Archive for the ‘Athens’ Category

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (Απόσπασμα)

V

Κάτσανε κάτου απ᾿ τις ελιὲς το απομεσήμερο
κοσκινίζοντας το σταχτὶ φως με τα χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τις μπαλάσκες τους και λογαριάζαν πόσος μόχτος χώρεσε στο μονοπάτι της νύχτας
πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας
πόσο κουράγιο μες στα μάτια του ξυπόλυτου παιδιού που κράταε τη σημαία.

Είχε απομείνει πάρωρα στον κάμπο το στερνὸ χελιδόνι
ζυγιαζόταν στον αέρα σα μία μαύρη λουρίδα στο μανίκι του φθινοπώρου.
Τίποτ᾿ άλλο δεν έμενε. Μονάχα κάπνιζαν ακόμα τα καμένα σπίτια.
Οι άλλοι μας άφησαν απὸ καιρὸ κάτου απ᾿ τις πέτρες
με το σκισμένο τους πουκάμισο και με τον όρκο τους γραμμένο στην πεσμένη πόρτα.
Δεν έκλαψε κανείς. Δεν είχαμε καιρό. Μόνο που η σιγαλιὰ μεγάλωνε πολὺ
κ᾿ είταν το φως συγυρισμένο κάτου στο γιαλὸ σαν το νοικοκυριὸ της σκοτωμένης.

Τί θα γίνουν τώρα όταν θα `ρθει η βροχὴ μες στο χώμα με τα σάπια πλατανόφυλλα
τί θα γίνουν όταν ο ήλιος στεγνώσει στο χράμι της συγνεφιάς σαν σπασμένος κοριὸς στο χωριάτικο κρεββάτι
όταν σταθεί στην καμινάδα του απόβραδου μπαλσαμωμένο το λελέκι του χιονιού;
Ρίχνουνε αλάτι οι γριὲς μανάδες στη φωτιά, ρίχνουνε χώμα στα μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ᾿ αμπέλια της Μονοβασιάς μη και γλυκάνει μαύρη ρώγα των εχτρών το στόμα,
βάλαν σ᾿ ένα σακκούλι των παππούδων τους τα κόκκαλα μαζὶ με τα μαχαιροπήρουνα
και ταριγυρνάνε έξω απ᾿ τα τείχη της πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο να ριζώσουνε στη νύχτα.

Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μία γλώσσα πιο της κερασιάς, λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη –
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια ή απάνου στα βουνὰ ή κάτου απ᾿ τη θάλασσα, δεν ξεχνάνε –
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη να ρωτήσουν μία μαργαρίτα
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατο τους, πάνου στο βιβλίο ή μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς.
Θα χρειαστεί καιρός. Και πρέπει να μιλήσουμε. Ώσπου να βρουν το ψωμὶ και το δίκιο τους.

Δυο κουπιὰ καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρτούνα. Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει. Καμένο το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;
Στάχτη η ελιά, τ᾿ αμπέλι και το σπίτι.
Βραδιὰ σπαγγοραμμένη με τ᾿ αστέρια της μες στο τσουράπι.
Δάφνη ξερὴ και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου. Δεν τ᾿ άγγιξε η φωτιά.
Καπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι – και να κοχλάζει μόνο το νερὸ στο κλειδωμένο σπίτι. Δεν πρόφτασαν να φάνε.

Απάνω στο καμένο τους πορτόφυλλο οι φλέβες του δάσους – τρέχει το αίμα μες στις φλέβες.
Και να το βήμα γνώριμο. Ποιὸς είναι;
Γνώριμο βήμα με τις πρόκες στον ανήφορο.

Το σύρσιμο της ρίζας μες στην πέτρα. Κάποιος έρχεται.
Το σύνθημα, το παρασύνθημα. Αδελφός. Καλησπέρα.
Θα βρει λοιπὸν το φως τα δέντρα του, θα βρει μία μέρα και το δέντρο τον καρπό του.
Του σκοτωμένου το παγούρι έχει νερὸ και φως ακόμα.
Καλησπέρα, αδερφέ μου. Το ξέρεις. Καλησπέρα.

Στην ξύλινη παράγκα της πουλάει μπαχαρικὰ και ντεμισέδες η γριὰ δύση.
Κανεὶς δεν αγοράζει. Τράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πια να χαμηλώσουν.
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους.

Μέσα στ᾿ αλώνι όπου δειπνήσαν μία νυχτιὰ τα παλληκάρια
μένουνε τα λιοκούκουτσα και το αίμα το ξερό του φεγγαριού
κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ᾿ τ᾿ άρματα τους.
Την άλλη μέρα τα σπουργίτια φάγανε τα ψίχουλα της κουραμάνας τους,
τα παιδιὰ φτιάξανε παιχνίδια με τα σπίρτα τους που ανάψαν τα τσιγάρα τους και τ᾿ αγκάθια τῶν άστρων.

Κ᾿ η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ᾿ τις ελιὲς το απομεσήμερο αντικρὺ στη θάλασσα
αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ᾿ ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της Αγιὰ-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ᾿ ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού στον κόρφο της λιακάδας.
Κ᾿ ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε όλη την καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορὰ την ιστορία του κόσμου.

 

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

V

 

They sat under the olive trees in early afternoon sieving the gray light with their big fingers

they took off their cartridge belts and measured the anguish fitting the path of night

how much bitterness fits in the wild mallow’s knot

how much courage in the eyes of a shoeless child holding up the flag

 

Past its time the last swallow remained in the plains weighed himself in midair like a black band

on the sleeve of autumn

Nothing else remained; only the burnt up houses smoldering.

The others who left us some time ago lay under the rocks

with their ripped shirts and their oaths written on the fallen door

No one cried – we had no time; only silence became deeper

and the light gathered down the shore like the

orderly house of the dead woman.

 

What will become of them when the rain comes amid the rotten plane leaves in the soil?

What will happen to them when the sun dries up in a blanket of cloud

like a crushed bug in a villager’s bed?

when the snow stork stands embalmed on the chimney of last night?

Old mothers scatter salt in the fire they scatter soil over their hair

they have uprooted the grapevines of Monemvasia so that not a black grape

will ever sweeten the enemy’s mouth

they placed in a sack the grandfather’s bones along with their knives and forks

and they go around outside the walls of their country looking

where to grow roots in the night.

 

It’ll be hard to find a tongue less powerful less stony than the cherry tree’s –

those hands that were left in the fields or up on the mountains or down under the sea

do not forget they never forget –

it’ll be difficult for us to forget their hands

it’ll be hard for the hands that grew calluses on the trigger to ask a daisy

to say thank you on their knees or on the book or in the bosom of the starlight

it will take time and we need to speak up until they find their bread and their rights.

 

Two oars rooted down in the sand at dawn in rough seas. Where’s the boat?

A plow embedded in the soil and the wind blowing

burnt up earth Where is the plowman?

Ashes the olive tree the grapevine and the house

Night stitched on with her stars inside the sock

Dried laurel leaves and oregano in the middle-self on the wall Fire couldn’t reach it

smoked up cooking pot in the fire – and the water boils by itself in the locked up house.

They had no time to eat

 

The forest’s veins on their burnt door leaf – blood flows in the veins

And here is the familiar footstep. Who’s he?

Familiar footsteps going uphill the nails of their soles.

 

Crawl of root in the rock. Someone’s coming

The password the response a brother, good evening

So then light will find its trees the tree will find its fruit

the flask of the killed still has water and light

Good evening my brother Good evening.

 

The old Lady West sells herbs and embroidery in her wooden shack

no one buys them. They’ve reached up high.

It’s difficult for them to come down anymore.

It’s difficult for them to fit in their own height.

 

On the threshing floor where the braves ate one night

the olive pits and the dry blood of the moon remain

and their fifteen-syllabic armory

the cypresses and laurels remain all around

Next day sparrows ate the crumbs of their army bread

children made toys out of the matches

that lit their cigarettes and the stars’ thorns

 

And the rock where they sat under olive trees in the afternoon opposite the sea

it will become whitewash in the kiln tomorrow

day after we’ll paint our houses and the bench of Saint Savior

the day after that we’ll plant the seed where they fell asleep

and a pomegranate bud will flash its first baby smile on the breast of sunshine

After that we’ll sit on the soil to read all their hearts

as if we read from the world history for the first time.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

 

Advertisements

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

II

Κάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας
είναι μία σταγόνα νερὸ που σκάβει απὸ παλιὰ τη σιωπὴ ως το μεδούλι
είναι μία καμπάνα κρεμασμένη στο γέρο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ᾿ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Αλωνάρη
– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ᾿ τὸν καημὸ της δύσης.

Η Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιὲς με τη φαρδιά της φούστα λεκιασμένη απ᾿ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδὶ και του αποκρίνεται απ᾿ τον κάμπο η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
Η κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Απάνου στο τραπέζι το ψωμὶ κ᾿ η ελιά,
μες στην κληματαριὰ ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

Α, τί μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες στην καψαλισμένη μάντρα του καλοκαιριού «κι αυτὸ θα περάσει»
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιὰ της πάνου απ᾿ τα εφτὰ σφαγμένα παλληκάρια της
ώσπου να βρεῖ το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.

Τούτο το κόκκαλο που βγαίνει απὸ τη γης
μετράει οργιὰ-οργιὰ τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερὶς με το βιολὶ ως το χάραμα
καημό-καημὸ το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιὰ σαν κόρδες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Οδυσσέα.

Α, ποιὸς θα φράξει τότες τη μπασιὰ και ποιό σπαθὶ θα κόψει το κουράγιο
και ποιὸ κλειδὶ θα σου κλειδώσει την καρδιὰ που με τα δυο θυρόφυλλά της διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ᾿ αστροπερίχυτα περβόλια;

Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Μάη στη ναυτικὴ ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σαν ταψὶ στού γανωτζή τὸν τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμὶ στου σφουγγαρά το δείπνο.
Και να που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικὸ φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοὶ που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Αναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα απὸ σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Αιγαίου το βράχο και το αλάτι.
Μπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακὶ το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ᾿ Αλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο δείπνο
κόβοντας τον καημὸ στα δυό έτσι που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι.

Έλα κυρὰ με τ᾿ αρμυρὰ ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
απὸ την έγνοια του φτωχού κι απ᾿ τα πολλὰ τα χρόνια –
η αγάπη σε περμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σου κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σου ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.
Μέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος κατακόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερὸ για να τινάξει ελάτι
κ᾿ η μάνα κάτου απ᾿ τη ρυτίδα της κρατάει γερὰ μαχαίρι.
Έλα κυρὰ που τα χρυσὰ κλωσσάς αυγὰ του κεραυνού –
πότε μία μέρα θαλασσιὰ θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις πάλι τ᾿ άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιὰ
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρὶ στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλὸς ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και τ᾿ Απριλιού το χιόνι
και να `βγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να σταυρώσει τις δαγκάνες του.

 

ROMIOSINI

 II

Every evening with the thyme scorched on

the rock’s bosom

there’s a water-drop that for a long time has been digging

silence to its marrow

there is a bell hanging from the ancient plane-tree

calling out the years

Sparks sleep lightly in the embers of solitude

and roofs contemplate on the golden fine down

on the upper lip of Alonaris

– yellow fine down like the corn tassel smoked up

by the grief of the west.

Virgin Mary leans down on the myrtle her wide

skirt stained by grapes.

On the road a child cries and the ewe who lost her

lambs answers from the meadow.

Shadow by the spring. The barrel frozen.

The blacksmith’s daughter with soaked feet.

On the table the bread and the olive

in the grapevine the night lamp of evening star

and high up there turning on its spit

the galaxy is fragrant

by the burnt-up lard garlic and pepper.

Ah what silky stars the pine needles

will need still to embroider

over the scorched fence wall of summer

“this will also pass”

how a mother will still squeeze her heart over

her seven butchered brave lads

until light finds its path to the uphill

of her soul.

This bone sticking out of the earth

measures the earth yard by yard and

the lute’s strings

and the lute from dusk to dawn with

the violin

grief by grief they sing it to rosemary

and the pines

and the ropes ring like lyres in the boats

and the seaman drinks bitter sea in

Odysseus’ wine cup.

Ah who then will fence the entrance and which

sword will sever the courage

and which key will lock up your heart that with

its two door-leaves wide open

stares at God’s star-drenched orchards?

Long hour like the Saturday evenings of May

in the seamen’s tavern

long night like a roasting pan on the tinsmith’s wall

long song like bread on the sponge diver’s

dinner.

And here is the Cretan moon rolling down

the pebble mount

goup goup with twenty lines of nails on the soles

of his leather boots

and here are those who go up and down

the Palamidi2 stairs

filling their pipes with roughly cut leaves

of darkness

their mustaches star-sprinkled with thyme

of Roumeli 3

and their teeth pine roots in the Aegean’s

rock and salinity.

They were thrown in iron and fire they conversed

with rocks

they offered raki 4 to death in their

grandfathers’ skulls

on the same threshing floors they met and shared their dinner

with Digeni5

slicing their grief in two like they sliced their barley bread loaves

on their knees.

Come you oh woman with the salty eyelashes with

your hand gold-plated

by your concern for the poor and by the many

years –

love is waiting for you in the bulrushes

the seagull hangs your black icon in his cave

and the bitter urchin kisses your toenail

In the black grape of the vineyard the red

bright must bubbles

shoots of the burned bulrush bubbles

under the earth the root of the dead man begs for water

so it will grow a fir tree

and under her wrinkles a mother holds the knife

tightly

Come you oh woman who broods on the golden

eggs of thunderbolts –

when an azure day comes you’ll take off the headscarf

and again take up arms

that May’s hailstorm will beat your forehead

that the sun will break a pomegranate in your cotton apron

that alone you will divide seed by seed

among your twelve orphans

that the shore will shine around you like the edge of a sword

and April’s snow

so that the crab will come out from the rocks to sunbathe

and cross its claws

 

 

1 Month of Wheat Harvest – June

2 Venetian castle of Palamidi in Nafplion with one thousand steps

3 Part of Mainland Greece between Peloponnesos and Thessaly

4 Moonshine

5 Literary meaning, one of two races; however also a mythical

figure, invented during the Medieval years of Turkish

occupation, who was destined to free Greeks from slavery

 

Yannis Ritsos-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

 

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΚΟΝΤΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

 

Τον ενδιέφερε — έλεγε — η ψυχολογία των ψαριών, όταν

οι σκιές τους περνούν στο κατάστρωμα του βυθισμένου πλοίου

κι έξω στο λιμενοβραχίονα μικρά κορίτσια με ναύτες

ανάβουν μεγάλες φωτιές κι ύστερα κάθονται στις άγκυρες και κλαίνε.

 

 

 

BY THE SEA

 

He was interested – he said – in the psychology of fish, when

their shadows are displayed on the deck of a sunken ship

and on the pier young girls with sailors

start big fires and then sit on anchors and cry.

 

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

 

74979_3629791323956_2077615219_n

 

ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ  (απόσπασμα)

 

 

Σκύψε αν μπορείςστη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας

τον ήχο της φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά

που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη

 

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο όστρακο

τη μέρα τ’ όνομα τον τόπο

και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει

 

Βρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα

κοιτάζοντας τ’αναδυόμενα νησιά

κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν

στον ύπνο τους, στον ύπνο μας.

Εδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας

τη ζυγαριά που βάρενε κατά το μέρος

της αδικίας

 

 

SANTORINI (excerpt)

 

 

Bend if you can to the dark sea forgetting

the flute’s sound on naked feet

that stepped on your sleep in the other, the sunken life.

 

Write if you can on your last ostracon

the day the name the place

and throw it in the sea so that is sinks.

 

We were naked on the pumice stone

watching the rising islands

watching the red islands sink

into their sleep into our sleep.

Here we were naked holding

the scale that tilted to the side

of injustice.

 

 

 

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2012

 

 

nharis_vlavianos

 

Η ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥ (ΣΤΟΝ ΕΛΙΚΩΝΑ)

 

 

Και ξαφνικά πίσω απ’ ένα δέντρο

πετάχτηκε ένας τρελός

με τραγιάσκα στο κεφάλι

κι άρχισε να φωνάζει:

«Αν δεν ριμάρει δεν είναι ποίημα!

Δεν είναι ποίημα αν δεν ριμάρει!»

Εκείνη λίγο φοβήθηκε

κι άρχισε να οπισθοχωρεί,

αλλά της είπα να μην ανησυχεί,

αφού όσες τρίχες του έλειπαν

από το φαλακρό του κεφάλι

(εξού και η τραγιάσκα),

τόσες, κι ακόμη περισσότερες,

φύτρωναν διαρκώς μέσα στους

ανούσιους στίχους του.

«Un caso triste,

που θα ’λεγε και ο Καμόες,

όχι όμως denho di memoria.

Μια θλιβερή υποσημείωση

στην ιστορία της ποίησης».

 

 

Γέλασε σαν μικρό παιδί,

κι άρχισε να περπατάει πάλι

με βήμα σταθερό.

Συνεχίσαμε έτσι την πορεία μας

χωρίς να κοιτάξουμε πίσω μας.

Οι κραυγές του έσβησαν

μόλις διασχίσαμε την πέτρινη γέφυρα.

 

 

Τι απίστευτη περιπέτεια κι αυτή!

 

 

 

 

 

 

THE COOKOO’S NEST (AT HELICON)

 

 

Suddenly a crazy man

with a hat appeared

from behind the tree

and started shouting:

If it doesn’t rhyme it isn’t poem

It isn’t a poem if it doesn’t rhyme

She was a little afraid

and started walking backward

but I told her not to worry

since as many hairs were missing

from his bald head

and for this reason the hat

as many and more sprang up

from his tasteless verses.

Un caso triste

Camus would have said

but not dendo di memoria

a sad underscore

in the history of poetry.

 

 

She laughed like a child

and started walking

with steady steps.

We continued our walk

without looking back.

His shouts vanished

as we passed the stone bridge.

 

 

What an unbelievable story!

 

 

 

Haris Vlavianos, translated by Manolis Aligizakis, NEOHELLENIC POETRY— AN ANTHOLOGY, Libros Libertad, Vancouver, 2017

 

maria-polydouri

ΛΗΣΜΟΝΙΑ

Μ᾿ ἐρωτευμένη τὴν καρδιὰ σὲ γνώρισα ἄγριο Δάσο.
Ἔπινα στὸ ἀεροφίλημα τὴ μυστικὴ εὐωδιά σου.
Πρόσμενα μὲ τὸ ξάστερο σκοτάδι νὰ περάσω,
ὅταν τ᾿ ἀερινὸ στοιχιὸ περνοῦσε στὰ κλαδιά σου.

Σὲ γνώρισα σ᾿ ἐρωτικὲς νύχτες ρυτιδωμένη
θάλασσα σὰν τὸ μέτωπο τῆς συλλογῆς, περνοῦσε
πάνω σου χάδι ἡ σκέψη μου καὶ πάντα ἡ ἀνθισμένη
ἄκρη σου μὲ τὰ εὐωδιαστὰ φύκια μὲ προσκαλοῦσε.

Σᾶς γνώρισαν οἱ ἐρωτικὲς νύχτες μου ὡραῖα λουλούδια,
διάφανα, ἀχνά, πολύχρωμα, σὰ φωτεινὰ σημάδια.
Βαριὰ ἡ δροσιὰ σὰ φίλημα καὶ ξεχυνόνταν χνούδια
χρυσὰ ᾿πό τὰ σμιγμένα σας βλέφαρα στὰ σκοτάδια.

Τώρα στὸ φῶς τῆς ἀρνησιᾶς δομένα, ἔτσι ἀλλαγμένα
μοῦ δείχνεσθε, στὴ συλλογὴ τὸ νοῦ μου πάω νὰ χάσω.
Τάχα εἶστε σεῖς ποὺ γνώρισα; Σεῖς εἶστε ἀγαπημένα
λουλούδια, θάλασσα ἀργυρή, πυκνὸ τῶν πεύκων Δάσο;

FORGETFULLNESS With my loving heart I got to know you, wild forest.I drank your secret fragrance in the kiss of the wind.I waited to pass through you in the moonlit nightwhen the airy ghost went through your branches. I got to know you during my erotic nights, wrinkledsea as if the forehead of contemplation, my thoughtwent over you like a caress and your bloomed edgewith the fragrant seaweed would always invite me. My erotic nights got to know you my beautiful flowersdiaphanous, shaded, colorful like lighted signs.The heavy dew, a kiss and golden fluffappeared on your eyelids tightly shut in darkness.

 

Maria Polydouri//NEOHELLENIC POETRY—AN ANTHOLOGY, Libros Libertad, 2016

www.manolisaligizakis.com

130679-nanos

Ανοιχτή επιστολή στον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη

Πριν λίγες μέρες ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης έστειλε στον πρωθυ-πουργό επιστολή, στην οποία επισημαίνει τον κίνδυνο που ελλοχεύει απ’ την γιγάντωση του νεοφασισμού στη Ελλάδα. Ο ποιητής επικαλείται τη σχέση του με τον Οδυσσέα Ελύτη ζητώντας του να πάρει αυστηρά μέτρα για το φαινόμενο. Ο πρωθυπουργός του απαντά με μια έκθεση ιδεών επιπέδου πανελλαδικών αποσιωπώντας και κρύβοντας τεχνηέντως τις αιτίες που τον γεννούν και τον διαιωνίζουν. Του Αντώνη Αντωνάκου.

Αγαπητέ Νάνο Βαλαωρίτη

Έχω την εντύπωση πως ο φασισμός δεν πολεμιέται με επιστολές, δελτάρια, υπομνήματα, προσθήκες, αρθράκια, υπογραφές. Ο φασισμός έχει τρυπώσει στα τσιτάτα, στη δουλειά, στα έγγραφα. Είναι η παραμορφωμένη εικόνα του κόσμου που δεν αντιστέκεται. Βρίσκεται στο κύτταρο του μικροαστού που δε θέλει μπελάδες. Τον ακούς και τον βλέπεις δίπλα σου στο δρόμο, στο λεωφορείο, στα μαγαζιά. Είναι ο σιτιστής όλων των ανταγωνισμών που καλλιεργεί η εκκλησία, το σχολείο και το κράτος. Βρίσκεται στα γραμματόσημα, στα παιδικά δωμάτια, στα χαρτονομίσματα.

Ο φασισμός είναι αλληλέγγυος με κάθε εξουσία. Με κάθε παλιμπαιδισμό του εγώ που θέλει κέρδος, δόξα και υστεροφημία. Είναι η διαστροφή των ενστίκτων και η παρακμή της νόησης. Είναι η παράδοξη συνθήκη, που κάνει τους ανθρώπους να λαμβάνουν υπόψη, το πιο στενόκαρδο ιδιωτικό τους συμφέρον, την ίδια στιγμή που η στάση τους καθορίζεται περισσότερο παρά ποτέ από τα μαζικά ένστιχτα. Ένστιχτα διαταραγμένα και αλλοτριωμένα απ’ τις ανάγκες που επιβάλει στις μάζες ο Κυρίαρχος. Καταστάσεις που σημαίνουν σταθεροποιημένη αθλιότητα. Κοινωνίες βασανιστικά αγχωμένες και καταθλιπτικές, έτοιμες να αναγνωρίσουν πάλι την αστική τάξη ως σωτήρα στα όποια δεινά, που η ίδια, ιεροκρυφίως προκάλεσε.

Ο φασισμός πριν φτάσει στα άρβυλα και στα πιστόλια έχει φτάσει στα μυαλά και στις καρδιές. Δεν περιορίζεται με νόμους γιατί γίνεται ο ίδιος νόμος. Είναι η φύση της καταστολής κάθε αιτήματος ελευθερίας απ’ τα δεσμά του άγριου καπιταλισμού, που δεν υπολογίζει την ηθική αξία της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά την επιβίωσή του. Ο φασισμός είναι η επιστράτευση των εργαζομένων με πρόσχημα το δημόσιο συμφέρον. Είναι οι αρλούμπες περί ανάπτυξης και ο ανορθολογισμός. Είναι το άνευ όρων ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου. Είναι οι κορώνες του δοσίλογου Φανούρη που ξεσκατώνει κάθε τόσο την πιο ακραία Θατσερική έκφραση της δεξιάς. Είναι οι φτωχοί και οι πεινασμένοι, τους οποίους μπουκώνει ο χοντρόκωλος κλήρος με συσσίτια. Είναι τα λουκέτα στα μαγαζιά και στα σπίτια. Οι ανασφάλιστοι χωρίς γιατρό και φάρμακο. Τα χαράτσια, οι φόροι, οι απειλές και οι εκβιασμοί. Τα λεηλατημένα ασφαλιστικά ταμεία, η ανασφάλιστη εργασία, η ανεργία που σπάει κόκαλα. Οι αυτοκτονίες, τα σπίτια δίχως ρεύμα και τα υποσιτισμένα παιδιά. Οι ληστείες, οι βιασμοί, η ανασφάλεια, ο φόβος, ο ρατσισμός. Τα χέρσα χωράφια, οι ποσοστώσεις στην παραγωγή, τα μεταλλαγμένα. Τα ΜΑΤ, τα δακρυγόνα, οι πλαστικές σφαίρες, τα ρόπαλα, το ξύλο, η τρομοκρατία. Φασισμός είναι η συμμετοχή σε πολέμους, σε νατοϊκές αποστολές, σε πολεμικές βάσεις ολέθρου και γενοκτονιών.

Φασισμό εκπέμπουν τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις. Οι καλοταϊσμένοι δημοσιογράφοι. Οι ορντίναντσες του συστήματος. Οι βαθύπλουτοι επικριτές του ανέργου με τα προγούλια και τη φωνή που γουργουρίζει απ’ το λίπος και την καλοζωία. Οι χειραγωγοί της γνώσης, της κρίσης και της αντίστασης. Ο φασισμός είναι τρυπωμένος στα τοπικά μέσα ενημέρωσης που σαπουνίζουν τους όρχεις του κρατικού διαχειριστή, του παράγοντα, του βουλευτή, του δημάρχου, του ψωνισμένου πολιτευτή. Φασισμός είναι η στρατηγική επιλογή των κομμάτων εξουσίας να χειραγωγήσουν καταλυτικά το συνδικαλιστικό κίνημα δίνοντας κυβερνητικό επιστατικό ρόλο στις ηγεσίες του.

Φασισμός είναι να σε θέλουν σαν κάποιον που ενώ δεν λειτουργεί το πεπτικό του σύστημα, να ονειρεύεται το τι φαγητό θα του μαγειρέψουν. Να σου προσφέρουν σαν ελπίδα και προοπτική την ένταξή σου στην Μανωλάδα των επιμορφωτικών τους προγραμμάτων και της απασχολησιμότητας. Φασισμός είναι η καλλιέργεια στη μεγάλη μάζα των εργαζομένων της νοοτροπίας της συντεχνίας και του εμφυλίου.  Έμπορος κατά δημόσιου υπαλλήλου. Φορτηγατζής κατά αγρότη. Αγρότης κατά λιμενεργάτη. Με το κάτσε φρόνιμα, βολέψου γιατί αλλιώς θα καταστραφείς και πάει λέγοντας.

Για το φασισμό όμως έχει τεράστιες ευθύνες κι ένα μεγάλο κομμάτι του λαού που:
•        Έχοντας σαν μόνη ιδεολογία το συρταράκι του και την τσέπη του, επέλεξε την ατομική πορεία πιστεύοντας ο αφελής ότι θα επιζήσει όταν αντιμετωπίζει τον συνάνθρωπο ως ανταγωνιστή, αντίπαλο και εμπόδιο για τον ατομικό του πλουτισμό.
•       Αδιαφορεί και χλευάζει κάθε σκέψη και πρόταση για κοινή δράση και στάση, εξαπολύοντας μύδρους κατά πάντων την ώρα που αποχαυνωμένος παρακολουθεί τηλεόραση ή χαζολογά στην καφετέρια.
•       Γλύφει τρέχοντας οιονδήποτε πιστεύει ότι μπορεί να εξασφαλίσει θεσούλα στο παιδί του, καταγγέλλοντας όλους όσους ζητάν πολιτικές που θα εξασφαλίσουν δουλειά σε όλα τα παιδιά.
•       Χρηματίζει και λαδώνει για να πέσει στα μαλακά, χαρακτηρίζοντας μαλάκες όσους προτείνουν αγώνα, κατάληψη και απεργία για τη παιδεία, την υγεία, το φορολογικό, την αδικία, τον εκβιασμό, τα χαράτσια.
•       Τα χώνει κάτω από το τραπέζι για την επιδότηση και την ένταξη στο πρόγραμμα, το μαϊμουδίστικο χαμηλότοκο και την ίδια ώρα φτύνει όσους ζητάν αξιοπρεπείς μισθούς και συντάξεις για τους εργαζόμενους.
•       Εύχεται καλή επιτυχία και δηλώνει στήριξη σε όποιον διεκδικεί εξουσία.

Αυτός δυστυχώς ο μικρός , το ψώνιο, ο υστερόβουλος, ο ραγιάς, αυτός ο Χατζιαβάτης των εξουσιών και των μηχανισμών, αυτός ο εκλεκτός της αγοραίας δημοσιογραφίας, αυτός ο χειροκροτητής του κάθε ενός που είναι επάνω, αυτός ακριβώς είναι που κι ο ίδιος σαν εκλεγμένος ή ψηφίζοντας, δίνει την δυνατότητα σε άτομα σαν αυτόν, με τέτοια χαρακτηριστικά, να εκλέγονται  και να διοικούν.

Αγαπητέ Νάνο Βαλαωρίτη

Το ξέρω πως το ξέρεις, πως αυτό το διεφθαρμένο σύστημα που τρέφεται απ’ τις σάρκες μας γεννά το φασισμό. Πως η Χρυσή Αυγή είναι η στρατιωτική έκφραση των απόψεων του Πάγκαλου, του Βενιζέλου, του Σαμαρά και του Στουρνάρα. Πως τώρα εσύ, εγώ, εμείς, τρώμε τα κουφέτα απ’ τον κοινοβουλευτικό γάμο της φιλελεύθερης κυράς που ονομάζεται υπεραξία και του υπερτροφικού μπρατσωμένου γόη που ονομάζεται φασισμός. Στο χέρι μας είναι να μην αφήσουμε το ανδρόγυνο να γεννοβολήσει άλλον ένα καταστροφικό πόλεμο, σπέρνοντας όλεθρο κι ανθρώπινα κουφάρια όπως στο παρελθόν.

ritsos front cover

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Κοιτάζει πάλι, παρατηρεί, διακρίνει
μέσα σε μιαν απόσταση χωρίς καθόλου νόημα,
μες στη διάρκεια που πια δεν ταπεινώνει,
τους σβώλους ναφθαλίνης στη χαρτοσακκούλα,
τα ξερά κληματόφυλλα στον τρύπιο κουβά,
το ποδήλατο στ’ αντικρυνό πεζοδρόμιο.
Άξαφνα
ακούει το χτύπημα πίσω απ’ τον τοίχο,
το ίδιο εκείνο, συνθηματικό, καταμόναχο,
το βαθύτερο χτύπημα. Αισθάνεται αθώος
πούχει ξεχάσει τους νεκρούς.
Τις νύχτες, τώρα
δε χρησιμοποιεί ωτασπίδες—τις έχει αφημένες
μες στο συρτάρι του μαζί με τα παράσημά του
και με την πιο αποτυχημένη τελευταία του προσωπίδα.
Μονάχα που δεν ξέρει άν είναι η τελευταία.
RESURRECTION

He looks again, observes, discerns
in a distance that has no meaning at all,
in the continuance that doesn’t humiliate anymore,
the moth balls in the paper bag,
the dry grape leaves in the leaky pail,
the bicycle on the opposite sidewalk.
Suddenly
he hears the knock behind the wall,
that same one, coded, totally alone,
the deepest knock. He feels innocent
that he has forgotten the dead.
At night, now, he doesn’t
use earplugs anymore – he’s left them
in the drawer along with his medals
and with his last most unsuccessful mask.
Only he doesn’t know whether it’s the last one.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

cover

ΚΑΜΙΑ φορά, ξυπνάω τη νύχτα, ανάβω τη λάμπα και στέκο-
μαι εκεί, απέναντι στον ξένο, το πρωί βέβαια, δεν έμενε τίποτα,
μονάχα ένα ανεπαίσθητο σημάδι, που θα μπορούσε να το πάρει κα-
νείς για μια σταγόνα κερί, ενώ ήταν ίσως το ασυγχώρητο που
κανείς δεν το`βλεπε, μόνο το παλιό λησμονημένο όργανο ακουγό-
ταν στο υπόγειο, και θα `πρεπε να `χω θάψει, Θεέ μου, από καιρό
τα ενθύμια, γιατί και το αναπόφευκτο έτσι ελάχιστα αρχίζει,
καθόμουν, λοιπόν, τις νύχτες στη σκάλα περιμένοντας αυτόν
που θα νικούσε τον σιωπηλό κόσμο, και θα `παιρνε τη μεγάλη βελό-
να του πλεξίματος που κρατούσα, σαν τις γυναίκες, την ώρα που οι
άλλοι κοιμούνται, αφηρημένες πάνω στο εργόχειρο, έχουν ακολου-
θήσει κιόλας εκείνον που αιώνια μας προσπερνά.

SOMETIMES during the night I wake up Ι light the lamp and
stand there opposite the foreigner; at daybreak of course nothing was
left but an imperceptible mark that one could take as a drop of
wax while it was, perhaps the unforgivable which no one could see
only the old forgotten organ was heard in the basement, oh God,
I should have long ago buried all the mementos because even
the inescapable commences as simple as that,
yet at night I would sit by the stairs and wait for the one who
would defeat the silent world and would take the big needle of cross
stitching I held like women who while the others were asleep,
lost in their embroidery, have already followed the one who
forever walks ahead of us.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

cavafy copy.jpg

ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ
Τά μεγαλεία νά φοβάσαι, ώ ψυχή.
Καί τές φιλοδοξίες σου νά υπερνικήσεις
άν δέν μπορείς, μέ δισταγμό καί προφυλάξεις
νά τές ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις,
τόσο εξεταστική, προσεκτική νά είσαι.

Κι όταν θά φθάσεις στήν ακμή σου, Καίσαρ πιά
έτσι περιωνύμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβεις,
τότε κυρίως πρόσεξε σάν βγείς στόν δρόμον έξω,
εξουσιαστής περίβλητος μέ συνοδεία
άν τύχει καί πλησιάσει από τόν όχλο
κανένας Αρτεμίδωρος, πού φέρνει γράμμα,
καί λέγει βιαστικά «Διάβασε αμέσως τούτα,
είναι μεγάλα πράγματα πού σ’ ενδιαφέρουν»,
μή λείψεις να σταθείς, μή λείψεις ν’ αναβάλλεις
κάθε ομιλίαν η δουλειά μή λείψεις τούς διαφόρους
πού σέ χαιρετούν καί προσκυνούν νά τούς παραμερίσεις
(τούς βλέπεις πιό αργά) άς περιμένει ακόμη
κ’ η Σύγκλητος αυτή, κ’ευθύς νά τά γνωρίσεις
τά σοβαρά γραφόμενα τού Αρτεμιδώρου.
THE IDES OF MARCH
Beware of grandeur, oh soul.
And if you can not overcome your ambitions,
pursue them with hesitant precaution.
And the more you go forward, the more
inquiring and careful you must be.

And when you reach your zenith, as a Caesar at last;
when you take on the role of such a famous man,
then most of all be careful when you go out on the street,
like any famous master with your entourage,
if by chance some Artemidoros approaches
out of the crowd, bringing you a letter,
and says in a hurry “Read this at once,
these are serious matters that concern you,”
don’t fail to stop; don’t fail to postpone
every speech or task; don’t fail to turn away
the various people who greet you and bow to you
(you can see them later); let even the Senate wait,
for you must consider at once
the serious writings of Artemidoros.