Posts Tagged ‘From ‘Vernal Equinox’’

nostos and algos cover_300


Even this solemn remnant
of the ancient temple standing
like an anchorite in meditation
at the slope of the tired hill
even this they shall defile
remember this—I said

half-breed men with wide shoulder-blades
and hierodules with exquisite cheekbones
swaying their provocative buttocks
for the amusement of the winds
and the sea’s virgin salinity
even this they shall defile—I said

aimlessly before the innocent statues
they shall desecrate and life the whore
they shall name and with stamina
and unyielding persistence they shall
bury the primeval customs and after
they exhume the ancestral hatred
and guilt they shall imprison pneuma
to be guarded by Herculean arms in the fiery
prehistoric evil and theirs the wealth
of the valley and my kin’s reward
their blood shed in streets and neighborhoods
where you and I once roamed and played
drawing plans for achievements and deeds

and you said—it would had been better if we stayed
obedient to the holy and venerable
half truths brought to our lands by easterners
at least they had promised a gleaming Paradise


Κι αυτό το απομεινάρι του πανάρχαιου ναού
σάν αναχωρητής του πεπρωμένου
που στην πλαγιά βουνού διαλογίζεται
κι αυτό μια μέρα θα το βεβηλώσουν
—να το θυμάσαι, είπα

άντρες μιγάδες με τις φαρδιές τίς ωμοπλάτες
και ιερόδουλες με ζυγωματικά εξαίσια
τούς προκλητικούς γλουτούς κουνώντας
για τούς ανέμους ευδαιμονικά και
για τής θάλασσας τήν πρώτη αρμύρα
—να το θυμάσαι, είπα

άδοξα καταμπροστά στ αθώα αγάλματα
θα ιεροσυλύσουν και τη ζωή πόρνη θα πούν
με μένος και με στέρνα επιμονή βαθιά
θα θάψουν τούς παμπάλαιους θεσμούς
κι αφού σηκώσουν το πρωπατορικό μίσος
και την ενοχή το πνεύμα θα κλείσουνε
σε φυλακή νεκρούς νόμους θα βάλουν
για σκοπιά που να κρατούν τα μπράτσα
τής αλκής στα σίδερα και στις φωτιές
του πρωαιώνιου κακού και δικός τους ο πλούτος
της κοιλάδας και του λαού μου ο μιστός μόνο
το αίμα του χυμένο σε δρόμους και σε γειτονιές
που κάποτες εσύ και γω ξέγνοιαστα παίζαμε
όνειρα σχεδιάζοντας και κατορθώματα—κι είπες

καλό θε νάτανε να μέναμε πιστοί στα όσια
και ιερά που κάποιοι φέρανε στη γη μας
κι άς ήταν νόθα και λειψά τουλάχιστον
είχαν σαν αμοιβή έναν λαμπρό Παράδεισο


She stored his pictures in the album

dusted the chest carefully

hid her sighs inside an envelope

placed it on the side of her heart then

sat mesmerized by the memory of him

lingering in her mind as a crystal laughter

like when he used to take her hand saying: love you

From ‘Vernal Equinox’, a collection of poems by Manolis.
Ekstasis Editions, Victoria 2011


Ξάφνου στο βυσσινί

ομιχλώδες λυκόφως

τα χαρακτηριστικά της

ήρθαν στη θύμησή του

τα μάτια και το χαμόγελό της

απ’ τις μέρες εκείνες

που ονειρευόταν

ν’ ανιχνεύσει τις δεκαοχτώ χρονών

ερωτικές της καμπύλες



Suddenly in the violet foggy evening

her features came back to him

her eyes and smile

from days long gone

when he never stopped dreaming

of exploring her eighteen-year-old

lascivious and eloquent curves


vernal equinox


Wind conspired with him
blowing faintly yet enough

to lift her skirt somewhat
as she climbed the top step

and his lens caught by
her rosy g-string

no need for camera
his iris rests in heaven

retaining perfect contour
of undulating sand dunes

glamorous inviting sea-cave


Ο αγέρας συνομώτησε

και φύσηξε απαλά

κι ελαφρά σήκωσε τη φούστα της

καθώς έφτασε στο πιο ψηλό σκαλοπάτι

κι ο φακός του συνέλαβε την εικόνα

του ρόδινης κυλόττας της

ίριδα πετά στα σύννεφα από χαρά

που αποτύπωσε υπέροχες καμπύλες

αμμουδιές λαχταριστές

και την εκλυστική της θαλασσινή σπηλιά

~’Vernal Equinox’, by Manolis

Girl stands by the sink cleaning
crystal wine glasses seeking
a spirit like her heart searching
for love in this city with power
lines describing life or death
at night her blouse a bit
open her poetic breasts
squirm tender desire for feathery
touch from the young man
apartment next who doesn’t
yet know what softness means
and her hand full of soap-bubbles goes
quite unintentionally to the blouse opening
her finger coming close to skin electric
current lifts her blouse and in the window
she stares at her reddish nipple
with awestruck eyes

From ‘Vernal Equinox’, a collection of poems by Manolis
Ekstasis Editions, April 2011

vernal equinox


He stops shaving razor floating in air
hand absentmindedly creates a circle in mid-void
like a bird stilled by camera lens
her scandalous vulva visits his mind
from days of that August
on the scorched island
in low tone siesta
in muffled moaning
lest the mirror would crack from tension
in the cool soothing room
before his eyes
finger in circular motion of agony
swirling eroticism
higher and higher
near a shuddering apex
wind pandemonium
lust and a red colored
Lucifer laughs sardonically
as the razor touches his flesh
opening it
like hers
color reddish



Σταματά το ξύρισμα.
Xέρι αιωρούμενο
αφηρημένα διαγράφει ένα κύκλο στο κενό
σαν πουλί παγωμένο πάνω
σε φακό φωτογραφικής μηχανής
η ήβη της τον σκανδαλίζει
σαν έρχεται στο νου του
απ’ τις μέρες εκείνου του Αυγούστου
στο ηλιοκαμένο νησί
στο νωχελικό μεσημεριανό ύπνο
στήν τραγουδιστή λαγνεία
αλλιώς ο καθρέφτης θα ράγιζε απ’ την ένταση
στο δροσερό δωμάτιο
μπροστά στα μάτια του
δάχτυλο σε αγωνιώδη κίνηση κύκλου
που ο ερωτισμός στριφογυρίζει
ψηλότερα ψηλότερα στην κορυφή
συγκλονιστικού οργασμού
άνεμος πανδαιμόνιο
πόθος κι ένας κατακόκκινος
Εωσφόρος καγχάζει σαρδόνια
που το ψυράφι αγγίζει το δέρμα του
ανοίγοντάς το
σαν κι εκείνης
χρώμα κοκκινωπό

From ‘Vernal Equinox’, a collection of poems by Manolis
Ekstasis Editions
April 2011.

In the crystal nigh I’ll find you
again in the plaza by the same
statue who saw us separating

that cold October morning
you to the west I to the east
from the merging point

of two lives like triangle
lines and I’ll come to you
holding a book in my left

hand and a carnation in the
other just in case you come
looking to stir my emotions

just in case you come yearning
for kisses like that cold
October morning we separated

From ‘Vernal Equinox’, Ekstasis Editions, Victoria BC

vernal equinox


If you didn’t get to the train station

at that exact time you wouldn’t

have met him you wouldn’t have

started dating you wouldn’t have

married you wouldn’t have

the twins graduating this year and

where would you be now

had you taken the next train?


Αν δεν είχες φτάσει στο σταθμό

του τρένου εκείνο ακριβώς το λεπτό

δεν θα τον συναντούσες

δεν θα γνωριζόσαστε

δεν θα βγαίνατε ραντεβού

δεν θα παντρευόσαστε

δεν θα’χατε αποκτήσει τους δίδυμους

που αποφοιτούν εφέτος και

τι θα γινόταν αν είχες πάρει

το επόμενο τρένο


From ‘Vernal Equinox’ by Manolis,

Little huts
wounded dreamers
arrowed hearts

she said—

looking through
the open window
at a small vessel’s smoke
creating apparitions
of unequivocal grandeur

touch my puberty
with the feather’s softness
she said—
but leave my desire intact

From ‘Vernal Equinox’, Ekstasis Editions, Victoria 2011

Αχνισμένα τζάμια του καφενείου
καλύπτουν μασκαρεμένες προσπάθειες

γέροι κάθονται ολόγυρα
στην αναμμένη σόμπα

ανακαλώντας παλιές ιστορίες
νεώτεροι ονειρεύονται

μελλοντικές κατακτήσεις
και κατορθώματα στα άλση η

κάτω απ το φως του φεγγαριου
κι ο μοναχικός ταχυδρόμος

στενάζει για το ερωτικο
γράμμα που ποτε δεν έλαβε

From Manolis’s ‘Vernal Equinox’

View ‘Winter Cafe’ in English