Archive for the ‘Greek Poets’ Category

cover

ΤΩΡΑ μαθαίνουμε την υπομονή, πρόσωπα γεμάτα ρήγματα, όπου

χωρούσαν

λογιών κατατρεγμοί, κι άλλοτε παλιοί μύθοι έστεκαν στο δρόμο

και μας γύριζαν πίσω, λεηλασίες, πανικός, ερήμωση. Όμως είναι

στιγμές που στη μνήμη κάποιου περνάει, άξαφνα,

μια αχνή σκηνή απ’ τ’ αλλοτινά μεγάλα, και τότε οι ζητιάνοι

μαζεύουνε το χέρι τους

σαν να `ναι αρκετό, για σήμερα, το κέρδος.

 

 

NOW we learn of patience, faces full of cracks where

you could fit

various persecutions and at other times old myths stood in the road

and turned us back: lootings, panic, devastation. But there’re

moments that suddenly a fresh scene from old great events goes

through someone’s memory and then the beggars

pull back their hand

as though the profit was enough for today.

 

 

 

~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (απόσπασμα)

IV

Τράβηξαν ολόισια στην αυγὴ με την ακαταδεξιὰ του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ᾿ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Απὸ δω πέρασε ο στρατὸς με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ᾿ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ᾿ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωὴ στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μία οργιὰ ουρανὸ – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στήν πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδούνιζαν τα γυαλικὰ στα ράφια.

Ά, τί τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια –
ανάμεσα στα γόνατα τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα να `σπαγαν μία ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιὸς θα σου φέρει τώρα το ζεστὸ καρβέλι μες στη νύχτα να ταίσεις τα όνειρα;
Ποιὸς θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματα τους;

Το χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πὼς μύριζε το χώμα –
και τώρα πὼς κλειδώσανε την πόρτα τους τ᾿ αμπέλια μας
πῶς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιὸς να το πει πως βρίσκονται οι μισοὶ κάτου απ᾿ το χώμα
κ᾿ οι άλλοι μισοὶ στα σίδερα;

Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανὸς
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου να `ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτὸ το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Κάτου απ᾿ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινὶ – περμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Τούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανεὶς να μας το πάρει.

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

IV

 

They went straight to dawn with the haughty air of the hungry

a star had curdled in their motionless eyes

on their shoulders they carried the injured summer

 

This way the army went with banners glued onto their flesh

with stubbornness bitten by their teeth like an unripe wild pear

with the moon-sand under their heavy boots and with the coal dust of night

glued in their nostrils and their ears.

 

Tree by tree stone by stone they passed the world

with thorns as pillows they spent their sleep

τhey carried life like a river in their parched hands.

 

With every step they won a yard of sky – to give it away

On watch they turned to stone like the conflagrated trees

and when they danced in the plaza ceilings shook inside the houses

and the glassware clinked on the shelves

 

Ah what songs shook the mountain peaks – as they held between their legs

the earthen dish of the moon and had their dinner

and broke the sigh amid their heart pleats like they would break a louse

with their thick nails.

 

Who will now bring you the warm loaf of bread

that you may feed the night with dreams?

Who will stand in the olive tree’s shade to keep the cicadas company

that they won’t go silent now that the whitewash of noon hour paints

all around the horizon a stone wall erasing their great manly names?

 

This soil that was so fragrant at dawn the soil that was theirs and ours –

their blood – how fragrant the soil was –

and now how our vineyards have locked their doors

how the light has thinned on roofs and trees –

who would have said that half of them are under the earth and the other half in jail?

 

With so many leaves the sun greets you good morning and the sky shines

with so many banners and these are in jail and those lie under the earth.

 

Silence that any time now the bells will chime;

This soil is theirs and ours.

 

 

Under the earth in their crossed hands they hold the bell rope – waiting for the hour

they don’t sleep they don’t die, they wait to ring the resurrection.

This soil is theirs and ours – no one can take it from us

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

II

Κάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας
είναι μία σταγόνα νερὸ που σκάβει απὸ παλιὰ τη σιωπὴ ως το μεδούλι
είναι μία καμπάνα κρεμασμένη στο γέρο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ᾿ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Αλωνάρη
– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ᾿ τὸν καημὸ της δύσης.

Η Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιὲς με τη φαρδιά της φούστα λεκιασμένη απ᾿ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδὶ και του αποκρίνεται απ᾿ τον κάμπο η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
Η κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Απάνου στο τραπέζι το ψωμὶ κ᾿ η ελιά,
μες στην κληματαριὰ ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

Α, τί μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες στην καψαλισμένη μάντρα του καλοκαιριού «κι αυτὸ θα περάσει»
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιὰ της πάνου απ᾿ τα εφτὰ σφαγμένα παλληκάρια της
ώσπου να βρεῖ το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.

Τούτο το κόκκαλο που βγαίνει απὸ τη γης
μετράει οργιὰ-οργιὰ τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερὶς με το βιολὶ ως το χάραμα
καημό-καημὸ το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιὰ σαν κόρδες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Οδυσσέα.

Α, ποιὸς θα φράξει τότες τη μπασιὰ και ποιό σπαθὶ θα κόψει το κουράγιο
και ποιὸ κλειδὶ θα σου κλειδώσει την καρδιὰ που με τα δυο θυρόφυλλά της διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ᾿ αστροπερίχυτα περβόλια;

Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Μάη στη ναυτικὴ ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σαν ταψὶ στού γανωτζή τὸν τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμὶ στου σφουγγαρά το δείπνο.
Και να που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικὸ φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοὶ που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Αναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα απὸ σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Αιγαίου το βράχο και το αλάτι.
Μπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακὶ το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ᾿ Αλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο δείπνο
κόβοντας τον καημὸ στα δυό έτσι που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι.

Έλα κυρὰ με τ᾿ αρμυρὰ ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
απὸ την έγνοια του φτωχού κι απ᾿ τα πολλὰ τα χρόνια –
η αγάπη σε περμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σου κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σου ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.
Μέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος κατακόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερὸ για να τινάξει ελάτι
κ᾿ η μάνα κάτου απ᾿ τη ρυτίδα της κρατάει γερὰ μαχαίρι.
Έλα κυρὰ που τα χρυσὰ κλωσσάς αυγὰ του κεραυνού –
πότε μία μέρα θαλασσιὰ θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις πάλι τ᾿ άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιὰ
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρὶ στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλὸς ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και τ᾿ Απριλιού το χιόνι
και να `βγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να σταυρώσει τις δαγκάνες του.

 

ROMIOSINI

 II

Every evening with the thyme scorched on

the rock’s bosom

there’s a water-drop that for a long time has been digging

silence to its marrow

there is a bell hanging from the ancient plane-tree

calling out the years

Sparks sleep lightly in the embers of solitude

and roofs contemplate on the golden fine down

on the upper lip of Alonaris

– yellow fine down like the corn tassel smoked up

by the grief of the west.

Virgin Mary leans down on the myrtle her wide

skirt stained by grapes.

On the road a child cries and the ewe who lost her

lambs answers from the meadow.

Shadow by the spring. The barrel frozen.

The blacksmith’s daughter with soaked feet.

On the table the bread and the olive

in the grapevine the night lamp of evening star

and high up there turning on its spit

the galaxy is fragrant

by the burnt-up lard garlic and pepper.

Ah what silky stars the pine needles

will need still to embroider

over the scorched fence wall of summer

“this will also pass”

how a mother will still squeeze her heart over

her seven butchered brave lads

until light finds its path to the uphill

of her soul.

This bone sticking out of the earth

measures the earth yard by yard and

the lute’s strings

and the lute from dusk to dawn with

the violin

grief by grief they sing it to rosemary

and the pines

and the ropes ring like lyres in the boats

and the seaman drinks bitter sea in

Odysseus’ wine cup.

Ah who then will fence the entrance and which

sword will sever the courage

and which key will lock up your heart that with

its two door-leaves wide open

stares at God’s star-drenched orchards?

Long hour like the Saturday evenings of May

in the seamen’s tavern

long night like a roasting pan on the tinsmith’s wall

long song like bread on the sponge diver’s

dinner.

And here is the Cretan moon rolling down

the pebble mount

goup goup with twenty lines of nails on the soles

of his leather boots

and here are those who go up and down

the Palamidi2 stairs

filling their pipes with roughly cut leaves

of darkness

their mustaches star-sprinkled with thyme

of Roumeli 3

and their teeth pine roots in the Aegean’s

rock and salinity.

They were thrown in iron and fire they conversed

with rocks

they offered raki 4 to death in their

grandfathers’ skulls

on the same threshing floors they met and shared their dinner

with Digeni5

slicing their grief in two like they sliced their barley bread loaves

on their knees.

Come you oh woman with the salty eyelashes with

your hand gold-plated

by your concern for the poor and by the many

years –

love is waiting for you in the bulrushes

the seagull hangs your black icon in his cave

and the bitter urchin kisses your toenail

In the black grape of the vineyard the red

bright must bubbles

shoots of the burned bulrush bubbles

under the earth the root of the dead man begs for water

so it will grow a fir tree

and under her wrinkles a mother holds the knife

tightly

Come you oh woman who broods on the golden

eggs of thunderbolts –

when an azure day comes you’ll take off the headscarf

and again take up arms

that May’s hailstorm will beat your forehead

that the sun will break a pomegranate in your cotton apron

that alone you will divide seed by seed

among your twelve orphans

that the shore will shine around you like the edge of a sword

and April’s snow

so that the crab will come out from the rocks to sunbathe

and cross its claws

 

 

1 Month of Wheat Harvest – June

2 Venetian castle of Palamidi in Nafplion with one thousand steps

3 Part of Mainland Greece between Peloponnesos and Thessaly

4 Moonshine

5 Literary meaning, one of two races; however also a mythical

figure, invented during the Medieval years of Turkish

occupation, who was destined to free Greeks from slavery

 

Yannis Ritsos-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

 

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΔΥΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ

 

Πίσω απ’ τα γυάλινα βουνά, στην άκρη του δάσους, υπάρχει

μια μεγάλη κουζίνα, μαρμάρινη, σα ναός. Εκεί μέσα

γυναίκες κι άντρες λευκοφορεμένοι, με ξύλινες κουτάλες,

με τρίφτες, με δίκοπα μαχαίρια, ετοιμάζουν

σα αρχαία μπακιρένια λεβίτια, σε ταψιά, σε σχάρες

ή σε τσουκάλια, τα φαγιά, τα γλυκίσματα, τις πίτες

για τη γιορτή των Αγίων Ασωμάτων. Όμως εκείνος,

αιρετικός, ολόγυμνος, τις νύχτες, όταν δύει το φεγγάρι

ανάβει λαθραία μια μεγάλη λαμπάδα, διπλή απ’ το μπόι του

και κατεβαίνει

ευλαβικά ένα ένα τα σκαλιά από πωρόλιθο της ζωής και του θανάτου

στο υπόγειο παρεκκλήσι των Αγίων Σωμάτων, εκεί όπου σμίγουν

η ελευθερία κι η σκλαβιά σ’ έναν έρωτα, πρώτον και τελευταίο.

 

 

TWO DIFFERENT CEREMONIES

 

Behind the glass mountains, at the edge of the forest, is

a large kitchen made of marble, like a temple. In there

women and men dressed in white, with wooden ladles,

with graters, skewers, double-edged knives prepare

in ancient copper cauldrons, in roasting tins, on grills

or pots the foods, the sweets, the pies,

for the holiday of Saint Asomatoi.* But him

a heretic, strips naked; during the night when the moon goes down

he covertly lights a tall candle, double his height and reverently goes

down, one after the other the made of tough-stone steps of life and death

to the lower level of the chapel of Saint Somatoi,** there, where

slavery and freedom meet in their first and last love affair.

 

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

 

*-Saint Asomatoi (bodyless saints)

**-Saint Somatoi (saints with bodies)

 800px-Nietzsche187a

ΦΡΕΔΕΡΙΚΟΣ ΝΙΤΣΕ

 

Η ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ

 

Ο πατέρας του ήταν λουθηρανός πάστορας, ενώ η μητέρα του ήταν κόρη ενός πάστορα. ήταν δε το νεότερο από τα παιδιά της οικογένειας αυτής. Ο Νίτσε από τα παιδικά του χρόνια έγραφε ποιήματα και μικρά θεατρικά έργα, μέρος των οποίων φρόντιζε να φυλάσσει η αδελφή του. Αφιέρωνε μεγάλο μέρος του χρόνου του στο γράψιμο, επιδεικνύοντας μία πλούσια λογοτεχνική παραγωγή, ενώ ήδη σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών ταξινόμησε τα ποιήματά του σε περιόδους.

Αν και από νωρίς υπήρχε η γενικευμένη αντίληψη πως επρόκειτο να γίνει κληρικός, ο Νίτσε σταδιακά άρχισε να αμφισβητεί τον Χριστιανισμό και περίπου το φθινόπωρο του 1862 είχε απορρίψει οριστικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο, σκεπτόμενος να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική, αλλά ξεκίνησε σπουδές κλασικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Βόννης. Παράλληλα, γράφτηκε στο θεολογικό τμήμα του πανεπιστημίου με διάθεση να ασχοληθεί περισσότερο με τη φιλολογική κριτική του Ευαγγελίου και τις πηγές της Καινής Διαθήκης, γεγονός που είναι μάλλον ενδεικτικό των θρησκευτικών αμφιβολιών του, αλλά και της αδυναμίας του να ομολογήσει στην οικογένειά του πως δεν επιθυμούσε να γίνει ιερέας. Συνέχισε τις θεολογικές του σπουδές μέχρι το Πάσχα του 1865, περίοδο κατά την οποία απέρριψε οριστικά τη θρησκευτική πίστη, με επιχειρήματα που αποτυπώνονται και σε επιστολή του προς την αδελφή του, στην οποία ανέφερε χαρακτηριστικά:

    «Κάθε αληθινή πίστη είναι αδιάψευστη, εκπληρώνει αυτό που ο πιστός ελπίζει να βρει σ’ αυτήν, δεν προσφέρει όμως ούτε το ελάχιστο έρεισμα για τη θεμελίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας […] Θέλεις να επιδιώξεις ψυχική ηρεμία και ευτυχία, τότε πίστευε, θέλεις να είσαι ένας απόστολος της αλήθειας, τότε αναζήτησέ την.»

Το 1869 το Πανεπιστήμιο της Λειψίας του απένειμε τον τίτλο του διδάκτορα χωρίς εξετάσεις ή διατριβή, με βάση τα δημοσιεύματά του, και το Πανεπιστήμιο της Βασιλείας τον εξέλεξε έκτακτο καθηγητή της Κλασικής Φιλολογίας. Τον επόμενο χρόνο ο Νίτσε έγινε Ελβετός υπήκοος και προήχθη σε τακτικό καθηγητή.

Μετά την επιστροφή του στη Βασιλεία, ο αμείωτος ενθουσιασμός του για τον Σοπενχάουερ, ο θαυμασμός του για το έργο του Βάγκνερ και οι φιλολογικές σπουδές και μελέτες του συνδυάστηκαν για την έκδοση του πρώτου βιβλίου του, με τίτλο Η Γέννηση της Τραγωδίας (1872).

Την περίοδο 1873-1876, ολοκλήρωσε μία σειρά τεσσάρων δοκιμίων που εκδόθηκαν αργότερα σε μία συλλογή με τον γενικό τίτλο Ανεπίκαιροι Στοχασμοί. Τα δοκίμια αυτά πραγματεύονταν γενικότερα τον σύγχρονο γερμανικό πολιτισμό, εστιάζοντας στο έργο του Νταβίντ Στράους στην κοινωνική αξία της ιστοριογραφίας, στον Σοπενχάουερ και τέλος στον Βάγκνερ .

Για τον Νίτσε, ο Σοπενχάουερ και ο Βάγκνερ αποτελούσαν φωτεινά παραδείγματα για την ανάπτυξη ενός νέου πολιτισμικού κινήματος που συνέδεε τη μουσική, τη φιλοσοφία και την κλασική φιλολογία.

Το επόμενο διάστημα, η υγεία του κλονίστηκε σοβαρά: υπέφερε από ημικρανίες, που οφείλονταν σε βλάβη του αμφιβληστροειδούς και στα δύο μάτια του, γεγονός που τον ανάγκασε τελικά να υποβάλει παραίτηση από το πανεπιστήμιο, στις 2 Μαΐου του 1879, καθώς αδυνατούσε να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του.

Απελευθερωμένος από τις ακαδημαϊκές υποχρεώσεις, ο Νίτσε πέρασε τα επόμενα χρόνια ταξιδεύοντας συχνά σε πόλεις της Ελβετίας, της Γερμανίας ή της Ιταλίας και αναζητώντας κάθε φορά ένα αναζωογονητικό κλίμα που θα βοηθούσε να βελτιωθεί η κατάσταση της υγείας του.

Ο τελευταίος χρόνος της διανοητικής διαύγειας του Νίτσε, το 1888, υπήρξε περίοδος σε υπέρτατο βαθμό παραγωγική. Έγραψε και εξέδωσε το Η περίπτωση Βάγκνερ. Επίσης, έγραψε μία σύνοψη του φιλοσοφικού του συστήματος και τα έργα Το λυκόφως των ειδώλων, Ο Αντίχριστος, Νίτσε εναντίον Βάγκνερ και Ίδε ο Άνθρωπος, ένα διαλογισμό γύρω από τα έργα του και την προσωπική του αξία. Το Λυκόφως των ειδώλων κυκλοφόρησε το 1889, Ο Αντίχριστος και το Νίτσε εναντίον Βάγκνερ είδαν το φως μόλις το 1895.

 

https://sciencearchives.wordpress.com/2015/08/13/o-ί-ί-ύ-ka/

 

 

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ ΝΙΤΣΕ

 

Ο ΝΙΤΣΕ ΠΡΙΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ (1899)

 

Στις 3 Ιανουαρίου του 1889 υπέστη νευρική κατάρρευση, ενώ βρισκόταν στην πλατεία Κάρλο Αλμπέρτο του Τορίνο. Αν και τα γεγονότα εκείνης της ημέρας δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένα, σύμφωνα με μία διαδεδομένη εκδοχή, ο Νίτσε είδε έναν αμαξά να μαστιγώνει το άλογό του και τότε με δάκρυα στα μάτια τύλιξε τα χέρια του γύρω από το λαιμό του αλόγου για να καταρρεύσει αμέσως μετά. Τις επόμενες ημέρες απέστειλε πολυάριθμες επιστολές σε οικεία πρόσωπα, που φανέρωναν επίσης την ψυχική διαταραχή του, υπογράφοντας άλλοτε ως «ο Εσταυρωμένος» και άλλοτε ως «Διόνυσος». Στις 10 Ιανουαρίου μεταφέρθηκε σε ψυχιατρική κλινική της Βασιλείας και λίγες ημέρες αργότερα σε κλινική της Ιένας, κατόπιν επιθυμίας της μητέρας του, όπου οι γιατροί διέγνωσαν «παραλυτική ψυχική διαταραχή». Ο λόγος του ήταν παραληρηματικός και τον διακατείχαν παραισθήσεις μεγαλείου, κατά τις οποίες αυτοαποκαλούνταν δούκας του Κάμπερλαντ, Κάιζερ ή Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ’, συνοδευόμενες συχνά από βίαιες συμπεριφορές.

Μετά τον θάνατό της μητέρας του το 1897, ο Νίτσε έζησε στη Βαϊμάρη μαζί με την αδελφή του. Το καλοκαίρι του 1898 υπέστη ελαφρύ εγκεφαλικό που οδήγησε στην επιδείνωση της κατάστασής του. Τον επόμενο χρόνο ακολούθησε ένα ακόμα σοβαρότερο εγκεφαλικό επεισόδιο και στις 25 Αυγούστου 1900 πέθανε από πνευμονία. Τα συμπτώματά του οδήγησαν στο συμπέρασμα πως η ασθένειά του ήταν συφιλιδική (αυτή ήταν η αρχική διάγνωση στις κλινικές της Βασιλείας και της Ιένας), ωστόσο παραμένουν αδιευκρίνιστα τα ακριβή αίτια της διαταραχής του. Η ταφή του έγινε στο κοιμητήριο της ιδιαίτερης πατρίδας του, Ραίκεν και ακολουθήθηκε η παραδοσιακή λουθηρανική τελετουργία, σύμφωνα με επιθυμία της αδελφής του.

Ο Αδόλφος Χίτλερ πάτησε πάνω στα νιτσεϊκά έργα για να οικοδομήσει τη θεωρία του εθνικοσοσιαλισμού ή ναζισμού. Το πρότυπο της Αρείας φυλής βασίστηκε πάνω στον Υπεράνθρωπο (Τάδε έφη Ζαρατούστρα), το σημαντικότερο ίσως έργο του Νίτσε. Ο Νίτσε όμως, καθώς φαίνεται και μέσα από τα έργα του, υπήρξε δριμύτατος επικριτής τόσο των εθνικιστικών, όσο και κάθε αντισημιτικών τάσεων. Ο Ζαρατούστρα είναι η υπέρβαση του ανθρώπου προς το ανθρωπινότερο και όχι προς το απανθρωπότερο. Εξάλλου και ο ίδιος ο Nietzsche προέβλεψε ότι τα έργα του θα παρερμηνευτούν και ότι δύσκολα θα υπάρξει κάποιος που θα τα κατανοήσει σε βάθος. Ο ίδιος θα πει: «Αυτό που κάνουμε δεν το καταλαβαίνουν ποτέ, μα μονάχα το επαινούν ή το κατηγορούν».

Όταν πέθανε στα 1900 όμως, μόνος και τρελός, είχε την πεποίθηση ότι δεν πρόφτασε να ολοκληρώσει το φιλοσοφικό του έργο. Αυτά που είπε στους ανθρώπους τα παρομοίαζε με πρωτόγνωρα λόγια του ανέμου, με πρωτόγνωρα και γνήσια τραγούδια κάποιου βραχνού χωριάτη. Ήταν ριζωμένη βαθιά στη συνείδησή του η αδυναμία κατανόησης των «ασμάτων» του από τους άλλους: “Αυτά που θα ακούσετε, θα είναι τουλάχιστον καινούργια. Κι αν δεν το καταλαβαίνετε, αν δεν καταλαβαίνετε τον τραγουδιστή, τόσο το χειρότερο! Μη δεν είναι αυτός ο κλήρος του; Μη δεν είναι αυτό που ονομάσανε ‘Κατάρα του Τροβαδούρου’;”

Δεν πρόφτασε να χτίσει εκείνη τη γέφυρα που πάντα επιθυμούσε, από τον άνθρωπο στον Υπεράνθρωπο. Οι προσδοκίες του όμως από το ανθρώπινο είδος δε σταμάτησαν ποτέ να είναι μεγάλες. Όταν ρωτήθηκε για το τι είναι αυτό που αγαπάει στους άλλους, απάντησε: «Τις ελπίδες μου».

 

ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΝΙΤΣΕ

 

* «Ένας δυνατός και συγκροτημένος άνθρωπος χωνεύει τις εμπειρίες του, όπως και τα επιτεύγματα και τα παραπτώματά του, όπως χωνεύει το κρέας, ακόμα κι όταν αναγκάζεται να καταπιεί μερικά σκληρά κομμάτια.»
* «Η κοιλιά είναι ο λόγος για τον οποίο ο άνθρωπος δεν νομίζει εύκολα πως είναι θεός»
* «Όταν χαιρετώ έναν θρησκομανή, αισθάνομαι την ανάγκη να πλύνω τα χέρια μου.»
* «Το χρυσό θηκάρι της συμπόνιας κρύβει κάποτε το λεπίδι της ζηλοφθονίας.»
* «Δύο πράγματα θέλει ο άντρας, κινδύνους και παιχνίδια. Γι’ αυτό ζητάει τη γυναίκα, γιατί είναι το πιο επικίνδυνο παιχνίδι.»
* «Μια μικρή εκδίκηση είναι ανθρωπινότερη από καθόλου εκδίκηση.»
* «Ο άντρας πρέπει να είναι γυμνασμένος για τον πόλεμο και η γυναίκα για το ξεκούρασμα του πολεμιστή. Όλα τ’ άλλα είναι τρέλα.»
* «Στο μίσος και στον έρωτα η γυναίκα είναι περισσότερο βάρβαρη από τον άντρα.»
* «Ο άνθρωπος είναι ένα σκοινί τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και τον υπεράνθρωπο, ένα σκοινί πάνω από την άβυσσο.»
* «Κι αν ακόμα ένας άνθρωπος έχει ακλόνητη πίστη, μπορεί να εμπλακεί στη γοητεία της αμφιβολίας.»

Πηγές: wikipedia, Ελευθεροτυπία, Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα

https://sciencearchives.wordpress.com/2015/08/13/o-ί-ί-ύ-ka/

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΑΠΟΣΤΑΣΗ

 

Ίσως να ταξιδεύουν, ίσως να πέθαναν. Κάτω απ’ το κρεβάτι

σκεβρώνουν τα παπούτσια τους, ή, κάποτε, τ’ ακούς τη νύχτα

να περπατάνε μόνα σ’ ένα χώρο κοίλο, σκοντάφτοντας

πάνω σε ξεραμένους σπόρους από πορτοκάλια ή πάνω

σε διαμελισμένες κούκλες άγριων αγοριών που τώρα

υπηρετούν στρατιώτες. Κάτω απ’ τις αρβύλες τους μένουν κολλημένες

τσουκνίδες και λάσπες. Τις νύχτες, μ’ ελάχιστο φεγγάρι, στο φυλάκιο

σιγοσφυρίζουν φάλτσα το τραγούδι εκείνων που έφυγαν. Εκεί

μαζεύονται τα λαχτισμένα σκυλιά, πέντε μέτρα πιο πέρα

και με σκυφτό το κεφάλι τους κοιτούν κλεφτά που κατουράνε.

 

 

 

DISTANCE

 

Perhaps they travel, perhaps they have died. Their shoes

warp under the bed or sometime during the night

you hear them walking alone in a contour space,

stumbling on dried up orange seeds or on

dismembered dolls of wild boys, who now

serve in the army. Under their boots nettles and

mud remain glued. At night, with a faint moon at the guard post

they whistle in a low tone the discordant songs of those who left.

The kicked dogs gather there, five meters further

and with bowed heads, gaze them urinating in haste.

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

cover

 

ΔΙΑΒΑΤΗΣ

 

Ήταν παράξενος κι ίσως γι’ αυτό μπορούσε να περάσει μια ολό-

κληρη πόλη άθικτος

κάνοντας εκείνες τις μικρές παραχωρήσεις που κάνουν οι μητέρες

στα όνειρα

κι οι νικημένοι στην ευπιστία.

 

 

 

PASSERBY

 

He was a strange man for this he could pass through

the whole city untouched

allowing those little give ins that mothers allow to

their dreams

and the defeated to credulity.

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

 

index!cid_37686FD8483E4EE08140DCAFC02D5FF2@userHP

Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ (ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ)

 
Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά

Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή
τι κούραση τι κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ένας αετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τα μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τι μάτια παθιασμένα τι γυναίκες
τι έρωτες τι φωνές τι έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δωσ’ μου το χέρι σου τι κρύο

Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά

 

 

DIFFICULT SUNDAY by MILTOS SACHTOURIS

 

I’ve been looking up at a better bird since morning

I’ve been better enjoying a snake wrapped around my neck since morning

 

broken cups on the carpet

purple flowers on the cheeks of the seer

when she lifts the skirt of Fate

something will sprout out of this joy

a new tree without blossoms

or a pure young eyelid

or a beloved word

that wouldn’t kiss the lips of forgetfulness

 

bells chime out there

my imaginary friends wait for me out there

they’re lifting and circling around a dawn

what tediousness, what tediousness

yellow dress — the embroidered eagle —

the green parrot — I close my eyes — it caws

always always always

the orchestra plays cheap tunes

what passionate eyes, what women

what loves, what cries, what loves

love my friend, blood my friend

give me your hand, my friend, such cold

 

it was freezing

I no longer know the time they all died

and I remained with my amputee friend

and with the bloodied twig as a companion

 

ANTHOLOGY OF NEOHELLENIC POETRY, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, Autumn 2017

 

autumn leaves cover

 

ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ — ΚΡΙΤΙΚΗ

 

Με εικόνες που αναφέρονται στα απλά θέματα του κόσμου μα και σε μεταφυσικά βάθη του μυαλού λαξευμένα σ’ αυτά τα ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ο Μανώλης Αλυγιζάκης μας προσφέρει μια δυναμική επαναπαρουσίαση συνηθισμένων σχέσεων με τον ιδιαίτερο τρόπο που ατενίζει τον εσωτερικό μας κόσμο. Το απαστράπτον πνεύμα κι η διακύμανση μεταξύ απώλειας και πληρότητας συνεχώς επαναλαμβάνονται και μας εκπλήσουν και ταυτόχρονα μας ξαφνιάζουν αδιάκοπα υπογραμίζοντας έτσι τις διάφορες αποχρώσεις του δημιουργικού πνεύματος του ποιητή. Αυτή η ποιητική συλλογή του Μανώλη Αλυγιζάκη είναι ένα πολυφωνικό απόσταγμα των εμπειριών, εντυπώσεων, συναισθημάτων και προφητειών του ποιητή. Εδώ ο ποιητής εκφράζει την ουσία της μελέτης του ήθους του και τον διαπροσωπικό του κόσμο εστιάζοντας στην ανεξερεύνητη βαθύτητα της ανθρώπινης φύσης, συμπεριφοράς και σκεπτικού. Επιβάλλει στον εαυτό του την εύρεση κάθαρσης μπροστά στο καθόλου εγγυημένο αποτέλεσμα κηρύσοντας πόλεμο ενάντια στις δυσκολίες, παγίδες, τρικλοποδιές και ανακρίβεια των κατεστημένων ιδεών, και στην εφαρμογή φιλοσοφικών τάσεων με σκοπό να ξαναπαρουσιάσει ολοκληρωτικά στο φως τις δονήσεις του κόσμου καθώς φιλτράρονται μέσα απ’ τα χάσματα της υπαρξιακής οντότητας.

 

Η αύρα, τα παραδείσια τραγούδια και τα πουλιά που ζωγραφίζουν τον αγέρα καθορίζουν το δυναμικό μεταξύ αφάνειας και λάμψης. Άνθρωποι μετουσιώνονται σε αρμονικά τραγούδια προκειμένου να προμηνύσουν το πέρασμα στο απώγειο του ποιήματος κι αναμένουν το τελειωτικό φτάσιμο στην ατελείωτη τελειότητα, μέσω του  Έρωτα και του Οργασμού,  με το κάθε δυναμικό των λέξεων. Ο ποιητής επιδιώκει την αναζήτησή του έως το βάθος της πιο αδιευκρίνιστης πηγής της ζωής. Σαν σύντροφος του αιώνειου που είναι ο ποιητής μελετά λεπτομερώς τις χαραμάγες της ύπαρξης κι ανυψώνει τους στίχους του σαν μνημείο αφιερωμένο στον αναζητούντα άνθρωπο που έχει μάθει να διαβάζει τα σημεία και τα σύμβολα του φυσικού και του υπερβατικού κόσμου, κι επίσης να εξηγεί την Οικουμένη χρησιμοποιώντας για παράδειγμα το άρωμα του τριαντάφυλλου, το πέταγμα του πουλιού, την οργή της καταγίδας, τις αχτίνες του ήλιου, την αρχιτεκτονική και τους ύμνους για το κορμί της γυναίκας.

 

Η συλλογή τούτη του Μανώλη Αλυγιζάκη έχει υφανθεί με εκφράσεις πολλαπλών σημασιολογικών διαστάσεων όπως την εξωτερίκευση του ενδοπροσωπικού άξονα του ποιητή, τη φύση με τις ιδιότητές της και την αναμφίβολη επίδραση τον έρωτα, για να ονομάσουμε μερικές. Τα ποιήματα αυτά μιλούν για τη σπουδαιότητα της σχετικής διάστασης της ύπαρξης. Οι χαρακτήρες που παρουσιάζονται σ’ αυτούς τους στίχους λεηλατούνται απ’ το βόρειο άνεμο και χάνονται στην περιπλοκή του κόσμου που ο ποιητής δρα, συνυπάρχει και περιπατεί στα βήματα των προγόνων του εξελίσονται σε πελαγικούς αστερισμούς. Ο ποιητής με μαεστρία πετυχαίνει να υποστηρίξει σαν υπόδειγμα και σαν κεντρικό πυρήνα, σαν διαλεκτική αρχή την πληρότητα του ονείρου, την μελέτη της ανατομικής της ελπίδας και τη δύναμη της ερωτικής έλξης. Τα ποιήματα ξεδιπλώνονται στο επίπεδο της ζωντανεμένης οικειότητας της φύσης, στον ερωτισμό και σε υπερβατικές τάσεις που υπονοούνται. Ο κάθε χαρακτήρας παίρνει σάρκα και οστά από μια αφήγηση, που τον αυτοπροσδιορίζει κι απ’ την αυτοδιαδραμάτιση της αφήγησής του που δυναμώνει τη μοναδικότητά του κάνοντας την συλλογική ανάλυση εμβάθυνση της διαφανούς ή άλλες στιγμές και ομιχλώδους ύπαρξής του φαινομενική ή με το κλείσιμο στο βάθος του εαυτού του. Έτσι ο κάθε χαρακτήρας συνδέεται με τον εξωτερικό κόσμο, μια ένωση που παρουσιάζεται ελεύθερα στην  αφήγηση που αποτελεί την πηγή και την περίπλοκη υφή του κόσμου καθώς περιφέρεται γύρω από τον λυρικό πυρήνα του ατόμου.

 

Η ποίηση της συλλογής τούτης είναι βαθειά ριζωμένη στη μνήμη και στο συναισθηματικό παράγοντα εμπειριών του ποιητή. Οι εικόνες που παρελαύνουν στους στίχους αποτελούν νομαδικές ταυτότητες που εμβαθύνουν στη δυναμική ισορροπίας και κίνησης που χαρακτηρίζεται από προεκτάσεις ενάντια σε μονολιθικά μπλόκ. Το άπιαστο, το ανεξήγητο, και το αναπόφευκτο είναι έννοιες και εικόνες που στιγματίζουν και χαρακτηρίζουν το ξεδίπλωμα και την παρουσίαση του κόσμου του ποιητή μέσα στο ηλιοβασίλεμα στίχων κι αισθήσεων καθώς αιωρούνται σαν μελίρρυτη ευωδία που διαπερνά την επιδερμίδα μας κι εισέρχεται μέσω των πόρων στο κορμί μας. Η συνειδητή αντανακλαστικότητα του ποιητή κι οι περίπλοκες αναφορές υπογραμμίζουν την αμείωτη κι αυτόνομη μοναδικότητα που ξεπηδά απ’ τους στίχους του βιβλίου τούτου. Ο λυρισμός υποστηρίζεται απ’ τη μοναδικότητα που αναφέραμε η οποία ρέει απ’ το κείμενο κι υπογραμίζει τα βιώματα του ποιητή. Διακρίνουμε μια ταλάντωση μεταξύ ενός σημασιολογικού άξονα, τα υποκείμενα και τις διαφοροποιημένες μεθόδους του ποιητή και την αξιόλογή του προσέγγισή προς υπερβατικές έννοιες που εμπλουτίζουν τους στίχους και διατελούν σαν γέφυρες ανάμεσα στα χάσματα του καθημερνού και στα κενά του υπερβατικού, δυναμικά που εμφανίζονται στον ασυμβίβαστο ανεμοδείκτη που εμπλέκεται σε διαλογικούς χρωματισμούς του καθημερνού, σε χρωστικές μεταβάσεις ακτινοβολίας.

 

Το αναπόφευκτο της Μοίρας και η επιρροή της εμφανίζεται σαν αναμφίβολη δυναμική της ύπαρξης που έχει σκοπό να εξερευνήσει τα όρια της μνήμης και της δημιουργικής φαντασίας του ποιητή. Η δημιουργική σκοπιμότητα παρουσιάζει στοιχεία τόλμης καθώς συμμαζεύει-ομαδοποιεί ετερόγενες λεπτομέρειες που σαν ασυμβίβαστες ψηφίδες εμπλουτίζουν το μωσαϊκό κόσμο του ποιητή με την ικανότητα για ευαισθητοποίηση και πρωτοβουλία. Κι εδώ ο ποιητής τακτοποιεί τις ψηφίδες, τα πολύχρωμα τεμάχια του μικρόκοσμου και τις υπερμεγενθυμένες εικόνες του σε μια ολοκληρωμένη τάξη που χαρίζει συνοχή και αλληλουχία στην ποιητική τούτη συλλογή που σκοπό έχει την ανακάλυψη κι εστίαση στην πραγματική υπόσταση της ζωής. Οι στάλλες της πρώτης φθινοπωρινής βροχής εξαγνίζουν τις πτυχές της σκέψης του ποιητή και του χαρίζουν σαφήνεια για να προσεγγίσει το απαύγασμα των απραγματοποίητων ονείρων και ανεκπλήρωτων επιθυμιών του.

Αντί να περιγράψει τη διαφορά μεταξύ των αόρατων διαχωριστικών γραμμών του φαινομενικού και του μεταφυσικού κόσμου ο ποιητής καθορίζει σαν βασικό σκοπό του βιβλίου τούτου την ανάμειξη των ερωτικών, συναισθηματικών, σαρκικών, πνευματικών, και φιλοσοφικών στοιχείων για να δημιουργήσει το κράμα που επιθυμεί. Σ’ αυτό το σημείο το εγώ και η ταυτότητα του ποιητή επεκτείνονται κι εκτελούνται σε μια σύνθεση των στοιχείων αυτών που αποτελούν την ουσία της ζωής, την προστασία του ατελεύτητου, και την ένωση των ετερογενών στοιχείων σε μια υπαρξιακή υπόσταση πληρότητας. Το εγώ αφομειώνει την ταύτιση του με τις πολλαπλές εκφάνσεις συναισθημάτων, αισθήσεων, εικόνων κι εντυπώσεων. Ο χορός της Τερψιχόρης, το ανθισμένο τριαντάφυλλο, ο ελαιώνας, η υγρή φθινοπωρινή αύρα, το άσμα, κι η ηρεμία του νου είναι μερικές εικόνες που χρησιμοποιούνται σαν ενωτικά στοιχεία στην ανάπτυξη των ποιημάτων που δια μέσου των ο λυρισμός φιλτράρει τον κόσμο κι αυτοκατασκευάζεται διατηρώντας την ακεραιότητα του μέσα στην πολυδιάστατή του έκφανση. Τα πορτραίτα κι οι σκηνές απ’ την καθημερνή ζωή ενσωματώνονται στην ποιητική ενόραση σαν ακέραια στοιχεία στην ερμηνεία του εαυτού. Το υποκείμενο αποσκοπεί κι ανακαλύπτει τον εαυτό του στην αλληλουχία των στίχων, εικόνων και τοπογραφικού που ξεδιπλώνονται μέσω της αφήγησης και τη μνήμη που παρουσιάζουν οι διάφορες εικόνες που συχνά εμπλέκονται η μια με την άλλη και που άλλες φορές επεξηγούν η μια την άλλη. Η αναζήτηση του εαυτού και η καταγραφή του υποδηλώνονται στον πληθυντικό που συχνά χρησιμοποιείται στα ποιήματα σαν ανοιχτός ορίζοντας στην πρωταρχική έρευνα για τις πιο σημαντικές αξίες της ζωής. Τα κείμενα παρουσιάζονται σαν ασημένιες εκτυπώσεις φτιαγμένες από ζελατίνα, η μυστικιστική περιγραφή της πραγματικότητας εκεί που το φως συνομοτεί με τον αγέρα  να φτιάξουν το άηχο ποίημα. Ο ποιητικός κόσμος περιγράφεται στη διασταύρωση εσωτερικών και εξωτερικών εμπειρειών κι αναμνήσεων ζωής που πέρασε κι αισθήσεων του εαυτού και των άλλων μέσα στην Οικουμένη του ενός και στον ορίζοντα του συλλογικού. Στην ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη τα κείμενα, οι ιδέες, οι εντυπώσεις κι οι αισθήσεις γίνονται μέσα ηρεμίας, τραγούδι και ρυθμός, και καθορίζουν τις καμπύλες της ολότητας, και τον  εύθραυστο κόσμο τον γεμάτο πάθος, όνειρα κι ελπίδα. Αλλά τα ποιήματα επίσης υποδηλώνουν τα στίγματα και τ’ άλλα ανθρώπινα σημάδια τα σκαλισμένα στο δέρμα που με την ένταση της παρουσίας τους και την προσέγγισή τους ξανανοίγουν πληγές, αγγίζουν ευαίσθητα σημεία του κορμιού και αποπνέουν στιγμές ευτυχίας που διατηρούνται στη μνήμη μας. Γινόμαστε λοιπόν μάρτυρες στην επαναπαρουσίαση, αποθέωση κι εξαύλωση των καθημερνών συμβάντων που λόγω των ιδιάζουσων χρωμάτων και των δονήσεων της φωνής του ποιητή εμποτίζονται από φως, παίρνουν τεράστιες διαστάσεις και σημαντηκότητα και μετατρέπονται σε ακρογωνιαίους λίθους ποίησης που αποσκοπεί ν’ αγκαλιάσει, να προσθέσει και ν’ απορροφήσει την  πολύπλευρη ζωή με όλες τι αποχρώσεις της.  ~Karoly Sandor Pallai, PhD, researcher, translator, poet.

 

 

 

 

 

 

Autumn Leaves Review

 

(English translation of the foreword of “Feuilles d’Automne” by Károly Sándor Pallai, published in Paris by the Éditions du Cygne in 2017)

 

With images spanning from worldliness to metaphysical depths inscribed on these autumn leaves, Manolis offers us a dynamic reinterpretation of the conventional relations, a reframed point of view of our inner universe, of the spirit’s gleaming and of the fluctuation between loss and contention constantly renewing itself and ceaselessly surprising and startling us, thereby outlining the nuanced philosophical portrait of the author. This collection of poems is a textual etching of the poet, a polyphony of lived experiences, impressions, sensations and forebodings. Manolis phrases the essence of his study of ethos and the interpersonal world by probing into the unexplored profundity of human nature, behavior and world of thought. He imposes on himself the daunting task to declare war upon the stumbling and inaccuracy of conventional usage in order to bring to light and to fullness the vibrations of the other world filtering through the crevices of existence.

Breeze, heavenly songs and birds sketch out the flowing dynamics of obscurity and brightness. People transubstantiate in songs and harmonies in order to presage the accomplishment and apogee of the poem and to anticipate the emergence of the aspiration to reach the “endless perfection”, “Eros” and “orgasm” in every sense of the word. The author pursues his quest all the way to the sources of life. The poet, “companion of the infinite”, studies the cracks of existence and erects a textual monument dedicated to the wandering of men who learn to decipher the signs and symbols of the physical and transcendental world, to read the universe by means of the “scent of a red rose”, of “the bird’s first flutter”, “in the wrath of the tempest”, in the rays of sunlight, in the architecture and the psalms of the body and in the flesh of a woman. This collection of poems is woven by the interpenetration of several semantic dimensions: the inter- and intrapersonal axis, nature and love. These texts emphasize the value of the relational dimension of existence. The figures, who compose the verses and who are lost in the “north wind” and in the complexities of the poet’s world, who walk “in the ancestors’ footsteps”, are scattered in archipelagic constellations. Manolis manages with great mastery to postulate as a guiding thread and a central dialectic principle the dream of fullness, the study of the anatomy of hope and sexual desire. The poems unfold in the vital intimacy of nature, eroticism and the transcendental. A character starts to take shape from a sequence of a set of narratives, the figure of a man who constitutes himself by his own narrative activity, by amplifying the voice of his singularity, by contemplating and analyzing the transparency and opacity of his being or by closing on and withdrawing within himself. He conjugates his bonds to the world, giving free rein to the effusions of the text which are at the source of the genesis and complexity of the world and which gravitate around the auto-referential enunciations and around the core of the lyrical subject.

We can discern a voluntary inconsistency at the level of the outlines of identity taking shape in this poetry which is deeply anchored in the memory and in the emotional contents of lived experience. The outlined images form nomad identities permanently engaged in a dynamics of balancing and movement, characterized by far-reaching embranchment and bifurcations and operating against monolithic blocs. The inaccessible, the inexplicable and the ineluctable are the notions and images which mark and characterize the unfolding and the consummation of the poet’s universe in the “orange dusk” of the texts and sensations as they keep lingering like a delicious fragrance which imbues our skin and oozes into our pores. The conscious reflexivity of the author and the complex web of references emphasize the irreducible and inalienable singularity which emerges and unfolds from the verses: the lyrical subject is nurtured by the singularizing effect of the textual flow, by the organization and subjective presentation of lived experience. The oscillation between the semantic axes, the subjects and the diverse methods of approach is deliberate and skillfully worked since it is by means of this fluctuation that the text becomes saturated with a swirling dynamics and transforms the poems into “uncommitted weathervanes” displaying a wide array of nuances and reflections, all the transitions of a color gradient.

The forces of fate appear as well and move into action in order to trace out the limits and to punctuate the traces of remembrance and of productive imagination. The creative intention is audacious and the assembling of heterogeneous and apparently incompatible tesserae shows a great aptitude for awareness and initiative. Manolis rearranges the fragments, the polychrome pieces of his micro-realities and exploded pictures into a totality in order to give consistency to this collection of poems which aspires to nothing less than to comprehend and grasp the essence of life itself. The “drops of the first autumn rain” purify the “crevasses of the mind”, enabling a certain kind of lucidity, a clear-sightedness in order to grant access to a repository of unfulfilled dreams and unsatisfied longings.

Instead of describing the cleavage between the palpability of the material and the intangible nature of the phenomenal and the metaphysical, the poet situates the key poetic challenge of the book in the entanglement of the corporeal, erotic, emotional, spiritual and philosophical axes. That’s where the ego and the identity of the poet expand and enact themselves, where the synthesis of the elements of the essence of life and of the world, of the projection of infinity and of the heterogeneous elements of the identity is achieved. The ego seizes its unity in the multiplicity of feelings, sensations, impressions and images. “Terpsichore’s dance”, a “bloomed rose”, an “olive grove”, the “moist autumn fragrance”, a “canticle” and “the mind’s serenity” are some of the most important unities of construction through which the lyrical subject filters the world and constructs itself in its integrity and in the polyphony of its being.

The portraits, the still lives of everyday scenes become embedded in the poetic vision as an integral part of the objective of the hermeneutics of the self. The subject seeking and discovering itself in the succession and stratification of the verses, images and topoi opens up by narration and remembrance diverse layers which overlap and interpenetrate each other. The quest and the writing of the self are inscribed in the plural semantics of the poems, in a wide variety of the horizons of alterity and in the protean search for the profound values of life. The texts appear as silver gelatin prints, the mystical transcriptions of reality where “light conspires with the wind to craft the soundless poem”.

This poetic universe of being is written at the crossroads of internal and external experiences, of memories of lived experience and of sensations of the self and of the others, of the universe of singularity and the horizon of collectivity. In the poetry of Manolis, the texts, ideas, impressions and sensations become “an instrument of serenity, a song and rhythm” and define the “contours of totality”, of “a fragile cosmos filled with passion, hopes and dreams”. But the poems are also “stigmata and other human scars engraved in the skin” which, by the intensity of their presence and by their “close proximity”, reopen the wounds, touch tender spots and evoke moments of happiness and pleasure that remain forever engraved in our memory. We are thereby witness to the reinterpretation, transubstantiation and apotheosis of everyday scenes of life which, due to the unique colors and vibrations of the author’s voice, become imbued with light, increase in scale and importance and become the cornerstones of a poetry which seeks to embrace, incorporate and absorb life with all its possible facets and nuances.

 

~Karoly Sandor Pallai, PhD, researcher, translator, poet.

!cid_37686FD8483E4EE08140DCAFC02D5FF2@userHP

 

Φιληδονία στην ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη σε σύγκριση με τον Καβάφη και Ρίτσο

 

Η ιστορία μας διδάσκει ότι η αντίθεση ανάμεσα στη ζωή και στις τέχνες κάνει εύκολη την θεώρηση της ποίησης του Καβάφη σαν ιδιόρυθμη, προσωπική αφού αναπτύσεται πέραν των κατεστημένων μορφών ποίησης και δίχως να συνδέεται με το παρόν. Και το πιο βασικό χαρακτηριστικό της ποίησης Καβάφη είναι η εκλυστική και αιχμηρή του αφήγηση.

 

Υπάρχουν πολλοί θαυμαστές των ιστορικών ποιημάτων Καβάφη που εξελίσσονται στο μαγικό χώρο της Μεσογείου παλαιών χρόνων και που διαχέονται από ειρωνικά σχόλια εναντίον των κοινωνικών συνθηκών της εποχής κι επίσης από κάποιο στωικισμό

 

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι

χωρίς αυτήν δεν θα `βγανες στον δρόμο.

Άλλα δεν έχει να σε δώσει πιά.

 

γράφει στο ποίημα Ιθάκη που αποτελεί την πιο αξιόλογη επίκληση της αρχαίας Ελληνικής παράδοσης: το ταξίδι είναι πάντα πιο αξιολόγο από το φτάσιμο στον προορισμό της απογοήτευσης, κι αυτό υπογραμίζεται επίσης στο ποίημα

Θερμοπύλες,

 

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των

ώρισαν να φυλάγουν Θερμοπύλες

……………………………………………….

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει

όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)

πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος

κ΄οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε

 

αλλά ίσως είναι πιο σωστό να πούμε ότι κύριος ο λόγος που η ποίηση του Καβάφη είναι τόσο γνωστή είναι τα ερωτικά του ποιήματα, που μερικές φορές δεν θεωρούνται σαν τα καλύτερά του επιτεύγματα, αλλά που όμως ασχολούνται με Συναρπαστικες εικόνες ερωτικής επιθυμίας, συνειδητοποίησης και απώλειας.Κι αυτός είναι ο τρόπος έκφρασης όταν η μνήμη διατηρεί το επιθυμιτό που δεν μπόρεσε ν΄αποκτηθεί. Αυτή η ερωτική επιθυμία κάνει την εικόνα πιο ζωντανή και σύγχρονη πλησίον του ενεστώτα χρόνου. Όπως είναι στην περίπτωση του ποιήματος του Μανώλη Αλυγιζάκη, Κολόνα του Δρόμου                Αφού χαράξαμε τα αρχικά μας               στου δρόμου τη μοναχική κολόνα

χωρίσαμε

 

εκείνη προς τα δυτικά

εγώ προς την ανατολή

 

με την υπόσχεση

να ξανασυναντηθούμε

κάτω απ’ την κολόνα τούτη

ν’ αναζητήσουμε παλιά σημάδια

μα τις Σειρήνες δεν σκεφτήκαμε ποτέ

τους Κύκλωπες τον άγριο Ποσειδώνα

 

μα δεν σκεφτήκαμε ποτέ

τον πονηρό βαρκάρη

 

Κανείς εκτός απ’ τον Καβάφη που μελέτησε με ενθουσιασμό, με σεβασμό και προσοχή όλες τις λεπτομέρειες των ιστορικών γεγονότων δεν θα αναγνώριζε τον κίνδυνο που καιροφυλακτεί όταν κάποιος παρασύρει τους ανθρώπους απ’ το ιστορικό περιεχόμενο της γεννιάς του και η σπουδαιότητα αυτή δεν είναι πιο ολοφάνερη από το επόμενο ποίημα

 

Η ΠΟΛΙΣ

 

Είπες, ‘θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.

Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη από αυτή

κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή

κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.

 

…………………………………………………………………….

 

Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μην ελπίζεις

δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.

Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ

στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

 

 

Ποίηση που δεν υπάρχει καλύτερη της και ταυτόχρονα διαχρονική που μεταθέτει τον αναγνώστη στην εποχή του μεγάλου Καβάφη. Αλλά η πρόθεση ν’ αντιμετωπίσουμε τον Καβάφη σαν τωρινό ποιητή που ομιλεί με γλώσσα διάφανη και πολύ γνωστή σε όλους μας για αναμφισβήτητα θέματα έχει σαν αποτέλεσμα την αφαίρεση κάποιας σοβαρής λεπτεμέρειας που αν την επιστρέψουμε στο χρόνο του Καβάφη διαπιστώνουμε ότι ο Αλεξανδρινός ποιητής μεταλλάσεται στο διαχρονικό και ποιητή του μέλλοντος αντι για τον ποιητή του δεκάτου ενάτου αιώνα. Αυτή η λεπτομέρεια συνυπάρχει επίσης και στην ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη που αντλεί από το μυθικό κόσμο της αχαίας Ελλάδας και ξεδιπλώνει εικόνες φιληδονίας, εγκατάλειψης και απώλειας.

Η ποίηση του Καβάφη, είναι πλούσια, αφηγητική, χωρίς μουσικότητα κι είναι βαθειά ριζωμένη στο χρόνο του ποιητή και μερικά απ’ τα ποιήματά του προς έκλπηξη πολλών είχαν γραφτεί σα σονέτες ή άλλου είδους καθιερωμένου στίχου.

Ο Μανώλης Αλυγιζάκης γεννήθηκε στο Κολυμπάρι της Κρήτης το 1947. Όταν ήταν σε μικρή ηλικία η οικογένειά του μετακόμισε στην Θεσσαλονίκη και μετά στην Αθήνα όπου τέλειωσε το Γυμνάσιο και το Πάντειο Πανεπιστήμιο απ’ όπου αποφοίτησε με το πτυχίο Πολιτικών Επιστημών.

Μερικά απ’ τα ποιήματα του Καβάφη έχουν προσπεραστεί από τους αναγνώστες λόγω του ότι αναφέρονται στο ένδοξο παρελθόν, σε ιστορικά γεγονότα και θεωρούνταν ότι δεν σχετίζονταν καθόλου με τη σύγχρονη εποχή. Με τον ίδιο τρόπο μερικά από τα ποιήματα του Μανώλη Αλυγιζάκη αντλούν από μυθικές εικόνες, την αστέρευτη πηγή των περισσοτέρων Ελλήνων ποιητών, κι έτσι δημιουργούν ένα αναπόσπαστο σύνδεσμο με το αρχαίο κάλλος που ο σύγχρονος ποιητής Αλυγιζάκης διατηρεί στη μνήμη του, εικόνες και στοιχεία που διαχέουν πολλά απ’ τα ποιήματά του.

Η ομορφιά παρουσιάζεται αναμφίβολα μέσω των ποιημάτων του Μανώλη Αλυγιζάκη που χρησιμοποιεί σαν πρώτιστο του μέσο την εμπειρία του και τη δύναμη του Έρωτα. Το ψυχολογικό του γίγνεσται προσελκύει και με αυθεντικότητα κοσμεί την προσωπική του λατρεία προς την έννοια της ερωτικής έλξης που απευθύνεται προς αυτόν από γυναικεία υπέροχα κορμιά που τον φέρνουν σε υπερβατική έκσταση, μέσω της βαθείας του αγάπης για το γυνακείο φύλλο και την αφοσιωμένη του κατανόηση. Είναι ολοφάνερτο ότι συναντεί τον σκοπό της ζωής του όταν ερωτεύεται με πάθος την αγαπημένη του.

Δεν παύει να υπενθυμίζει ότι ακόμα και πριν γενηθεί θα ήθελα να γίνει

 

ένα φεστιβάλ

μια κίνηση πουλιού ή τραγουδιού

ένας εσπερινός

ένας απλός ανασταναγμός

που θα θωπεύσει τα χείλη της αγαπημένης του

 

Αν νιώθει ανυπεράσπιστος μπροστά στην παντοδύναμη Μοίρα, δηλώνει ολοκάθαρα ότι η αγκαλια της γυναίκας του γνέφει και θέλει αναμφίβολα να γευτεί με πάθος κάθε γυναίκεια καμπύλη

 

το αδιευκρίνιστο μηδέν

αιώνεια απροσδιόριστο

κι αυτό η προσταγή

κι αυτό η υποταγή

κι αυτό ο οργασμός

κι αυτό ο έρωτας

κι αυτό είσαι εσύ

 

 

αισθάνεται ότι ο Έρωτας τον έχει εκλέξει και διαχέεται από ερωτικό πάθος που ελύθερα εκθέτει στους ερωτικούς του στίχους. Σαν γενναίος υπερασπιστής της λαγνείας και της φιληδονίας και των αληθινών ερωτικών αισθήσεων μας μετουσιώνει χαρίζοντάς μας τροφή για την ψυχή.

Ιδεαλισμός, πραγματισμός και κάποια μεσσιανική πρόθεση συνυπάρχουν μαζί με την παράδοση και την αισθησιακή χαύνωση, ο έρωτας αφιερώνεται σε πρόσκαιρες ερωτικές απολαύσεις και ερωτική μέθη που συντελούν τα υπόλοιπα στοιχεία της ποίησης του Μανώλη Αλυγιζάκη. Έχοντας αποκτήσει ποιητική μεστότητα και ικανότητα να δημιουργεί υποβλητικές εικόνες με το δικό του προσωπικό τρόπο, μας οδηγεί σ’ αυτό που αποτελεί την πιο λαμπρή έκφραση των πιο κρυφών του σκέψεων και πιστεύω με την παρουσία του κόσμου καθ’ υποβολήν.

Ο τρόπος του επίσης ενισχύεται απ’ τη μνήμη που έχει διατηρήσει αυτό που η επιθυμία μερικές φορές δεν συγκρατεί. Αν αυτή η επιθυμία και νοσταλγία ανεφερόταν σε άλλους ανθρώπους ίσως να φαινόταν πιο πρόσφατες, τωρινές. Αλλά όταν βλέπουμε το πρώτο ποίημα Σκανδαλίζειν του βιβλίου ΕΑΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ διαπιστώνουμε ότι μόνο ένας ποιητής σαν το Μανώλη θα μπορούσε να γράψει τέτοιον ερωτικό υμέναιο

 

σαν πουλί παγωμένο πάνω

σε φακό φωτογραφικής μηχανής

η ήβη της τον σκανδαλίζει

σαν έρχεται στο νου του

απ’ τις μέρες εκείνου του Αυγούστου

στο ηλιοκαμένο νησί

στο νωχελικό μεσημεριανό ύπνο

στην τραγουδιστή λαγνεία

αλλιώς ο καθρέφτης θα ράγιζε απ’ την ένταση

 

 

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1880 και 1890 ο Καβάφης έγραφε ποίηση, άρθρα και κριτικές στα ελληνικά και στα αγγλικά, που είχε εξασκήσει καλά κατά τη διαμονή του στο Λονδίνο, και που έστελνε σε διάφορες εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά στην Αλεξάνδριας αλλά και στην Ελλάδα. Κι εδώ υπάρχει μια ομοιότητα με τον Μανώλη Αλυγιζάκη που ζει στο Βανκούβερ του Καναδά και γράφει ποίηση στα ελληνικά και στα αγγλικά που αναφέρεται στον τόπο που ζει αλλά και στην πατρίδα του, τη μακρινή Κρήτη.

 

Ο Γιάννης Ρίτσος γενήθηκε στη Μονεμβασία το 1909. Μετά τα γυμνασιακά του χρόνια μετακόμισε στην Αθήνα που εργάστηκε για μερικά χρόνια πριν γυρίσει στα πατρικά εδάφη όπου και άρχισε να γράφει και να ζωγραφίζει, η άλλη του αδυναμία που μαζί με το γράψιμο ασχολήθηκε για όλη του τη ζωή. Ίσως η ζωγραφγική να τον έμπνευσε να γράφει αισθησιακά ποιήματα

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ

 

Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τα σεντόνια τους μυρίζουν

καληνύχτα.

Ακουμπάνε το ψωμί στο τραπέζι για να μη νιώσουμε πως λείπουν

τότε καταλαβαίνουμε πως φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ’ την καρέκλα

και λέμε

 

Κουράστηκες πολύ σήμερα, ή άσε θ’ αν’αψω εγώ τη λάμπα

 

………………………………………………………………………………………………

 

Ακούς το βήμα της να τρίζει στα παλιά σανίδια

κούς τα πιάτα να κλαίνε στηνπιατοθήκη κ’ ύστερα ακούγεται

το τραίνο που παίρνει τους φαντάρους για το μέτωπο

 

Μερικές φορές τα ποιήματά του Γιάννη Ρίτσου διαχέονται από εικόνες ονειρικές και γεγονότα που αποκτούν σώμα κι αναπτύσονται σε χώρο που λίγο λίγο γίνεται πιο γνωστός και πιο πολύ ελκυστικός. Χώρος που την ίδια στιγμή ταυτίζεται με τον ελλαδικό χώρο: μπαλκόνια, γεράνια σε γλάστρες, αγάλματα, μαυροφορεμένες γυναίκες

και φυσικά πάντα η γαλανή θάλασσα που παίζει πρωταρχικό ρόλο. Το άγγιγμα του Ρίτσου είναι απαλό αλλά η επίδρασή του στον αναγνώστη αναμφίβολη. Πολλά εξαρτώνται φυσικά από την εικόνα που δημιοργεί την αφήγηση του ποιήματος. Μερικά απ’ τα ποιήματα αυτά είναι λακωνικά, τόσο πολύ αφαιρετικά αλλά τα τμήματα της ιστορίας που έχουμε μπροστά μας έχουν απαράμιλλη δύναμη. Όσο πιο λίγο δέχομαι τόσο πιο μεγαλύτερη είναι η επίδρασή του, είπε ο Αλμπέρτος Γιακομέττι κι αυτή η βαθειά έννοια διαχέει πολλά απ’ τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου.

Κάτω απ’ το πρίσμα αυτό η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή τόσο για τις λεπτομέρειες των θεμάτων τους όσο και για τις διαφοροποιήσεις τους ανάμεσα στο ιστορικά υπόβαθρό που πολλά έχουν και στο ερωτικό. Ο ερωτισμός είναι μια μορφή του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου καθώς ο καθένας αναζητεί το άλλο ήμισυ για να ολοκληρωθεί η έννοια του ζεύγους. Αλλα αυτή η αναζήτηση του ετέρου ανταποκρίνεται στην εσωτερική φύση του καθενός τη στιγμή που εξωτερικεύεται αυτή η επιθυμία με διαφορετικό τρόπο στο κάθε πρόσωπο. Κι όταν ο έρωτισμός υποδαυλίζει την αναζήτηση του άλλου τότε εμφανίζεται η διαφοροποίηση της έκφρασής της έλξης ανάμεσα στα δύο άτομα.

Η έννοια της απώλειας του κατεστημένου κόσμου που ωφείλεται στην αισθητική ένταση που παρουσιάζεται είναι αυταπόδεικτη και τότε απρόσμενα αποτελέσματα μερικές φορές ξεπηδούν όταν η γλυκύτητα του έρωτα μετατρέπεται σε πίκρα και ο κήπος μας μεταλλάσεταιν από ανθισμένο σε έρημο χώρο και τα διάφορα εμδιαφέροντα του σπιτιού γίνονται η ρουτίνα που καταπλακώνει το κάθε ερωτικό έναυσμα. Τη στιγμή αυτή ο ερωτευμένος αναγνωρίζει την οντολογική του υπόσταση σαν ολοκάθαρη έλειψη, σαν απώλεια και συχνά ο κόσμος εμφανίζεται σαν να τον βλέπουμε εκ των έσω και το μόνο καταφύγιο ποτ εμφανίζεται μπροστά μας είναι ο πιο έντονος ερωτισμός όπως στο εξής ποίημα που συνδυάζει το θάνατο με την αναγεννητική δύναμη του έρωτα

 

ΑΙΝΙΓΜΑ

 

Τίποτα δεν μας έχει απομείνει

εκτός απ’ τη λαγνεία του έρωτα

κι από τη σκαλιστή ταφόπετρα

στο μάρμαρο ονόματα αόριστα

στο μάταιο κενό αχτίνα μοναχή

που έλαμψε στο στήθος σου επάνω

μια αστραπή μονοστιγμής

που φώτισε την έλξη στη ματιά μου

 

και ρώτησες —

 

άραγε υπάρχει κάποιο νόημα

που ψάχνουμε μες το σκοτάδι

για να βρούμε ή μοναχικό μας

καταφύγιο τα δυό κορμιά;

 

 

Η λαγνεία που περιγράφεται στην ποίηση του Μεσογειακού περιβάλοντος κι ιδιαίτερα στον ελλαδικό χώρο ίσως να υπάρχει από καταβολής κόσμου και σιγοκαίει μέσα στις καρδιές των ποιητών και ποιητριών της Ελλάδας όπως έχουμε διαπιστώσει από την ιστορία αιώνων και καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η ποίηση των αρχαίων Ελλήνων Θεών ίσως έχει πεθάνει αλλά η ψυχή της πάντα ζει στην ψυχή των Ελλήνων. Ο Έρωτας κι ο Διόνυσος είναι πάντα ζωντανοί από τα αρχαϊκά χρόνια ως σήμερα και πιο πολύ στην ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη που ζει στο Βανκούβερ του δυτικού Καναδά αλλά δεν έχει λησμονήσει τις κρητικές ρίζες του και γράφει στις δύο γλώσσες αγγλικά κι ελληνικά υπογραμίζοντας με τ εξής παράδειγμα ποιήματος ΦΙΛΙ την αισθησιακή σύνδεση μεταξύ της ποίησης του και την ποίηση του Κ. Καβάφη και Γιάννη Ρίτσου

 

 

ΦΙΛΙ

 

Πέταξε το καπέλο στην καρέκλα

έβγαλε το πουκάμισο αποκαλύπτοντας

το μαυρισμένο στήθος που ο σταυρός

αντανακλούσε του ήλιου τις αχτίνες

 

μα η καρδιά του χτύπησε πιο έντονα

όταν εκείνη τον πλησίασε

και βάζοντας το χέρι της στο ευλογημένο σημείο

του φίλησε τα χείλη λέγοντας. Μου έλειψες!

 

 

~Έρικ Πόντυ, ποιητής, μεταφραστής, Σάο Πάολο, Βραζιλία, 2016

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sensuality in Manolis’ Poetry Compared to Cavafy and Yannis Ritsos

 

As history teaches us, the contrast between life and art has made it easy to think of Cavafy as special, personal as an artist whose work exists free from tradition and attachment to a specific moment in time. This trend has been prompted by the two elements of his poetry for which he is most famous: his surprisingly contemporary theme (one of his themes, at least), and his attractive and direct style.

Certainly there have always been many readers who appreciate the so-called historical poems, situated in magical places of the Mediterranean during times that have been long dead and acrimonious with sociable irony and a certain tired stoicism. (“Ithaca gave you the beautiful journey, / without her you would not have put in the passage. / But now she has nothing to give you,” he writes in what may be the most famous evocation of ancient Greek culture: the journey is always more important than the fatefully disappointing destination.) This can be seen in the poem:

Thermopylae

Honor to all of those who in their lives

have settled on, and guard, a Thermopylae.

Never stirring from their obligations;

just and equitable in all of their affairs,

but full of pity, nonetheless, and of compassion;

generous whenever they’re rich, and again

when they’re poor, generous in small things,

and helping out, again, as much as they are able;

always speaking nothing but the truth,

yet without any hatred for those who lie.

And more honor still is due to them

when they foresee (and many do foresee)

that Ephialtes will make his appearance in the end,

and that the Medes will eventually break through

 

But it is probably fair to say that the popular reputation of Cavafy rests almost entirely on the remarkably preexisting way in which his other “sensual” poems, often not considered as this poet’s gift, deal with the ever-fascinating and pertinent themes of erotic desire, realization and loss.

The way, too, when memory preserves what desire so often cannot sustain. That desire and longing only makes it appear more contemporary, closer to our own times. Perhaps this is the case with Manolis’ poem:

Lamppost

 

After leaving our marks

on the sole lamppost

we parted

she to the west

I to the east

with a promise

to meet again

by this lamppost

and trace our marks

though we never thought of the Sirens

the Cyclops and the angry Poseidon

though we never thought of the pricey

ferryman

 

No one but Cavafy, who studied history not only eagerly but with a studious respect and meticulous attention to detail, would have recognized the dangers of abstracting people from their historical contexts; and nowhere is this abstraction more dangerous than in the case of Cavafy himself.

 

THE CITY

 

You said: “I’ll go to another land, to another sea;
I’ll find another city better than this one.
Every effort I make is ill-fated, doomed;
and my heart —like a dead thing—lies buried.
How long will my mind continue to wither like this?
Everywhere I turn my eyes, wherever they happen to fall
I see the black ruins of my life, here
where I’ve squandered, wasted and ruined so many years.”
New lands you will not find, you will not find other seas.
The city will follow you. You will return to the same streets.
You will age in the same neighborhoods; and in these
same houses you will turn gray. You will always
arrive in the same city. Don’t even hope to escape it,
there is no ship for you, no road out of town.
As you have wasted your life here, in this small corner
you’ve wasted it in the whole world.

 

Surely his work is as good as great poetry can be and at the same time timeless in the way we like to think that great literature can be alchemizing details of the poet’s life, times and obsessions into something relevant to a large audience over the years and even centuries.

But the tendency to see Cavafy as one of us, as one in our own time, speaking to us with a voice that is transparent and admittedly ours about things whose meaning is self-evident, threatens to take away a specific detail one that, if we give it back to him, makes him look larger than life and more a poet of the future, as it was once described, rather than the time he lived in. This detail also pertains to Manolis who refers to mythical passages of his home-country and unfolds scenes of sensuality, abandonment and loss.

Cavafy’s style, to begin with, is far less prosaic, much richer although not musical, and rooted deeply in the nineteenth century in which he lived for more than half of its life. Some readers will be surprised to learn that many of Cavafy’s poems, even when he was almost forty, were cast as sonnets or other prepared forms of verse.

Manolis was born in Kolibari a small village west of Chania on the Greek island of Crete in 1947. At an early age his family took him first to Thessaloniki and then to Athens where he was educated, earning a Bachelor of Science in Political Science from the Panteion University of Athens.

The subject in some of Cavafy’s poems which tend to be overlooked by readers as difficult are the poems deliberately placed in the dark, geographical and temporal margins of the Greek past: poems which seem not to have much to do with today’s concerns and are often passed in favor of works with more contemporary appeal.

Perhaps this is the case with Manolis who draws from the same Greek sources as Cavafy does making historical references to Greece, the cradle where his soul was born, when he creates the Greek myths interacted in his contemporary poetry. Even far from his motherland Greece where he resides now he still retains in his poetic memory, images and themes he channels through verve in this book and others.

 

Can Manolis channel the beauty as easily as he describes in his verse? “An ancient time leader / as an anointed and pious / a musical instrument of candor flowing free / ready to speak with words that relieve pain and free the soul?” Yes its main tool is its firsthand experience of the power of Eros. His psychological makeup attracts and conveys authenticity and happiness based on his worship and being adored by sensual and provocative female figures exposing him in an ecstatic transcendence through the  lustful bodies of his poems and his deep love and undoubtable understanding. It is obvious that he finds his purpose in falling in love passionately for his beloved.

He does not hide that before he emerged he wanted to become “a festival / movement song of a bird / a vesper / a simple sigh / that will heal the lips of his beloved.” If he feels powerless in the face of inconceivable and powerful Destiny, he declares that a woman’s embrace beckons him and he likes to give in to his passion: “dark and vague circle / forever indeterminable / and this, the command / and this, the Obedience / This, the orgasm / and this, the Eros / and this is you.” He feels being favored by Eros and he diffuses his burning passion with light that fills his erotic verses. As a gallant defender of lust and sensuality and the true emotions of love, he delivers joy to the soul.

 

Both idealism and pragmatism, messianism, but also tradition and the languor of the senses, the subjects of love dedicated to ephemeral satisfaction and erotic drunkenness make up the changes of its vast poetic content. Having the maturity of an accomplished poet and the ability to create evocative images in a personal way, the poet introduces us to what constitutes the most brilliant expression of his most intimate thoughts and beliefs in front of the world of his time and age.

The way, too, where memory preserves what desire so often can’t sustain. That desire and longing were for other men only makes it appear more contemporary, closer in our own times as we see in this opening poem of Scandalous, which poem may seem obscene and prosaic created by a minor poet, but when created by a poet such as Manolis it locks up the erotic aura of a Moravia.

 

like a bird stilled by camera lens

her scandalous vulva visits his mind

from days of that August

on the scorched island

in low tone siesta

in muffled moaning

lest the mirror would crack from tension

 

 

In the 1880s and 1890s, Constantine Cavafy was a young man with modest literary ambitions, writing verses and contributing articles, critiques and essays, mostly in Greek but also in English (a language in which he was perfectly at home as a result of spending a few of his adolescence years in England), on a various idiosyncratic subjects, for Alexandrian and Athenian newspapers. The cunning similarity in the biographies of these two poets binds Cavafy with Manolis who lives in Vancouver and writes poems in Greek and English referring to both countries.

 

Yannis Ritsos was born in Monemvasia, Greece, on May 1, 1909, in a family of landowners. He did his early schooling and finished high school in Gythion, Monemvasia and after graduating in 1925, he moved to Athens where he began working on typing and copying legal documents. A year later, he returned to his home town where he spent his time writing and painting, another form of art that he devoted himself which along with his writing he kept for the rest of his life, perhaps the painting has given him elements of his sensual poems:

 

WOMEN

Our women are distant, their sheets smell of goodnight.

They put bread on the table as a token of themselves.

It’s then that we finally see we were at fault; we jump up saying,

‘Look, you’ve done too much, take it easy, I’ll light the lamp.

’She turns away with the striking of the match,

walking towards the kitchen, her face in shadow,

her back bent under the weight of so many dead –

those you both loved, those she loved, those

you alone loved . . . yes . . . and your death also

 

Listen: the bare boards creaking where she goes.

Listen: the dishes weeping in the dishrack.

Listen: the train taking soldiers to the front.

 

 

Sometimes the poems are invested with the fractured logic of the dream with images of dream events or they’re placed in a landscape of dreams that grows, as one reads more, more and more recognizable, less strange, always attractive. At the same time, their locations and quotations are redemptive of a completely recognizable Greece: the balconies, the geraniums, the statuary, women in their black attires and, in a lasting way, the sea. His touch is light, but its effect is profound. Much depends on the image that causes the narrative movement. Some poems are so small, so distilled, that the fragments of history given to us – the kids’ psychodramas – have an irresistible power. “The less I get the bigger it gets,” said Alberto Giacometti and the same powerful reticence is a feature in Ritsos’ shorter poems.

 

The content of Yannis Ritsos also deserves renewed attention – both the specific themes of the individual poems, which in fact keep the historical and the erotic in a single focus.

Eroticism is one of the appearances of man’s inner life. In this one deludes himself because one is seeking the object of his desire. But this object of desire responds to the internal desire. The choice of an object always depends on the individual’s personal tastes: even if it falls on the woman as most would have selected, what comes into play is often an unspeakable aspect, not an objective characteristic of this woman unless she has touched the inner being of man which creates the force to choose her.

The notion of disorientation, when heightened emotion puts us at odds with the world, when the aromas become sour, when a view of the garden becomes desolate, when household objects shed their purpose, is perfectly evoked in the following ten lines. There is an immediate recognition of a precarious ontological state tied to a story until, a moment later, we realize that we can see that street, see that window, see through that door:

 

 

ALMOST

 

It was just luck: I open the door, the two women

side by side on the sofa

 

in his black handkerchief,

mother and daughter, perhaps,

 

staying immobile, unpronounceable, a mouthful of bread

on the table, a cat sleeping on the couch.

 

Looking away and the sun at the top of the waves, cicadas

the swallows attractions in blue. They look back.

 

I almost had it, I almost had it in one of them.

Then Mother got up and closed the door.

 

This poem by Yannis Ritsos refers us to another poem by Manolis but more sensual and right:

 

Nothing to hold onto

but ourselves in lust

and the cenotaph with

names engraved in marble

yet in this near futile void

a sudden speck of light

gleams on Suzanne’s breast

as a lightning flash like

when her eyes demanded

a deeper meaning to this: are we

to search for it during this dark night

with our two bodies as the only absolution?

 

The sensuality of the Mediterranean world may be in the Greek soul of the poets to a greater or lesser degree, as we have seen over the years and centuries, referring to the idea that the Greek gods though dead are alive in the souls of the Greeks: Eros and Dionysus are alive from the bygone days of yesteryears to today and even more so in the case of Manolis who lives in Vancouver but has not forgotten his Cretan roots, and he writes in both Greek and English and shows with his simple poem Golden Kiss

 

Golden Kiss

 

He threw his hat on the chair

took off his shirt to reveal

his tan breast where a cross shone

reflecting brightness of the sun

and his heart pulsed in a different mode

when she walked to him and

placing her finger over the venerable spot

kissed his lips saying: I miss you

 

the sensual and erotic connection between his poetry and that of Cavafy and Yannis Ritsos.

 

~Eric Ponty, poet, translator, Sao Paolo, Brazil, 2016