Archive for February, 2014

35774-tl

 

ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ

      Καθώς προχωρούσα στό διάδρομο, είδα μέ τρόμο, ότι η ρωγμή

στόν τοίχο είχε μεγαλώσει καί δέν τήν σκέπαζε πιά η πανοπλία πού

βάζαμε μπροστά, ετοίμασα λοιπόν, τά πράγματά μου, μά έπρεπε

πρώτα ν’ αποχαιρετίσω εκείνο τό γέρο, ερχόταν τίς νύχτες κρυφά

καί μάς διηγόταν τήν ατέλειωτη γλύκα αυτού τού μάταιου κόσμου,

      ώσπου, σιγά σιγά, ύστερα από τόση εγκατάλειψη σχεδόν πιά δέ

φαινόμουν, καί μόνο τά παλιά πορτρέτα μέ γνώριζαν, γιατί ήταν κι

εκείνα αθέλητα μέσα στόν κόμσο, όμως, τά βράδια, αυτό τό άγγιγ-

μα βέβαια φανταστικό, αλλά στό τέλος πάντα νικούσε, κι έστρεφα

τά μάτια μόλο πού δέν ήταν κανείς, «είστε εδώ;» ρώταγα — τί

άλλο μπορούσα νά κάνω.

TOUCH

As I walked in the hallway, in horror I saw that the crack

on the wall was bigger and the armour we placed before it

didn’t cover it anymore so I prepared my things, but first

I had to say goodbye to that old man who secretly came at night

and told us about the endless sweetness of this futile world,

     until, slowly after so much abandonment I was almost

invisible and only the old portraits recognized me because

they were also unwillingly in the world however at night

this touch, imaginary of course though at the end always

victorious and I turned my eyes although no-one was

around “are you here” I would ask—what else could

I do?

Advertisements

nostos and algos cover_300

Πυργίσκος

 

Χαμογελαστός ο στρατηγός ανέβηκε

στον πυργίσκο του τανκ για

την αποχαιρετιστήρια φωτογραφία.

 

Τέτοιες εικόνες συσσωματώνουν

τη χώρα και σφυρηλατούν

τους πολεμοχαρείς κάτω απ’ τη σημαία.

 

Ώσπου ήρθε κι ο επίσκοπος

κι ευλόγησε τ’ ασκέρι και

τα πολεμοφόδια, να βεβαιώσει

 

πως οι σφαίρες όλες θα `βρουν

στόχο. Κι επειδή η επίθεση

τούτη ήταν κι όλας ευλογημένη

 

κι αποφασισμένη απ’ τους επισήμους

ο κατάλληλος παιάνας ακούστηκε

κι οι λεπτομέρειες των στρατιωτών δουλειά.

Turret

 

General stood smiling on

top of a tank for commemorative

picture before the campaign started.

 

Such images unified

country and solidified

brave and timid under a flag.

 

Until the bishop arrived and

blessed the troops sanctified

all ammunition to make sure

 

they all find targets and since

this attack was already blessed

and dignified by officials

 

let the trumpet sound its

marching paean and let the

troops take charge of details.

 

 

Ήρωες

 

Κι ήμασταν τόσο νέοι κι αδοκίμαστοι,

σαν τραγαρά ροδάκινα με σιγαλή λαλιά,

αύρα απόγευμα το καλοκαίρι

σαν τ’ άγγιγμα του ροδοπέταλου.

 

Και μας επήγανε στα σύνορα

κι οπλίσανε τα χέρια μας με θάνατο

τα στόχαστρα μας με ακρίβεια

σαν του χειρούργου λεπτεπίλεπτη

και τι να κάναμε με τέτοια εργαλεία

κι οι στόχοι γιατί στέκουνταν έτσι

κι ειρωνικά γελούσαν στο χωράφι;

 

Ξαπλώσαμε στο χώμα κι αρχινίσαμε

με μια παράξενη χαρά το ντουφεκίδι

ενάντια σε κάθε τι κινούμενο

με μια χαρά που μέχρι σήμερα

δεν μπόρεσα να εξηγήσω

 

Κι αργότερα μας ονόμασαν ήρωες.

 

Heroes

 

And we were so young and untested

like silent voices of crisp peaches

like freshened summer songs

like the touch of a rose at dawn

 

and they armed us and took us

to the borders and bestowed death

unto our scopes with the accuracy

of surgeon and what could we do

with such instruments and with targets

standing at the edge of the plain

laughing and scolding us?

 

We started shooting against

anything moving with such

a strange joy that even now after all

these years I can’t explain

 

And later they called us heroes.

“Νόστος και Άλγος/Nostos and Algos”, 2012, www.ekstasiseditions.com

Υπερανθρωπος

Περιπλάνηση

Σαν τους τυφλούς πηγαίναμε μέρες και νύχτες. Στη γη

εψάξαμε να βρούμε σηματωρό και λύπηση. Μια νέα Έξοδο

γράψαμε κάτω απ’την ερημιά του πάνλαμπρου ουρανού

απόντα τα πανάρχαια φώτα που χρόνια αόμματους

ακολουθήσαμε κι άλλους που μισοστραβούς τους λέγαν

εκείνους που θαρρούσαν πως όλα τα `ξεραν.

Τα άκρα βασανίστηκαν, τα χείλια σκάσανε απ’ τη κάψα

του συναισθήματος, το άγγιγμα κούρασε τ’ αρχηγού

τη ράβδο που κυρτώθηκε από καημό κι άνοιξε νέα

σελίδα για τη μάχη ανθρώπου ενάντια του κτήνους, γυναίκες

ενάντια σε θεές. Σαν παρθενιά που θυσιάστηκε τη πρώτη

νύχτα του έρωτα μικρές σελίδες ιστορίας γράψαμε,

και στίγματα που μ’ έμφαση γίναν θαυμαστικά μπροστά

στο πέταγμα πουλιού, τελεία και παύλα σε κάθε μικρή όαση

εκεί που τα κορμιά ξοδεύαν το αλάτι τους και χείλη αποκτούσαν

ξανά την ελαστικότητά τους.

Και μόλις είμαστε στο έβδομο εγκυμοσύνης μήνα κι ήταν

αυτή η λιτανεία το δεύτερό μας θαύμα.

Roaming

 

Like blind for endless days and long nights we roamed

the land. We seek a sign for our meaningful penitence.

The new Exodus we commenced under the loneliness

of the lit sky, absent the ancient lights, for years

we followed blind men and the half blind, those others

who thought they knew it all.

Limbs ravaged, blistering heat cracked our lips

fatigued emotional touch. The leader’s staff bent in

its sadness. We opened a new page, battle of man against

animal-man women against goddesses. Like virginity sacrificed

the first night of lust, short pages of history we wrote and

meaningful stigmata, exclamation points at the sight of the bird’s

flight, full stop at the watering hole where our bodies shed

their salt and our cracked lips regained their elasticity.

And this was our seventh month of pregnancy and this litany

was our second miracle.

cavafy copy

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

 

Τιμή σ’ εκείνους όπου στήν ζωή των

ώρισαν καί φυλάγουν Θερμοπύλες.

Ποτέ από τό χρέος μή κινούντες

δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τές πράξεις,

αλλά μέ λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία

γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν

είναι πτωχοί, παλ’ εις μικρόν γενναιοι,

πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε

παντοτε τήν αλήθεια ομιλούντες,

πλήν χωρίς μίσος γιά τούς ψευδομένους.

 

Καί περισσότερη τιμή τούς πρέπει

όταν προβλέπουν (καί πολλοί προβλέπουν)

πώς ο Εφιάλτης θά φανεί στό τέλος,

κ’ οι Μήδοι επί τέλους θά διαβούνε.

 

 

THERMOPYLAE

 

Honor to those who in their lives

are committed to guard Thermopylae.

Never swerving from duty;

just and exact in all their actions,

but tolerant too, and compassionate;

generous when rich, and when

they are poor, again a little generous,

again assisting as much as they can;

always speaking the truth,

but without hatred for those who lie.

 

And more honor is due to them

when they foresee (and many do foresee)

that Ephialtes will finally appear

and in the end the Medes will break through.

manolis' pic

Ο ΞΕΝΟΣ

Μπήκε στο ημίφως του μπάρ

εύθραυστος κόσμος

γιομάτος πάθος

ελπίδες κι όνειρα

η ζωή του

μιά έκλειψη

καμπύλη του όλου

τέλεια ροή αθωότητας

η καρδιά του

μουσικό όργανο γαλήνης

τραγούδι και ρυθμός απ’ τα πανάρχαια χρόνια

και μόνο δροσιά στις παλάμες του

στις ίριδες των ματιών

ακόμα παρθένα η οικουμένη

αντανακλούσε σαν υπόσχεση

οι θαμώνες του μπαρ τον διέκριναν

σαν ηγέτη παλιάς εποχής

συγγραφέα αρχαίων κειμένων

συλλέκτη αυθεντικών τεμαχιδίων τέχνης

που κανένας δεν αναγνώριζε πια

έναν ηγέτη λαών, ένα χρισμένο

ευλαβή

με τα σημάδια στους καρπούς

και τ’ άλλα εκείνα ανθρώπινα στίγματα

σκαλισμένα στο δέρμα του

μερικοί

γύρισαν τα βλέμματά τους στο πλάϊ

μερικοί θαμώνες

τα `κλεισαν από αμφιβολία

ευχήθηκαν θάταν καλύτερα

να μην είχαν έρθει σήμερα στο μπαρ

και μερικοί άλλοι

μαζεύτηκαν γύρω του

σε κοντινή απόσταση

σε κάποιον που δεν καταλάβαιναν

αλλά θαύμαζαν το παρουσιαστικό του.

Και τους μίλησε.

Οι λέξεις του απορροφούσαν τον πόνο τους

η ματιά του ελευθέρωνε το πεύμα τους

αλλά κανένας δεν άκουσε

μήτε είδε

όταν ήρθε η ώρα

που ο προδότης σκόπευσε την καρδιά του

με το αλάθητο πιστόλι

ο ξένος ίστατω περήφανα

καθώς η σφαίρα έκαψε τη σάρκα του

κι έπεσε αργά

ώσπου ακίνητος έμεινε στο πάτωμα,

πιασμένος στα νύχια συγκυρίας

και στην παγωμένη αναπνοή θανάτου

σε κούνια νανουρισμένη για λίγο

παντοτινά

για πάντα

κι όμως ποτέ

κι ο κύκλος συμπληρώνεται

κι πανάρχαιος μύθος

πάντα ξαναρχινά

οταν κάποιος ξένος

μπαίνει μέσα στον εύθραυστο κόσμο.

STRANGER

He entered the shadowy bar

a fragile cosmos

filled with passion

hopes and dreams

his life

an ellipse

a contour of totality

a flawless flow of innocence

his heart

an instrument of serenity

a song and rhythm from medieval times

but only freshness in his palms

in his irises

the universe still virginal

reflecting the promise in his eyes

the patrons of the bar recognized

a leader of bygone eras

a writer of ancient books

a collector of genuine relics

none believed in anymore,

an avatar, anointed one

to be revered

the one with the stigmata

and other human scars

engraved in his skin

a few men

turned their envious eyes aside

some of the patrons

closed them in disbelief

they wished he’d never entered their bar

and others

gathered around him

in close proximity

to someone they didn’t understand

in awe of his mere presence

And he talked to them

his words absorbing their pain

his glances uplifting their spirits

but one did not hear or see

when the time came

for the traitor to aim at his heart

with an unerring pistol

the stranger stood tall

as the bullet burned through his flesh

falling slowly

until he lay motionless,

caught in the clutch of circumstance

and the ice cold breath of death

cradled in captivity for awhile

for eternity

for ever

yet never

the circle comes full

and the ancient myth

always recommences

when a certain stranger

enters a fragile cosmos.

http://www.odyssey.pm/?p=2559

35774-tl

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΧΡΗΣΗ

     Βέβαια, όλα αυτά ήταν κάπως θολά, ίσως μάλιστα κι ανεξήγητα

γι’ αυτούς πού σηκώνουν μ’ έμφαση τό ποτήρι τους πάνω απ’ τό

τραπέζι, χωρίς νά βλέπουν ποιός τό κρατά, ώσπου σιγά σιγά, η

καθημερινή χρήση μάς κάνει θνητούς, έτσι προσπαθούσα πάντα νά

κοιτάζω αλλού όταν χτυπούσε τό κουδούνι, κι όταν ύστερα όλα

ησύχασαν, ήταν αργά, πού είναι ο οικοδεσπότης, γιατί κρύβεται,

     ακούμπησα στό τραπέζι γιά νά μήν πέσω, ύστερα μέ κεφάλι

σκυφτό άνοιξα τήν πόρτα κι ακολούθησα τό δρόμο μου.

     Καί τά βράδυα, στό δείπνο, τούς άκουγα νά διηγούνται τίς ιστο-

ρίες τους, αποσιωπώντας μέ τρόμο τό σκοτεινό, απόμακρο έξω —

εκεί πού είχαμε ζήσει.

DAILYUSE

      Of course, all these were somehow vague, perhaps even inexplicable

for the ones who raise their glass emphatically over the table, without

seeing who holds it, until, slowly the everyday use makes us mortal

thus I always tried to look elsewhere when the doorbell rang and when

all got quietened, where is the host, why is he hiding,

     I leaned on the table that I wouldn’t fall; then bowing my head

I opened the door and followed my path.

     And at night, dinner time, in horror I listened to them narrating

their stories that in a way silenced the dark, remote outside—there

wherewehadlived.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/translated by Manolis Aligizakis

Summer autumn 2014, www.libroslibertad.ca

www.authormanolis.wordpress.com

 

ΣΤΑΛΛΕΣ

Ήταν ξημέρωμα όταν

στρέψαμε τα μάτια προς

το σκοτεινό σημείο του ορίζοντα

εκεί που σαν αγέρας

έστεκε η μοίρα μας

ανεξήγητη, απροσπέλαστη,

αδιάντροπα προκλητική,

και μόνο κείνος, με το ακρωτηριασμένο

μπράτσο αναστέναξε και πίσω

γύρισε να πάει προς στο σπίτι

στην ίδια την καρέκλα του να κάτσει

με μια τέτοιαν απίστευτη ηρεμία

λες κι είχε λύσει όλα του κόσμου

τα προβλήματα κι εμείς στέκαμε

με τα χέρια απλωμένα

βαρειές να πέσουν στις παλάμες μας

οι στάλλες της πρώτης

φθινοπωριάτικης βροχής.

RAINDROPS

It was daybreak when we turned

our eyes toward the dark

spot of the horizon where

like the wind our fate stood

inexplicable, inaccessible

shamelessly challenging and

only him, the one with

the severed arm sighted and

turned back to the house

to sit in his chair with

such a calmness as if he had

solved all the world’s problems

though we kept our hands

extended that onto our palms

would fall heavy the drops

of the first autumn rain

ΦύλλαΦθινοπώρου/Autumn Leaves

www.ekstasiseditions.com

 

 By Dr Dimitri Karalis

The Persian poet Saadi once in his spiritual ecstasy, found himself walking among the burgeon gardens of Elysian Fields (paradise), brimming with exotic blooms and rare perfumed heavenly flowers.

He thought to gather a few in his apron for friends at home, but the exquisite fragrances intoxicated him so much that he dropped the apron together with the flowers.

Endeavouring to tell his friends of the wonderful sight and the rare aromatic scents of paradise on his return, he found it impossible, because the human tongue was too poor for such heavenly description.

The same can be said of love.

Attempting to define it, we arrive often at the same dilemma, as when we try to measure the sea with a drinking cup and counting the universe with a yardstick.

Love is too subtle to be defined in simple human terms. Yet an answer for its mysterious nature will be forever a longing in the human heart. What is love then someone might ask?

But there is no answer for such question.

You can feel love, you can sense love, you can look love, you can smile love, you can touch love, you can live love and you can breathe, BUT YOU CAN NEVER BE ABLE TO DESCRIBE LOVE. Love is God and God is indefinable. Love is not just affection; affections usually call for specific objects of endearment and vanish with the subject.

Affection is personal, changeable, and transient: While love is universal, steadfast, and eternal. Affection likes to be cherished, while love wants nothing but the privilege of loving. Affection twines itself most closely about human relations, while love finds its fruition beyond the human race.

Love is not just sympathy. Sympathy deplores, pities, or commiserates, but love understands. Love only to be understood, is the sweetest kind of sympathy treasured by the human Soul. The depth of love signifies always the success in our life.

Love your partner and your children and your success will be finally to supply their economic needs.

Love your country and its people and you will be lead into a government or civil position to serve them.

Love truth and knowledge and you will be incarnated to a spiritual torch in order to light the path of your fellow man.

Nothing in life moves forwards without the power of love. All the gates of paradise open only with the key of love. The enamoured couple, travel jointly with an escort of angels through the celestial gardens. Their love and happiness are the only ones that can freely pass through the gates of heaven. Love is the mighty voice of God who speaks through our mind heart and Soul.

“The reason for instance why some men fail to attract women, is that their bodies and minds, fail to express their SOUL- and your sweetheart needs your Soul first to respond. You satisfy the Soul of woman and all of her is yours, neglect or insult her Soul- and none of her are yours. You may complain that she is cold, artificial, uninteresting and the like. No, no that, you are little course and unfeeling, you do not understand the subtle emotion of women’s nature. Women feel more with their heart and understand young children’s innocence better than man’s coarse affection.”

Wise was Purintton when expressing what love really is.

  • Understand love, he said and you will solve the riddle of human existence.
  • Welcome love and you will open the arms of the angels.
  • Live love and you will have won the hearts of humanity.
  • Trust love and you will insure your life with the God.”

No one ever lived really yet without experiencing the glory of true love. Thousand times better wounded, bleeding and suffering from its arrows, than to live sound and ignorant from this divine grace.

Love, said Socrates in his ‘symposium speech’, is “the spiritual vehicle, which aims for soul travelling and everlasting immortality”.

What are the obstacles that do not allow love to bloom in every human heart? My experience taught me for the followings reasons.

  • Wrong upbringing, excess and
  • Wrong of food in the body and
  • Wrong thoughts stored in the brain are often the main obstacles to love spontaneously.

We eat what tradition customs taught us and we believe what superstition suggests us, as a result we are too sick physically and mentally to love.

It is impossible in uncongenial environment with alcohol, meat, tobacco, coffee and other harmful stimulants, to make pure blood for body’s metabolism.

Soul needs superb health, pure heart, open mind and clear windows (eyes) in order to express its inner glory.

Only with good health and correct upbringing can we learn to love.

  • Like it shines from the Sun,
  • Blossoms in the flowers,
  • Sings in the birds,
  • Sooths in silence,
  • Dreams in the stars and
  • Blushes angelically in the pomegranate colour of woman are loving cheeks”.

Dimitri Karalis
Hermanus -South Africa