Archive for the ‘book’ Category

merging dimensions cover

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

 

Και προσοχή δεν έδωσα

στις φλεγόμενες κόρες των ματιών του

που με συμβούλεψαν την προσοχή μου να εντείνω

παρά έριξα πίσω το κεφάλι

 

και κοίταξα τον ουρανό

μέσα απ’ τον τρούλο της ομπρέλλας

και ρώτησα τον ήλιο μου

 

που πούλησαν στα όμορφα παρτέρια

και σ’ ιδιωτικές ακρογιαλιές

των ξένων με τ’ άχυρα μαλλιά

 

τί απόγινε τ’ αρχέτυπο φιλί κι η αθωότη

που στης υπεραγοράς τα ράφια

τα πουλούσαν, και μια φωνή ακούστηκε

 

στο υπόβαθρο πως έπρεπε

τα αγαθά τους ν’ αγοράσω

 

κι είπε αυτό το πρώτο μέλημά μου

 

 

 

WARNING

 

And I didn’t pay attention

to his fiery irises that warned me

but I threw my head back

 

and through the umbrellas

little holes I gazed the sky

and I asked the sun

 

which was sold to beautiful

gardens and secluded villas

of the foreigners with the straw hair

 

what happened to the virginal kiss

and to the innocence sold

in the supermarket’s shelves

 

when a voice was heard

in the background saying

I had to buy their products

 

and this, it said, was my first concern

 

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

cover

ΚΑΜΙΑ φορά, ξυπνάω τη νύχτα, ανάβω τη λάμπα και στέκο-
μαι εκεί, απέναντι στον ξένο, το πρωί βέβαια, δεν έμενε τίποτα,
μονάχα ένα ανεπαίσθητο σημάδι, που θα μπορούσε να το πάρει κα-
νείς για μια σταγόνα κερί, ενώ ήταν ίσως το ασυγχώρητο που
κανείς δεν το`βλεπε, μόνο το παλιό λησμονημένο όργανο ακουγό-
ταν στο υπόγειο, και θα `πρεπε να `χω θάψει, Θεέ μου, από καιρό
τα ενθύμια, γιατί και το αναπόφευκτο έτσι ελάχιστα αρχίζει,
καθόμουν, λοιπόν, τις νύχτες στη σκάλα περιμένοντας αυτόν
που θα νικούσε τον σιωπηλό κόσμο, και θα `παιρνε τη μεγάλη βελό-
να του πλεξίματος που κρατούσα, σαν τις γυναίκες, την ώρα που οι
άλλοι κοιμούνται, αφηρημένες πάνω στο εργόχειρο, έχουν ακολου-
θήσει κιόλας εκείνον που αιώνια μας προσπερνά.

SOMETIMES during the night I wake up Ι light the lamp and
stand there opposite the foreigner; at daybreak of course nothing was
left but an imperceptible mark that one could take as a drop of
wax while it was, perhaps the unforgivable which no one could see
only the old forgotten organ was heard in the basement, oh God,
I should have long ago buried all the mementos because even
the inescapable commences as simple as that,
yet at night I would sit by the stairs and wait for the one who
would defeat the silent world and would take the big needle of cross
stitching I held like women who while the others were asleep,
lost in their embroidery, have already followed the one who
forever walks ahead of us.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Ritsos_front large
Στό στρατώνα

Τό φεγγάρι μπήκε στό στρατώνα.
Ψαχούλεψε τίς κουβέρτες τών φαντάρων.
Έπιασε ένα γυμνό χέρι. Κοιμήσου.
Κάποιος παραμιλάει. Κάποιος ροχαλίζει.
Μιά σκιά χειρονομεί στό μακρύ τοίχο.
Πέρασε τό τελευταίο τράμ. Ησυχία.

Μπορεί όλοι αυτοί νάναι αύριο πεθαμένοι;
Μπορεί από τώρα κιόλας νάναι πεθαμένοι;

Ένας φαντάρος ξύπνησε.
Κοιτάζει γύρω μέ γυάλινα μάτια.
Μιά κλωστή αίμα κρέμεται απ’ τά χείλη τού φεγγαριού.
In the Barracks

The moon entered the barracks.
It rummaged in the soldiers’ blankets.
Touched an undressed arm. Go to sleep.
Someone talks in his sleep. Someone snores.
A shadow gestures on the long wall.
The last trolley bus went by. Quietness.

Can all these be dead tomorrow?
Can they be dead from right now?

A soldier woke up.
He looks around with glassy eyes.
A thread of blood hangs from the moon’s lips.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

nostos and algos cover

ΚΛΑΔΙΑ

Σπασμένα κλαδια δέντρου
μπλεγμένα σαν τα όνειρα
που κάποτε είχες στου αγέρα
το καλόβολο φύσημα και πώς
να ξεμπερδέψεις με την άγκυρα
που έδεσες στα πόδια σου
και σαν σπασμένο κλαδί κρέμεσαι
απ’ το κενό κι άδοξα
να περιμένεις κάποια λύση
που ξεφεύγει λογικού
και μια παράξενη στατικότητα σε κυβερνά
σαν θάνατος πρίν απ’ το θάνατο

κι είπες—

πιλότος θα γίνω στην επόμενη ζωή
για να πετώ ψηλά στα σύννεφα.
BRANCHES

Broken branches of the tree
entwined like the dreams
you once had
free in the wind’s temper and
how you managed to tie
an anchor on your ankle and now
you hang from a tree branch
as though by a thread
over the void waiting for
a solution to your problem
strange stagnation governing
your thoughts like death
before death

and you said—

in the next life I’ll become a pilot
to fly high in the clouds

cover

Ο ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ πυρετός των δρόμων, οι μεγάλες απόπνοιες απ’
τις πυρκαγιές,
και πάλι παλιές διηγήσεις, ενώ το ήρεμο αδράχτι των γυναικών
οδηγούσε μυστικά τις ώρες. Κανείς δε μας αναγνώρισε όταν γυρί-
σαμε,
καθίσαμε κι εμείς μες στην ανωνυμία μας, σαν τον ξυλοκόπο
μες στη συγνώμη των δέντρων, ώσπου σιγα σιγά μας ξέχασαν,
δεν είχαμε ούτε όνομα, ούτε προσδοκία. Όπως τ’ αγάλματα είναι
αθάνατα,
συντηρώντας μια θνητή μας ώρα.
THE ENDLESS fever of the roads the strong smell emitted
by conflagrations
and again the old stories, while the women’s serene spindle
secretly guided the hours. Nobody recognized us when we
returned
so we dwelled in our anonymity like the lumberjack
in the forgiveness of the trees until slowly they forgot of us:
we had neither name nor expectation. Like the statues that are
immortal and
they preserve our mortal hour.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

74979_3629791323956_2077615219_n

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΚΔ’

Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.
Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε
άν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει
άς μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδίλια,
άς γυρίσουν προς το έρεβος των θυμάτων:

Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους δείξουμε τη γαλήνη.

 

MYTHISTOREMA XXIV

 

Here end the works of the sea, the works of love.
Those who will live here someday where we die
perhaps the blood will darken in their memory and
overflow
let them not forget us, the weak souls among the asphodels
let them turn the heads of the victims toward Erebus:
We who had nothing will teach them tranquility.

~GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, Canada, 2012

Ritsos_front large

ΑΝΑΙΡΕΣΗ

Ώστε, λοιπόν, δεν είχαν όλα χαθεί. Το παράθυρο
έβλεπε ακόμη ένα κομμάτι πολιτεία, ένα κομμάτι
διαθέσιμο σχεδόν ουρανό. Ο μαραγκός, ο χτίστης,
μετέωροι στη σκαλωσιά, έρχονται πάλι πλησιέστερα.
Τα καρφιά, τα σανίδια έχουν, λοιπόν, κι άλλη χρήση,
και τ’ όνειρο πάλι κι ο τοίχος κ’ η ελάχιστη ανάσταση
κ’ η περίλυπη δόξα, χρήσιμη πάλι, θυμίζοντας
κείνες τις οδοντογλυφίδες στο τσεπάκι του γιλέκου
που, τόσα χρόνια πριν, είχαμε πάρει κρυφά
απ’ το φτηνό εστιατόριο μια χειμωνιάτικη νύχτα.
REFUTATION

So it seems it wasn’t all lost. The window
still looked out at a part of the city, an almost available
part of the sky. The carpenter, the builder,
dangling off the scaffold, they come closer again.
Then the nails, the planks, have another use
and the dream again, the wall and the faint resurrection
and the sorrowful glory, useful again, reminding us
those toothpicks in the small vest pocket
that, so many years ago, we had secretly taken
from the cheap restaurant one winter night.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

images of absence cover

ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ

Ήξερε είχε ακόμα χρόνο προτού
τον εκτελέσουν. Ξάπλωσε
στο τσιμεντένιο πάτωμα να νιώσει
τη δροσιά του κάτω κόσμου, εκεί
που οι ψυχές παγώνουν μες στη νύχτα
κι η σκληρότητα της πλάκας
πάνω στο κορμί έμοιαζε πόρτα
ολόψυχρη μπροστά στα μάτια του

ξάφνου γύρισε προς το μέρος μου
γέλασε ένα βιαστικό, βραχύ γέλιο
σαν να ζεστανόταν για μια ομιλία
που θ’ αρχινούσε αλλά δίχως να πει
κουβέντα άρπαξε το σακκούλι και
μου το `δωσε σαν να ταχτοποιούσε
τις τελευταίες υποθέσεις του

και σφράγισε τ’ αυτιά με τις παλάμες
μόλις μπήκε ο ιερέας
απ’ την πόρτα ψάλλοντας

 

CONVICT

He knew there was still time
until the execution. He lied
flat on the concrete floor
to feel the freshness
of the underworld where
the souls freeze at night
the hardness of the slab
against his flesh a slap like
a frozen door shut before his eyes

suddenly he turned towards me
laughed a hasten short laughter
as if warming up for
an important speech he had to give
and without any word
he grabbed his bag and
passed it over to me as if
he settled his last affairs

then he sealed his ears with his palms
when the chanting chaplain
came through the door

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

 

autumn leaves cover

ΑΙΜΑ

Πολλοί ποτέ δεν έμαθαν
πως είτε βγει ο ήλιος
πίσω απ’ το βουνό είτε εκτοξευτεί
απ’ την κάννη πιστολιού
είναι γιομάτος φλόγα
και σε καίει. Γι’ αυτό
και τόσα όνειρα μείναν ανεκπλήρωτα
κι η ευτυχία ανεξήγητα καθόταν
στη βιτρίνα εμπορικού καταστήματος
τη μοναξιά στην εκκλησιά δοξολογούσαν
ώσπου τα χρόνια πέρασαν κι εκείνος
με το ακρωτηριασμένο μπράτσο,
κάτοχος του μεγάλου μυστικού,
με το αριστερό του χέρι αρχίνησε
να γράφει σε ξενους τοίχους ξεβαμένους,
πάντα η αλήθεια το τσιμέντο κοσμεί,
μέ γράμματα ολοκόκκινα: “αίμα-αίμα.”
BLOOD

Most people never understood that
whether the sun rises
from behind the mountain or
is shot out of the pistol’s barrel,
it always burns you.
For this so many of our dreams
remained unrealized,
inexplicably happiness was laid
in the display window
of the department store and
loneliness was again eulogized
in the church and as the years went by
him, the one with the severed arm,
kept on writing on other people’s discolored
walls, truth always decorates the cement,
with fiery red letters: “blood-blood.”

 

~AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC 2014

Image

 

ΥΣΤΕΡ’ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΛΗΜΜΥΡΑ

Κείνες τις μέρες έβρεχε ασταμάτητα. Κατέβαζε πολύ νερό.
Το ποτάμι πλημμύρισε. Δε φαινόταν η γέφυρα.
Κόσμος καθόταν στις όχτες. Περίμεναν. Η βροχή δε σταμάταγε.
Κάποιοι πετούσαν τα βρακιά τους, τα παπούτσια τους, για να
περάσουν το ποτάμι.
Ύστερα μέναν έτσι. Δέν περνούσαν. Κάθονταν στη βροχή γυμνοί
ώσπου νύχτωνε και δεν ξέραμε πια: έμειναν τάχα εκεί; περάσαν
το ποτάμι; πνίγηκαν;

Την άλλη μέρα είχε λιακάδα. Το ποτάμι χαμήλωνε.
Ο έρωτας περνοδιάβαινε στο γεφύρι παίζοντας με τα φύλλα
και πια κανένας δε θυμόταν τα κατορθώματα κείνων που πά-
λεψαν με το νερό
ούτε τα κλάματα κείνων που τους χώρισε το ποτάμι
ούτε κείνους που πνίγηκαν στη νύχτα.

Ένα παπούτσι αρμένιζε ήσυχα μες στο ποτάμι
σα βάρκα ενός πουλιού μες στα παιχνίδια τού νερού και του ήλιου.

 

AFTER THE FLOOD

Those days it rained unceasingly. Torrential rain.
The river flooded. You couldn’t see the bridge.
People stood by the banks. They waited. The rain wouldn’t stop.
Some did away with their underpants and shoes so they
could cross the river.
Then they stayed like that. They didn’t cross. They stayed in the rain
naked until night came and we didn’t know further: did they stay
there? Did they cross? Did they drown?

The next day it was sunny. The river had receded.
Eros went back and forth on the bridge playing with the leaves
and no one remembered anymore the deeds of the ones who fought
the water
neither the cries of those who the river separated
nor those who drowned during the night.

One shoe sailed calmly on the river
like a boat of a bird amid the games of the water and the sun.

 

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca