Archive for the ‘Greek Poets’ Category

Ritsos_front large

ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΑΝΕΙΠΩΤΟΥ

 

Εικόνες, λόγια, τζάμια, σκιές—προφάσεις, προφάσεις,

ίσως για να ειπωθεί κάποια στιγμή το ανείπωτο, με τρόπο

που να μη φαίνεται ειπωμένο. Γι’ αυτό, του Τέλη του αρέσει

να κάθεται στο καφενείο το απόγευμα παρατηρώντας

τις πλάτες αυτών που παίζουν τάβλι. Πίσω απ’ τη τζαμαρία

περνάνε τα ωραία γειτονόπουλα που ξαφνικά πετάξαν μπόι,

περνάνε οι ποδοσφαιριστές κι εκείνα τα πανέξυπνα αγόρια

οι μικροπωλητές με τα πανέρια τους ολόγιομα τσατσάρες, βώλους,

πλαστικά αεροπλανάκια κι αραπάδες. Συχνά, κατά το βράδυ,

τους κλείνουν οι αστυφύλακες στα κρατητήρια. Την άλλη μέρα,

ο χάλκινος δισκοβόλος της πλατείας ήταν βρεγμένος μ’ όλο που

δεν είχε βρέξει.

 

 

 

PART OF THE UNSAID

 

Images, words, windowpanes, shadows – pretences, pretences,

perhaps that the unsaid will be said at some moment in such a way

that it doesn’t seem said. For this, Telis likes

to sit at the cafe in the afternoon and observes

the backs of the backgammon players. Behind the glass partition

the beautiful neighborhood girls who have suddenly grown up go by

the football players and those very smart young boys

the small vendors with their baskets full of combs, marbles,

plastic airplanes and statuettes of black men. Often, close to the evening

policemen throw them in holding cells. The next day

the copper disc thrower of the plaza is wet although it hadn’t

rained.

 

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2011

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

Advertisements

ubermensch_cover

ΕΞΑΡΣΗ

 

Ήταν εκεί ολόρθο το κυπαρίσσι, φρουρός κάποιου

δικού μας μυστικού.

Στον ίσκιο του πάντα νομίσαμε πως είδαμε

την ελαφίνα με το ελαφάκι της να χοροπηδά

ένα γύρω, εικόνες που συχνά οι ονειροπώλοι

σε μεταρσίωση ψυχανεμίζονταν, παντοτινή τους

προσδοκία το αύριο καλύτερο απ’ τη μιζέρια του χθές

και `μεις ζήσαμε σε σώματα που δεν μας αγάπησαν

ίσως ανήκαν σ’ εκείνους τους παμπάλαιους

νεκρούς μας, που δοξασμένοι να `ναι, κι ήταν τότε

που δεχτήκαμε να ενηλικιωθούμε

κι ήρθε τόσο αργά, με βήματα απαλά η ενηλικίωση

σαν τον ανάπηρο που με την πατερίτσα συνθέτει

μελωδία απόκοσμη σαν τον επαίτη με το παλτό

που ποτέ του δεν θέλει να ξεφορτωθεί.

 

 

~ Μου αρέσουν όσοι προσπαθούν να θέσουν ως σκοπό

και μοίρα τους την αρετή. Έτσι μόνο μπορεί κανείς

να ζει και ταυτόχρονα να μη ζεί.

 

 

RAPTURE

 

 

It was there, the straight cypress, guard of our secret.

Under its shade we always thought we saw the doe

with its little fawn jumping. Images of dreamers,

often in their oneiric raptures, forever expectation

of a tomorrow better than the miserable today and

we lived in bodies that never loved us

perhaps they belonged to our ancestors

let them be glorified, when we accepted adulthood

that came slowly, adulthood, with light steps like

a cripple with his crutch who composes his unearthly

melody, like the beggar with the old coat he never

dare discard.

 

 

~ I like those who make virtue their goal and fate. This

is the only way one can be alive and at the same time

dead.

 

ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ//UBERMENSCH, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

www.ekstasiseditions.com

cover

 

Η ΜΟΥΣΙΚΗ

 

Καμιά φορά τα βράδια, ιδιαίτερα όταν βρέχει, ο νους μου τα-

ξιδεύει — πιο συχνά στα παιδικά μου χρόνια. Και τότε ξεπροβάλλει

ο καθηγητής του βιολιού. Φορούσε μια ξεθωριασμένη ρεντικότα και

μια περούκα μαδημένη — γελούσαμε μαζί του. Αλλά όταν μετά το

μάθημα έμπαινε η μητέρα στην κάμαρα (για χάρη της ίσως) έπαι-

ζε κάτι διαφορετικό — μια μελωδία ήρεμη και σοβαρή που μας

έκανε να σοβαρευόμαστε κι εμείς άξαφνα, σα να μαντεύαμε αόριστα

ότι στο βάθος η μουσική δεν είναι πάθος ή όνειρο, νοσταλγία ή

ρεμβασμός

αλλά μια άλλη δικαιοσύνη.

 

 

MUSIC

 

Sometimes at night especially when it rains my mind

travels — quite often to my childhood years. Then the violin

teacher would appear. He wore a faded morning coat and his

disheveled hair piece — we laughed at him. But when after

the lesson my mother would enter the room (for her perhaps)

he would play something different — an harmonious melody

and solemn enough that we suddenly got saddened as if vaguely

guessing that at depth music wasn’t passion or dream, nostalgia

or reverie

but a different kind of justice.

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Ritsos_front large

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ

 

Σ’ αυτό το αέτωμα τί ωραία που συμπλέκονται άνθρωποι κι άλογα—

μέλη γυμνά, γωνίες, καμπύλες, οι θεσπέσιες στάσεις των ποδιών

οι χαίτες,

τα μάρμαρα αναπνέουν, αχνίζουνε στον ήλιο. Ένα άλογο αφηνιάζει,

πηδάει το φράχτη, τριποδίζει. Πίσω του τρέχουν νεαροί επαρχιώτες

βγαίνοντας απ’ τα λαϊκά λουτρά. Τ’ άλογο φτάνει στ’ ακρογιάλι,

υψώνει το λαιμό, κοιτάει τη θάλασσα, ο ορίζοντας σπιθίζει,

ένα πλοιάριο μ’ εκδρομείς περνάει άκρη άκρη, παίζουν κιθάρες

ρίχνουν ποτήρια στο νερό, σαλεύουνε μαντίλια. Ο θάνατος

ανύπαρκτος μέσα στη διαφάνειά του, εδώ που βασιλεύει

το απόλυτο λευκό, κι ένα άλογο παρατηρεί την απεραντωσύνη,

ενώ στο πίσω αριστερό του πόδι το κομμένο του σκοινί σα βραχιόλι.

 

~Αθήνα, 30-12-79

 

 

HELLENIC LINE

 

On this pediment how nicely the people entangle with the horses –

naked limbs, corners, contours, the exquisite leg positions,

the manes;

the marbles breathe, steam in the sunshine. One horse bolts,

jumps over the fence, canters. Behind it run young provincial men

coming out of common baths. The horse reaches the shore

raises its neck, looks at the sea; the horizon sparkles;

a small craft with vacationers goes by; edge to edge guitars are played;

they toss glasses in the water, they wave handkerchiefs. Death is

inexistent in its diaphaneity, here, where the absolute white reigns,

and a horse observes the immenseness, while on

its left hind leg the severed rope shines like a bracelet.

 

~Athens, 30-12-79

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2011

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

cover

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΘΑΛΠΩΡΗ

 

Ένα βράδυ πήρα απ’ το τραπέζι τα δυο μισοτελειωμένα φορέμα-

τα και τ’ ακούμπησα στον καναπέ, η γυναίκα μου ήταν μια φτωχή

μοδίστρα, το πρωί “γιατί” μου λέει, “έκανες αυτήν την ακαταστα-

σία;” “Λάθος” της λέω “ίσα ίσα που συμμάζεψα λίγο το σπίτι”

“αλλά γιατί;” “μα θα ερχόταν κόσμος” της λέω “ποιος κόσμος;”

μου λέει με παράπονο — αφού δεν έρχεται ποτέ κανείς” “φτωχή

μου κοπέλλα είσαι τρελλή;” της λέω “κάθε βράδυ έρχεται πολύς

κόσμος” “εδώ σ’ εμάς;” έκανε και τα μάτια της έλαμψαν.

Από τότε άρχισε να μιλάει μόνη της τα βράδια, ώσπου τη βά-

λαμε στο άσυλο. Εγώ πήγα στης μητέρας μου, δε θυμάμαι πού —

γριά γυναίκα ήταν βλέπεις

κι είχε πεθάνει.

 

 

FAMILY WARMTH

 

One night I took two unfinished dresses from the table and

put them on the couch my wife was a poor seamstress, in the morning

“why you created that mess?”, “on the contrary” I said to her,

“I tidied up the house”, “but why?” “We expect visitors” I said

“what visitors?”  she said to me with a grumble — “no one ever comes”

“poor girl, you are crazy” I said “every night lots of people come”

“here to visit us?” she said and her eyes gleamed.

Since then she started talking to herself every night until we put

her in the asylum. I went to my mother’s, I don’t remember where —

she was an old woman, you see

and she had died.

 

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com