Archive for October, 2013

Manolis-w

My book “Nostos si Algos” translated in Romanian by Lucia Gorea was just released by DELLART, in Cluj Napoca, Romania.

Το βιβλίο μου “Νόστος και Άλγος” μεταφρασμένο στη Ρουμανική γλώσσα από τη Lucia Gorea μόλις εκυκλοφόρησε από τον εκδότη DELLART στην πόλη Cluj Napoca της Ρουμανίας.

35774-tl

ΤΟ ΑΜΑΞΙ

     Ο άγνωστος κουβέντιαζε χαμηλόφωνα μέ τή γυναίκα, βέβαια,

η γυναίκα είχε πεθάνει, κι εκείνος κοίταζε τό πεπρωμένο, πού σάν

μιά άδεια άχρηστη θήκη αφήνουν οι νεκροί πάνω στό κάθισμα,

     τά πουλιά χτυπούσαν στό ταβάνι κι έπεφταν στό βρώμικο νιπτή-

ρα, εδώ τέλειωναν όλες οι ιστορίες, βαλσαμωμένοι γέροι κάθονταν

πίσω απ’ τά τζάμια, κι η στοά σκοτεινή μέ τά υγρά μαγαζιά πού

πουλούσαν μεγάλα στρίποδα γιά φέρετρα καί στέφανα απ’ τίς δόξες

πού είχαμε ονειρευτεί,

     όμως, στό ίδιο σπίτι κατοικούσαν κι εκείνοι οι άλλοι, πού δέν

τούς βλέπουμε, μόνο τίς νύχτες άκουγες νά περπατάνε κρατώντας

τίς σβησμένες λάμπες, καί καμιά φορά περνούσαμε γιά δικές μας

τίς ακατάληπτες χειρονομίες τους,

     κι η μικρή πεθαμένη υπηρέτρια, πού πλαγιάζαμε κάποτε, άπλω-

νε τώρα τό χέρι της μέσα στίς αγρύπνιες μου νά τής δώσω ένα

ζευγάρι κάλτσες πού τής είχα υποσχεθεί.

     Έπειτα ησυχία, κι ο θόρυβος τού αμαξιού πού έφευγε έσβηνε

σιγά σιγά.

 

 

The Carriage

    The foreigner chatted with the woman in a low tone, of course,

the woman was dead and he stared at his destiny, that useless outline

the dead leave on the chair,

    birds struck the ceiling and fell into the dirty sink where all

the stories ended, embalmed old men sat behind the window glass

the stoa was dark, the stores wet where they sold tripods for caskets

and wreaths for glory we had once dreamed off,

     however, in the same house those others lived, who we never see,

only during the nights you’d hear them walk holding the put out lamps

and sometimes we mistook their incomprehensible gestures as ours,

     and the young dead servant girl, with who long ago we slept,

now stretched her arm in my vigils that I’d give her a pair of nylons

I had promised her.

     Then stillness and the sound of the departing carriage faded away

slowly.

Tasos Livaditis-Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca

 

Image

Siesta

 

On our hot

July bed

sweat listens to

the curtain’s undulating

monologue

 

profound communication

between animate and

inanimate beings

 

who eavesdrops

who in silence

hides his pain

 

taste the nectar

of my lips—you said

 

but leave on them no shame

albeitmyfierydesire

“Vernal Equinox” by Manolis

www.ekstasiseditions.com

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ/KOSTIS PALAMAS

Eθνικός Ποιητής της Ελλάδας/National Poet of Greece

Ο Κωστής Παλαμάς ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, πρωτοπόρος, μαζί με το Νίκο Καμπά και το Γεώργιο Δροσίνη, της αποκαλούμενης Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Επίσης, είχε σπουδάσει και ως θεατρικός παραγωγός της ελληνικής λογοτεχνίας.

Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου1859 από γονείς που κατάγονταν από το Μεσολόγγι. Η οικογένεια του πατέρα του ήταν οικογένεια λογίων, με αξιόλογη πνευματική δραστηριότητα, και ασχολούμενων με τη θρησκεία. Ο προπάππος του Παναγιώτης Παλαμάς (1722-1803) είχε ιδρύσει στο Μεσολόγγι την περίφημη “Παλαμαία Σχολή” και ο παππούς του Ιωάννης είχε διδάξει στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης. Ο θείος του Ανδρέας Παλαμάς υπήρξε πρωτοψάλτης και υμνογράφος, τον οποίο ο Κωστής Παλαμάς αναφέρει στα “Διηγήματά” του (Β’ έκδοση, 1929, σελ. 200). Ο Μιχαήλ Ευσταθίου Παλαμάς (αδελφός του Ανδρέα) και ο Πανάρετος Παλαμάς ήταν ασκητές. Ο Δημήτριος Ι. Παλαμάς, επίσης θείος του Κωστή, ήταν ψάλτης και υμνογράφος στο Μεσολόγγι.

Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1875, όπου γράφτηκε στην Νομική Σχολή. Σύντομα όμως εγκατέλειψε τις σπουδές του αποφασισμένος να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Από το 1875 δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά διάφορα ποιήματα και το 1876 υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό την ποιητική συλλογή Ερώτων Έπη, σε καθαρεύουσα. Από το 1898 εκείνος και οι δύο φίλοι και συμφοιτητές του Νίκος Καμπάς και Γεώργιος Δροσίνης άρχισαν να συνεργάζονται με τις πολιτικές-σατιρικές εφημερίδες “Ραμπαγάς” και “Μη χάνεσαι”. Οι τρεις φίλοι είχαν συνειδητοποιήσει την παρακμή του αθηναϊκού ρομαντισμού και με το έργο τους παρουσίαζαν μια νέα ποιητική πρόταση, η οποία βέβαια ενόχλησε τους παλαιότερους ποιητές, που τους αποκαλούσαν περιφρονητικά “παιδαρέλια” ή ποιητές της “Νέας Σχολής”.

Το 1886 δημοσιεύτηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή Τραγούδια της Πατρίδος μου στη δημοτική γλώσσα, η οποία εναρμονίζεται απόλυτα με το κλίμα της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Το 1887 παντρεύτηκε τη συμπατριώτισσά του Μαρία Βάλβη, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά, μεταξύ των οποίων και ο Λέανδρος Παλαμάς. Το 1889 δημοσιεύτηκε ο Ύμνος εις την Αθηνάν, αφιερωμένος στη γυναίκα του, για τον οποίο βραβεύτηκε στον Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό την ίδια χρονιά. Ένδειξη της καθιέρωσής του ως ποιητή ήταν η ανάθεση της σύνθεσης του Ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων, το 1896. Το 1898, μετά το θάνατο του γιου του Άλκη σε ηλικία τεσσάρων ετών, δημοσίευσε την ποιητική σύνθεση “Ο Τάφος”. Το 1897 διορίστηκε γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απ’ όπου αποχώρησε το 1928. Από την ίδια χρονιά (1897) άρχισε να δημοσιεύει τις σημαντικότερες ποιητικές του συλλογές και συνθέσεις, όπως οι “Ίαμβοι και Ανάπαιστοι” (1897), “Ασάλευτη Ζωή” (1904), “ο Δωδεκάλογος του Γύφτου” (1907), “Η Φλογέρα του Βασιλιά” (1910). Το 1918 του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ από το 1926 αποτέλεσε βασικό μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών, της οποίας έγινε πρόεδρος το 1930.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Κωστής Παλαμάς μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου, με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση). Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές και χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο.

Η οικία του Παλαμά στην Πάτρα σώζεται ως σήμερα στην οδό Κορίνθου 241. Τρία χρόνια πριν τη γέννηση του Παλαμά στο ίδιο σπίτι γεννήθηκε η μεγάλη Ιταλίδα πεζογράφος Ματθίλδη Σεράο.

KOSTIS PALAMAS

Kostis Palamas (Greek: ΚωστήςΠαλαμάς; 13 January 1859 – 27 February 1943) was a Greek poet who wrote the words to the Olympic Hymn. He was a central figure of the Greek literary generation of the 1880s and one of the cofounders of the so-called New Athenian School along with Georgios Drosinis, Nikos Kampas, Ioanis Polemis.

Born in Patras, he received his primary and secondary education in Mesolonghi. In 1880s, he worked as a journalist. He published his first collection of verses, the “Songs of My Fatherland“, in 1886. He held an administrative post at the University of Athens between 1897 and 1926, and died during the German occupation of Greece during World War II. His funeral was a major event of the Greek resistance: the funerary poem composed and recited by fellow poet Angelos Sikelianos roused the mourners and culminated in an angry demonstration of a 100,000 people against Nazi occupation.

Palamas wrote the lyrics to the Olympic Hymn, composed by Spyridon Samaras. It was first performed at the 1896 Summer Olympics, the first modern Olympic Games. The Hymn was then shelved as each host city from then until the 1960 Winter Olympics commissioned an original piece for its edition of the Games, but the version by Samaras and Palamas was declared the official Olympic Anthem in 1958 and has been performed at each edition of the Games since the 1960 Winter Olympics.

The old administration building of the University of Athens, in downtown Athens, where his work office was located, is now dedicated to him as the “Kosti Palamas Building” and houses the “Greek Theater Museum“, as well as many temporary exhibitions.

He has been informally called the “national” poet of Greece and was closely associated with the struggle to rid Modern Greece of the “purist” language and with political liberalism. He dominated literary life for 30 or more years and greatly influenced the entire political-intellectual climate of his time. Romain Rolland considered him the greatest poet of Europe and he was twice nominated for the Nobel Prize for Literature but never received it. His most important poem,[2]The Twelve Lays of the Gypsy” (1907), is a poetical and philosophical journey. His “Gypsy” is a free-thinking, intellectual rebel, a Greek Gypsy in a post-classical, post-Byzantine Greek world, an explorer of work, love, art, country, history, religion and science, keenly aware of his roots and of the contradictions between his classical and Christian heritages.

“RUINS” from the book “Still Life”
Translated by Alex Moskios

I returned to my golden playgrounds,
I returned to my white boyhood trail,
I returned to see the wondrous palace,
Built just for me by love’s divine ways.
Blackberry bushes now cover the boyhood trail,
And the midday suns have burned the playgrounds,
And a tremor has destroyed my palace so rare,
And in the midst of fallen walls and burned Timbers,
I remain lifeless; lizards and snakes
With me now live the sorrows and the hates;
And of my palace a broken mass now remains.

“GRIEF” from the book “Heartaches of the Lagoon”
Translated by Alex Moskios

My early unforgettable years I lived them
close to the sea,
there by the shallow and calm sea,
there by the open and boundless sea.

And every time that my budding, early life
comes back to me,
and I see the dreams and hear the voices
of my early life there by the sea,

you, oh my heart, feel the same old yearning:
if I could live again,
close to the shallow and calm sea,
there by the open and boundless sea.

Was it really my destiny, was it my fortune,
I haven’t met another
a sea within me as shallow as a lake,
and like an ocean boundless and big.

And, lo! In my sleep a dream brought her
close again to me,
the same there shallow and calm sea,
the same there boundless and open sea.

Yet, thrice be alas! A grief was poisoning me,
a powerful grief,
a grief that you did not lighten, my dream
of my great early love, my home by the sea.

What storm, I wonder, was raging in me,
and what whirlwind,
that couldn’t put it to rest, or lull it to sleep
my wonderful dream of my home by the sea.

A grief that is unspoken, an unexplained grief,
a powerful grief,
a grief not quenched even within the paradise
of our early life close to the boundless sea.

Cloe and Alexandra_cover_aug265

Στον μοναδικό μου αναγνώστη

Θα σε περιμένω.
Σε έναν σταθμό που δεν υπάρχει ακόμα.
Στο κέντρο εκεί της ερημιάς.
Γύπες θα κυκλώνουνε τα τρένα.
Φαλακρά μωρά θα κλαίνε γοερά.
Θα έρθεις.
Με ένα τρένο
που πια δεν λειτουργεί
χωρίς φρένα και μηχανοδηγό
κατρακυλάει στ’ αστέρια.
Όταν κατέβεις δεν θα μ’ αγκαλιάσεις.
Δεν θα μου πεις πως μ’ αγαπάς.
Μόνο θα σηκώσεις το χέρι
και τρυφερά θα στρώσεις το γιακά
απ’ το τριμμένο μου παλτό.

To my only reader

I’ll wait for you.
In a station not yet built.
There, in that center of loneliness.
Where condors swirl around the trains.
Where bald babies will wail loudly.
You will come.
On a train no longer in service
without brakes nor engineer
train that rolls among the stars.
When you’ll disembark you won’t hug me.
You won’t tell me ‘I love you’.
You will only raise your arm
and tenderly you’ll rearrange the collar
of my worn out overcoat

Το φιλί

 

Όσο με φιλούσες

περίμενα το άγγιγμα της γλώσσας,

το στριφογύρισμά της μέσα στο στόμα μου.

Όσο με φιλούσες

είχα την αναίδεια να κρίνω την τέχνη σου,

να μελετάω την υφή και την ένταση

απ’ τα χείλη σου.

Για να σωπάσω,

να πάψω να σε κρίνω,

ήθελα την πρόστυχη τόλμη σου.

The Kiss

While you were kissing me

I longed for the touch of your tongue

its twisting in my mouth.

While you were kissing me

I had the impertinence to judge your art

to evaluate the feel and intensity

of your lips.

To stop these thoughts

to stop judging you,

I craved for your obscene audacity.

 

Χλόη και Αλεξάνδρα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Cloe and Alexandra/Translation by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

 ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΠΑΝΩΦΟΡΙ

 

      Νύχτωνε, καί στό παλιό σπίτι κατοικούσαν μόνο οι σκιές, “θεία

Ευδοκία, τής είπα, τώρα πρέπει να σοβαρευτείς, είσαι πεθαμένη”,

μά εκείνη είχε το ίδιο αμήχανο χαμόγελο, όπως τότε, όταν έκρυβε

κάτι πού δέν έπρεπε ακόμα νά μάθω,

      ο άγνωστος μάς διηγόταν σημεία καί τέρατα, εγκλήματα εδώ

καί αιώνες, είπε καί γιά μιά μύγα, στό παιδικό τζάμι, πού τής

έκαψε τά φτερά, “από τότε στέκει εκεί καί δέ μ’ αφήνει” κι έδειχνε

πέρα, μακριά, τό δρόμο πού δέν μπορεσε νά πάρει,

      η ξενοδόχα, έλεγαν, έκλεβε κρυφά τά πτώματα καί τά έθαβε

στά ντουλάπια, έτσι τό ξενοδοχείο είχε πολλή κίνηση, γιατί έβρισκες

πάντα κάποιον πού νά μή σέ διώχνει — κι ούτε κατάλαβα όταν

μού βύθισαν τό μαχαίρι, σάν νά μήν ήμουνα εδώ ποτέ μου, κι

απλώς είχαν κρεμάσει ένα πανωφόρι στό κενό.

      Καί κάθε τόσο ένα πουλί έπεφτε από ψηλά νεκρό, καθώς χτυπού-

σε πάνω στήν απαγορευμένη πόρτα.

 

 

THE EMPTY COAT

 

      Night fell and in the old house only the shadows remained, “aunt

Eudokia, I said to her, be serious, you are dead now”

but she retained the same awkward smile, like back then when she hid

something which I wasn’t allowed to know as yet

     the foreigner narrated stories of signs and wonders, ancient old

murders, he also talked about a fly on the child’s glass and that he burnt

its wings “since then it stands there as if to punish me” and he pointed

far away to the road he never took

     the hotel woman, some said, robbed the cadavers, she then buried

them in the closetσ so that hotel was always busy because you always

found someone who wouldn’t ask you to leave—and I never felt it

when they pushed the knife in my body, as though I’ve never existed

and they had simply hanged an empty coat over the void.

     And often enough from above a bird would fall dead as it bumped

onto the forbidden door.

 

 

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems-Translation by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

ΒΟΥΒΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

     “Μή φεύγεις” τού λέω, μά εκείνος είχε κιόλας ξεκινήσει μέ τούς

άλλους καταδίκους, μού άφησε μόνο τό χέρι του, πού συχνά μέ

κράτησε στήν άκρη τής γέφυρας, ένα άρρωστο άλογο σάπιζε στήν

άκρη τού δρόμου, καί τίς νύχτες άκουγα τούς ανεμοδείχτες πού τό

βοηθούσαν ν’ αλλάξει πλευρό,

      θυμήθηκα τό πρώτο βράδυ πού θάψαμε τόν πατέρα — πώς τόν

μισούσα γι αυτόν τό βρόμικο ρόλο τού υπηρέτη πού έπαιξε, ανοί-

γοντας τήν πόρτα μας στό μεγάλο σκοτάδι,

      ερημιά, καί μόνο οι ραγισμένοι τοίχοι άφηναν νά φαίνονται τά

φοβερά, βουβά πρόσωπα, πού περνάμε κάποτε πλάι τους.

     Εκεί έζησα τόσο μονάχος, πού άκουσα τίς άλλες φωνές, κι όταν

νύχτωνε, οι νεκροί μού κλέβαν τήν κουβέρτα καί πλάγιαζαν έξω

απ’ τήν πόρτα, ώσπου ξημέρωνε καί σταυρωνόταν πάνω μου τό

λάλημα τού πετεινού.

SILENT FACES

    “Don’t go”, I say to him, but he had already started along with

the other convicts, he just left behind his hand that often held me

by the edge of the bridge, a sick horse was rotting away on the side

of the road and at night I would hear the weathervane helping it to

turn to the other side,

     I remembered the first night when we buried father—oh, how

I hated him for the role of the servant he played, opening our door

to the great darkness,

    forlornness, and only the cracked walls made visible the horrible

faces, the silent faces we often pass by.

    There I lived so lonely, that I heard the other voices, and when

night came, the dead stole my blanket and lied outside the door

until the new day broke and the rooster’s call was crucified

on top of my body.

Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ   

      Συχνά τή νύχτα, χωρίς νά τό καταλάβω, έφτανα σέ μιά άλλη

πόλη, δέν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, πού ονειρευόταν κάποτε νά

γίνει μουσικός, καί τώρα καθόταν μισόγυμνος μές στή βροχή — μέ

τό σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στά γόνατά του ένα παλιό,

φανταστικό βιολί, “τό ακούς;” μού λέει, “ναί, τού λέω, πάντα τό

άκουγα”,

     ενώ στό βάθος τού δρόμου τό άγαλμα διηγόταν στά πουλιά τό

αληθινό ταξίδι.

THE MUSICIAN

      Often during the night, without noticing it, I’d arrive to another city,

where there would be no other but an old man who dreamed that someday

he’d become a musician, and now half naked he sat in the rain—with

his coat he had covered on top of his knees an old, imaginary violin,

“do you hear it?” he says to me, “yes, I say to him, “I have

always heard it”,

     while at the far end of the road the statue narrated the true voyage

tothebirds.

Τάσος Λειβαδίτης/Νυχτερινός Επισκέπτης-Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis/Night Visitor-Translation by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

ritsos front cover

Απόγευμα

Τό απόγευμα είναι όλο πεσμένους σουβάδες, μαύρες πέτρες, ξερά

        αγκάθια.

Τό απόγευμα έχει ένα δύσκολο χρώμα από παλιά βήματα πού

       μείναν στή μέση

από παλιά πιθάρια θαμμένα στήν αυλή, καί πάνω τους η κούραση

       καί τό χορτάρι.

Δυό σκοτωμένοι, πέντε σκοτωμένοι, δώδεκα—πόσοι καί πόσοι.

Κάθε ώρα έχει τό σκοτωμένο της. Πίσω απ’ τά παράθυρα

στέκουν  αυτοί πού λείπουν καί τό σταμνί μέ τό νερό πού δέν ήπιαν.

Κι αυτό τό αστέρι πού έπεσε στήν άκρη τής βραδιάς

είναι σάν τό κομμένο αυτί πού δέν ακούει τά τριζόνια

πού δέν ακούει τίς δικαιολογίες μας—δέν καταδέχεται

ν’ ακούσει τά τραγούδια μας—μονάχο, μονάχο,

μονάχο, αποκομμένο, αδιάφορο γιά καταδίκη ή γιά δικαίωση.

Afternoon

The afternoon is full of fallen plaster, black stones, dry

          thorns.

The afternoon has a difficult color of old footsteps stopped

          halfway

of old storage jars buried in the yard and over them tiredness

          and grass.

Two people killed, five killed, twelve – so many, so many.

Each hour has its own killed person. Behind the windows

stand the ones who left and the pitcher with water they didn’t drink.

And this star that fell at the edge of the evening

is like the severed ear that cannot hear the crickets

that cannot hear our excuses – it disdains

to hear our songs – alone, alone,

alone, detached, indifferent to condemnation or justification.

Κατανόηση

Κυριακή. Γυαλίζουν τά κουμπιά στά σακκάκια

σά μικρά γέλια. Τό λεωφορείο έφυγε.

Κάτι εύθυμες φωνές—παράξενο

νά μπορείς ν’ ακούς καί ν’ αποκρίνεσαι. Κάτω απ’ τά πεύκα

ένας εργάτης μαθαίνει φυσαρμόνικα. Μιά γυναίκα

είπε σέ κάποιον καλημέρα—μιά τόσο απλή καί φυσική

       καλημέρα

πού θάθελες κ’ εσύ νά μάθεις φυσαρμόνικα κάτω απ’ τά πεύκα.

Όχι διαίρεση ή αφαίρεση. Νά μπορείς νά κοιτάζεις

έξω από σένα—ζεστασιά καί ησυχία. Νά μήν είσαι

“μονάχα εσύ”, μά “καί εσύ”. Μιά μικρή πρόσθεση,

μιά μικρή πράξη τής πρακτικής αριθμητικής, ευκολονόητη,

πού κ’ ένα παιδί μπορεί νά τήν πετύχει παίζοντας στό φώς

       τά δάχτυλά του

ή παίζοντας αυτή τή φυσαρμόνικα γιά ν’ ακούσει η γυναίκα.

Understanding

Sunday. Buttons of coats shine

like small laughter. The bus is gone.

Some cheerful voices – strange

that you can hear them and you can answer. Under the pine trees

a worker is trying to learn harmonica. A woman

said good morning to someone – so simple and natural good

        morning

that you too would like to learn to play harmonica under the pine trees.

Neither division nor subtraction. To be able to look outside

yourself – warmth and serenity. Not to be

“just you” but “you too”. A small addition,

a small act of practical arithmetic easily understood

that even a child can successfully do by playing with his fingers

        in the light

or playing this harmonica so the woman can hear it.

Γιάννης Ρίτσος- Εκλεγμένα Ποιήματα, Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selected Poems, Translation by Manolis Aligizakis

www.ekstasiseditions.com

Please come and join us at the “Poetry and Prose Night”, at the Pelican Rouge Cafe, 15142 North Bluff Road, White Rock, BC, October 24th, 7:00-9:00 PM. Poetry by Manolis, Cloe Koutsoubelis and Alexandra Bakonika, Prose by Ron Duffy.

Σας προσκαλούμε στη λογοτεχνική βραδυά “Poetry and Prose Night”, στο Pelican Rouge Cafe, 15142 North Bluff Road, White Rock, BC, October 24th, 7:00-9:00 Μ M. Θα σας παρουσιάσουμε Ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη, της Χλόης Κουτσουμπέλη και της Αλεξάνδρας Μπακονίκα και επίσης Πεζό Λόγο από το μυθιστόρημα του Ron Duffy “In Turbulent Times”.

 

Prose and Poetry_poster_Oct7

 

http://www.libroslibertad.ca

George Seferis_cover

ΔΙΑΛΛΕΙΜΑ ΧΑΡΑΣ

Ήμασταν χαρούμενοι όλο εκείνο τό πρωί

θεέ μου πόσο χαρούμενοι.

Πρώτα γυάλιζαν οι πέτρες τά φύλλα καί τά λουλούδια

έπειτα ο ήλιος

ένας μεγάλος ήλιος όλο αγκάθια μά τόσο ψηλά στόν ουρανό.

Μιά νύμφη μάζευε τίς έννοιες μας καί τίς κρεμνούσε στά

      δέντρα

ένα δάσος από δέντρα τού Ιούδα.

Ερωτιδείς καί σάτυροι παίζαν καί τραγουδούσαν

κι έβλεπες ρόδινα μέλη μέσα στίς μαύρες δάφνες

σάρκες μικρών παιδιών.

Ήμασταν χαρούμενοι όλο τό πρωί

η άβυσσο κλειστό πηγάδι

όπου χτυπούσε τό τρυφερό πόσι ενός ανήλικου φαύνου

θυμάσαι τό γέλιο του: πόσο χαρούμενοι!

Έπειτα σύννεφα βροχή καί τό νοτισμένο χώμα

έπαψες νά γελάς σάν έγειρες μέσα στήν καλύβα

κι άνοιξες τά μεγάλα σου μάτια κοιτάζοντας

τον αρχάγγελο νά γυμνάζεται μέ μιά πύρινη ρομφαία.

“Ανεξήγητοι” είπες “ανεξήγητο

δέν καταλαβαίνω τούς ανθρώπους

όσο καί νά παίζουν μέ τά χρώματα

είναι όλοι τους μαύροι”.

                                                    Πεντέλη, άνοιξη

Joyous Break

We were all full of joy that morning

oh God, how full of joy.

First, the stones, the leaves and the flowers shone

then the sun

a huge sun full of thorns yet so high up in the sky.

A nymph gathered all our cares and hung them from

     the trees

a forest of Judas trees.

Young cupids and satyrs played and sang there

and you could see rosy limbs among the black laurels

flesh of little children.

We were full of joy all morning long

the abyss was a closed well

where the tender hoof of a young faun pounded

you remember its laughter: how full of joy we were!

Then clouds, rain and the moist soil

you stopped laughing as you laid down in the hut

and opened your large eyes gazing

the Archangel practicing with a fiery sword.

‘Inexplicable’ you said ‘inexplicable’

‘I don’t understand people

no matter how much they play with colors

they all remain black.’

                                         Penteli,spring

 

Γιωργος Σεφέρης, Ημερολόγιο Καταστρώματος Α/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis, Logbook I/Translation Manolis Aligizakis