Posts Tagged ‘fear’

cavafy copy.jpg

ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ
Τά μεγαλεία νά φοβάσαι, ώ ψυχή.
Καί τές φιλοδοξίες σου νά υπερνικήσεις
άν δέν μπορείς, μέ δισταγμό καί προφυλάξεις
νά τές ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις,
τόσο εξεταστική, προσεκτική νά είσαι.

Κι όταν θά φθάσεις στήν ακμή σου, Καίσαρ πιά
έτσι περιωνύμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβεις,
τότε κυρίως πρόσεξε σάν βγείς στόν δρόμον έξω,
εξουσιαστής περίβλητος μέ συνοδεία
άν τύχει καί πλησιάσει από τόν όχλο
κανένας Αρτεμίδωρος, πού φέρνει γράμμα,
καί λέγει βιαστικά «Διάβασε αμέσως τούτα,
είναι μεγάλα πράγματα πού σ’ ενδιαφέρουν»,
μή λείψεις να σταθείς, μή λείψεις ν’ αναβάλλεις
κάθε ομιλίαν η δουλειά μή λείψεις τούς διαφόρους
πού σέ χαιρετούν καί προσκυνούν νά τούς παραμερίσεις
(τούς βλέπεις πιό αργά) άς περιμένει ακόμη
κ’ η Σύγκλητος αυτή, κ’ευθύς νά τά γνωρίσεις
τά σοβαρά γραφόμενα τού Αρτεμιδώρου.
THE IDES OF MARCH
Beware of grandeur, oh soul.
And if you can not overcome your ambitions,
pursue them with hesitant precaution.
And the more you go forward, the more
inquiring and careful you must be.

And when you reach your zenith, as a Caesar at last;
when you take on the role of such a famous man,
then most of all be careful when you go out on the street,
like any famous master with your entourage,
if by chance some Artemidoros approaches
out of the crowd, bringing you a letter,
and says in a hurry “Read this at once,
these are serious matters that concern you,”
don’t fail to stop; don’t fail to postpone
every speech or task; don’t fail to turn away
the various people who greet you and bow to you
(you can see them later); let even the Senate wait,
for you must consider at once
the serious writings of Artemidoros.

Advertisements

5428639632_7a02b23b3e_b

Αυτοκριτική / Self-critisism

Ζούμε με κοινότυπους αφορισμούς / We live with common aphorisms
Τα φαντάσματά μας επανέρχονται απρόσκλητα / Our ghosts come back uninvited
Το σαρκίο μας περιέχει μια περιορισμένη λογική / Our flesh contains a limited logic
Περιφέρει την εκκωφαντική του ασημαντότητα / Our flesh carries around its deafening insignificance
Δεν εξαφανιζόμαστε παρά προσδοκούμε / We don’t disappear we only expect
Οι κοινοί μας φόβοι είναι σαν εχθρικά πεδία / Our common fears are our hostile fields
Το ιδιωτικό μας κουβούκλι μοιάζει απόρθητο / Our private armory looks impregnable
Ποιος θα διακυβεύσει τις πράξεις μας; / Who will jeopardize our actions?
Κανένα κίνητρο δεν θα τις ανατρέψει / No motive will overthrow our actions
Περιφερόμαστε με τον μανδύα της αυτοπραγμάτωσής μας / Wandering around dressed in the cloak of our self-realism
Το είναι μας θρυμματίζεται σε εμπορεύματα / Our being is crumbled in consumerism
Το μέλλον μας είναι η υπεραξία του εγώ μας / Our future is the excess value of ourselves
Εξαπολύουμε πογκρόμ εναντίον μας / We launch the pogrom against us
Υποτίθεται ότι αναστοχαζόμαστε συλλογικά / We supposedly re-consider collectively
Αλλά απαξιούμε το παρόν μας / But we scorn our present
Κάποιες προβολές ανατροπής παραμένουν νόθες / Some projections of inversion remain illegitimate
Γιατί κάθε μας δράμα είναι παρελθοντολογικό / Because our every drama belongs to the past
Αλλά κάποια “ιερή” στιγμή κρίσης θα φτάσει / But some “holy” moment of judgment will come
Ενάντια στους ευτελείς εισαγγελείς / Against the worthless public prosecutors
Ενάντια στους ταξικούς υποτελείς / Against the class subjugators
Ενάντια στους υπηρέτες της γραφίδας / Against the servants of the quill
Ενάντια στο εξουσιαστικό ξίφος / Against the authoritarian sword
Έτσι που η ιστορία κάνει πάντα κύκλους / As the history makes always circles
Και το τραγούδι γίνεται ποταμός / And the song becomes river
Κι ο ποταμός γίνεται τραγούδι / And the river becomes song
Γυμνάσματα προετοιμασίας αδρά / Rough exercises of preparation
Ενέργειες που μετριούνται με ανάστημα ιδεολογίας / Actions measured by an ideology stature
Πασχαλιές βγαλμένες από νεκρές γαίες / Lilacs that have sprung off dead grounds
Ενάντια σε ελιτίστικες πρωτοπορίες στην καταχνιά / Against elitist vanguards in the fog
Ενάντια στην αρχιτεκτονική διάχυση της υποταγής / Against the architectural diffusion of subjugation
Ενάντια σε άκαρπους ηχητικούς πειραματισμούς / Against fruitless experiments in acoustics
Ενάντια σε ασάλευτες ιδιοτυπίες που επανέρχονται / Against unshaken peculiarities which repeat themselves
Όμως οι αισθήσεις κεντρίζονται ξανά / However the feelings are stirred again
Συγχορδίες εξέγερσης σε οικείο φως / Chords of revolt under a familiar light
Διάθεση φυγής από μαρτυρικούς χώρους / Intention for an escape from martyrdoms
Πορεία στα χνάρια της επανάστασης / Following in the footsteps of revolution
Συνειδητή προσπάθεια ανατροπής του παλιού / Conscious effort to overthrow the old
Συνειδητή προσπάθεια να αναδυθεί το νέο / Conscious effort to help the emergence of the new
Σαν να μπολιάζεται ο κορμός του δέντρου / Like grafting the trunk of the tree
Γόνιμο σπέρμα που γεννά νέες μορφές / Fertile sperm that gives birth to new forms

http://www.tokoskino.wordpress.com

cover

SIMPLE TALK

Now we want to put our hands in our armpits
to look whether a star gleams in the sky
to remember that face
against the opening of the door
but we can’t remember
we have no time to remember
we don’t have time but to stand tall
and to die.

ΑΠΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ

Τώρα λέμε να βάλουμε τα χέρια στις μασκάλες
να κοιτάξουμε αν είναι καν’ αστέρι στον ουρανό
να θυμηθούμε κείνο το πρόσωπο
ακουμπισμένο στο κούφωμα της πόρτας
μα δε μπορούμε να θυμηθούμε
δεν έχουμε καιρό να θυμηθούμε
δεν έχουμε καιρό παρά να σταθούμε όρθιοι
και να πεθάνουμε.

~SIMPLE TALK, by Tasos Livaditis, translated by Manolis Aligizakis
~Τάσου Λειβαδίτη, ΑΠΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local

THE SATRAPY

How unfortunate though you are made
for great and beautiful deeds
your unjust fate always denies you
encouragement and success;
worthless habits, pettiness
and indifference distract you.
And what a horrible day when you give in
(the day you let yourself give in)
and you set out on the road to Susa
and you approach the monarch Artaxerxes
who favors you with a place at his court
and offers you satrapies and such.
And you accept them in despair
these things that you don’t want.
Your soul craves other things, yearns for other things:
the praise of the people and the sophists,
that difficult and priceless “Well Done”;
the Agora, the Theater, and the Laurels.
Will Artaxerxes give you these things?
Can your Satrapy provide them?
And what sort of life will you live without them?

Η ΣΑΤΡΑΠΕΙΑ

Τί συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ επιτυχία να σε αρνείται
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τί φρικτή η μέρα που ενδίδεις
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις)
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πιαίνεις στον μονάρχη Αρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε
την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Αυτά που θα στα δώσει ο Αρταξέρξης,
αυτά που θα τα βρεις στη σατραπεία
και τί ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

~Κωνσταντίνου Καβάφη-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~C. P. Cavafy-Poems/translated by Manolis Aligizakis

Cloe and Alexandra_cover_aug265

SPHINX by Cloe Koutsoubelis

The oracle wasn’t distinct enough or I didn’t understand it.
I hoped, then, I hoped again.
With swollen feet, blind, I started off
Sphinx was at the station waiting for me
desperately I asked the same riddle
while I was asking it turned into stone
to dissolve into dust at the end.

It could not deny me for the second time.
Η ΣΦΙΓΓΑ

Ο χρησμός δεν ήταν ευκρινής ή εγώ δεν τον κατάλαβα.
Ήλπισα τότε, ήλπισα και πάλι.
Χωρίς μάτια ξεκίνησα και με πρησμένα πόδια
η Σφίγγα ήταν στον σταθμό και με περίμενε
απεγνωσμένα έκανα την ίδια ερώτηση,
ενώ ρωτούσα αυτή πέτρωνε
στο τέλος διαλύθηκε σε σκόνη.

Ούτε κι αυτή άντεξε πάλι να μ’ αρνηθεί.

FROM THE BEGINNING by Alexandra Bakonika
We met after some time
and it was as if we started
from the beginning.
I surveyed your face
and didn’t manage to restrain
my blazing desire
because it awaited your body,
its harmonic junctions, its lines.
I sought its weight.
I sought its rage.

ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΡΧΗ
Ύστερα από καιρό συναντηθήκαμε
κι ήταν σαν να ξεκινούσαμε
απ’ την αρχή.
Ανέτρεξα τη μορφή σου
και δεν πρόλαβα ν’ αναχαιτίσω
τον πόθο που φούντωσε,
γιατί περίμενε το σώμα σου,
τ’ αρμονικά δεσίματα και τις γραμμές του.
Γύρεψα το βάρος του,
γύρεψα τη λύσσα του.

~ CLOE and ALEXANDRA, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2013
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.vequinox.wordpress.com

cover

SIMPLE TALK

I would like to speak
in a simple way
as one unbuttons his shirt
and reveals an old mark
like your elbow that feels cold
you look
and discover there is a hole in your garment
as a comrade sits on a rock and mends
his undershirt.
To speak of whether I might one day come back
carrying a dirty mess-tin full of exile
having in my pockets two tightly held fists
to speak
in a simple way —
but for a moment let me put down my crutches.

ΑΠΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ

Θάθελα να μιλήσω
απλά
όπως ξεκουμπώνει κανείς το πουκάμισό του
και δείχνει ένα παλιό σημάδι
όπως κρυώνει ο αγκώνας σου
γυρίζεις
και βλέπεις ότι είναι τρύπιος
όπως κάθεται στην πέτρα ένας σύντροφος και μπαλώνει
τη φανέλλα του.
Να μιλήσω αν μια μέρα ξαναγυρίσω
Κουβαλώντας μια βρώμικη καραβάνα γεμάτη ξενητειά
κουβαλώντας στις τσέπες μου δυο γροθιές σφιγμένες
να μιλήσω
απλά —
μονάχα μια στιγμή ν’ ακουμπήσω κάπου τα δεκανίκια μου.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis

cavafy copy

THE CITY

You said: “I’ll go to another land, to another sea;
I’ll find another city better than this one.
Every effort I make is ill-fated, doomed;
and my heart —like a dead thing—lies buried.
How long will my mind continue to wither like this?
Everywhere I turn my eyes, wherever they happen to fall
I see the black ruins of my life, here
where I’ve squandered, wasted and ruined so many years.”
New lands you will not find, you will not find other seas.
The city will follow you. You will return to the same streets.
You will age in the same neighborhoods; and in these
same houses you will turn gray. You will always
arrive in the same city. Don’t even hope to escape it,
there is no ship for you, no road out of town.
As you have wasted your life here, in this small corner
you’ve wasted it in the whole world.

Η ΠΟΛΙΣ

Είπες «Θά πάγω σ’ άλλη γή, θά πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μιά πόλις άλλη θά βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μιά καταδίκη είναι γραφτή
κ’ είν’ η καρδιά μου—σάν νεκρός—θαμένη.
Ο νούς μου ώς πότε μές στόν μαρασμό αυτόν θά μένει.
Όπου τό μάτι μου γυρίσω, όπου κι άν δώ
ερείπια μαύρα τής ζωής μου βλέπω εδώ,
πού τόσα χρόνια πέρασα καί ρήμαξα καί χάλασα.»
Καινούριους τόπους δέν θά βρείς, δέν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θά σέ ακολουθεί. Στούς δρόμους θά γυρνάς
τούς ίδιους. Καί στές γειτονιές τές ίδιες θά γερνάς
καί μές στά ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στήν πόλι αυτή θά φθάνεις. Γιά τά αλλού—μήν ελπίζεις—
δέν έχει πλοίο γιά σέ, δέν έχει οδό.
Έτσι πού τή ζωή σου ρήμαξες εδώ
στήν κώχη τούτη τήν μικρή, σ όλην τήν γή τήν χάλασες.

“C. P. Cavafy-Poems”, Libros Libertad, 2008/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca

cover

 

ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ όψεως, βέβαια, όλοι φαίνονται απροσδόκητα
ενώ αυτό που φοβόμαστε έχει γίνει από καιρό, κι ήτανε μέσα μας,
κι εμείς το πηγαίναμε στην επικίνδυνη ώρα και συχνά σταματού-
σες στη μέση της σκάλας, γιατί ποιός ξέρει πού είναι το άλλο
σκαλοπάτι, ιδιαίτερα το βράδυ καθώς διάβαινες τις άδειες κάμα-
ρες, σου `πεφτε πάντα κάτι απ’ τα χέρια, σαν να `θελε να ξαναγυ-
ρίσει, και τότε, όπως γονάτιζες να το βρεις, συναντούσες τον
άλλον
αφού κάθε κίνηση μας προδίνει, κι ένα άλλο ποτήρι σηκώνεις
απ’ αυτό που πήγαινες, προτίμησα, λοιπόν, να σωπάσω, μα όταν
μες στο σκοτάδι χτύπησαν μεσάνυχτα, όλο το σπίτι ράγισε άξαφνα,
και τότε, στο βάθος του διαδρόμου, το είδαμε που πέρασε εντελώς
καθαρά.
AT FIRST glance of course everything seem to be unexpected
while what we’ve feared had already taken place and was inside us
and we carried it to the dangerous hour and often you would stop
in the middle of the stairs because, who knows where was the next
step; especially in the night as you walked through the empty rooms
something always fell off your hands as if wanting to return and
then as you’d kneel to find it you would meet the other man
since every gesture gives us up and you carry a different
glass from the one you wanted, I therefore chose to keep silent;
but when in darkness midnight struck suddenly the whole
house shook and then at the end of the hallway we saw him
as he quite clearly walked by us.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.amazon.com
http://www.amazon.kindle.com
http://www.smashwords.com

FOREWORD

The people’s poet in more than one way, Tasos Livaditis stands apart from other poets of his era because of his deep understanding, his heart rendering existential agony, initially expressed as a tender cry filled with compassion within the boundaries of his optimistic realism and on the second phase of his creative career as an introverted search for the meaning of life in the past after the dissolution of his expectations as an artist-fighter for a better future.
The calendar will show October
with the wilted leaves and revolutions

It was October when he said to us farewell. We kept his most recent verses that underscored that message yet not only.

Here I‘ve come to the end. Time to go. As you will also go.
and the ghosts of my life will search for me
running in the night and leaves will shiver and fall.
Autumn comes this way. For this, I say to you,
let us look at life with more compassion, since it was never real.

He never imagined that the ghosts of his life would multiply in such a fast pace soon after his death. The adventure of his vision turned out to become a hardship, the rapid fashion of change in social behaviour and charting even unforeseen by the most suspicious of men truly shifted dramatically in the short nineteen years after his death. Within just one or two years after his death the so called socialistic dream collapsed in an unforgiving way that turned the obviously existent into a fable.

However Livaditis knew deep inside that only the Just Time eventually justifies one. Today the Just Time says about Livaditis that he was one very important poet. He was not at all insignificant although not recognized enough. Because as times passes and values change or shift position the Just Time sets laws and flawless details in the Stock Market of Values.

Tasos Livaditis is one of the last poets who dreamed of a different Greece and gave all he had to turn that dream into reality. He was one of the last who believed in the collective versus the personal even if that collective meant dramatic adventures, not only his exile and persecution but also the adventure of his internal revolution. The person who dreamed of a better world was embittered when he realized the utopia of his vision. Yet he never lost faith in man and although the serious severing that took place in his life scared him he always stood gracefully opposite the descending sun and in that glamour of red dusk he wept alone but with optimism for the future.
Unfortunately his life was cut short and at the age of 66 when he departed leaving a nation to mourn the people’s poet and to reflect and shift their focus toward his vision because the world of the poet is the world of humiliation and exhaustion. It’s the world of bitterness and futility and Tasos Livaditis suffered a lot, was persecuted a lot and pendulated a lot in his life. How else could he write such great poems?

There is a similarity in the life of this man and the life of Yannis Ristsos whom Tasos Livaditis refer to as the teacher. Both men were leftists along with Avgeris, Varnalis, Anagnostakis and others, they were both exiled for their political views, they both left behind a vast bibliography, they both had one daughter and they both went through a poetic shift, a change of focus from writing poetry to serve the cause of the left to writing poetry having in its center the progress, improvement and refinement of the external and internal pleats of man.

In the Introduction of this edition I have added one poem written by Yannis Ritsos and excerpts from reviews written in Greek by friends and close associates of the poet on the twentieth anniversary of Tasos Livaditis’ death. I have translated these excerpts and place them in the order I thought most appropriate. I chose to introduce this great poet to the English speaking world not only with the regular introduction format but also with these comments published by Kedros in 2008, this poet’s exclusive publisher.

The sources of these reviews are referred to in the bibliography of this book.

My heartfelt thank you is extended to Mr. Stelios Petros Halas for granting me his permission to do this translation.

~Manolis Aligizakis

ubermensch cover

Ascertainment

 

     Early on we understood it was too late for us. There was

no place left where we could honor our saintly dead. Ηow

with lashes to discern who to punish and who to reward

with ephemeral fame while we got flogged by the wrath

of the right? Full moon witnessed tragedies and measures,

unimaginable delight of the confessor who tried to calm down

our resolve, ‘I looked at the impossible end’ he told us and fear,

unblemished fear, how heavy you weighted down onto

our lives as we kept marching in sunny days and in the darkness

of our guilt and we sang courage to give to our courage and

to accept that god was dead the days of the Ubermensch

had commenced.

 

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ

 

      Νωρίς το καταλάβαμε ήταν πολύ αργά για μας, τόπο δεν

είχαμε για ν’ αποδώσουμε τιμές στους άγιους νεκρούς μας.

Πώς να ξεχωρίσεις ποιον να μαστιγώσεις και ποιον

να ανταμείψεις με την εφήμερη τη φήμη, ενώ

μας χτύπαγε η οργή της δεξιάς; Πανσέληνος μάρτυρας

τραγωδίας και μέτρων μιαρών, αφάνταστη χαρά πνευματικού

που επίσης γαλήνευε τη φλογερή μας φύση, «προσπάθησα

ξανά προσεκτικά να δω το τέλος μα ήταν αδύνατο», μας είπε

κι ο φόβος, άχραντος φόβος που τόσο βάραινε τη νειότη μας

και το ταξίδι συνεχίσαμε σε μέρες φωτεινές και σ’ ενοχής

σκοτάδι κι ετραγουδήσαμε το θάρρος μας να ενθαρρύνουμε,

που πέθανε ο θεός, οι μέρες του Υπερανθρώπου αρχίσανε.

 

Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, spring 2013

Υπεράνθρωπος, ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, Μάτριος 2014, τηλ 2310-833665

 

Impact

 

     And since the new reality was upon us truly we 

accepted it: dead was our God. Buried him yesterday

afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations

and we felt a lot lighter. Nothing was as ticklish as

the mood of the sombre day while fear, I would say,

deep in our hearts, hidden. Sorrow reigned in the black

funeral home office while just outside beggars stretched

their hands asking for what we couldn’t spare, decency

of the new serpent who appeared but without fangs,

feverish magnolia bloomed its purple flowers over

our nuptial bed and in an eyrie we filled our chalice

with courage and we mailed it to the four corners of

the universe and promised never to be trapped again 

in the idiocy of a system.

 

The Andian condor we declared heir of the flesh.

The wind and the rain we proclaimed our catharsis.

 

     Evoe, oh, free elements, evoe.

 

     ‘Multiply and conquer the earth’ someone said. And

it was good.

 

Επίπτωση

 

     Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε

ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς

τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια

κι ανάλαφροι ενιώσαμε τίποτα πιο πολύ δεν μας

γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,

θάλεγα, βαθειά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.

Στην σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο

έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε

το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε, ευπρέπεια

του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε, η μαγνόλια

που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω στο νυφικό

κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού γεμίσαμε κουράγιο

το δισκοπότηρό μας και το ταχυδρομήσαμε στα τέσσερα

της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ συστήματος

θύματα να μην πέσουμε.

 

Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.

Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.

 

      Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.

 

     ‘Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη’

κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.

 

 

 

~Übermensch

~Υπεράνθρωπος