την περίπλοκη υφή του κόσμου καθώς περιφέρεται γύρω από τον λυρικό πυρήνα του ατόμου.

 

Η ποίηση της συλλογής τούτης είναι βαθειά ριζωμένη στη μνήμη και στο συναισθηματικό παράγοντα εμπειριών του ποιητή. Οι εικόνες που παρελαύνουν στους στίχους αποτελούν νομαδικές ταυτότητες που εμβαθύνουν στη δυναμική ισορροπίας και κίνησης που χαρακτηρίζεται από προεκτάσεις ενάντια σε μονολιθικά μπλόκ. Το άπιαστο, το ανεξήγητο, και το αναπόφευκτο είναι έννοιες και εικόνες που στιγματίζουν και χαρακτηρίζουν το ξεδίπλωμα και την παρουσίαση του κόσμου του ποιητή μέσα στο ηλιοβασίλεμα στίχων κι αισθήσεων καθώς αιωρούνται σαν μελίρρυτη ευωδία που διαπερνά την επιδερμίδα μας κι εισέρχεται μέσω των πόρων στο κορμί μας. Η συνειδητή αντανακλαστικότητα του ποιητή κι οι περίπλοκες αναφορές υπογραμμίζουν την αμείωτη κι αυτόνομη μοναδικότητα που ξεπηδά απ’ τους στίχους του βιβλίου τούτου. Ο λυρισμός υποστηρίζεται απ’ τη μοναδικότητα που αναφέραμε η οποία ρέει απ’ το κείμενο κι υπογραμίζει τα βιώματα του ποιητή. Διακρίνουμε μια ταλάντωση μεταξύ ενός σημασιολογικού άξονα, τα υποκείμενα και τις διαφοροποιημένες μεθόδους του ποιητή και την αξιόλογή του προσέγγισή προς υπερβατικές έννοιες που εμπλουτίζουν τους στίχους και διατελούν σαν γέφυρες ανάμεσα στα χάσματα του καθημερνού και στα κενά του υπερβατικού, δυναμικά που εμφανίζονται στον ασυμβίβαστο ανεμοδείκτη που εμπλέκεται σε διαλογικούς χρωματισμούς του καθημερνού, σε χρωστικές μεταβάσεις ακτινοβολίας.

 

Το αναπόφευκτο της Μοίρας και η επιρροή της εμφανίζεται σαν αναμφίβολη δυναμική της ύπαρξης που έχει σκοπό να εξερευνήσει τα όρια της μνήμης και της δημιουργικής φαντασίας του ποιητή. Η δημιουργική σκοπιμότητα παρουσιάζει στοιχεία τόλμης καθώς συμμαζεύει-ομαδοποιεί ετερόγενες λεπτομέρειες που σαν ασυμβίβαστες ψηφίδες εμπλουτίζουν το μωσαϊκό κόσμο του ποιητή με την ικανότητα για ευαισθητοποίηση και πρωτοβουλία. Κι εδώ ο ποιητής τακτοποιεί τις ψηφίδες, τα πολύχρωμα τεμάχια του μικρόκοσμου και τις υπερμεγενθυμένες εικόνες του σε μια ολοκληρωμένη τάξη που χαρίζει συνοχή και αλληλουχία στην ποιητική τούτη συλλογή που σκοπό έχει την ανακάλυψη κι εστίαση στην πραγματική υπόσταση της ζωής. Οι στάλλες της πρώτης φθινοπωρινής βροχής εξαγνίζουν τις πτυχές της σκέψης του ποιητή και του χαρίζουν σαφήνεια για να προσεγγίσει το απαύγασμα των απραγματοποίητων ονείρων και ανεκπλήρωτων επιθυμιών του.

Αντί να περιγράψει τη διαφορά μεταξύ των αόρατων διαχωριστικών γραμμών του φαινομενικού και του μεταφυσικού κόσμου ο ποιητής καθορίζει σαν βασικό σκοπό του βιβλίου τούτου την ανάμειξη των ερωτικών, συναισθηματικών, σαρκικών, πνευματικών, και φιλοσοφικών στοιχείων για να δημιουργήσει το κράμα που επιθυμεί. Σ’ αυτό το σημείο το εγώ και η ταυτότητα του ποιητή επεκτείνονται κι εκτελούνται σε μια σύνθεση των στοιχείων αυτών που αποτελούν την ουσία της ζωής, την προστασία του ατελεύτητου, και την ένωση των ετερογενών στοιχείων σε μια υπαρξιακή υπόσταση πληρότητας. Το εγώ αφομειώνει την ταύτιση του με τις πολλαπλές εκφάνσεις συναισθημάτων, αισθήσεων, εικόνων κι εντυπώσεων. Ο χορός της Τερψιχόρης, το ανθισμένο τριαντάφυλλο, ο ελαιώνας, η υγρή φθινοπωρινή αύρα, το άσμα, κι η ηρεμία του νου είναι μερικές εικόνες που χρησιμοποιούνται σαν ενωτικά στοιχεία στην ανάπτυξη των ποιημάτων που δια μέσου των ο λυρισμός φιλτράρει τον κόσμο κι αυτοκατασκευάζεται διατηρώντας την ακεραιότητα του μέσα στην πολυδιάστατή του έκφανση. Τα πορτραίτα κι οι σκηνές απ’ την καθημερνή ζωή ενσωματώνονται στην ποιητική ενόραση σαν ακέραια στοιχεία στην ερμηνεία του εαυτού. Το υποκείμενο αποσκοπεί κι ανακαλύπτει τον εαυτό του στην αλληλουχία των στίχων, εικόνων και τοπογραφικού που ξεδιπλώνονται μέσω της αφήγησης και τη μνήμη που παρουσιάζουν οι διάφορες εικόνες που συχνά εμπλέκονται η μια με την άλλη και που άλλες φορές επεξηγούν η μια την άλλη. Η αναζήτηση του εαυτού και η καταγραφή του υποδηλώνονται στον πληθυντικό που συχνά χρησιμοποιείται στα ποιήματα σαν ανοιχτός ορίζοντας στην πρωταρχική έρευνα για τις πιο σημαντικές αξίες της ζωής. Τα κείμενα παρουσιάζονται σαν ασημένιες εκτυπώσεις φτιαγμένες από ζελατίνα, η μυστικιστική περιγραφή της πραγματικότητας εκεί που το φως συνομοτεί με τον αγέρα  να φτιάξουν το άηχο ποίημα. Ο ποιητικός κόσμος περιγράφεται στη διασταύρωση εσωτερικών και εξωτερικών εμπειρειών κι αναμνήσεων ζωής που πέρασε κι αισθήσεων του εαυτού και των άλλων μέσα στην Οικουμένη του ενός και στον ορίζοντα του συλλογικού. Στην ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη τα κείμενα, οι ιδέες, οι εντυπώσεις κι οι αισθήσεις γίνονται μέσα ηρεμίας, τραγούδι και ρυθμός, και καθορίζουν τις καμπύλες της ολότητας, και τον  εύθραυστο κόσμο τον γεμάτο πάθος, όνειρα κι ελπίδα. Αλλά τα ποιήματα επίσης υποδηλώνουν τα στίγματα και τ’ άλλα ανθρώπινα σημάδια τα σκαλισμένα στο δέρμα που με την ένταση της παρουσίας τους και την προσέγγισή τους ξανανοίγουν πληγές, αγγίζουν ευαίσθητα σημεία του κορμιού και αποπνέουν στιγμές ευτυχίας που διατηρούνται στη μνήμη μας. Γινόμαστε λοιπόν μάρτυρες στην επαναπαρουσίαση, αποθέωση κι εξαύλωση των καθημερνών συμβάντων που λόγω των ιδιάζουσων χρωμάτων και των δονήσεων της φωνής του ποιητή εμποτίζονται από φως, παίρνουν τεράστιες διαστάσεις και σημαντηκότητα και μετατρέπονται σε ακρογωνιαίους λίθους ποίησης που αποσκοπεί ν’ αγκαλιάσει, να προσθέσει και ν’ απορροφήσει την  πολύπλευρη ζωή με όλες τι αποχρώσεις της.  ~Karoly Sandor Pallai, PhD, researcher, translator, poet.

 

 

 

 

 

 

Autumn Leaves Review

 

(English translation of the foreword of “Feuilles d’Automne” by Károly Sándor Pallai, published in Paris by the Éditions du Cygne in 2017)

 

With images spanning from worldliness to metaphysical depths inscribed on these autumn leaves, Manolis offers us a dynamic reinterpretation of the conventional relations, a reframed point of view of our inner universe, of the spirit’s gleaming and of the fluctuation between loss and contention constantly renewing itself and ceaselessly surprising and startling us, thereby outlining the nuanced philosophical portrait of the author. This collection of poems is a textual etching of the poet, a polyphony of lived experiences, impressions, sensations and forebodings. Manolis phrases the essence of his study of ethos and the interpersonal world by probing into the unexplored profundity of human nature, behavior and world of thought. He imposes on himself the daunting task to declare war upon the stumbling and inaccuracy of conventional usage in order to bring to light and to fullness the vibrations of the other world filtering through the crevices of existence.

Breeze, heavenly songs and birds sketch out the flowing dynamics of obscurity and brightness. People transubstantiate in songs and harmonies in order to presage the accomplishment and apogee of the poem and to anticipate the emergence of the aspiration to reach the “endless perfection”, “Eros” and “orgasm” in every sense of the word. The author pursues his quest all the way to the sources of life. The poet, “companion of the infinite”, studies the cracks of existence and erects a textual monument dedicated to the wandering of men who learn to decipher the signs and symbols of the physical and transcendental world, to read the universe by means of the “scent of a red rose”, of “the bird’s first flutter”, “in the wrath of the tempest”, in the rays of sunlight, in the architecture and the psalms of the body and in the flesh of a woman. This collection of poems is woven by the interpenetration of several semantic dimensions: the inter- and intrapersonal axis, nature and love. These texts emphasize the value of the relational dimension of existence. The figures, who compose the verses and who are lost in the “north wind” and in the complexities of the poet’s world, who walk “in the ancestors’ footsteps”, are scattered in archipelagic constellations. Manolis manages with great mastery to postulate as a guiding thread and a central dialectic principle the dream of fullness, the study of the anatomy of hope and sexual desire. The poems unfold in the vital intimacy of nature, eroticism and the transcendental. A character starts to take shape from a sequence of a set of narratives, the figure of a man who constitutes himself by his own narrative activity, by amplifying the voice of his singularity, by contemplating and analyzing the transparency and opacity of his being or by closing on and withdrawing within himself. He conjugates his bonds to the world, giving free rein to the effusions of the text which are at the source of the genesis and complexity of the world and which gravitate around the auto-referential enunciations and around the core of the lyrical subject.

We can discern a voluntary inconsistency at the level of the outlines of identity taking shape in this poetry which is deeply anchored in the memory and in the emotional contents of lived experience. The outlined images form nomad identities permanently engaged in a dynamics of balancing and movement, characterized by far-reaching embranchment and bifurcations and operating against monolithic blocs. The inaccessible, the inexplicable and the ineluctable are the notions and images which mark and characterize the unfolding and the consummation of the poet’s universe in the “orange dusk” of the texts and sensations as they keep lingering like a delicious fragrance which imbues our skin and oozes into our pores. The conscious reflexivity of the author and the complex web of references emphasize the irreducible and inalienable singularity which emerges and unfolds from the verses: the lyrical subject is nurtured by the singularizing effect of the textual flow, by the organization and subjective presentation of lived experience. The oscillation between the semantic axes, the subjects and the diverse methods of approach is deliberate and skillfully worked since it is by means of this fluctuation that the text becomes saturated with a swirling dynamics and transforms the poems into “uncommitted weathervanes” displaying a wide array of nuances and reflections, all the transitions of a color gradient.

The forces of fate appear as well and move into action in order to trace out the limits and to punctuate the traces of remembrance and of productive imagination. The creative intention is audacious and the assembling of heterogeneous and apparently incompatible tesserae shows a great aptitude for awareness and initiative. Manolis rearranges the fragments, the polychrome pieces of his micro-realities and exploded pictures into a totality in order to give consistency to this collection of poems which aspires to nothing less than to comprehend and grasp the essence of life itself. The “drops of the first autumn rain” purify the “crevasses of the mind”, enabling a certain kind of lucidity, a clear-sightedness in order to grant access to a repository of unfulfilled dreams and unsatisfied longings.

Instead of describing the cleavage between the palpability of the material and the intangible nature of the phenomenal and the metaphysical, the poet situates the key poetic challenge of the book in the entanglement of the corporeal, erotic, emotional, spiritual and philosophical axes. That’s where the ego and the identity of the poet expand and enact themselves, where the synthesis of the elements of the essence of life and of the world, of the projection of infinity and of the heterogeneous elements of the identity is achieved. The ego seizes its unity in the multiplicity of feelings, sensations, impressions and images. “Terpsichore’s dance”, a “bloomed rose”, an “olive grove”, the “moist autumn fragrance”, a “canticle” and “the mind’s serenity” are some of the most important unities of construction through which the lyrical subject filters the world and constructs itself in its integrity and in the polyphony of its being.

The portraits, the still lives of everyday scenes become embedded in the poetic vision as an integral part of the objective of the hermeneutics of the self. The subject seeking and discovering itself in the succession and stratification of the verses, images and topoi opens up by narration and remembrance diverse layers which overlap and interpenetrate each other. The quest and the writing of the self are inscribed in the plural semantics of the poems, in a wide variety of the horizons of alterity and in the protean search for the profound values of life. The texts appear as silver gelatin prints, the mystical transcriptions of reality where “light conspires with the wind to craft the soundless poem”.

This poetic universe of being is written at the crossroads of internal and external experiences, of memories of lived experience and of sensations of the self and of the others, of the universe of singularity and the horizon of collectivity. In the poetry of Manolis, the texts, ideas, impressions and sensations become “an instrument of serenity, a song and rhythm” and define the “contours of totality”, of “a fragile cosmos filled with passion, hopes and dreams”. But the poems are also “stigmata and other human scars engraved in the skin” which, by the intensity of their presence and by their “close proximity”, reopen the wounds, touch tender spots and evoke moments of happiness and pleasure that remain forever engraved in our memory. We are thereby witness to the reinterpretation, transubstantiation and apotheosis of everyday scenes of life which, due to the unique colors and vibrations of the author’s voice, become imbued with light, increase in scale and importance and become the cornerstones of a poetry which seeks to embrace, incorporate and absorb life with all its possible facets and nuances.

 

~Karoly Sandor Pallai, PhD, researcher, translator, poet.

cover.jpg

ΕΠΟΧΗ

 

Σελίδες από μια χαμένη επανάσταση που στα περιθώρια γράψαμε

κι εμείς τη ζωή μας —

ώ, μεγάλη ακατανόητη εποχή, που άξαφνα ο ένας καταλαβαίνει

τον άλλο.

 

 

 

SEASON

 

Pages from a lost revolution that in its margins we also wrote

our lives —

oh, great incomprehensible season when suddenly one understands

the other.

 

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

My poetry book AUTUMN LEAVES translated in French by Károly Sándor Pallai, on the self of the Miskolc Library in Hungary.

 

Το βιβλίο μου ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ σε μετάφραση στα γαλλικά από τον Károly Sándor Pallai διαθέσιμο στη βιβλιοθήκη Miskolc στην Ουγγαρία.

 

Des recueils en français de notre auteur gréco-canadien Manolis Aligizakis et de notre auteur hongrois de Slovaquie Károly Fellinger traduits par Károly Sándor Pallai dans une bibliothèque de Miskolc (Hongrie) !

 

Books in French of our author Greco-Canadian Manolis Aligizakis and our authorHungarian Slovakia Károly Fellinger translated by Károly Sándor Pallai in a library of miskolc (Hungary)

 

~Manolis Aligizakis//Μανώλης Αλυγιζάκης

 

cover

 

ΧΙΟΝΙ

 

Ήταν ο μόνος που είχα κι όμως ούτε καν τον γνώριζα — έφευγε

για καιρό κι όταν ξαναρχόταν “κάποτε θα γυρίσεις κι εσύ” μου `λεγε —

“αλλά δεν θάναι κανείς” ύστερα μου μιλούσε για το πράσιονο φόρεμα

της μητέρας του κι επέμενε στη λέξη πράσινο σα να υπερασπιζόταν

τον κόσμο κι άλλοτε γονάτιζε και ζητούσε συγχώρεση για τους

τόσους αιώνες θλίψης κι οι γυναίκες που κατέβηκαν αργότερα να

πλύνουν λησμονήθηκαν μες στη μεγάλη λάμψη κι όπως χιόνιζε

άνοιξα το Ευαγγέλιο

αλλά χιόνιζε κι εκεί.

 

 

 

SNOW

 

He was the only one I had although I couldn’t recognize him —

he would go away and come back “someday you’ll also return”

he said “but no one will be here” then he would talk to me of his

mother’s green dress and he emphasized the word green as if

he defended the whole world; other times he would kneel and ask

for forgiveness for the centuries of grief and the women who later

descended to do the laundry were forgotten in a great shine and

as it snowed I opened the Gospel

but it snowed in it as well.

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Ritsos_front large

ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗ

 

 

Στ’ αγκάθια της φραγκοσυκιάς κλωστές απ’ τα ρούχα των σκοτωμένων.

Παραθυρόφυλλα χτυπούν στο πέλαγος. Τζάμια σπάνε.

Ακούγονται σφυρίγματα πλοίων. Σαββατόβραδα στις ταβέρνες.

Μια γροθιά που χτυπάει το τραπέζι. Πέφτουν τα ποτήρια.

Κατάστιχα, λογαριασμοί, τα κοιμισμένα αγόρια, οι λυπημένες λέξεις.

Γυναίκες έρχονται με σκούπες, μαζεύουν τα γυαλιά, φεύγουν.

Απέραντο, ακατοίκητο λιμάνι, επιπλέοντα λεμόνια, κλειστό τελωνείο

κι ο κοχλασμός του νερού σε μια γκαζιέρα στ’ άδειο ναυτικό υπνωτήριο.

Πως μ’ ένα παίξιμο βλεφάρου, μ’ ένα τίποτα ανασυγκροτείται ο κόσμος.

 

 

RECONSTRUCTION

 

Threads from clothes of the dead on the thorns of prickly pear trees.

Shutters pounding in the pelagos. Windowpanes break.

Whistles of ships are heard. Saturday nights in the taverns.

A fist that hits the table. The glasses tip off.

Account books, calculations; the sleepy boys, the sad words.

Women with brooms come and sweep the broken glasses; they leave.

Immense, uninhabited harbor, lemons floating; the customs office closed;

and the water’s bubbling on a stove in the vacant dormitory of the sailor.

How with an eyelid’s flutter, with nothing, the world is reconstructed.

 

 

www.libsolibertad.com

www.manolisaligizakis.com

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ

 

Σα να μην ήρθαμε ποτὲ σ᾿ αυτὴν εδῶ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μία μαρμαρυγή.
Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Απὸ χαρτὶ πλασμένα κι απὸ δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλὰ δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον ἐμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια.

Μακρινὴ χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρὰ
όποιος πατάει επάνω μας καθὼς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιὰ λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχὴ ο πραγματικὸς
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα…

 

 

PUPPETS

 

 

As if we’ve never appeared on this earth

as if we still dwell in inexistence

darkness around us with no shred of light

men only in the imagination of others

 

puppets made of paper and hesitation

in the blind hands of Fate

we dance, we passively accept mockery

and we lifelessly gaze the stars

 

each joy a faraway land for us

hope and youth but vague concepts

no one notices that we exist

but the one who steps on us while passing.

 

Years have passed as if the intense

sorrow wasn’t in the body

if real pain wasn’t in our souls

to cry out that we still exist.

 

 

Karyotakis-Polydouri, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2016

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com