Posts Tagged ‘afternoon’

cover

ΤΕΡΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Ή μάλλον για να `μαι πιο συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’
αυτό το ρολόι, ένα ρολόϊ ηλίθιο και φαλακρό, εγώ τί έφταιξα —
απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στον καναπέ κι έτρωγα
τις θείες μου σε νεαρή ηλικία, αλλά μιά μιά, για να μη φανεί απότομα
η γύμνια του τοίχου ή μια φορά στο δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η
πόλη ήταν ακαλαίσθητη
και μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος για τους άλλους είναι
που έδωσε στη ζωή μας αυτό το ατέλειωτο βάθος

 

AFTERNOON DELIGHTS

Or perhaps to be more accurate it all started by
this clock a stupid bald headed clock, it wasn’t my fault —
every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my
young unties, however but one by one so that the emptiness
of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat
blood so much the city was inelegant
that only the lack of interest for others gave our lives
this endless depth.

 

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

Cloe and Alexandra_cover_aug265

 

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Καθόταν στο διπλανό τραπέζι,
είχε δική του παρέα κι όμως κάθε τόσο
γύριζε να με κοιτάξει,
με έψαχνε στα μάτια.
Πριν καθίσει απέναντί μου
υπήρχε το νωχελικό φως του απογεύματος
που έλουζε τα τραπέζια,
τα καθαρά τραπεζομάντιλα
και πιο πέρα τις πέτρες και τα δένδρα.
Μα πριν συμβούν όλα αυτά
ήμουν βυθισμένη σε μια απέραντη νωχέλεια,
σε μια απέραντη ηρεμία
που προδιέθετε και προετοίμαζε
μια τέτοια απόλαυση:
μέσα στο εξαίσιο φως
ένας άνδρας να με κοιτάζει.

 

THE AFTERNOON LIGHT

He was sitting at the next table
engaged in his own affairs
but every now and then
he turned to look at me
staring me in the eyes.
Before he sat opposite me
it was the languid afternoon light
which bathed the tables,
the clean tablecloths
and further off the rocks and trees.
And before all this happened
I was sunk in an overwhelming languidness,
in an overwhelming peacefulness,
which predisposed and prepared me
for such a thing to relish:
in that wondrous light
a man staring at me.

 

~Cloe and Alexandra, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2013

kiki-dimoula

ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Ένα κομμάτι άνεμος που έπεσε στο δρόμο
κάθισε κι έπαιξε
στα σύρματα του ηλεκτρικού
μια μελωδία σιγανή
αφιερωμένη στη διάθεσή μου.
Αυτή για μια στιγμή μονάχα
ανασηκώθηκε και κοίταξε,
ύστερα αμετάπειστη και αδιάφορη
ξαναβυθίστηκε εντός μου.

AFTERNOON

A piece of the wind that fell on the street
sat on the electric wires
and in low tone
played a melody
dedicated to my mood.
This melody rose
momentarily and gazed;
then unconvinced and indifferent
re-sank deep inside me

~ΕΡΕΒΟΣ-EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

spruce

ONTOGENESIS

Immortal darkness
of the underworld, oh, Kore

a supplicant I become

the sky to adorn
the cloud with my fear to define

momentous freedom of thought

I am the Great Spirit’s song
eternal warmth of life

I possess before I come down
to find refuge in your abode

after my days reach their end
accept me in your Sanctum Sanctorum
oh Kore, a simple minded fir I’ve been
for all the days and nights of my life

ΟΝΤΟΓΕΝΗΣΗ
Αθάνατο σκοτάδι του
κάτω κόσμου, ω Κόρη

ικέτης γίνομαι

τον ουρανό ν’ αποθεώνω
το σύννεφο του φόβου μου να καθορίσω

στιγμιαία σκέψης ελευθερία

του Μεγάλου Πνεύματος είμαι τραγούδι
αιώνειας ζωής φωτιά

υποδαυλίζω προτού κατέλθω
και καταφύγιο βρω στο κόσμο σου

όταν οι μέρες μου στερέψουν
στο Άγιο των Αγίων σου δέξου με

ω, Κόρη, ένα απλοϊκό έλατο ήμουν
όλες τις μέρες και νύχτες της ζωής μου.
~CHTHONIAN BODIES, Paintings by Ken Kirkby, poems by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, Canada, 2015

11698589_410431962495253_250161418084392050_n

JULY

July the twenty second, eight thirty-five in the morning, the nightingale hides in the branches when Hades decides to push His arm deep in the jar of ostracons and bring up the one with my name written in capital letters…MANOLIS…with patience He sharpens His sickle on the stone as the jasmine reminds Him of a special fragrance and the chickadee sings our national anthem.

—I want to go on a holiday trip, faraway to some secluded romantic place.

He comes to my humble hovel when suddenly Atropos, Clotho and Lachesis toss His mind between a rock and a hard place, from north to south, it dons on him: enough men taken the last few hours.

—Don’t be concerned with your blood pressure: add a little salt it gives taste to the food.

He changes His mind. He flies to Bosnia where men line for the taking. He leaves and leaves me free in peace.

—Let’s go to Mexico where lovers go, like the two of us, eh baby?

Ostracon with my name written in capital letters is put back in the immense jar of ostracons,
like a cell of heart tissue to its muscle.

—If we put enough money away we can go onto a Caribbean cruise this September.
ΙΟΥΛΙΟΣ

Εικοσιδύο Ιουλίου, οχτώ και τριανταπέντε το πρωί, τ’ αηδόνι κρύβεται στα κλαδιά καθώς ο Χάρος αποφασίζει να βάλει το χέρι στη μεγάλη σακκούλα με τα όστρακα και διαλέξει εκείνο με τ’ όνομά μου με κεφαλαία γράμματα γραμμένο…ΜΑΝΩΛΗΣ…υπομονετικά το δρεπάνι του στην πέτρα ακονίζει καθώς το γιασεμί του υπενθυμίζει μια συγκεκριμένη ευωδία και το μαυροπούλι τραγουδάει τον εθνικό μας ύμνο.

—Θέλω να πάμε διακοπές σε κάποιο μέρος μακρινό και ρομαντικό.

Κι ο Χάρος το φτωχικό μου σπίτι επισκέπτεται όταν ξαφνικά η Κλωθώ, η Άτροπος κι η Λάχεσις του ταλανίζουν το μυαλό μεταξύ πέτρας και γρανίτη, απ’ τ’ανατολικά στα δυτικά, κι αποφαίνεται: αρκετούς τις τελευταίες ώρες πήρε.

—Μη σε στενοχωρεί η πίεσή σου, βάλε λίγο αλάτι ακόμα στο φαί, το νοστιμίζει.

Κι ο Χάρος τη γνώμη του αλλάζει και πετά μακριά στη Μπόσνια που στέκουν όλοι στη γραμμή να σκοτωθούν. Φεύγει και μ’ αφήνει λεύτερο στην ησυχία μου.

—Πάμε στο Μεξικό που πάνε οι εραστές σαν εμάς τους δυο μωρό μου, εντάξει;

Τ’ όστρακο με τ’ όνομά μου γραμμένο με κεφαλαία γράμματα ρίχνεται ξανά στη σακκούλα σαν κύτταρο μυώνα πίσω στην καρδιά.

—Αν αποταμιεύσουμε μερικά χρήματα θα πάμε το Σεπτέμβριο κρουαζιέρα στην Καραβαϊκή.

~REMORSES and EPIPHANIES, collection in Progress.

11698589_410431962495253_250161418084392050_n

STICHOMYTHIA
Young well educated man talks to his old uneducated grandfather.
“Grandfather, earlier today when I met my colleague for a coffee at Starbucks he asked me what I think of the acrimonious debate between the European creditors and the Greek Government and I didn’t know what position to take…what say you?”
“It is simple my boy, when the lion roars in the jungle all small animals run to hide.”
“What do you mean?”
“The lion is hungry. An animal’s flesh will be torn apart to satiate the hungry lion.”
“What do you mean grandfather?”
“The greedy bankers and financiers, the ludicrous saviors of our financial crisis have smelled the blood of the economy, they want to such some more, as if what they have sucked the last five years isn’t enough.”
“You believe that grandfather?”
“Let me ask you: what do you think is the reason for a financially powerful nation offers to sign a free trade agreement with a weaker nation?”
“To help in its development…”
“And you went to school for all these years, my boy…that’s not the reason.”
“What is it then?”
“To take advantage of it…to suck the blood of its citizens, to get easier access to its resources, to use its cheaper labor…and many other reasons except of the one you mentioned.”
“Tell me grandfather: did the EURO help us here in Greece?”
“I don’t know, but I can tell you this: before the EURO my coffee at the café cost me 100 drachmas and after the EURO it cost me .80 cents EURO or 280 drachmas, you think it helped me?”
The young man supported his chin under his palm and remained silent.

ΣΤΙΧΟΜΥΘΙΑ
Καλά μορφωμένος νέος συζητά με τον αγράμματο παππού του.
«Παππού, λίγο πιο νωρίς που συνάντησα το συνάδερφό μου για ένα καφέ στο Στάρμπακς η κουβέντα πήγε στην κατάσταση και στη διαμάχη ανάμεσα στην κυβέρνηση και στους Ευρωπαίους Εταίρους και δεν ήξερα τί θέση να πάρω…εσύ τί γνώμη έχεις;»
«Είναι απλό γιέ μου, όταν βρυχάται το λιοντάρι στη ζουγκλα όλα τα ζώα τρέχουν να κρυφτούν στο δάσος.»
«Τί εννοείς;»
«Το λιοντάρι είναι πεινασμένο και θέλει να χορτάσει με τη σάρκα κάποιου ζώου.»
«Τί εννοεί αυτό παππού;»
«Οι άπληστοι τραπεζίτες, οι χρηματοδότες, οι καθώς φαίνεται σωτήρες της οικονομικής μας κατάστασης μύρισαν το αίμα και θέλουν να ρουφήξουν λίγο ακόμα σαν να μην ήταν αρκετό αυτό που ρούφηξαν τα τελευταία πέντε χρόνια.»
«Αυτό πιστεύεις παππού;»
«Εσύ ποιος λες είναι ο λόγος που ένα ισχυρό οικονομικά κράτος υπογράφει μια οικονομική συμφωνία με ένα αδύναμο οικονομικά κράτος;»
«Για να βοηθήσει την ανάπτυξή του.»
«Και πήγες στο σχολείο τόσα χρόνια…γιε μου, δεν είναι αυτός ο λόγος.»
«Τότε ποιος είναι;»
«Για να το εκμεταλλευτεί…να ρουφήξει το αίμα των πολιτών του, ν’ αρπάξει το φυσικό του πλούτο, να χρησιμοποιήσει το φτηνό του εργάτη…κι άλλοι πολλοί λόγοι εκτός απ’ αυτόν που είπες.»
«Πες μου παππού: ωφέλησε το ΕΥΡΩ τον τόπο μας ή όχι;»
«Δεν γνωρίζω αλλά μπορώ να σου πω το εξής: Πριν το ΕΥΡΩ ο καφές μου στο καφενείο κόστιζε 100 δραχμές. Μετά το ΕΥΡΩ κόστιζε 80 λεπτά ΕΥΡΩ ή 280 δραχμές, λές με βοήθησε το ΕΥΡΩ;»
Ο νέος στήριξε το πηγούνι του στο χέρι κι έμεινε άφωνος.

~ Μανώλης Αλυγιζάκης
~ Manolis Aligizakis

Cloe and Alexandra_cover_aug265
Perfect Day

It wasn’t the seashore
of Salonica during the daybreak
so cleanly washed by
the hues of the rain
nor the sea
hoarse, violent,
wild lion with blue flames,
it wasn’t the benches in rows
with the fatty loneliness
of their emptiness,
it was that last night I dreamed
perhaps for once
for the first time, first time death
you entered my body
behind my soul
under the mouths of the body
you entered me and stayed.

Η τέλεια μέρα

Δεν ήταν η παραλία
Θεσσαλονίκη ξημερώματα
τόσο τέλεια ξεπλυμένη
στις αποχρώσεις της βροχής,
ούτε η θάλασσα
βραχνή, ορμητική
άγριο λιοντάρι με γαλάζιες φλόγες,
δεν ήταν οι φέτες τα παγκάκια
με την παχύρρευστη μοναξιά
του άδειου τους κενού,
ήταν πως χθες βράδυ ονειρεύτηκα
ότι έστω για μια φορά
φορά πρώτη, φορά θάνατος
ήρθες μέσα μου
πίσω από την ψυχή,
κάτω από τα στόματα του κορμιού,
ήρθες και έμεινες.
Sweet Afternoon

The shape of the square
the shape of the houses which delineate it,
with lit arcades, open air restaurants
and cafes.
Here the young people gather
flood the sidewalks
leave no empty table.
The futility and sensual life of the city
drowned together, dissolved
into the sweet afternoon.
And yet it was inescapable.
Here, where beauty thickened
I entered in awe.

Γλυκό απόγευμα

Το σχήμα της πλατείας,
το σχήμα των σπιτιών που την καθόριζαν,
με φωτεινές καμάρες, υπαίθρια εστιατόρια
και καφετέριες.
Σ’ αυτόν τον χώρο συνωστίζονταν η νεολαία,
κατέκλυζε τα πεζοδρόμια,
δεν άφηνε τραπέζι για τραπέζι.
Η ματαιότητα κι τρυφηλή ζωή της πόλης
πνίγονταν, διαχέονταν
μες στο γλυκό απόγευμα.
Κι όμως ήταν αναπόφευκτο:
σ’ αυτόν τον χώρο που έπηζε η ομορφιά
μπήκα με δέος.

~ “Cloe and Alexandra”, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2013

Tasos Livaditis_Vanilla

ΤΕΡΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Ή μάλλον γιά νά `μαι πιό συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’
αυτό τό ρολόι, ένα ρολόι ηλίθιο καί φαλακρό, εγώ τί έφταιξα—
απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στόν καναπέ κι έτρωγα
τίς θείες μου σέ νεαρή ηλικία, αλλά μιά μιά, γιά νά μή φανεί απότομα
η γύμνια τού τοίχου ή μιά φορά στό δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η
πόλη ήταν ακαλαίσθητη
καί μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος γιά τούς άλλους είναι
πού έδωσε στή ζωή μας αυτό τό ατέλειωτο βάθος.

AFTERNOON DELIGHTS

Or perhaps to be more accurate it all started by
this clock a stupid bald headed clock, it wasn’t my fault —
every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my
young unties, however but one by one so that the emptiness
of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat
blood so much the city was inelegant
that only the lack of interest for others gave our lives
this endless depth.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

ritsos front cover

Ο χωροφύλακας περνάει μέ τό βραδινό συσσίτιο στήν καραβάνα του

η χλαίνη του χτυπάει στόν άνεμο σά λαμαρίνα στόν προσφυγικό

      συνοικισμό.

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους μέσα σ’ ένα απόγευμα πού

     ανάβουν τά φώτα τόσο νωρίς

όταν τό μαγκάλι ανάβει στήν ξώπορτα τού φτωχόσπιτου

όταν μιά μακριά ουρά από κόκκινες σπίθες τινάζεται στόν άνεμο

καί θά μπορούσε νάναι ένα άλογο πού καλπάζει στά παραμύθια

ένα άλογο πού μπορείς καί σύ κι εγώ νά καβαλλικέψουμε

καί νά μάς πάει όπου θέμε—σ’ ένα χωράφι παπαρούνες

όπου γελάνε τά κορίτσια—όπου θέμε—ένα άλογο—

 

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους όταν εσύ κι εγώ πεινάμε

όταν διψάμε χώρια είτε μαζί—τό ίδιο διψάμε,

τί μάς χωρίζει; νάσαι σύ ο φρουρός καί γώ ο εξόριστος

όταν η λέξη μητέρα ξέρουμε κ’ οι δυό μας τί θά πεί

όταν οπαγώνουν τ’ αυτιά καί τών δυονώ μας μέ τόν άνεμο

κι όταν στήν τσέπη μας κρατάμε λίγα χρώματα απ’ τό δείλι

σάν τά χαρτνομίσματα μιάς άλλης εποχής πού δέν μπορείς μ’ αυτά

     ν’ αγοράσεις τίποτα στίς μέρες μας;

 

The policeman goes by with the evening meal in his mess tin

his greatcoat flaps in the wind like sheet metal in the refugee

       settlement.

Then what separates people in this afternoon when the lights

      are turned on so early

when a brazier is put on in the front door of the poor dwelling

when a long tail of red sparkles blows up in the wind

and it could be a horse galloping in fairy tales

a horse that you and I can ride on

and it can take us wherever we want – to a poppy field

where girls laugh – whatever we want – one horse –

Then what separates people when you and I are hungry

when we thirst together or on our own – we thirst the same way

what separates us? That you are the guard and I am the exiled

when we both know the meaning of the word mother

when both our ears freeze by the wind

and when we hold a few colors of dusk in our pockets

like money of another era that can’t buy you

      anything these days?

Γιάννη Ρίτσου-Ακροβολισμός/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Skirmish/Translated by Manolis Aligizakis

                                      ~So many stars

                                        and I starve to death.

 

                                     ~ Τόσα άστρα

                                         κι εγώ νά λιμοκτονώ

 

 

                                                          Afternoon Delights

 

    Or perhaps to be more accurate it all started by

this clock, a stupid, bald-headed clock, it wasn’t my fault—

every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my

aunties in young age, but one by one, so that the emptiness

of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat

blood, so much the city was inelegant

     that only the lack of interest for others gave our lives all

this endless depth.

 

                                                     Τέρψεις τού απογεύματος

 

    Ή μάλλον γιά νά ’μαι πιό συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’

αυτό τό ρολόι, ένα ρολόι ηλίθιο καί φαλακρό, εγώ τί έφταιξα—

απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στόν καναπέ κι έτρωγα τίς

θείες μου σέ νεαρή ηλικία, αλλά μιά μιά, γιά νά μή φανεί απότομα

η γύμνια τού τοίχου ή μιά φορά στό δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η

πόλη ήταν ακαλαίσθητη

     καί μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος γιά τούς άλλους είναι

πού έδωσε στή ζωή μας αυτό τό ατέλειωτο βάθος.

      

     

 

                                                                             Reminder

 

    The room was in the suburbs, with a few pieces of furniture,

like a Gospel quotation—so everything finished quickly and

Joanna cried and run back to the station, on the other hand it was

a secret that I’d forget as I tried to mention it, then I opened the violin

case—and only, at sometimes, when I grieved I put on my tie

in such a way, that they at last understand

     I have been hanged for a long time.

                                                                              Υπόμνηση

 

     Το δωμάτιο συνοικιακό, μέ λιγοστά έπιπλα, σάν περικοπή απ’

το Ευαγγέλιο—έτσι τέλειωσαν όλα γρήγορα κι η Ιωάννα κλαί-

γοντας πίσω απ’ τό σταθμό, εξάλλου ήταν ένα μυστικό υπέροχο πού

τό ξεχνούσα μόλις πήγαινα νά τό πώ, άνοιξα τότε τή θήκη τού

βιολιού—καί μόνο, καμιά φορά, μέ πιάνει τό παράπονο καί φοράω

τή γραβάτα μου μ’ έναν τέτοιο τρόπο, πού νά καταλάβουν, επιτέλους,

     ότι είμαι από καιρό κρεμασμένος.

 

 

                                                                   Perverted Passion

 

     Someday I’ll remember of something so nice, it’ll be

autumn, in that narrow side-street with the glass shops, where

when we went bankrupt, father sold dream books—since then

I never got of the dream although I was cold, to at least fall into

my perverted passion: melancholy or crowding—because, let us

be honest, I never loved anybody and this tender glance of mine

was just for personal use

     like the immortality of the poets.

 

                                                                     Ανώμαλα Πάθη

 

     Κάποτε θά θυμηθώ κάτι τόσο ωραίο, θά `ναι φθινόπωρο σ’

εκείνη τή μικρή πάροδο μέ τά υαλοπωλεία, εκεί πού, όταν ξεπέσα-

με, ο πατέρας πουλούσε ονειροκρίτες—από τότε δέν ξαναβγήκα απ’

τ’ όνειρο κι όμως κρύωνα, αλλά μπορούσα τουλάχιστο να παραδοθώ

στ’ανώμαλα πάθη μου: τή μελαγχολία ή τό συνωστισμό—γιατί,

άς είμαστε ειλικρινείς, εγώ κανένανν ποτέ δέν αγάπησα κι αυτό τό

τρυφερό βλέμμα μου ήταν γιά εντελώς ιδιωτική χρήση

     σάν τήν αθανασία τών ποιητών.

 

 

                                                                            Peisistratos

 

     When, finally, after all the begging, the woman lied down and

lifted her dress, I chose to pick all the coins that fell—and all this

for a Peisistratos, as was the name of the café where I drank

my brandy and then the patrons laughed as I fell asleep on the chair

but what could I do that the dead remained vigilant in our dreams

and we had to fall asleep for them…

 

                                                                          Ο Πεισίστρατος

 

     Όταν, τέλος, ύστερα από τόσα παρακάλια, η γυναίκα ξάπλωσε

καί σήκωσε τό φόρεμά της, εγώ προτίμησα νά μαζέψω τά νομίσμα-

τα πού έπεσαν—κι όλα αυτά γιά έναν Πεισίστρατο, όπως έλεγαν

τό καφενείο όπου έπινα τά κονιάκ μου, κι ύστερα οι θαμώνες γελού-

σαν καθώς αποκοιμιόμουν στήν καρέκλα, αλλά τί νά `κανε, πού οι

νεκροί κάθονται άγρυπνοι μές στόν ύπνο μας καί πρέπει νά κοιμη-

θούμε καί γιά κείνους…

 

                                                                  Autumn Comment

 

     The gist of my story was a black reclining chair—though

where is the house now, where is the fruit bowl with the old

invitations, the napkins that concealed our laughter—only

the lamp is lit in the empty room, like someone who talks

to himself ignorant of the danger or like a woman you never

knew yet you must have fallen in love once

     amid the endless loneliness of an autumn day.

 

                                                              Φθινοπωρινό σχόλιο

 

     Τό ουσιώδες στή μικρή ιστορία μου ήταν μιά μάυρη κουνιστή

πολυθρόνα—αλλά πού είναι τώρα τό σπίτι, πού είναι η φρουτιέρα

μέ τά παλιά επισκεπτήρια, οι πετσέτες πού πνίγαμε τά γέλια—

μόνον η λάμπα καίει ακόμα στήν άδεια κάμαρα, σάν κάποιον πού

συνομιλεί μέ τον εαυτό τουαγνοώντας τούς κινδύνους ή όπως μιά

γυναίκα πού δέν τή γνώρισες ποτέ κι όμως θά πρέπει κάποτα νά

`χατε αγαπηθεί πολύ

     μές στήν ατέλειωτη ερήμωση μιάς μέρας φθινοπώρου.

 

 

 

                                                                    New Professions

 

    “What are you doing there?” I ask him. “What can I do? He says—

I worry.”

     And he showed me all the closed doors.

 

                                                                   Νέα επαγγέλματα

 

     “Τί κάνεις εκεί;” τού λέω. “Τί κάνω, μού λέει—ανησυ-

χώ.”

     Καί μού `δειξε ένα πλήθος πόρτες κλειστές.

~Tasos Livaditis/Τάσος Λειβαδίτης

~Translation by Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη