Archive for the ‘Literature’ Category

Frederic Boissonas, 1858 – 1946

Posted: October 18, 2017 by vequinox in Literature

dimart

—του Σάκη Κουρουζίδη—

Ο Φρεντερίκ Μπουασσονά, ένας από τους σημαντικότερους φωτογράφους στην ιστορία της φωτογραφίας, επισκέφθηκε και φωτογράφησε την Ελλάδα πολλές φορές.

Είναι ο πρώτος άνθρωπος που πάτησε το πόδι του στην ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, το Μύτικα, το 1913 (μαζί με τον φίλο του Ντανιέλ Μποντ-Μποβί και τον Έλληνα Χρήστο Κάκκαλο, τον οποίο χρησιμοποίησαν ως οδηγό). Ο ίδιος πρότεινε να ανακηρυχθεί ο Όλυμπος ως Εθνικό Πάρκο, κάτι που έγινε το 1938.

Θεωρούσε την Ελλάδα σαν δεύτερη πατρίδα του.

Το αρχείο του περιλαμβάνει περίπου 100.000 (κατά μία άλλη πληροφορία, 200.000) πλάκες με φωτογραφίες από όλο τον κόσμο, ανάμεσα στις οποίες 13.000 περίπου είναι από την Ελλάδα (το αρχείο αυτό αγοράστηκε από το Υπ. Πολιτισμού και το διαχειρίζεται το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης). Το καλοκαίρι του 2014, στο Δίον Πιερίας, εκτέθηκε μέρος του υλικού που αναφέρεται στον Όλυμπο.

Το περίφημο βιβλίο του Ο τουρισμός στην Ελλάδα, κυκλοφόρησε το 1930 σε 4…

View original post 911 more words

Advertisements

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

[Ενότητα Ο Ισορροπιστής]

Ένδεκα αποφθέγματα και σημειώσεις για τη συμπεριφορά και το θάνατο του ισορροπιστή

1

Ο ισορροπιστής μισεί το σχοινί που τον πληγώνει.

2

Οι άνθρωποι που παρακολουθούν τους πειραματισμούς και την αντοχή του, παραμένουν αμέτοχοι. Ο ισορροπιστής, καθώς τους βλέπει από ύψος πάνω απ’ το κανονικό, δεν ξεχωρίζει το επάγγελμα και την ταξική τους προέλευση, τον ενδιαφέρει κυρίως η ματαίωση της πτώσης του και ο πιθανός ακρωτηριασμός∙ οι πιο πολλοί δεν σηκώνουν καν το κεφάλι για να παρακολουθήσουν τις πορείες του ισορροπιστή.

3

Το σχοινί ανέχεται
το βάρος του ισορροπιστή
και μόνον αυτό.
το σχοινί επηρεάζεται
από τον ήλιο και τις
κατά συρροήν χιονοπτώσεις∙

το σχοινί είναι αμφιβόλου
κατασκευής και προελεύσεως.
παρ’ όλ’ αυτά καθορίζει
το ογδόντα τοις εκατό
των κινήσεων του
ισορροπιστή.

Από τη συλλογή Όμιλος Φίλων Θαλάσσης – Ο Ισορροπιστής (1976) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία)

View original post 3 more words

ΑΡΧΑΙΩΝ ΤΟΠΟΣ

Οι Samurai (Samurai=αυτός που υπηρετεί) ήταν πολεμιστές υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης και ικανοτήτων, οι οποίοι εμφανίσθηκαν σταδιακά στην Ιαπωνία μετά τις μεταρρυθμίσεις του Taika το 646 μ.Χ. Οι μεταρρυθμίσεις που περιελάμβαναν αναδιανομή της γης και βαρείς φόρους, είχαν ως σκοπό την ίδρυση μιας αυτοκρατορίας «Κινεζικού τύπου». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, πολλοί μικροί αγρότες να αναγκασθούν να πουλήσουν τη γη και να εργάζονται ως αγρότες – ενοικιαστές.

View original post 2,108 more words

Interesting Literature

A commentary on one of Hopkins’s ‘Terrible Sonnets’

‘No Worst, There Is None’ is one of a group of sonnets the poet Gerard Manley Hopkins (1844-89) wrote when he was suffering from depression in the 1880s, while living in Ireland. These are known as the ‘Terrible Sonnets’ because of the terrible fits of misery and despair which inspired them, and which they so brilliantly capture. Before we proceed to offer a few words of analysis of ‘No Worst, There Is None’, here’s a reminder of the poem.

No worst, there is none. Pitched past pitch of grief,
More pangs will, schooled at forepangs, wilder wring.
Comforter, where, where is your comforting?
Mary, mother of us, where is your relief?
My cries heave, herds-long; huddle in a main, a chief
Woe, wórld-sorrow; on an áge-old anvil wince and sing —
Then lull, then leave off. Fury had shrieked ‘No ling-
ering!…

View original post 792 more words

ΕΛΛΑΣ

Η πρώτη εκτός Ελλάδας παρουσίαση των ευρημάτων από τον τάφο του «Γρύπα Πολεμιστή» -που αποκαλύφθηκε το 2015 στον Ανω Εγκλιανό Χώρας- έγινε την Τετάρτη στη Στοκχόλμη, στο Μεσογειακό Αρχαιολογικό Μουσείο της σουηδικής πρωτεύουσας, από τους Αμερικανούς αρχαιολόγους Σάρον Στόκερ και Τζακ Ντέιβις.

View original post 215 more words

ΑΡΧΑΙΩΝ ΤΟΠΟΣ

CarracciHerculesCarracciHercules(Μιλάει ο Σωκράτης) Κι ο Πρόδικος ο σοφός, στο δοκίμιό του για τον Ηρακλή, αυτό πού το παρουσιάζει στον πολύ κόσμο, εκφράζει την ίδια γνώμη για την αρετή, χρησιμοποιώντας, όσο θυμάμαι, τα έξης πάνω κάτω λόγια.

View original post 1,486 more words

Actors and Poets.

Posted: October 15, 2017 by vequinox in Literature

lemanshots - Fine Pictures and Digital Art

Lemanshots_Poets

Designed and created by Josephine R. Unglaub.

View original post

ΚΡΙΤΙΚΗ ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ,  Νικόλ Γεωργοπούλου Λιαντίνη, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2017

 

Επέλεξα να ομιλήσω και να εστιάσω στην ποιητική συλλογή του Μανώλη Αλυγιζάκη που τιτλοφορείται ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ο όρος Υπεράνθρωπος ανήκει στο Νίτσε και στο Ζαρατούστρα του. Και από τη νιτσεϊκή έννοια του υπερανθρώπου έχει εμπνευστεί ο ποιητής Αλυγιζάκης και με τον ευρηματικό αυτό τίτλο δικαιώνει την ποιητική και τη νοηματική απόδοση στον τρόπο που εκείνος κατανοεί τον υπεράνθρωπο.

Ας ομιλήσουμε σχετικά όμως λίγο για το νιτσεϊκό υπεράνθρωπο για να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε ερμηνευτικά την αφόρμηση αυτή του Αλυγιζάκη.

Ο όρος υπεράνθρωπος χαρακτηρίζει έναν τύπο υψηλής νοημοσύνης και ευτυχίας απέναντι στο μοντέρνο άνθρωπο, τον «καλό», το «χριστιανό» που στο στόμα του Ζαρατούστρα, του καταλύτη της τρέχουσας ηθικής, γίνεται μια λέξη δύσκολα νοητή. Ο νιτσεϊκός υπεράνθρωπος ως ιδεαλιστικός τύπος μιας υψηλής ποιότητας ανθρώπου είναι κάτι μεταξύ «αγίου» και «μεγαλοφυΐας».

Μέχρι σήμερα οι ερμηνευτές του Νίτσε δεν έχουν καταλήξει και ερίζουν για αυτή του τη σύλληψη του υπεράνθρωπου.

Είναι σαφές ότι ο Νίτσε δύο ρεύματα έχει επεξεργασθεί στον υπεράνθρωπό του. Μια τίμια φιλοσοφική παράδοση από την οποία και σήμερα διδασκόμαστε και ένα κοινωνιολογικό δαρβινικό και ευγονικό ρεύμα. Γεγονός είναι ότι ο Νίτσε χαρακτήρισε τον υπεράνθρωπο ως την υπέρβαση του μηδενισμού. Ο υπεράνθρωπός του διακρίνεται από το φυσιολογικό άνθρωπο όχι γιατί διαθέτει ιδιαίτερο εγκέφαλο ή πλήθος μυώνων ή σύστημα ανοσίας ιδιαίτερο, αλλά γιατί μπορεί να ζήσει τη ζωή με εντεταλμένο σκοπό, δηλαδή ηθική, και αντί να αμφιβάλει, να καταφάσκει αιώνια τη ζωή. Αυτή είναι για το Νίτσε η αποστολή του αληθούς, του έντιμου, του κυρίως μοντέρνου ανθρώπου.

Κατά τα λοιπά ο υπεράνθρωπος δεν είναι το αντίθετο κάποιου υπάνθρωπου, αλλά ο αντίκτυπος του κυρίως ανθρώπινου (allzu menschlichen), που σήμερα μπορούμε να τον ταυτίσουμε με τον υπερκαταναλωτικό άνθρωπο. (Ο υπεράνθρωπος βρήκε την ευτυχία και «αστράφτει κεραυνοβολώντας». Ένα όμως είναι σαφές. .Ότι ο υπεράνθρωπος του Νίτσε παραμένει απλά μια επιθυμητή εικόνα, φιγούρα, ή με το στόμα του Νίτσε «η προσευχή εκείνων που ζητούν τη χάρη να γίνουν οι τρελοί του θεού.».

 

Και τώρα στο Μανώλη Αλυγιζάκη.

Η αφόρμησή του είναι το νιτσεϊκό πνεύμα και το κήρυγμα του θανάτου του θεού που κηρύσσει ο «Παράφρονας» του Νίτσε (με τη σύντομη συγκεκριμένη διήγηση σε δική μου μετάφραση θα μου επιτρέψετε να κλείσω στο τέλος τη σημερινή μου παρουσίαση). Το θεό που πέθανε

Και τον «θάψαμε χθες το απόγευμα χωρίς τραγούδια και παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια», όπως χαρακτηριστικά ξεκινάει στο πρώτο του ποίημα ο ποιητής.

Ο νιτσεϊκός θάνατος του θεού και η έλευση του υπεράνθρωπου με ευάρμονα ποιητική έκφραση έχουν ως αφετηρία βιωματικά γεγονότα της ζωής ως ερέθισμα και ο ποιητικός τρόπος του Αλυγιζάκη κάνει παραστατική τη λειτουργία κάθε γεγονότος που υπονοείται πίσω από την έκφραση. Η επιδίωξή του είναι η διείσδυση του αναγνώστη στην ψυχική λειτουργία κάθε ιστορούμενου γεγονότος και κάθε σκηνικής αναπαράστασης, αφού όλα τα ποιήματα είναι γεμάτα με εκφραστικές εικόνες που ο αναγνώστης μπορεί να αναπλάσει τη στιγμή – βίωμα του ποιητή.

Με την ποιητική μορφή του Αλυγιζάκη ο αναγνώστης πορεύεται σε κόσμο συναισθηματικά φορτισμένο σε εκτύλιξη σκέψεων που γίνονται ορόσημα ζωής, είτε πρόκειται για τύψεις για το θάνατο του θεού που μας άφησε «ακόμα πιο φτωχούς» (ποίημα Προδοσία), είτε δίνεται ανάγλυφα ο ξεπεσμός του σύγχρονου ανθρώπου «άνοιξε του Αιόλου τον ασκό και εξαπόλυσε τις αμαρτίες, τη χαζομάρα, την προδοσία, τη χρεοκοπία των ηθών» (ποίημα Θαύμα), είτε προσφέρει την ελπίδα που ένοιωσε ο άνθρωπος ότι «είχε έρθει η ώρα για να φανερωθεί ο υπεράνθρωπος μ΄όλη τη δύναμή του, με την απλότητα των χρυσανθέμων και με του κατωφλιού την ταπεινοφροσύνη» (ποίημα Εμφάνισις), είτε με absurd τρόπο μας μιλάει για «άλογη λογική» στην αναζήτηση του «μυστικού της ανθρωπότητας» (ποίημα Ανακάλυψις), είτε προβάλλεται ο «ξεπεσμένος εγωισμός του ανθρώπου που ξεκίνησε από το ναρκισσισμό του» (ποίημα Χρέος) και τον οδήγησε να «τεμαχίσει το χρόνο με μέτρο δανεικό και έτσι να θανατώσει το θάνατο, ένα απλό της σκέψης δημιούργημα» (ποίημα Παιδεμός), είτε συνυπάρχουν μαζί ο φόβος και ο θαυμασμός για τον υπεράνθρωπο, τύραννο, όπως αποκαλείται (ποίημα Μουσική) που όμως η παντοδύναμη ματιά του αγκαλιάζει ολόκληρη τη γη, και εδώ ο ποιητής κάνει το βήμα κόντρα στην παράδοση, τις φοβίες, προλήψεις και δεισιδαιμονίες  (ποίημα Σκιάχτρο). Θα ισορροπήσει όμως και θα κηρύξει αισιοδοξία που ξεπετάγεται ως «συνωμοσία όλων των ανθρώπων» που στο σκοτάδι ξάφνου διακρίνουν πάνλαμπρο το δικό τους φως και στρέφονται και ευελπιστούν τον ουρανό ν’  αγγίξουν. Αυτή η αισιοδοξία θα εκφραστεί με προσμονή από την παιδική κιόλας ηλικία εκείνων που πιθυμούσαν τη γνώση και ένιωσαν από την πρώτη τους νιότη το ανάβρυσμα που φέρνει ο υπεράνθρωπος (ποίημα Πρώτος Πόνος).

Τα πρότυπα ανθρώπων του Αλυγιζάκη  είναι εκείνοι που ζουν μόνο και μόνο για να χαθούν, προκειμένου να φθάσουν την άλλη όχθη, όσοι περιφρονούν τα πάντα, γιατί λατρεύουν το πέρασμα στην άλλη όχθη. Έτσι εκφράζεται η αναζήτηση του κάτι άλλου, του πνευματικού.

Δεν θα παραλείψει ο Αλυγιζάκης, στο πνεύμα της Παρμενίδιας προσωκρατικής φιλοσοφίας (τα άκριτα φύλα του Παρμενίδη, ο ανυποψίαστος όχλος) να αναφερθεί και σε όσους «γεννήθηκαν και η ώρα να πεθάνουν έφθασε και δεν κατάλαβαν ποτέ ποιος ο σκοπός και ποιο το νόημα». Στον Αλυγιζάκη αρέσουν «όσοι βασανίζουν το θεό τους, επειδή τον αγαπούν» (εδώ κάνω σχετική ανάλυση με το δεδομένο ότι γνωρίζαμε μόνο ότι ο θεός παιδεύει εκείνους που αγαπάει) και τον ενδιαφέρει «του κεραυνού ο προάγγελος, η βαριά σταλαματιά από τα μαύρα σύννεφα που είναι ο υπεράνθρωπος». Και εδώ χρησιμοποιεί την περίφημη ποιητική εικόνα από τον Πρόλογο του Ζαρατούστρα «Αγαπώ όλους εκείνους που είναι όπως οι χοντρές σταγόνες, που πέφτουν μοναχικές από τo μαύρo σύννεφο, που κρέμεται πάνω από τον άνθρωπο: προφητεύουν ότι ο κεραυνός έρχεται και ως προφήτες αφανίζονται».

Προς το τέλος των ποιημάτων θα βρούμε πολλές ρήσεις και εικόνες του Νίτσε, όπως για την αιώνια επιστροφή ή την παρομοίωση ότι εμείς είμαστε το τεντωμένο σχοινί που πάνω μας θα περπατούσε ο υπεράνθρωπος: « Εμείς οι πρίγκιπες κι εμείς οι επαίτες, οι μισαλλόδοξοι κι οι αλτρουιστές, εμείς τα πρόβατα, εμείς και τα λιοντάρια, οι κοινωνικοί και οι ασκητές, εμείς οι μύστες και εμείς οι μυημένοι, εμείς οι σχοινοβάτες και εμείς οι Υπεράνθρωποι».

 

Η μορφή της ροής και της κατάταξης των ποιημάτων είναι αποτρεπτική κάθε στατικής ηρεμίας και οδηγεί σε κράτος εγρήγορσης. Με την καλλιεπή και κομψότεχνη γραφίδα του, με εύροια λόγου ανεκζήτητη και ενάργεια ύφους συναυξάνεται με το δικό του προσωπικό αφηγηματικό πλούτο γνώσης που διεισδύει στη λειτουργία της έκθεσης της σκέψης του για να την αναβιβάσει σε υψηλό επίπεδο.

Με ερέθισμα το βίωμα και όπλα το ποιητικό ύφος, την αναζήτηση των λέξεων και τον πλούτο γνώσης αναπαριστά τον προβληματισμό και αναστοχασμό του για υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου, εύληπτα. Γιατί ο λόγος του είναι δυνητικός υφολογικά με πλαστουργική δύναμη, μεταμορφώνεται με διεργασία εννοιών, διακλαδώνεται σε ατραπούς υπαρξιακής ερμηνευτικής, γνώρισμα του είναι η συναισθηματική αλλά και έλλογη υπαρξιακή ταραχή στη σύνολη ρότα των συσχετισμών και στον αγώνα για ποιητική έκφραση και εκδίπλωση.

 

Τα ποιήματα είναι γεμάτα με εικόνες με ιδιαίτερη περιγραφική έκφραση, που έχεις το αίσθημα ότι τις  βλέπεις μπροστά σου ολοζώντανες και συμμετέχεις στο δρώμενο, αναζητώντας να γνωρίσεις τι είναι αυτός ο υπεράνθρωπος. Η προοπτική της φιλοσοφικής προσέγγισης στο στοχασμό του ποιητή οδηγεί σε μορφή εποπτικής  θέασης του κόσμου με απορίες και αντιπαραθέσεις με τη θρησκευτική-κοινωνική πραγματικότητα και με αναγκαίο υπαρκτικό προσανατολισμό που υπαγορεύει η κοινωνική ευταξία. Κάτι που σίγουρα δεν είναι αποτέλεσμα και θήραμα ευκολίας, αλλά ενεργητική βούληση του δύσβατου. Επί πλέον οι ορφικοί συμβολισμοί που χρησιμοποιούνται αφυπνίζουν πνευματικά και είναι πρόκληση για περαιτέρω αναστοχασμό.

 

Τα ποιήματα του Αλυγιζάκη είναι γεμάτα λέξεις, λέξεις με ιδιαίτερο νόημα, βάθος και πρωτοτυπία, λέξεις ουσιαστικά , σπάνια χρησιμοποιεί επίθετα, λέξεις ρήματα που κάνουν τη γραφή δυναμική, για τη ματαιότητα, την αποκάλυψη, την ανακάλυψη, την περιπλάνηση, τη μουσική, την ανταμοιβή, την υπόσχεση, την ανεξαρτησία, την αρετή, το πνεύμα, την ανάμνηση, την περιπέτεια, τη δικαιοσύνη, την προσευχή, τη λήθη, την απληστία, λέξεις για το νεκροθάφτη, τον ιερέα, το δάσκαλο, το γιατρό, το φιλόσοφο, τέλος τον ποιητή.

Γραφή με υπαινιγμούς και συμβολισμούς, γραφή με πνεύμα αναζήτησης και ανησυχία για το ποιος είναι ο υπεράνθρωπος και πως θα τον απαντήσουμε και αυτό χωρίς αθώους συναισθηματισμούς. Κάθε ποίημα κρύβει πίσω του και μια ιστορία και στο τέλος κάθε ποιήματος στις δύο πρώτες ενότητες προστίθεται ένα επιμύθιο, όπου ο ποιητής καταγράφει σύντομα το ποιοι άνθρωποι του αρέσουν.

Οι στίχοι του ποιητή ξεχειλίζουν από πόνο, πρόκειται για τον πόνο του κόσμου, όπως λέγει ο Ρίλκε, τον πόνο ενός κόσμου μετέωρου που βρίσκεται σε σύγχυση και δεν έχει όραμα, γι’  αυτό και αδρανοποιείται. Και η φωνή του Αλυγιζάκη εδώ είναι φωνή κόντρα στην αδιαφορία. Η φωνή του ξεπηδάει από την πικρή συνειδητοποίηση της καταδυνάστευσης των αξιών.

 

Και θα μου επιτρέψετε, όπως είπα στην αρχή, να κλείσω με τον ΠΑΡΑΦΡΟΝΑ του Νίτσε που αναγγέλλει το θάνατο του Θεού σε δική μου μετάφραση από τα γερμανικά, δημοσιευμένη στο βιβλίο μου «Ηθική της οικολογικής συνείδησης».

 

~Νικόλ Γεωργοπούλου Λιαντίνη, καθηγήτρια φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα, Σεπτέμβριος, 2017

 

ÜBERMENSCH — A REVIEW, by Nicol Georgopoulos Liantinis, professor of philosophy, Kapodistrian University of Athens

 

I chose to focus in Manolis Aligizakis’ poetry book ÜBERMENSCH.

 

The term Übermensch belongs to Nietzsche and to his book Thus Spoke Zarathustra. Manolis Aligizakis has been inspired by Nietzsche’s view of the Übermensch and using his soul searching means he justifies his poetic presentation the way he understands the concept of Übermensch. Yet, let us first take a look at Nietzsche’s Übermensch in order to approach Manolis’ work better.

The term Übermensch characterizes a person of high intellect, a person happy in the world we live, opposite the average, modern man, the “good person” the “Christian”, who in the mouth of Zarathustra becomes a very difficult term to understand. Nietzsche’s man as an idealistic type of higher human quality than the everyday men turns out to be something between the “saint” and the “genius”.

To this day the researchers and interpreters of Nietzsche’s works haven’t yet concluded and still debate on the conceptual perception of the term Übermensch. It is clear though that Nietzsche has combined two different trends when it came to his Übermensch. One straight and honest philosophical tradition from which we still learn things today and a sociological Darwinian and eugenic trend; in fact Nietzsche named his Übermensch the man beyond nihilism with his Übermensch differing from the ordinary man not because he has a special brain nor because of his gigantic muscles nor because of his certain biological advantage that defends against all diseases and viruses, but because he can live a life with a delegated goal, and instead of doubting everything he agrees with all forms of life on earth. For Nietzsche all this is the true mission of man, of the honest man, and especially the modern man. Other than that Übermensch isn’t the opposite to the world but a true semblance of the essential man (allzu menschlichen) who we can categorize today with the over consumeristic man. Übermensch discovered happiness in striking like a lightning bolt and at the same time shining in his best. However one thing is clear: Übermensch simply remains a desired image, a shapely figure of man who, in the words of Nietzsche represents the prayer of those who ask for the favor to become the jokers of God.

Now let us look at Manolis’ Übermensch. Manolis’ spurting in Nietzsche’s mind and catechism with the death of God: and we buried him yesterday with no songs, no paeans, nor lamentations, as the poet characteristically starts in his first poem. The death of God, according to Nietzsche, and the appearance of the Übermensch with Manolis’ harmonious poetic expressions have as a base the poet’s own life experiences and as a result his poetic ways function as true expressions of each event of his life that lurks behind each image. Manolis’ goal at this point is to slowly push the reader into the his own psychic mode of each presented event and of each scenic representation since each poem is full of expressive images which the reader can re-experience as momentary life events.

With the poetic style of Manolis Aligizakis the reader is led in a world emotionally charged with the unfolding of ideas that become landmarks such as the regret for the death of god who left us we were still here and we were still poor in the poem TREASON or when the downfall of the modern man is presented as they opened the lid of Aeolus’ bag and let all hell loose: our sins scattered to the four corners of the galaxy, dumbness and treachery and moral bankruptcy in the poem MIRACLE, or when he offers hope to man who felt that deeply we sensed the time had come, that He would appear, Übermensch, with all His power in the chrysanthemums’ simplicity, and in the humility of the house flagstone, in the poem MANIFESTATION, or when in an absurd way he talks to us about illogical logic of one who could still discover the secret of humanity in a word in the poem DISCOVERY, or when it presents their defeated ego which started because of their devout narcissism, in the poem DUTY, which lead the poet to divide time with borrowed measurements and annulled death with his creative thoughts, in the poem ORDEAL, or when the concepts of fear and admiration for Übermensch co-exist as in the poem MUSIC and where His almighty glance encompassed the whole earth. Here the poet makes his move opposite traditions, fears, and superstitions in order to balance his cosmos and declare his optimism that springs up from conspiracy of the people who suddenly see their own bright light and they hope to reach the heavens. This optimism will be expressed in the anticipation of those who since their childhood yearned for knowledge and in their youth felt the renewal that Übermensch brings.

The prototypes of people Manolis creates are those who live only to be destroyed in order to reach the other shore, those who despise everything for they seek to pass over to the other side. This way the poet underscores the need in searching for something else, for something spiritual.

Manolis won’t refrain from underlining the pro-Socratic philosophy (Parmenides’ illogical leaves, the unsuspecting mass of people) and from referring to all those who were born and time comes for them to die and they never understood what was the goal and what the meaning. Aligizakis likes those who torture their god because they love him and he finds interest in the man who resembles a heavy raindrop from the dark cloud that is nothing other than Übermensch. And here the poet uses the poetic image from the prologue of the Thus Spoke Zarathustra I love those who resemble heavy drops of rain that slowly fall from the black clouds that cover men, the forerunners of thunderbolt who vanish like the thunderbolt.

Toward the end of the poems we find a few of Nietzsche’s sayings and images such as the Eternal Recurrence or the image of people being the stretched rope onto which Übermensch will walk and finally we find Manolis’ philosophical declaration at the end of the book in the poem EPODE where he promotes: we the princes and we the beggars, the bigots and the altruists, we the sheep and we the lions, the socialites and the hermits, we the initiates and we the initiated, the ropewalkers and the Übermenschen.

The style of the poet and the flow of his poems work against every static serenity and lead to raptures as the poet’s calligraphic style and rich evocative imagery in addition to the personal narrating style and wide knowledge lead the reader into the liturgical display of the poet’s mind that elevates the poems to unreachable heights.

Manolis uses his personal experiences as a tool that guides his personal writing style to the search for words that represent his wonder and contemplative mind gazing existential issues of today’s society. And this because his images are dynamic, of a certain, personal style and continuously evolve leading the poet to cross roads of explanations, faculty of seasoned poets who reach levels of intellect only some can reach. The poems are full of images with rich descriptive elements that the reader feels as if he sees them alive in front of him, full of expressiveness and dynamism that lead him to his search for Übermensch. The poet’s technique and philosophical approach guide the reader to a view of the world as if from above yet leave him full of questions and debates regarding the today’s sociological-religious reality and his place in society that demands of him a preapproved behaviour, something that undoubtedly leads the citizen to the corner forcing him to consider rebellion. The poet’s use of Orphic symbolism leave the reader with contemplative mood and dare him to further delve into such thoughts.

Manolis’ poems are filled with words, words with idiosyncratic meaning, depth and originality, substantive words, he rarely uses adjectives, words-verbs that turn his writing into a dynamic mix, words that refer to futility, revelation, discovery, wandering, music, reward, promise, independence, virtue, spirit, memory, adventure, justice, prayer, forgetfulness, greediness, words about the undertaker, the priest, the teacher, the doctor, the philosopher, and finally the poet.

Pain overflows in these verses and the pain we mention is none other than Rilke’s pain, the pain of a world that exists in its meteoric position, a world in flux and always confused, a world that lacks vision and henceforth it falls into the trap of indifference.

Manolis’ writing is full of symbolism and hints, it is the writing of the searching mind that wonders who the Übermensch may be and how we may be able to seek and reach Him and all this without any simpleminded sentimentalisms. Each poem hides a story inside it and at the end of each poem the poet adds the flatulence where he recounts who are his favored people.

Übermensch can be termed as an unusual poetry book yet a book with a clear vision and an optimistic point of view of the world and life in general.

 

~Nicol Georgopoulos Liantinis, professor of philosophy, Kapodistrian University of Athens.

Anthology of Neo-Hellene Poets

Posted: October 10, 2017 by vequinox in Literature

ΙΟΥΛΙΤΑ

Συνεχίζω την παρουσίαση ποιητών και ποιητριών των οποίων η δουλειά έχει μεταφραστεί και θα εκδοθεί αρχές του 2018 στην ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ. Σήμερα σας παρουσιάζω ποίημα της Ιουλίτας Ηλιοπούλου.

I continue to present poets and poetesses whose works I have translated and they will be part of the NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1750-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018, scheduled for release early next year. Today I present a poem by Ioulita Iliopoulos.

 

 

Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Μικρά, πολύχρωμα της μουσικής τετραγωνάκια

πλακόστρωτα, που όταν πατάς καινούργιοι σπάζουν

στον αέρα ήχοι.

 

Μια νύχτα με συρμάτινο φουρό

με τρούλο πράσινο επάνω στα μαλλιά της

μια νύχτα που `γινε πρωί, ένα λαγούμι φως να μου περάσεις

και κλείνοντας τα μάτια σα φτερά

μια νύχτα κίτρινη, που όλο αρμυρίζει στάλα-στάλα

το ποτάμι…

 

Επίμονα, επίμονα φωσάκια σα φιλιά

στα δυο μικρά της μαριονέττας χέρια

μια κρύπτη, μια βεντάλια, μια φωνή

ανηφορίζοντας αργά μες στον αέρα

και κάτω μακρυσμλένες χλόες

χάδια σαν σιωπές, σ’ ένα τεράστιο που όλο και στριφογυρνά

τους βόμβους καφενείο…

 

Δίσκοι με ποτηράκια και γλυκά, χρυσές επιγραφές

-κρυφά μετρούν ρολόγια ποιαν αλήθεια;-

λες μουσική

μια ορτανσία ροζ κι απ’ το παράθυρο μισανοιχτή

μεγάλη σόμπα ποσρελάνη με γράμματα τόσο λεπτά

Σ α λ ζ μ π ο υ ρ γ κ του χίλια εννιακόσια πάντα!

 

 

CITY OF MUSIC

 

Small, multicolored musical squares

cobblestoned, where you step and

new sounds break up in the air

 

one night wearing a petticoat

and with a green dome on its hair

the night that turned into dawn

a band of light you passed over me

and closing my eyes as if feathers

a yellow night that turns into salinity

drop by drop the river

 

persistently persistent little lights like kisses

in her tiny hands as if of a marionette

a crypt, a fan, a voice

climbing slowly up in the air

and the elongated verdure on the ground

caresses as if silence, in a huge café where

the sounds go around in circles.

Trays with small glasses and sweets, gold signs

—which truth do the clocks count? —

music, you say.

A pink hydrangea and through the open window

a big heater made of porcelain and in very small letters

S a l z b u r g of the nineteen hundred forever

 

 

~Ιουλίτας Ηλιοπούλου, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1750-2017, translated by Manolis Aligizakis

 

 

 

Ritsos_front large

ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΦΑΣΗ

 

Πώς μπλέχτηκαν τα πάντα, αυτόχειρες, ήρωες, μετανάστες, λεωφορεία,

καράβια απ’ την ανατολή, τραίνα απ’ τη δύση, λαχειοπώλες, σημαίες,

φοιτητικές εξεγέρσεις, αγάλματα, τεράστιες αφίσες,

πρατήρια βενζίνας, φιλοτελιστές, το ποδόσφαιρο, μπουκωμένοι σωλήνες,

διαρρήξεις Τραπεζών, κοσμηματοπωλείων, παιδεραστές, χαφιέδες—

θήραμα ο άνθρωπος του ανθρώπου, παιδί μου,—έτσι έλεγε—και πού

να κρύψεις

σε μια ρωγμή του θανάτου ένα ποίημα;—γιατί κι ο θάνατος, βλέπεις,

έχει κι αυτός τις ρωγμές του και τις παραλείψεις του, την ώρα

που μια γυναίκα βγαίνει απ’ το λουτρό δροσερή κι αναμμένη

και βάφει με βαθιά προσοχή τα παπούτσια του αντρός της στο μπαλκόνι

έχοντας λησμονήσει στην τσατσάρα της μια τούφα απ’ τα βρεγμένα

μαλλιά της.

 

 

 

FINAL AFFIRMATION

 

How everything got tangled up, suicidal men, heroes, émigrés, buses,

ships from the orient, trains from the west, lottery vendors, flags,

university upheavals, statues, huge billboards

gas stations, stamp collectors, football, the plugged pipes,

burglaries of Banks, of jewelry stores, pedophiles, informers –

man is the prey of another man, my child –this he said – and how

can you hide

the poem in a crack of death? – because, you see, even death

has its cracks and its omissions, at the time

when the woman comes out of the bath fresh and fired up

and with utmost attention she polishes her husband’s shoes

on the balcony, having forgotten her comb with a piece of

her damp hair.

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com