Posts Tagged ‘mirror’

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ

 

Γυμνά τα σώματα αναπνέουν βαθιά κάτω απ’ τα ρούχα τους.

Το χέρι αγγίζει τη ράχη της καρέκλας,

ακινητεί στο γόνατο ή γυρίζει το διακόπτη,

πιάνει με παύσεις το μεγάλο ποτήρι, ονειρεύεται—

γυμνά τα νέα σώματα, σ’ όποια τους στάση, σ’ όποια

μικρή κίνησή τους, κάνουν έρωτα, ενώ

μες στούς λουτρώνες ανοιχτές όλες οι βρύσες

βουίζουνε με ατμούς, με λάμψεις, με καθρέφτες

καλύπτοντας εμφαντικά το μεγάλο επιφώνημα.

 

~Αθήνα, 2-1-79

 

 

BODIES

 

Naked bodies breathing deeply under their clothes.

The hand touches the back of the chair,

stays motionless on the knee or turns on the light,

in pausing motion it takes the big glass, dreams of–

young naked bodies, in any position, in their

random tiny movements, making love, while

in the baths all the faucets are running

and the buzz from the steam, with flashes, with mirrors

expressively conceals the great exclamation.

 

~Athens, 2-1-79

 

 

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

Advertisements

Ritsos_front large
ΜΕΤΑΠΛΑΣΕΙΣ

Την καλόπιασα—λέει—τη μαύρη αρκούδα, τη μέρεψα.
Της έρριξα πρώτα το ψωμί μου, μετά το κεφάλι μου.
Τώρα η αρκούδα είμαι εγώ κι ο καθρέφτης.
Κάθομαι στην καρέκλα, περιποιούμαι τα νύχια μου,
τα βάφω κόκκινα ή κίτρινα, τα βλέπω, μ’ αρέσουν.
Δεν μπορώ τίποτα ν’ αγγίξω. Φοβάμαι το θάνατο.
Την αλυσίδα του λαιμού μου την έκανα κορώνα,
τη φόρεσα στο μέτωπό μου. Τώρα, τί να κάνω;
Πρέπει να στέκω με ψηλά το κεφάλι, να κοιτάζω
διαρκώς προς τα πάνω. Τα μεσάνυχτα, ωστόσο,
στις νέες μου αυπνίες, όπως κι άν περπατήσω,
ακούω τα βήματά μου ν’ αντηχούνε κάτω στην καταπακτή,
εκεί που κρέμονται στους τοίχους οι άλλες αλυσίδες.

 

TRANSFORMATIONS

I coaxed her – he says— the black bear, I tamed her.
First I threw my bread at her, then my head.
Now I am the bear and the mirror.
I sit on the chair, I take care of my nails,
I paint them red or yellow, I see them, I like them.
I cannot touch anything. I’m afraid of death.
I turn the chain of my neck into a crown and
I place it on my forehead. Now, what can I do?
I must keep my head high and always
gaze upward. However, at midnight,
in my new sleeplessness, in whichever way I walk,
I hear my footsteps echoing down through the trapdoor,
there, where the other chains hang from the walls.

 

~Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca

12714293_10205989244719169_1900460297_n

ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΥΚΟΛΟ

Δεν ήταν εύκολο να διακρίνω
το ύψος της κορμοστασιάς σου,

μακριά μου ήταν κι ο καθρέφτης
κι ήταν φθινόπωρο

που το φύλλο εκείνο
το τελευταίο σε περίμενε,

όπως κι εγώ,

στ’ αγέρα την αγκάλη
να παραδοθείς.
IT WASN’T EASY

It wasn’t easy to discern
the height of your stature

mirror was far from me
and it was autumn

and that leaf
the last one waited as I did

for you

to fall into the wind’s
embrace

 

~FILDISI PUBLICATIONS, ATHENS, GREECE, MARCH, 2015

George Seferis_cover

FIRES OF ST JOHN

Our fate, spilled lead, it can’t be altered
you can do nothing about it.
They spilled the lead in the water pitcher under the stars
and let the fires burn.

If you stand naked before the mirror at midnight
you see
you see the man moving through the mirror’s depth
your destined man, who will rule your body
in loneliness and in silence, the man
of loneliness and silence
and let the fires burn.

At the hour when one day ends and the other hasn’t commenced
at the hour when time is stopped
you need to find the man
who now and from the very beginning ruled your body
you must search for him, so that someone else may find him
when you are dead.

It’s the children who light the fires and yell before the fires
in the hot night
(Was there ever a fire not started by a child,
oh, Herostratus)
and they throw salt in the flames to sparkle it
(How strange the houses suddenly stare at us
the crucibles of men, when the gleam of fire
falls on them).

But you who met with the stone’s grace on the sea-whipped rock
the evening when stillness came
you heard from afar the human voice of solitude and silence
in your body
that night of St John
when all the fires went out
and you studied the ashes under the stars.

ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΪ ΓΙΑΝΝΗ
Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά
το κορμί σου
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε
το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα `χεις πεθάνει.

Είναι παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
κάποιο παιδί, ώ Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα τις φλόγες για να πλαταγίσουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια
ανταύγεια).

Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο
θαλασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε η γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς
και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αϊ Γιάννη
όταν έσβησαν όλες τις φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

vortex_cover

DISCOVERY

I touch the mirror
searching for

the feeling
of my motionless idol

opposite every move you make
naked on our bed

and smiling at me
you call me in your embrace

and I stop my search
for the unknown and imaginary

and hurriedly return
to your lustful kiss

ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ

Αγγίζω τον καθρέφτη
και για κάποιο ψάχνω

του γυαλιού συναίσθημα
το ακίνητο μου είδωλο

αντίθετα στο κάθε λύγισμά σου
επάνω στο κρεβάτι μας γυμνή

να μου χαμογελάς
να με καλείς στην αγκαλιά σου

κι αφήνω στη στιγμή την έρευνά μου
για κάτι ασύλληπτο ή ιδεατό

και δίχως λέξη βιαστικά γυρνώ
στο αισθησιακό σου φίλημα
~ VORTEX, Libros Libertad, Vancouver, BC, Canada, 2011

GIANNIS STRATIS “PARADISE” MANOLIS ALIGIZAKIS “VORTEX” HD

!cid_178308138DCA4B20A98C2CCBFAB16FA0@userHP
ΛΑΓΩΟΣ

Τῶν ἱερῶν Ἀγρυπνιῶν στον ναό τῆς Κοίμησης.
Τό μάτι του ξανοιγόταν ἀχάραγο γυαλί
πού νά τό λιμπιστεῖ ἡ Ἄρτεμη κάτοπτρο.
Μεσάνυχτα λάβαιναν μέσα του σχῆμα
τά ἀργυρά νομίσματα τῆς ἀστροφεγγιᾶς
τό δάσος νά πίνει μία – μία τίς ὧρες
κι ὅσες θησαύριζε θημωνιές μέ ὀνείρατα
ἡ σιωπή γαλαθηνή.
Μόνον ὅταν στήν ἄκρη του κλεφτά
χαράχτηκε τό εἴδωλο ἑνοῦ ρήσου πλουμιάρη
ἐπικράνθη ὁ ἄνεμος.
Ἔσπασε ξερά ἡ λαμπήθρα τοῦ ὕπνου
κι ἄστραψε στό σκοτάδι ὁ κόσμος.

RABBIT

During the Holy Vigils at the church of Dormition
his open eyes resembled unscratched glass
that Artemis would wish as mirror.
At midnight the silver coins of starry sky
took shape in his viscera
the forest drank the hours one by one
and all the haystacks treasures of dreams
silence suckled.
But when the idol of the red golden hair
appeared on its side
the wind was embittered.
The dry iris of the day shuttered
and the world shone in the darkness.

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis

ritsos front cover

ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΗ

Τα άδεια, ανοιχτά συρτάρια μετά την έρευνα.
Το σκοτάδι της κάμαρας με τις βαθειές εισπνοές του καθρέφτη.
Απέναντι η κατάφωτη βιτρίνα του χασάπικου
και το παλιό χειραμάξι με το κέρινο ομοίωμα
του μεγάλου Αλεξάνδρου, χωρίς δόρυ και κράνος,
ανάσκελα πλαγιασμένο στα σάπια πορτοκάλια.

FALSIFICATION

The empty, open drawers after the search.
Darkness of the room with the deep inhaling of the mirror.
Opposite, the fully lit display of the butcher shop
and the old hand-barrow with a wax semblance
of Alexander the Great, with neither spear nor helmet
lying on his back on the rotten oranges.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

George Seferis_cover

ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ

Καί ψυχή

ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν

εις ψυχήν

αυτή βλεπτέον:

τόν ξένον καί τόν εχθρόν τόν είδαμε στόν καθρέφτη.

Ήτανε καλά παιδιά οι συντρόφοι, δέ φωνάζαν

ούτε από τόν κάματο ούτε από τή δίψα ούτε από

       τήν παγωνιά,

είχανε τό φέρσιμο τών δέντρων καί τών κυμάτων

πού δέχονται τόν άνεμο καί τή βροχή

δέχονται τη νύχτα καί τόν ήλιο

χωρίς ν’ αλλάξουν μέσα στήν αλλαγή.

Ήτανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες

ίδρωναν στό κουπί μέ χαμηλωμένα μάτια

ανασαίνοντας μέ ρυθμό

καί τό αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο.

Κάποτε τραγούδησαν, μέ χαμηλωμένα μάτια

όταν περάσαμε τό ερημόνησο μέ τίς αραποσυκιές

κατά τή δύση, πέρα από  τόν κάβο τών σκύλων

πού γαυγίζουν.

ARGONAUTS

And the soul

if it is to know itself

must look

into its own soul

the stranger and the enemy, we have seen him in the mirror.

 

They were good boys, the comrades, they didn’t complain

about the tiredness or the thirst or

        the frost

they had the behaviour of the trees and the waves

that accept the wind and the rain

that accept the night and the sun

without changing in the middle of change.

They were good boys, for days on

they sweated at the oars with lowered eyes

breathing in rhythm

and their blood reddened a submissive skin.

Sometimes they sang, with lowered eyes

when we passed by the deserted island with the prickly pear trees

toward the west, beyond the cape of the dogs

that bark.

 

Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ

Επέστρεφε συχνά καί παίρνε με,

αγαπημένη αίσθησις επέτρεφε καί παίρνε με—

όταν ξυπνά τού σώματος η μνήμη,

κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στό αίμα

όταν τά χείλη καί τό δέρμα ενθυμούνται,

κ’ αισθάνονται τά χέρια σάν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά καί παίρνε με τήν νύχτα,

όταν τά χείλη καί τό δέρμα ενθυμούνται…

COME BACK

 

Come back often and take me,

beloved sensation, come back and take me—

when the memory in my body awakens,

and the old desire again runs through my blood;

when the lips and the skin remember

and the hands feel as if they were touching again.

Come back often and take me at night,

when the lips and the skin remember…

Ο ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ

Τό πλούσιο σπίτι είχε στήν είσοδο

έναν καθρέπτη μέγιστο, πολύ παλαιό

τουλάχιστον πρό ογδόντα ετών αγορασμένο.

Ένα εμορφότατο παιδί, υπάλληλος σέ ράπτη

(τές Κυριακές, ερασιτέχνης αθλητής),

στέκονταν μ’ ένα δέμα. Τό παρέδοσε

σέ κάποιον τού σπιτιού, κι αυτός τό πήγε μέσα

νά φέρει τήν απόδειξι. Ο υπάλληλος τού ράπτη

έμεινε μόνος, καί περίμενε.

Πλησίασε στόν καθρέπτη καί κυττάζονταν

κ’ έσιαζε τήν κραβάτα του. Μετά πέντε λεπτά

τού φέραν τήν απόδειξι. Τήν πήρε κ’ έφυγε.

Μά ο παλαιός καθρέπτης πού είχε δεί καί δεί

κατά τήν ύπαρξί του τήν πολυετή

χιλιάδες πράγματα καί πρόσωπα

μά ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν,

κ’ επαίρονταν πού είχε δεχτεί επάνω του

τήν άρτιαν εμορφιά γιά μερικά λεπτά.

THE MIRROR BY THE ENTRANCE

The wealthy house had in its entry way

a huge, quite old mirror;

bought at least eighty years ago.

A very handsome young man, a tailor’s employee,

(on Sundays an amateur athlete)

stood there holding a parcel. He gave it

to a member of the household, who went inside

to get a receipt. The tailor’s employee

was left alone, and waited.

He went close to the mirror and had a look

at himself and he adjusted his tie. Five minutes later

they brought him the receipt. He took it and left.

But the old mirror that had seen and seen,

during its long years of life,

thousands of things and faces;

the old mirror rejoiced now,

and felt proud that it had received

that gorgeous beauty for a few minutes.

Constantine Cavafy-Poems/Translation by Manolis Aligizakis

Κωνσταντίνος Καβάφης-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca

www.ekstasiseditions.com

Traitor

Posted: October 3, 2011 by vequinox in Books, Canada, Greek Canadian Writers, Literature, Poetry
Tags: , , , , , ,

He stood in the mirror

didn’t dare breath of our air

concerned a bit of his guilt

happy that he stole our joy

totally surprised he was

for the attention we paid

to him, and he knew it

that one day we would find out

he knew all too well, yet

he stood alone in the mirror

like the divisive archangel

his mind run to the borders

where the enemy waited

to learn all the other secrets

all our other sweet secrets