Archive for May, 2015

images

APHRODITE

And Aphrodite granted me her reddish

hymen that I craved
to push open
tough veil of my ambition
hymn that
I sang over the earth’s
green bosom and
on white bed-sheets rough and
unapologetic
where I learned
to measure
feminine superiority with shades of color
as I was born
to enjoy it
during the harsh hours
of peace

Suddenly I became impious
her arms went around my neck
holding me captive
in thoughts of lust
enjoyable and unspent
my folded arms
inside my grave I saw
oars of my boat to lead me
across the little cove
I always seek to arrive
to your embrace
impious I became
my kin’s apostate
profane supporter of bulbs and
ardent defender of the oath taken
under the auspices of the full moon

ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Κι η Αφροδίτη τον κοκκινωπό της μου δώρησε

υμένα που πολύ πεθύμησα
να διακορεύσω
τραχύ βέλο η φιλοδοξία μου
ύμνος
που στον αιθέρα έψαλλα,
στης γης το βάθος
και στα λευκά σεντόνια
τραχιά και αμεταμέλητα
εκεί που έμαθα
πώς να μετρώ
με χρώματα τη θυληκή υπεροχή
κι ήμουν έτσι φτιαγμένος
να την απολαμβάνω
τις σκληρές ώρες
της ειρήνης

Ξαφνικά έγινα ανευλαβής κι ένιωσα
πως τα μπράτσα της γύρω απ’ το λαιμό
φυλάκιζαν το είναι μου
μ’ ερωτικές σκέψεις
ευχάριστες κι αξόδευτες
στο στήθος σταυρωτά τα χέρια μου
κάτω απ’ την ταφόπετρα είδα
σταθερά κουπιά βάρκας μου
προς την άλλη μεριά του κόλπου
που πάντα σκόπευα να πάω
και κούρνιαξα στην αγκαλιά σου
ανευλαβής που έγινα
του γένους μου αποστάτης
ανίερος υποστηριχτής βολβών
κι ένθερμος υπερασπιστής του όρκου που δώσαμε
κάτω απ’ την ευοίωνη πανσέληνο
~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.

images of absence cover

CAREFREE

In the breeze of twilight
your arm moves
outside the window
of the car and
suddenly you grab
your hat and with ease
you let it fly away

free like I am
—you say, a bird
in the wind’s embrace

and I smile
and touch your hair

ΞΕΓΝΟΙΑΣΙΑ

Στης εσπέρας τη δροσιά
το χέρι σου κινείται
έξω απ’ το παράθυρο
του αυτοκινήτου
και ξάφνου πιάνεις
το καπέλλο
κι ανέμελα τ’ αφήνεις
στου ανέμου το μεθύσι

λεύτερο σαν και μένα
—λες, πουλί
στου κόσμου την αγκάλη

καθώς χαμογελώ
κι αγγίζω τα μαλλιά σου

~IMAGES OF ABSENCE-Ekstasis Editions, Victoria BC, March, 2015
~ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ-ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ, Καλοκαίρι, 2015

Manolis----cover

My poetry book AUTUMN LEAVES translated to Hungarian by Karoly Csiby, was just released by AB-ART publishers in the city of Gyor in Hungary.

Η ποιητική μου συλλογή AUTUMN LEAVES σε μετάφραση του Karoly Csiby, μόλις κυκλοφόρησε απο τον εκδότη AB-ART στην ουγγρική γλώσσα στην πόλη Gyor της Ουγγαρίας.

cover

SIMPLE TALK

I would like to speak
in a simple way
as one unbuttons his shirt
and reveals an old mark
like your elbow that feels cold
you look
and discover there is a hole in your garment
as a comrade sits on a rock and mends
his undershirt.
To speak of whether I might one day come back
carrying a dirty mess-tin full of exile
having in my pockets two tightly held fists
to speak
in a simple way —
but for a moment let me put down my crutches.

ΑΠΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ

Θάθελα να μιλήσω
απλά
όπως ξεκουμπώνει κανείς το πουκάμισό του
και δείχνει ένα παλιό σημάδι
όπως κρυώνει ο αγκώνας σου
γυρίζεις
και βλέπεις ότι είναι τρύπιος
όπως κάθεται στην πέτρα ένας σύντροφος και μπαλώνει
τη φανέλλα του.
Να μιλήσω αν μια μέρα ξαναγυρίσω
Κουβαλώντας μια βρώμικη καραβάνα γεμάτη ξενητειά
κουβαλώντας στις τσέπες μου δυο γροθιές σφιγμένες
να μιλήσω
απλά —
μονάχα μια στιγμή ν’ ακουμπήσω κάπου τα δεκανίκια μου.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis

ubermensch cover

FIRST TOUCH

As we had almost learned the meaning of the bird’s chirp
the secret of the lion’s calling, to the heights of our primeval
gods we wished to reach, innocent blood that drenched
the virgin’s lips we kissed, lips that once we loved
to the point of grief, serious teachings upheld by stony
shoulders, guideposts we selected before we reached
the first village.
He stood on top of the hovel pitch black clouds encircled
the sky canopy, His voice but a thunder into our ears,
as though God sent, apocalypse re-enacted, the longer
you dwell in fear, He said, the longer you remain slaves.
His head was raised, as if to address someone equal to
Himself, in our veins the blood was boiling as He prepared
a new path for our clan and we had just started to understand
the meaning of this music.

ΠΡΩΤΗ ΕΠΑΦΗ

Μόλις που μάθαμε τι πάει να πει τιτίβισμα πουλιού
και μυστικό στου λιονταριού το κάλεσμα, στο ύψος
των πανάρχαιων θεών μας αποζητήσαμε να φτάσουμε,
αίμα αγνό που έβαψε χείλη παρθένας εφιλήσαμε, χείλη
που κάποτες πολύ λατρέψαμε μέχρι στο σύνορο του πένθους
ώμοι πετρώδεις που υπεράσπισαν διδάγματα σπουδαία
γίναν σηματωροί μας όταν στο πρώτο χωριό φτάσαμε.
Σε μιας καλύβας τη σκεπή ανέβηκε, κατάμαυρα
τα σύννεφα που περιέβαλαν το θόλο του ουρανού
φωνή ίδια βροντή, θεόσταλτη, θα έλεγες, αναπαρίστανε
την αποκάλυψη, ‘όσο πιο πολύ φοβάστε’, είπε, ‘τόσο πιο πολύ
σκλάβοι θα μείνετε.’
Είχε σηκώσει το κεφάλι σαν να `θελε σε κάποιο
να μιλήσει ισάξιό του, το αίμα έβραζε στις φλέβες μας
που ετοίμαζε για την ομάδα μας νέα πορεία και μόλις
που καταλαβαίναμε τούτης της μουσικής το νόημα.

~UBERMENSCH, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

cavafy copy

THE HORSES OF ACHILLES

When they saw Patroklos dead
who was so brave and strong and young
the horses of Achilles began to cry;
their immortal nature was outraged
at the sight of this work of death.
They reared up and tossed their long manes
they stamped the ground with their hooves and mourned
Patroklos whom they felt was soulless — devastated —
lifeless flesh now — his spirit gone —
defenseless — without breath —
returned from life to the great Nothing.

Zeus saw the tears of the immortal
horses and felt sad. He said, “At the wedding of Peleus
I shouldn’t have acted so mindlessly;
it would have been better if we had not given you away
my unhappy horses! What need did you have to be
down there among miserable humans, playthings of fate.
You whom death cannot ambush, you who will never grow old
you are still tormented by disaster. People
have entangled you in their suffering.” — But
for the endless calamity of death
those two noble animals shed their tears.

ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τινάζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο — αφανισμένο
μια σάρκα τώρα ποταπή — το πνεύμα του χαμένο
ανυπεράσπιστο — χωρίς πνοή—
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω
καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τί γυρεύατ’ εκει χάμου
σταν άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι ανθρώποι.»—Ώμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτεινή
την συμφορά εχύνανε τα δυο τα ζώα τα ευγενή.

~Constantine Cavafy, Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, 2013

Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, 2013

images

HADES

Hades looked at the barren earth and

with His strong hand He spread
the brown to the right and
to the left the red bloody

hills and downward roads
leading to the sea where
sweat and salt were balanced

when for a moment He stopped
to listen to the owl’s call

hour of wisdom incarnated
lines of people He pulled from
the earth’s bottom
chthonian climax
unorthodox couplings
an expert analyser he counted
the fingers and the phalli of men
eloquent contours of women
sea caves where future

generations were destined to dwell
labyrinthine quotations
asymmetrical widths
elliptical lengths and
a saddened August

looking for naked bodies
lying on the fiery seashore

ΧΑΡΟΣ

Κι ο Χάρος κοίταξε την άγονη γη

και με το στιβαρό Του χέρι έσπειρε
το καφετί προς τα δεξιά
και προς τ’ αριστερά το κόκκινο του αιμάτου

λοφίσκοι και κατηφοριές
να οδηγούν στη θάλασσα
ιδρώτας που αναμίχτηκε με την αλμύρα

όταν για μια στιγμή σταμάτησε
ν’ αφουκραστεί του γκιώνη κάλεσμα

ώρα που η σοφία ενσαρκώθηκε
σειρές ανθρώπων έσυρε
από τη γης τα έγκατα
χθόνιο κορύφωμα
κι ανορθόδοξες συζεύξεις
ειδικευμένος αναλυτής που μέτρησε
τα δάχτυλα και τους φαλλούς αντρών
καλλιγραφικές καμπύλες γυναικών
ανήλιαγιες σπηλιές που μέλλονταν

γεννιές μελλοντικές να κατοικήσουν
λαβυρίνθιες περικοπές
πλάτη ασσύμετρα
μήκη ελλειπτικά
κι ο λυπημένος Αύγουστος

να ψάχνει για γυμνά κορμιά
πάνω στη φλογισμένη ακρογιαλιά

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.

Copyrighted_Image_Reuse_Prohibited_784771

D

The merciful Hestia built my dwelling

echo of a gallop
sang in faraway lands
sound of a comma
I heard
the exclamation
of a woman’s nipple
an exhausted tree stopped
its rustle and I existed
in vague limbo

homophonic crickets spoke of duty
foggy installment of guilt

I carried into this world from
the serenity of the blessed souls
an unbroken link
to my ancestors beauty

wrath of barbarians at the cross points
of history and I felt Him
leaning over my cradle
to remind me
my future war against
shadows and
prickly pears seeds
the slow crawl of pain
had already commenced

easing my path to humanness

ΙV

Εστία σπλαχνική έχτισε το χαγιάτι μου

ηχώ καλπασμού
σε μακρινά μέρη που ακούστηκε
πάταγος από κόμμα
που άκουσα
θαυμαστικό
γυναίκειας θηλής
το εξαντλημένο δέντρο που σταμάτησε
το θρόϊσμά του κι υπήρξα
στην απροσδιόριστη διάσταση

ομόηχα τριζόνια μίλησαν για καθήκον
μια θαμπή δόση ενοχής

που έφερα σ’ αυτό τον κόσμο
απ’ τη γαλήνη των ευλογημένων ψυχών
αδιάσπαστος κρίκος
με των προγόνων την ομορφιά

οργή των βαρβάρων στο σταυροδρόμι
της ιστορίας και τον ένιωσα
να γέρνει πάνω απ’ το λίκνο μου
και να μου θυμίζει κάποιο
μελλοντικό μου πόλεμο
εναντίον σκιών
και σπόρων φραγκοσύκων
το αργό πέρασμα του πόνου
είχε κιόλας αρχηνίσει

εύκολη τη μετάλλαξή μου σ’ άνθρωπο

images of absence cover

INHERITANCE

He knew I devoted all my
earthly love to him
I pronounced him heir
of the world which I had
concealed from the traitors

for this he dug
his grave deep
he threw in it
the inheritance
soon after he stood
somber on top of the slab and
from the depth
of his lungs
he wailed

in this shadow for eons
we’ve dwelled
you and I
the two disinherited
you and I
the two exaggerations

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

Το `ξερε του αφιέρωσα
όλη μου την αγάπη
και κληρονόμο τον εκήρυξα
του κόσμου που προσεχτικά
είχα κρυμένο
απ’ τους δοσίλογους

κι εκείνος έθαψε
βαθειά στον τάφο
την κληρονομιά του
κι αμέσως σοβαρά ορθός
στη πλάκα στάθηκε
κι από τα βάθη
των πνευμόνων
κραύγασε

αιώνες τώρα μέσα
στους ίσκιους κατοικούμε
εσύ κι εγώ της μοίρας
οι απόκληροι
εσύ κι εγώ οι δυο
υπερβολές

~IMAGES of ABSENCE, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2015