Archive for June, 2013

Sensuous, erotic, exact Cavafy does not so much tell a story as create an atmosphere, sweeping the reader away on a blue Aegean sea of longing.

The endurance of his work is in his approach, embodying both the immediacy of

the Hellenic past and the direct moment of an imagined erotic encounter.

 

ΣΤΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ

 

Τήν προσοχή μου κάτι πού είπαν πλάγι μου

διεύθυνε στού καφενείου τήν είσοδο.

Κ’ είδα τ’ ωραίο σώμα πού έμοιαζε

σάν απ’ τήν άκρα πείρα του νά τώκαμεν ο Έρως—

πλάττοντας τά συμμετρικά του μέλη μέ χαρά

υψώνοντας γλυπτό τό ανάστημα

πλάττοντας μέ συγκίνησι τό πρόσωπο

κι αφίνοντας απ’ τών χεριών τό άγγιγμα

ένα αίσθημα στό μέτωπο, στά μάτια, καί στά χείλη.

 

 

AT THE ENTRANCE OF THE CAFE

 

Something they said at the next table

directed my attention to the café door.

And I saw the beautiful body that looked

like Eros had made it out of his most exquisite experience—

shaping its symmetrical limbs joyfully;

raising its sculptured stature;

transforming the face with emotion

and leaving with the tips of his fingers

a distant nuance on the brow, on the eyes, and on the lips.

 

 

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ

 

Η κάμαρα ήταν πτωχική καί πρόστυχη

κρυμένη επάνω από τήν ύποπτη ταβέρνα.

Απ’ τό παράθυρο φαίνονταν τό σοκάκι

τό ακάθαρτο καί τό στενό. Από κάτω

ήρχονταν η φωνές κάτι εργατών

πού έπαιζαν χαρτιά καί πού γλεντούσαν.

 

Κ’ εκεί στό λαϊκό, τό ταπεινό κρεββάτι

είχα τό σώμα τού έρωτος, είχα τά χείλη

τά ηδονικά καί ρόδινα τής μέθης—

τά ρόδινα μιάς τέτοιας μέθης, πού καί τώρα

πού γράφω, έπειτ’ από τόσα χρόνια,

μές στό μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.

 

ONE NIGHT

 

The room was poor and cheap

hidden above the shady tavern.

From the window the street was visible,

narrow and filthy. From below

came the voices of some workers

who played cards and joked around.

 

And there on the much used, lowly bed

I had the body of Eros, I had the lips,

the lustful and rosy lips of euphoria—

the rosy lips of such euphoria, that even now

as I write, after all these years,

in my solitary house, I get intoxicated again.

 

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ

 

 

Επέστρεφε συχνά καί παίρνε με,

αγαπημένη αίσθησις επέτρεφε καί παίρνε με—

όταν ξυπνά τού σώματος η μνήμη,

κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στό αίμα

όταν τά χείλη καί τό δέρμα ενθυμούνται,

κ’ αισθάνονται τά χέρια σάν ν’ αγγίζουν πάλι.

 

Επέστρεφε συχνά καί παίρνε με τήν νύχτα,

όταν τά χείλη καί τό δέρμα ενθυμούνται…

 

COME BACK

 

Come back often and take me,

beloved sensation, come back and take me—

when the memory in my body awakens,

and the old desire again runs through my blood;

when the lips and the skin remember

and the hands feel as if they were touching again.

 

Come back often and take me at night,

when the lips and the skin remember…

 

ΜΑΚΡΥΑ

 

Θάθελα αυτήν τήν μνήμη νά τήν πω…

Μά έτσι εσβύσθη πιά…σάν τίποτε δέν απομένει—

γιατί μακρυά στά πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.

 

Δέρμα σάν καμωμένο από ιασεμί…

Εκείνη τού Αυγούστου—Αύγουστος ήταν; —η βραδυά…

Μόλις θυμούμαι πιά τά μάτια ήσαν, θαρρώ, μαβιά…

Α, ναί, μαβιά, ένα σαπφείρικο μαβί.

 

FAR AWAY

 

I would like to tell you a memory…

But it seems nearly erased…and as though nothing remains—

because it lies far away in my youthful years.

 

Skin like it was made of jasmine…

That day in August—was it August?—the night…

I barely remember the eyes; they were, I think, blue…

Ah yes, blue; a sapphire blue.

 

ΟΜΝΥΕΙ

 

Ομνύει κάθε τόσο   ν’ αρχίσει πιό καλή ζωή.

Αλλ’ όταν έλθει η νύχτα    μέ τές δικές της συμβουλές,

μέ τούς συμβιβασμούς της    καί μέ τές υποσχέσεις της

αλλ’ όταν έλθει η νύχτα    μέ τήν δική της δύναμι

τού σώματος πού θέλει καί ζητεί, στήν ίδια

μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπιαίνει.

 

HESWEARS

 

Quite often he swears   to start a better life.

But when the night comes   with its own advisories,

with its compromises,   and with its promises;

when the night comes   with its own power

over the body that craves and seeks,

to the same dark joy, forlorn, he returns.

 

ΕΠΗΓΑ

 

Δέν εδεσμεύθηκα. Τελείως αφέθηκα κ’ επήγα.

Στές απολαύσεις, πού μισό πραγματικές

μισό γυρνάμενες μές στό μυαλό μου ήσαν,

επήγα μές στήν φωτισμένη νύχτα.

Κ’ ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς

πού πίνουν οι ανδρείοι τής ηδονής.

 

I WENT

 

I did not restrain myself.

I set myself entirely free and I went.

To the pleasures that were half real,

half turning around inside my mind,

I went to the illuminated night.

And I drank strong wines, like the ones

those who are unafraid of carnal delights drink.

 

 

English translation by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

www.ekstasiseditions.com

Advertisements

                                      ~So many stars

                                        and I starve to death.

 

                                     ~ Τόσα άστρα

                                         κι εγώ νά λιμοκτονώ

 

 

                                                          Afternoon Delights

 

    Or perhaps to be more accurate it all started by

this clock, a stupid, bald-headed clock, it wasn’t my fault—

every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my

aunties in young age, but one by one, so that the emptiness

of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat

blood, so much the city was inelegant

     that only the lack of interest for others gave our lives all

this endless depth.

 

                                                     Τέρψεις τού απογεύματος

 

    Ή μάλλον γιά νά ’μαι πιό συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’

αυτό τό ρολόι, ένα ρολόι ηλίθιο καί φαλακρό, εγώ τί έφταιξα—

απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στόν καναπέ κι έτρωγα τίς

θείες μου σέ νεαρή ηλικία, αλλά μιά μιά, γιά νά μή φανεί απότομα

η γύμνια τού τοίχου ή μιά φορά στό δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η

πόλη ήταν ακαλαίσθητη

     καί μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος γιά τούς άλλους είναι

πού έδωσε στή ζωή μας αυτό τό ατέλειωτο βάθος.

      

     

 

                                                                             Reminder

 

    The room was in the suburbs, with a few pieces of furniture,

like a Gospel quotation—so everything finished quickly and

Joanna cried and run back to the station, on the other hand it was

a secret that I’d forget as I tried to mention it, then I opened the violin

case—and only, at sometimes, when I grieved I put on my tie

in such a way, that they at last understand

     I have been hanged for a long time.

                                                                              Υπόμνηση

 

     Το δωμάτιο συνοικιακό, μέ λιγοστά έπιπλα, σάν περικοπή απ’

το Ευαγγέλιο—έτσι τέλειωσαν όλα γρήγορα κι η Ιωάννα κλαί-

γοντας πίσω απ’ τό σταθμό, εξάλλου ήταν ένα μυστικό υπέροχο πού

τό ξεχνούσα μόλις πήγαινα νά τό πώ, άνοιξα τότε τή θήκη τού

βιολιού—καί μόνο, καμιά φορά, μέ πιάνει τό παράπονο καί φοράω

τή γραβάτα μου μ’ έναν τέτοιο τρόπο, πού νά καταλάβουν, επιτέλους,

     ότι είμαι από καιρό κρεμασμένος.

 

 

                                                                   Perverted Passion

 

     Someday I’ll remember of something so nice, it’ll be

autumn, in that narrow side-street with the glass shops, where

when we went bankrupt, father sold dream books—since then

I never got of the dream although I was cold, to at least fall into

my perverted passion: melancholy or crowding—because, let us

be honest, I never loved anybody and this tender glance of mine

was just for personal use

     like the immortality of the poets.

 

                                                                     Ανώμαλα Πάθη

 

     Κάποτε θά θυμηθώ κάτι τόσο ωραίο, θά `ναι φθινόπωρο σ’

εκείνη τή μικρή πάροδο μέ τά υαλοπωλεία, εκεί πού, όταν ξεπέσα-

με, ο πατέρας πουλούσε ονειροκρίτες—από τότε δέν ξαναβγήκα απ’

τ’ όνειρο κι όμως κρύωνα, αλλά μπορούσα τουλάχιστο να παραδοθώ

στ’ανώμαλα πάθη μου: τή μελαγχολία ή τό συνωστισμό—γιατί,

άς είμαστε ειλικρινείς, εγώ κανένανν ποτέ δέν αγάπησα κι αυτό τό

τρυφερό βλέμμα μου ήταν γιά εντελώς ιδιωτική χρήση

     σάν τήν αθανασία τών ποιητών.

 

 

                                                                            Peisistratos

 

     When, finally, after all the begging, the woman lied down and

lifted her dress, I chose to pick all the coins that fell—and all this

for a Peisistratos, as was the name of the café where I drank

my brandy and then the patrons laughed as I fell asleep on the chair

but what could I do that the dead remained vigilant in our dreams

and we had to fall asleep for them…

 

                                                                          Ο Πεισίστρατος

 

     Όταν, τέλος, ύστερα από τόσα παρακάλια, η γυναίκα ξάπλωσε

καί σήκωσε τό φόρεμά της, εγώ προτίμησα νά μαζέψω τά νομίσμα-

τα πού έπεσαν—κι όλα αυτά γιά έναν Πεισίστρατο, όπως έλεγαν

τό καφενείο όπου έπινα τά κονιάκ μου, κι ύστερα οι θαμώνες γελού-

σαν καθώς αποκοιμιόμουν στήν καρέκλα, αλλά τί νά `κανε, πού οι

νεκροί κάθονται άγρυπνοι μές στόν ύπνο μας καί πρέπει νά κοιμη-

θούμε καί γιά κείνους…

 

                                                                  Autumn Comment

 

     The gist of my story was a black reclining chair—though

where is the house now, where is the fruit bowl with the old

invitations, the napkins that concealed our laughter—only

the lamp is lit in the empty room, like someone who talks

to himself ignorant of the danger or like a woman you never

knew yet you must have fallen in love once

     amid the endless loneliness of an autumn day.

 

                                                              Φθινοπωρινό σχόλιο

 

     Τό ουσιώδες στή μικρή ιστορία μου ήταν μιά μάυρη κουνιστή

πολυθρόνα—αλλά πού είναι τώρα τό σπίτι, πού είναι η φρουτιέρα

μέ τά παλιά επισκεπτήρια, οι πετσέτες πού πνίγαμε τά γέλια—

μόνον η λάμπα καίει ακόμα στήν άδεια κάμαρα, σάν κάποιον πού

συνομιλεί μέ τον εαυτό τουαγνοώντας τούς κινδύνους ή όπως μιά

γυναίκα πού δέν τή γνώρισες ποτέ κι όμως θά πρέπει κάποτα νά

`χατε αγαπηθεί πολύ

     μές στήν ατέλειωτη ερήμωση μιάς μέρας φθινοπώρου.

 

 

 

                                                                    New Professions

 

    “What are you doing there?” I ask him. “What can I do? He says—

I worry.”

     And he showed me all the closed doors.

 

                                                                   Νέα επαγγέλματα

 

     “Τί κάνεις εκεί;” τού λέω. “Τί κάνω, μού λέει—ανησυ-

χώ.”

     Καί μού `δειξε ένα πλήθος πόρτες κλειστές.

~Tasos Livaditis/Τάσος Λειβαδίτης

~Translation by Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

Ματαιότητα

 Ξαφνικά διαισθανθήκαμε πως η σάρκα, που τον πόνο

και τα όνειρά μας κουβαλούσε, ιδιοκτησία μας δεν ήταν

αφού είχε κιόλας πεθάνει ο Θεός μας κι απαράδεκτο

ήταν να μη λάβουμε υπ’ όψη τα δάκρυα του νεκροθάφτη.

Εμείς δεν κλάψαμε διόλου, ξέραμε ήταν γέρος πια, και

τελικά το καταλάβαμε πως είχε πεθάνει και ο άγγελος που

μας συμβούλεψε να δείξουμε συμπόνια, εκείνος που μας δίδαξε

την ηθική κι επιτέλους έπρεπε να βασιστούμε στα πουλιά

που μέλλονταν να αναζωγονήσουν την αγάπη κι εμείς

να δείξουμε στο γείτονα συμπόνια που άρχισε τη μέρα μ’ ένα

πιστόλι στην παλάμη και καρφωμένη τη ματιά του πάνω μας

σαν να `λεγε ‘μην και τολμήσετε…’ πρόταση που ήταν

αντίθετη στο Κυριακάτικο τραπέζι μας και μάταια επιμέναμε

ν’ ανάβουμετολύχνο.

  Futility

We suddenly felt the flesh that carried our pain and

our dreams was foreign to us since he had died: our God

and inappropriate it was not to take into account

the undertaker’s tears. We had none, God was too old

we thought and finally we understood the angel

who advised us to show compassion, who advocated

morality had also died and we had to rely on the birds

to recommence our sentimental love and understand

our neighbor who started his day brandishing a pistol

in his hand, his eyes fixated on us as though saying

‘you better not…’ a sentence that contradicted

our Sunday dinner and in vain we insisted to light our

oillamps.

 

Image