Archive for the ‘Canada’ Category

ritsos front cover

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Κοιτάζει πάλι, παρατηρεί, διακρίνει
μέσα σε μιαν απόσταση χωρίς καθόλου νόημα,
μες στη διάρκεια που πια δεν ταπεινώνει,
τους σβώλους ναφθαλίνης στη χαρτοσακκούλα,
τα ξερά κληματόφυλλα στον τρύπιο κουβά,
το ποδήλατο στ’ αντικρυνό πεζοδρόμιο.
Άξαφνα
ακούει το χτύπημα πίσω απ’ τον τοίχο,
το ίδιο εκείνο, συνθηματικό, καταμόναχο,
το βαθύτερο χτύπημα. Αισθάνεται αθώος
πούχει ξεχάσει τους νεκρούς.
Τις νύχτες, τώρα
δε χρησιμοποιεί ωτασπίδες—τις έχει αφημένες
μες στο συρτάρι του μαζί με τα παράσημά του
και με την πιο αποτυχημένη τελευταία του προσωπίδα.
Μονάχα που δεν ξέρει άν είναι η τελευταία.
RESURRECTION

He looks again, observes, discerns
in a distance that has no meaning at all,
in the continuance that doesn’t humiliate anymore,
the moth balls in the paper bag,
the dry grape leaves in the leaky pail,
the bicycle on the opposite sidewalk.
Suddenly
he hears the knock behind the wall,
that same one, coded, totally alone,
the deepest knock. He feels innocent
that he has forgotten the dead.
At night, now, he doesn’t
use earplugs anymore – he’s left them
in the drawer along with his medals
and with his last most unsuccessful mask.
Only he doesn’t know whether it’s the last one.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

cover

ΚΑΜΙΑ φορά, ξυπνάω τη νύχτα, ανάβω τη λάμπα και στέκο-
μαι εκεί, απέναντι στον ξένο, το πρωί βέβαια, δεν έμενε τίποτα,
μονάχα ένα ανεπαίσθητο σημάδι, που θα μπορούσε να το πάρει κα-
νείς για μια σταγόνα κερί, ενώ ήταν ίσως το ασυγχώρητο που
κανείς δεν το`βλεπε, μόνο το παλιό λησμονημένο όργανο ακουγό-
ταν στο υπόγειο, και θα `πρεπε να `χω θάψει, Θεέ μου, από καιρό
τα ενθύμια, γιατί και το αναπόφευκτο έτσι ελάχιστα αρχίζει,
καθόμουν, λοιπόν, τις νύχτες στη σκάλα περιμένοντας αυτόν
που θα νικούσε τον σιωπηλό κόσμο, και θα `παιρνε τη μεγάλη βελό-
να του πλεξίματος που κρατούσα, σαν τις γυναίκες, την ώρα που οι
άλλοι κοιμούνται, αφηρημένες πάνω στο εργόχειρο, έχουν ακολου-
θήσει κιόλας εκείνον που αιώνια μας προσπερνά.

SOMETIMES during the night I wake up Ι light the lamp and
stand there opposite the foreigner; at daybreak of course nothing was
left but an imperceptible mark that one could take as a drop of
wax while it was, perhaps the unforgivable which no one could see
only the old forgotten organ was heard in the basement, oh God,
I should have long ago buried all the mementos because even
the inescapable commences as simple as that,
yet at night I would sit by the stairs and wait for the one who
would defeat the silent world and would take the big needle of cross
stitching I held like women who while the others were asleep,
lost in their embroidery, have already followed the one who
forever walks ahead of us.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

cavafy copy.jpg

ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ
Τά μεγαλεία νά φοβάσαι, ώ ψυχή.
Καί τές φιλοδοξίες σου νά υπερνικήσεις
άν δέν μπορείς, μέ δισταγμό καί προφυλάξεις
νά τές ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις,
τόσο εξεταστική, προσεκτική νά είσαι.

Κι όταν θά φθάσεις στήν ακμή σου, Καίσαρ πιά
έτσι περιωνύμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβεις,
τότε κυρίως πρόσεξε σάν βγείς στόν δρόμον έξω,
εξουσιαστής περίβλητος μέ συνοδεία
άν τύχει καί πλησιάσει από τόν όχλο
κανένας Αρτεμίδωρος, πού φέρνει γράμμα,
καί λέγει βιαστικά «Διάβασε αμέσως τούτα,
είναι μεγάλα πράγματα πού σ’ ενδιαφέρουν»,
μή λείψεις να σταθείς, μή λείψεις ν’ αναβάλλεις
κάθε ομιλίαν η δουλειά μή λείψεις τούς διαφόρους
πού σέ χαιρετούν καί προσκυνούν νά τούς παραμερίσεις
(τούς βλέπεις πιό αργά) άς περιμένει ακόμη
κ’ η Σύγκλητος αυτή, κ’ευθύς νά τά γνωρίσεις
τά σοβαρά γραφόμενα τού Αρτεμιδώρου.
THE IDES OF MARCH
Beware of grandeur, oh soul.
And if you can not overcome your ambitions,
pursue them with hesitant precaution.
And the more you go forward, the more
inquiring and careful you must be.

And when you reach your zenith, as a Caesar at last;
when you take on the role of such a famous man,
then most of all be careful when you go out on the street,
like any famous master with your entourage,
if by chance some Artemidoros approaches
out of the crowd, bringing you a letter,
and says in a hurry “Read this at once,
these are serious matters that concern you,”
don’t fail to stop; don’t fail to postpone
every speech or task; don’t fail to turn away
the various people who greet you and bow to you
(you can see them later); let even the Senate wait,
for you must consider at once
the serious writings of Artemidoros.

nostos and algos cover

ΑΔΙΑΙΡΕΤΟ

Στάθηκε ανάμεσα στους τάφους
με τ’ αγαλματίδια να παριστάνουν
νεκρούς συντρόφους
και το αεράτο του χαμόγελο αντανακλούσε
δόξα παλιάς εποχής.
Ξάφνου βύθισε τα μάτια του στα δικα μου,
ένας στεναγμός απαλός
σαν του μικρού αγάλματος ακούστηκε
ν’ αφήνει τα χείλη του, σαν να `λεγε—
μοναχά αυτό το αέρινο χαμόγελο θα παραμείνει
να το θυμάσαι την ώρα της δικαιοσύνης.

Αυτό μόνο το χαμόγελο θα παραμείνει
τ’ άλλα όλα μαραίνονται και σβύνουν
σαν τ’ άρωμα γιακίνθου στον αγέρα,
σαν την αγάπη σου για τη γυναίκα,
όλα χάνονται σαν μέσα από σίτα
άμμος στα δάχτυλα σου.

Μα τούτη η στιγμή για πάντα θα κρατήσει
γιατι το τώρα δεν μπορέσανε ποτέ
να το διαιρέσουν σαν τ’ άλλα,
που γι’ αυτά έχουνε βρει
σταθμά και τεμαχίδια και συστατικά

UNDIVIDED

He stood amid the gravestones
and the statuette resembling
our dead comrades
with his airy smile still reflecting
bygone glorious days.
Suddenly his eyes dived deep in mine
he let a sigh go as silently as
the statuette’s saying: only
this graceful smile will stay forever
remember this at the hour of reckoning.

Only this graceful smile remains
all the rest perish, they vanish
like the hyacinth’s fragrance
in the wind’s teeth
like your love for a woman
all disappear like the sand through a sieve
or the fingers of your hand.

Yet this moment will last forever
because only the now can’t be divided
for everything else they have found
pieces, fractions, and elements.

~Nostos and Algos, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2012

cavafy copy.jpg

 

ΤΥΑΝΕΥΣ ΓΛΥΠΤΗΣ

Καθώς πού θά τό ακούσατε, δέν είμ’ αρχάριος.
Κάμποση πέτρα από τά χέρια μου περνά.
Καί στήν πατρίδα μου, τά Τύανα, καλά
μέ ξέρουνε κ’ εδώ αγάλματα πολλά
μέ παραγγείλανε οι συγκλητικοί.

Καί νά σάς δείξω
αμέσως μερικά. Παρατηρείστ’ αυτήν τήν Ρέα
σεβάσμια, γεμάτη καρτερία, παναρχαία.
Παρατηρείστε τόν Πομπήϊον. Ο Μάριος
ο Αιμίλιος Παύλος, ο Αφρικανός Σκιπίων.
Ομοιώματα, όσο πού μπόρεσα, πιστά.
Ο Πάτροκλος (ολίγο θά τόν ξαναγγίξω).
Πλησίον στού μαρμάρου τού κιτρινωπού
εκείνα τά κομάτια, είν’ ο Καισαρίων.

Καί τώρα καταγίνομαι από καιρό αρκετό
νά κάμω έναν Ποσειδώνα. Μελετώ
κυρίως γιά τ’ άλογά του, πώς νά πλάσσω αυτά.
Πρέπει ελαφρά έτσι νά γίνουν πού
τά σώματα, τά πόδια των νά δείχνουν φανερά
πού δέν πατούν τήν γή, μόν τρέχουν στά νερά.

Μά νά τό έργον μου τό πιό αγαπητό
πού δούλεψα συγκινημένα καί τό πιό προσεκτικά
αυτόν, μιά μέρα τού καλοκαιριού θερμή
πού ο νούς μου ανέβαινε στά ιδανικά
αυτόν εδώ ονειρευόμουν τόν νέο Ερμή.

 

SCULPTOR OF TYANA
As you may have heard, I am not a beginner.
Some good quantity of stone goes through my hands.
And in my home country, Tyana, they know me
well; and here the senators have ordered
a number of statues from me.

Let me show you
some right now. Have a good look at this Rhea;
venerable, full of forbearance, really ancient.
Look closely at Pompey. Marius,
Aemilius Paulus, the African Scipio.
True resemblances, as true as I could make them,
Patroklos (I’ll have to touch him up a bit).
Close to those pieces
of yellowish marble over there, is Caesarion.

And for a while now I have been busy
creating a Poseidon. I carefully study
his horses in particular, how to shape them.
They have to be so light that their bodies,
their legs, show that they don’t touch
the earth, but run over water.

But here is my most beloved creation,
that I worked with such feeling and great care
on a warm summer day,
when my mind ascended to the ideals,
I had a dream of him, this young Hermes.

cover

ΥΠΟΜΝΗΣΗ

Το δωμάτιο συνοικιακό, με λιγοστά έπιπλα, σαν περικοπή απ’
το Ευαγγέλιο — έτσι τέλειωσαν όλα γρήγορα κι η Ιωάννα κλαί-
γοντας πίσω απ’ το σταθμό, εξάλλου ήταν ένα μυστικό υπέροχο που
το ξεχνούσα μόλις πήγαινα να το πω, άνοιξα τότε τη θήκη του
βιολιού — και μόνο, καμιά φορά, με πιάνει το παράπονο και φοράω
τη γραβάτα μου μ’ έναν τέτοιο τρόπο, που να καταλάβουν, επιτέλους,
ότι είμαι από καιρό κρεμασμένος.
REMINDER

The room was in the suburbs, with a few pieces of furniture
like a Gospel quotation — so everything finished quickly and
Joanna cried and run back to the station; on the other hand it was
a secret that I’d forget it as I tried to mention it; then I opened the
violin case — and only, at sometimes when I grieve, I put on my
tie in such a way that they at least understand
I have been hanging for a long time.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

index

ΕΠΑΙΤΗΣ

Κάθεται στο πεζοδρόμιο
το κεφάλι του ανεβοκατεβαίνει
σαν άρρωστο κολίμπριο

κι εσύ θέλεις ν’ αλλάξετε θέσεις

εκείνος να πάρει τη τσάντα σου
με τα μετρητά
το κοστούμι σου
τις μεταξωτές κάλτσες
και να σου δώσει την κίνησή του

σαν άρρωστο κολίμπριο

να βλέπεις τους διαβάτες
να ρίχνουν κάποιο νόμισμα
στο μικρό κουτί σου

ήχος συνείδησης δίχως ενοχή

απόηχος χρημάτων χαμένων
στις λάθος επενδύσεις
της πόλης άδειες καρδιές ηχούν
και πάνε πέρα δώθε χωρίς σκοπό

BEGGAR

Man sits on the sidewalk
drumming his head up and down
like a sick hummingbird

and you want to trade places with him

he’ll take your briefcase
cash in it
your pinstripe
Italian loafers
satin socks and
give you his drumming exultation

performed in unsynchronized echoes

like a sick hummingbird

to see the passersby drop
odd coins in your tin cup

sound of conscience devoid of guilt

timid whispers of moneys lost
in bad investments
city echoes vacant hearts
coming and going to no-where

 

~COLLECTION IN PROGRESS

35774-tl
ΑΠΛΑ ΛΟΓΙΑ
Βράδυ όμοιο σχεδόν με τ’ άλλα: η πλήξη, λιγοστό φως,
οι χαμένοι δρόμοι
κι άξαφνα κάποιος που σου λέει “είμαι φτωχός”, σαν να
σου δίνει μια μεγάλη υπόσχεση.

SIMPLE WORDS
The night almost same as all others: tediousness,
the faint light, lost paths
and suddenly someone says to you “I’m poor”, as though
giving you a great promise.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Ritsos_front large
Στό στρατώνα

Τό φεγγάρι μπήκε στό στρατώνα.
Ψαχούλεψε τίς κουβέρτες τών φαντάρων.
Έπιασε ένα γυμνό χέρι. Κοιμήσου.
Κάποιος παραμιλάει. Κάποιος ροχαλίζει.
Μιά σκιά χειρονομεί στό μακρύ τοίχο.
Πέρασε τό τελευταίο τράμ. Ησυχία.

Μπορεί όλοι αυτοί νάναι αύριο πεθαμένοι;
Μπορεί από τώρα κιόλας νάναι πεθαμένοι;

Ένας φαντάρος ξύπνησε.
Κοιτάζει γύρω μέ γυάλινα μάτια.
Μιά κλωστή αίμα κρέμεται απ’ τά χείλη τού φεγγαριού.
In the Barracks

The moon entered the barracks.
It rummaged in the soldiers’ blankets.
Touched an undressed arm. Go to sleep.
Someone talks in his sleep. Someone snores.
A shadow gestures on the long wall.
The last trolley bus went by. Quietness.

Can all these be dead tomorrow?
Can they be dead from right now?

A soldier woke up.
He looks around with glassy eyes.
A thread of blood hangs from the moon’s lips.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

nostos and algos cover

ΚΛΑΔΙΑ

Σπασμένα κλαδια δέντρου
μπλεγμένα σαν τα όνειρα
που κάποτε είχες στου αγέρα
το καλόβολο φύσημα και πώς
να ξεμπερδέψεις με την άγκυρα
που έδεσες στα πόδια σου
και σαν σπασμένο κλαδί κρέμεσαι
απ’ το κενό κι άδοξα
να περιμένεις κάποια λύση
που ξεφεύγει λογικού
και μια παράξενη στατικότητα σε κυβερνά
σαν θάνατος πρίν απ’ το θάνατο

κι είπες—

πιλότος θα γίνω στην επόμενη ζωή
για να πετώ ψηλά στα σύννεφα.
BRANCHES

Broken branches of the tree
entwined like the dreams
you once had
free in the wind’s temper and
how you managed to tie
an anchor on your ankle and now
you hang from a tree branch
as though by a thread
over the void waiting for
a solution to your problem
strange stagnation governing
your thoughts like death
before death

and you said—

in the next life I’ll become a pilot
to fly high in the clouds