Archive for the ‘awards’ Category




Σελίδες από μια χαμένη επανάσταση που στα περιθώρια γράψαμε

κι εμείς τη ζωή μας —

ώ, μεγάλη ακατανόητη εποχή, που άξαφνα ο ένας καταλαβαίνει

τον άλλο.






Pages from a lost revolution that in its margins we also wrote

our lives —

oh, great incomprehensible season when suddenly one understands

the other.




TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

My poetry book AUTUMN LEAVES translated in French by Károly Sándor Pallai, on the self of the Miskolc Library in Hungary.


Το βιβλίο μου ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ σε μετάφραση στα γαλλικά από τον Károly Sándor Pallai διαθέσιμο στη βιβλιοθήκη Miskolc στην Ουγγαρία.


Des recueils en français de notre auteur gréco-canadien Manolis Aligizakis et de notre auteur hongrois de Slovaquie Károly Fellinger traduits par Károly Sándor Pallai dans une bibliothèque de Miskolc (Hongrie) !


Books in French of our author Greco-Canadian Manolis Aligizakis and our authorHungarian Slovakia Károly Fellinger translated by Károly Sándor Pallai in a library of miskolc (Hungary)


~Manolis Aligizakis//Μανώλης Αλυγιζάκης






Ήταν ο μόνος που είχα κι όμως ούτε καν τον γνώριζα — έφευγε

για καιρό κι όταν ξαναρχόταν “κάποτε θα γυρίσεις κι εσύ” μου `λεγε —

“αλλά δεν θάναι κανείς” ύστερα μου μιλούσε για το πράσιονο φόρεμα

της μητέρας του κι επέμενε στη λέξη πράσινο σα να υπερασπιζόταν

τον κόσμο κι άλλοτε γονάτιζε και ζητούσε συγχώρεση για τους

τόσους αιώνες θλίψης κι οι γυναίκες που κατέβηκαν αργότερα να

πλύνουν λησμονήθηκαν μες στη μεγάλη λάμψη κι όπως χιόνιζε

άνοιξα το Ευαγγέλιο

αλλά χιόνιζε κι εκεί.






He was the only one I had although I couldn’t recognize him —

he would go away and come back “someday you’ll also return”

he said “but no one will be here” then he would talk to me of his

mother’s green dress and he emphasized the word green as if

he defended the whole world; other times he would kneel and ask

for forgiveness for the centuries of grief and the women who later

descended to do the laundry were forgotten in a great shine and

as it snowed I opened the Gospel

but it snowed in it as well.



TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

Ritsos_front large




Στ’ αγκάθια της φραγκοσυκιάς κλωστές απ’ τα ρούχα των σκοτωμένων.

Παραθυρόφυλλα χτυπούν στο πέλαγος. Τζάμια σπάνε.

Ακούγονται σφυρίγματα πλοίων. Σαββατόβραδα στις ταβέρνες.

Μια γροθιά που χτυπάει το τραπέζι. Πέφτουν τα ποτήρια.

Κατάστιχα, λογαριασμοί, τα κοιμισμένα αγόρια, οι λυπημένες λέξεις.

Γυναίκες έρχονται με σκούπες, μαζεύουν τα γυαλιά, φεύγουν.

Απέραντο, ακατοίκητο λιμάνι, επιπλέοντα λεμόνια, κλειστό τελωνείο

κι ο κοχλασμός του νερού σε μια γκαζιέρα στ’ άδειο ναυτικό υπνωτήριο.

Πως μ’ ένα παίξιμο βλεφάρου, μ’ ένα τίποτα ανασυγκροτείται ο κόσμος.





Threads from clothes of the dead on the thorns of prickly pear trees.

Shutters pounding in the pelagos. Windowpanes break.

Whistles of ships are heard. Saturday nights in the taverns.

A fist that hits the table. The glasses tip off.

Account books, calculations; the sleepy boys, the sad words.

Women with brooms come and sweep the broken glasses; they leave.

Immense, uninhabited harbor, lemons floating; the customs office closed;

and the water’s bubbling on a stove in the vacant dormitory of the sailor.

How with an eyelid’s flutter, with nothing, the world is reconstructed.





Σα να μην ήρθαμε ποτὲ σ᾿ αυτὴν εδῶ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μία μαρμαρυγή.
Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Απὸ χαρτὶ πλασμένα κι απὸ δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλὰ δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον ἐμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια.

Μακρινὴ χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρὰ
όποιος πατάει επάνω μας καθὼς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιὰ λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχὴ ο πραγματικὸς
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα…






As if we’ve never appeared on this earth

as if we still dwell in inexistence

darkness around us with no shred of light

men only in the imagination of others


puppets made of paper and hesitation

in the blind hands of Fate

we dance, we passively accept mockery

and we lifelessly gaze the stars


each joy a faraway land for us

hope and youth but vague concepts

no one notices that we exist

but the one who steps on us while passing.


Years have passed as if the intense

sorrow wasn’t in the body

if real pain wasn’t in our souls

to cry out that we still exist.



Karyotakis-Polydouri, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2016






Λησμονημένοι κι άγνωστοι ζήσαμε, σπόνδυλοι από ναούς ερει-

πωμένους, μαύρες στοές,

παλιά, ρυτιδωμένη γη που μόνο έναν αιώνιο ύπνο υποσχόταν —

κι ώ σοφή προνοητικότητα των παιδιών, που πιάνουν από νω-

ρίς φιλίες με το χώμα.







We’ve lived forgotten and unknown vertebrae of tumble down

temples, dark stoas

ancient wrinkled earth that only promised us an eternal sleep —

and oh, wise prudence of the children, who early on start their

friendship with the soil.



TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014




Σὰν δέσμη ἀπὸ τριαντάφυλλα
εἶδα τὸ βράδυ αὐτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στοὺς δρόμους εὐωδιά.
Καὶ στὴν καρδιὰ
αἰφνίδια καλοσύνη.
Στὰ χέρια τὸ παλτό,
στ᾿ ἀνεστραμμένο πρόσωπο ἡ σελήνη.
Ἠλεκτρισμένη ἀπὸ φιλήματα
θά ῾λεγες τὴν ἀτμόσφαιρα.
Ἡ σκέψις, τὰ ποιήματα,
βάρος περιττό.

Ἔχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δὲν ξέρω κἂν γιατί μᾶς ἦρθε
τὸ καλοκαῖρι αὐτό.
Γιὰ ποιὰν ἀνέλπιστη χαρά,
γιὰ ποιὲς ἀγάπες
γιὰ ποιὸ ταξίδι ὀνειρευτό.






I saw this evening

like a bouquet of roses

a faint fragrance

golden abundant in the street

and in the heart

sudden benevolence

the overcoat on hand

the moon on the turning face

you could say the atmosphere

was electrified by the kisses

thoughts and poems

needless weight.


I have my broken wings

I don’t know why

this summer is upon us

for which hopeless joy

for which love

for which dreamy voyage?



KARYOTAKIS-POLYDOURI//The Tragic Love Story, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2016





Έρχομαι από μέρες που πρέπει ν’ αποσιωπηθούν, από νύχτες

που θέλω να τις ξεχάσω, περπάτησα τρέμοντας μέσα στον πυρετό

των μεγαλουπόλεων, είδα τα μεγάλα ρολόγια των εκκλησιών να

συμμαχούν με τον διάβολο, είδα τους φτωχούς να περπατάνε αθόρυ-

βα στο δρόμο όπως ο Χριστός επί των υδάτων, λαϊκές εξεγέρσεις

μου χάρισαν βασιλικά απογέματα, αλλά τη νύχτα κινδύνεψα μπρο-

στά σ’ έναν έρημο κήπο.

Εκείνος που άνοιξε μια πόρτα για να κοιμηθεί, δεν είδε τ’

άστρα ν’ αναιρούν τη ματαιότητα, αυτοί που θάψανε τους νεκρούς

τους δεν ξέρουν τί σημαίνει ανάμνηση —

άνθρωποι ταπεινοί, που ξύπνησαν μ’ ένα άχυρο σκαλωμένο

στα μαλλιά τους, σαν μόλις να δοξάστηκαν κάπου αλλού,

και πήγαινα στη δημοσιά σφυρίζοντας — ώ παλιό, συντροφικό







I’ve come from days that have to be silenced, I’ve come from

nights I want to forget; shivering I walked in the fever of the big

cities I saw the big clocks of churches in alliance with the devil,

I saw poor people who walked softly in the streets like Christ

on water, popular uprisings graced me with royal afternoons but

at night I was in fear in front of the deserted garden.

He, who opened a door in order to sleep didn’t see the stars

that refuted futility, those who buried their dead didn’t know

the meaning of memory —

humble people who woke up with a piece of hay in their hair

as if they were glorified somewhere else

and I walked along the public road whistling — oh, old, song of

the comrades.



TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014


Σ’ ένα νέο που αυτοκτόνησε

Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Οι ασχολίες του, οι χαρές του, σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γινόνταν της ορμής του.

Τα ωραία βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές. βίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
αναμεσόμας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
Την υποψία μας δε μας την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο Θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλος σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Είχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Κ’ η αιτία του κακού σημαδεμένη




For who was chased by a ghost

in the dark extensions of his life

his joys, his commitments in a flash

turned into pretenses for his ardor.


The beautiful books, his mind a starting

point, some moments violent lover

then his face turned mysterious

nothing next to him would match a strange man


who stayed around us with a distorted face

he wouldn’t accept our suspicion

that something horrible was coming to him

he was strangely beautiful like those


who Death had already marked

he gave himself to every danger

as if someone had already claimed him.

They found him with a single mark on his temple,


he was a total victory like the light

that sheds around it darkness. He was simple and serene

a smiling reborn face

as if he had become a thank you

logos on the cross hairs of evil.


KARYOTAKIS/POLYDOURI — THE TRAGIC LOVE STORY, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2016



Ritsos_front large



Στό ίδιο θέμα επανέρχεται συχνά. Η επανάληψη

είναι ήδη μιά αλλαγή. Κι άλλωστε οι λέξεις

ακολουθούν μιά δική τους κατεύθυνση, πέρα απ’ τή θέλησή μας,

πρός μυστικές ερωτικές πηγές. Καί το μειλίχιο γερόντιο εκείνο

τρύπησε μιά άγραφη σελίδα μέ τό μικρό δάχτυλό του,

τήν έφερε κάτω απ’ τή λάμπα καί ψυθίρισε χαμογελώντας:


ε γ ώ  ξ έ ρ ω  ν ά  β ή χ ω  κ α ί  ν’ α κ ο ύ ω  π ο ύ  β ή χ ω.




He often goes back to the same subject. Repetition

is already a change. Besides words follow

their own direction, toward secret erotic springs,

beyond our wish. And that sweet old man

using his little finger made a hole in the blank sheet of paper,

he placed it under the lamp and smiling he whispered:


I k n o w  t o  c o u g h  a n d  I l i s t e n  t o  m y  c o u g h.



YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013


ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη