Archive for the ‘Greek Poets’ Category

 

merging dimensions cover

ΔΙΔΑΧΗ

 

Κι έβαλαν σε σκοτεινό κελί τη Θέμιδα

κι εγώ αντιμετώπισα τα ξέφρενα μάτια

της συγγένειάς μου κι είχα πολλά να πω

μα σιώπησα για ένα λεπτό χρόνο να δώσω

στην αφέλειά τους που αργά κυλούσε

σαν το κελαρυστό ριακάκι, αθώο παιδιού

χαμόγελο που πάνω του στήριξα ελπίδα

πως τη δικαιοσύνη ξανά θ’ ανακάλυπτα

 

για να γιατρέψω μ’ ανοιξιάτικα λουλούδια

τις φλέβες τ’ ανεπίληπτου Έρωτα

 

έγκλειστοι κι αλλόφρονες οι φίλοι μου

κι εγώ με κουρέλια τον τόπο γύριζα

μ’ απαλή φωνή και νέα σύμβολα

με νέους εχθρούς και νέα ανέκδοτα

ν’ αλλάξω τα πιστεύω τους πεθύμησα

νέοι Ιούδες που είχαν γεννηθεί με δόντια

σουβλερά ό ένας τον άλλο να ξεσχίσουν

για τους αγέρηδες καθαρούς κληρονόμους

των διδαγμάτων μου τίποτα να μη μείνει

 

 

Lesson

 

And they put Themis in dark dungeon

and I faced my kin’s delirious eyes

yet though I had much to say

I kept silent, momentarily, time

to give to their simple mindedness

bubbling along with the creek’s murmur

innocent smile of child upon which

I entrusted my hope to rediscover justice

 

with spring flowers to rejuvenate

the veins of impeccable Eros

 

imprisoned were my distraught friends

dressed in rags I walked over my lands

so-spoken and with new symbols

with new follies and new anecdotes

I wished to revert their beliefs

new Judases born with sharpened teeth

ready to devour each other nothing to leave

for the winds rightful inheritors of my teachings

 

SECOND ADVENT OF ZEUS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2016

Advertisements

The Medusa Glance cover

ΑΓΙΟΠΟΙΗΣΗ

 

Ατελεύτητη παραγωγή σφαιρών

που προορίζονται να βρουν στόχο

στα στήθεια εχθρών σε μακρινό τόπο

 

ατέλειωτα παραγεμισμένα δοχεία

με διαφόρων λογιών σφαίρες

κατά παραγγελία

για ορισμένα σώματα

 

αριθμημένες στη λίστα προϊόντων

ο υπολογιστής εκτιμά

αξιολογεί την επί τις εκατό ακρίβεια

λεπτομερή στοιχεία κατασκευής,

βάρος, μήκος, αντοχή ενάντια

στον αγέρα, στην αμμοθύελλα

εξαιρετική ποιότητα και κατάσταση

πρωτού τις φορτώσουν για το μέτωπο

 

ατέλειωτη παραγωγή σφαιρών

απ’ την εταιρεία

που αγιοποιήθηκε με τον ευφημισμό

ανάδοχος άμυνας

 

 

SAINTHOOD

 

Incessant production of live

killing ammunition destined

to find targets on the chests

of the enemies in the faraway lands

 

endless containers filled

with various sizes of bullets

custom made for specific bodies

numbered on the list of production

 

computers assess and evaluate

percentage of accuracy, detail

structural elements, weight

length, strength against wind,

sand storm, excellence

in fabrication and condition

before they send them to the front line.

 

Incessant production of live

deadly munitions by company

sanctified under the euphemism:

defense contractor

 

 

THE MEDUSA GLANCE, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2017.

cover

 

ΚΑΜΙΑ φορά, ξυπνάω τη νύχτα, ανάβω τη λάμπα και στέκο-

μαι εκεί, απέναντι στον ξένο, το πρωί βέβαια, δεν έμενε τίποτα,

μονάχα ένα ανεπαίσθητο σημάδι, που θα μπορούσε να το πάρει κα-

νείς για μια σταγόνα κερί, ενώ ήταν ίσως το ασυγχώρητο που

κανείς δεν το`βλεπε, μόνο το παλιό λησμονημένο όργανο ακουγό-

ταν στο υπόγειο, και θα `πρεπε να `χω θάψει, Θεέ μου, από καιρό

τα ενθύμια, γιατί και το αναπόφευκτο έτσι ελάχιστα αρχίζει,

καθόμουν, λοιπόν, τις νύχτες στη σκάλα περιμένοντας αυτόν

που θα νικούσε τον σιωπηλό κόσμο, και θα `παιρνε τη μεγάλη βελό-

να του πλεξίματος που κρατούσα, σαν τις γυναίκες, την ώρα που οι

άλλοι κοιμούνται, αφηρημένες πάνω στο εργόχειρο, έχουν ακολου-

θήσει κιόλας εκείνον που αιώνια μας προσπερνά.

 

 

 

SOMETIMES during the night I wake up Ι light the lamp and

stand there opposite the foreigner; at daybreak of course nothing was

left but an imperceptible mark that one could take as a drop of

wax while it was, perhaps the unforgivable which no one could see

only the old forgotten organ was heard in the basement, oh God,

I should have long ago buried all the mementos because even

the inescapable commences as simple as that,

yet at night I would sit by the stairs and wait for the one who

would defeat the silent world and would take the big needle of cross

stitching I held like women who while the others were asleep,

lost in their embroidery, have already followed the one who

forever walks ahead of us.

 

 

 

~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

cover

ΤΩΡΑ μαθαίνουμε την υπομονή, πρόσωπα γεμάτα ρήγματα, όπου

χωρούσαν

λογιών κατατρεγμοί, κι άλλοτε παλιοί μύθοι έστεκαν στο δρόμο

και μας γύριζαν πίσω, λεηλασίες, πανικός, ερήμωση. Όμως είναι

στιγμές που στη μνήμη κάποιου περνάει, άξαφνα,

μια αχνή σκηνή απ’ τ’ αλλοτινά μεγάλα, και τότε οι ζητιάνοι

μαζεύουνε το χέρι τους

σαν να `ναι αρκετό, για σήμερα, το κέρδος.

 

 

NOW we learn of patience, faces full of cracks where

you could fit

various persecutions and at other times old myths stood in the road

and turned us back: lootings, panic, devastation. But there’re

moments that suddenly a fresh scene from old great events goes

through someone’s memory and then the beggars

pull back their hand

as though the profit was enough for today.

 

 

 

~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (απόσπασμα)

IV

Τράβηξαν ολόισια στην αυγὴ με την ακαταδεξιὰ του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ᾿ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Απὸ δω πέρασε ο στρατὸς με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ᾿ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ᾿ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωὴ στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μία οργιὰ ουρανὸ – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στήν πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδούνιζαν τα γυαλικὰ στα ράφια.

Ά, τί τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια –
ανάμεσα στα γόνατα τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα να `σπαγαν μία ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιὸς θα σου φέρει τώρα το ζεστὸ καρβέλι μες στη νύχτα να ταίσεις τα όνειρα;
Ποιὸς θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματα τους;

Το χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πὼς μύριζε το χώμα –
και τώρα πὼς κλειδώσανε την πόρτα τους τ᾿ αμπέλια μας
πῶς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιὸς να το πει πως βρίσκονται οι μισοὶ κάτου απ᾿ το χώμα
κ᾿ οι άλλοι μισοὶ στα σίδερα;

Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανὸς
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου να `ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτὸ το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Κάτου απ᾿ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινὶ – περμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Τούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανεὶς να μας το πάρει.

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

IV

 

They went straight to dawn with the haughty air of the hungry

a star had curdled in their motionless eyes

on their shoulders they carried the injured summer

 

This way the army went with banners glued onto their flesh

with stubbornness bitten by their teeth like an unripe wild pear

with the moon-sand under their heavy boots and with the coal dust of night

glued in their nostrils and their ears.

 

Tree by tree stone by stone they passed the world

with thorns as pillows they spent their sleep

τhey carried life like a river in their parched hands.

 

With every step they won a yard of sky – to give it away

On watch they turned to stone like the conflagrated trees

and when they danced in the plaza ceilings shook inside the houses

and the glassware clinked on the shelves

 

Ah what songs shook the mountain peaks – as they held between their legs

the earthen dish of the moon and had their dinner

and broke the sigh amid their heart pleats like they would break a louse

with their thick nails.

 

Who will now bring you the warm loaf of bread

that you may feed the night with dreams?

Who will stand in the olive tree’s shade to keep the cicadas company

that they won’t go silent now that the whitewash of noon hour paints

all around the horizon a stone wall erasing their great manly names?

 

This soil that was so fragrant at dawn the soil that was theirs and ours –

their blood – how fragrant the soil was –

and now how our vineyards have locked their doors

how the light has thinned on roofs and trees –

who would have said that half of them are under the earth and the other half in jail?

 

With so many leaves the sun greets you good morning and the sky shines

with so many banners and these are in jail and those lie under the earth.

 

Silence that any time now the bells will chime;

This soil is theirs and ours.

 

 

Under the earth in their crossed hands they hold the bell rope – waiting for the hour

they don’t sleep they don’t die, they wait to ring the resurrection.

This soil is theirs and ours – no one can take it from us

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

II

Κάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας
είναι μία σταγόνα νερὸ που σκάβει απὸ παλιὰ τη σιωπὴ ως το μεδούλι
είναι μία καμπάνα κρεμασμένη στο γέρο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ᾿ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Αλωνάρη
– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ᾿ τὸν καημὸ της δύσης.

Η Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιὲς με τη φαρδιά της φούστα λεκιασμένη απ᾿ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδὶ και του αποκρίνεται απ᾿ τον κάμπο η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
Η κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Απάνου στο τραπέζι το ψωμὶ κ᾿ η ελιά,
μες στην κληματαριὰ ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

Α, τί μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες στην καψαλισμένη μάντρα του καλοκαιριού «κι αυτὸ θα περάσει»
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιὰ της πάνου απ᾿ τα εφτὰ σφαγμένα παλληκάρια της
ώσπου να βρεῖ το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.

Τούτο το κόκκαλο που βγαίνει απὸ τη γης
μετράει οργιὰ-οργιὰ τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερὶς με το βιολὶ ως το χάραμα
καημό-καημὸ το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιὰ σαν κόρδες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Οδυσσέα.

Α, ποιὸς θα φράξει τότες τη μπασιὰ και ποιό σπαθὶ θα κόψει το κουράγιο
και ποιὸ κλειδὶ θα σου κλειδώσει την καρδιὰ που με τα δυο θυρόφυλλά της διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ᾿ αστροπερίχυτα περβόλια;

Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Μάη στη ναυτικὴ ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σαν ταψὶ στού γανωτζή τὸν τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμὶ στου σφουγγαρά το δείπνο.
Και να που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικὸ φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοὶ που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Αναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα απὸ σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Αιγαίου το βράχο και το αλάτι.
Μπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακὶ το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ᾿ Αλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο δείπνο
κόβοντας τον καημὸ στα δυό έτσι που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι.

Έλα κυρὰ με τ᾿ αρμυρὰ ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
απὸ την έγνοια του φτωχού κι απ᾿ τα πολλὰ τα χρόνια –
η αγάπη σε περμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σου κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σου ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.
Μέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος κατακόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερὸ για να τινάξει ελάτι
κ᾿ η μάνα κάτου απ᾿ τη ρυτίδα της κρατάει γερὰ μαχαίρι.
Έλα κυρὰ που τα χρυσὰ κλωσσάς αυγὰ του κεραυνού –
πότε μία μέρα θαλασσιὰ θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις πάλι τ᾿ άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιὰ
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρὶ στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλὸς ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και τ᾿ Απριλιού το χιόνι
και να `βγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να σταυρώσει τις δαγκάνες του.

 

ROMIOSINI

 II

Every evening with the thyme scorched on

the rock’s bosom

there’s a water-drop that for a long time has been digging

silence to its marrow

there is a bell hanging from the ancient plane-tree

calling out the years

Sparks sleep lightly in the embers of solitude

and roofs contemplate on the golden fine down

on the upper lip of Alonaris

– yellow fine down like the corn tassel smoked up

by the grief of the west.

Virgin Mary leans down on the myrtle her wide

skirt stained by grapes.

On the road a child cries and the ewe who lost her

lambs answers from the meadow.

Shadow by the spring. The barrel frozen.

The blacksmith’s daughter with soaked feet.

On the table the bread and the olive

in the grapevine the night lamp of evening star

and high up there turning on its spit

the galaxy is fragrant

by the burnt-up lard garlic and pepper.

Ah what silky stars the pine needles

will need still to embroider

over the scorched fence wall of summer

“this will also pass”

how a mother will still squeeze her heart over

her seven butchered brave lads

until light finds its path to the uphill

of her soul.

This bone sticking out of the earth

measures the earth yard by yard and

the lute’s strings

and the lute from dusk to dawn with

the violin

grief by grief they sing it to rosemary

and the pines

and the ropes ring like lyres in the boats

and the seaman drinks bitter sea in

Odysseus’ wine cup.

Ah who then will fence the entrance and which

sword will sever the courage

and which key will lock up your heart that with

its two door-leaves wide open

stares at God’s star-drenched orchards?

Long hour like the Saturday evenings of May

in the seamen’s tavern

long night like a roasting pan on the tinsmith’s wall

long song like bread on the sponge diver’s

dinner.

And here is the Cretan moon rolling down

the pebble mount

goup goup with twenty lines of nails on the soles

of his leather boots

and here are those who go up and down

the Palamidi2 stairs

filling their pipes with roughly cut leaves

of darkness

their mustaches star-sprinkled with thyme

of Roumeli 3

and their teeth pine roots in the Aegean’s

rock and salinity.

They were thrown in iron and fire they conversed

with rocks

they offered raki 4 to death in their

grandfathers’ skulls

on the same threshing floors they met and shared their dinner

with Digeni5

slicing their grief in two like they sliced their barley bread loaves

on their knees.

Come you oh woman with the salty eyelashes with

your hand gold-plated

by your concern for the poor and by the many

years –

love is waiting for you in the bulrushes

the seagull hangs your black icon in his cave

and the bitter urchin kisses your toenail

In the black grape of the vineyard the red

bright must bubbles

shoots of the burned bulrush bubbles

under the earth the root of the dead man begs for water

so it will grow a fir tree

and under her wrinkles a mother holds the knife

tightly

Come you oh woman who broods on the golden

eggs of thunderbolts –

when an azure day comes you’ll take off the headscarf

and again take up arms

that May’s hailstorm will beat your forehead

that the sun will break a pomegranate in your cotton apron

that alone you will divide seed by seed

among your twelve orphans

that the shore will shine around you like the edge of a sword

and April’s snow

so that the crab will come out from the rocks to sunbathe

and cross its claws

 

 

1 Month of Wheat Harvest – June

2 Venetian castle of Palamidi in Nafplion with one thousand steps

3 Part of Mainland Greece between Peloponnesos and Thessaly

4 Moonshine

5 Literary meaning, one of two races; however also a mythical

figure, invented during the Medieval years of Turkish

occupation, who was destined to free Greeks from slavery

 

Yannis Ritsos-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

 

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΔΥΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ

 

Πίσω απ’ τα γυάλινα βουνά, στην άκρη του δάσους, υπάρχει

μια μεγάλη κουζίνα, μαρμάρινη, σα ναός. Εκεί μέσα

γυναίκες κι άντρες λευκοφορεμένοι, με ξύλινες κουτάλες,

με τρίφτες, με δίκοπα μαχαίρια, ετοιμάζουν

σα αρχαία μπακιρένια λεβίτια, σε ταψιά, σε σχάρες

ή σε τσουκάλια, τα φαγιά, τα γλυκίσματα, τις πίτες

για τη γιορτή των Αγίων Ασωμάτων. Όμως εκείνος,

αιρετικός, ολόγυμνος, τις νύχτες, όταν δύει το φεγγάρι

ανάβει λαθραία μια μεγάλη λαμπάδα, διπλή απ’ το μπόι του

και κατεβαίνει

ευλαβικά ένα ένα τα σκαλιά από πωρόλιθο της ζωής και του θανάτου

στο υπόγειο παρεκκλήσι των Αγίων Σωμάτων, εκεί όπου σμίγουν

η ελευθερία κι η σκλαβιά σ’ έναν έρωτα, πρώτον και τελευταίο.

 

 

TWO DIFFERENT CEREMONIES

 

Behind the glass mountains, at the edge of the forest, is

a large kitchen made of marble, like a temple. In there

women and men dressed in white, with wooden ladles,

with graters, skewers, double-edged knives prepare

in ancient copper cauldrons, in roasting tins, on grills

or pots the foods, the sweets, the pies,

for the holiday of Saint Asomatoi.* But him

a heretic, strips naked; during the night when the moon goes down

he covertly lights a tall candle, double his height and reverently goes

down, one after the other the made of tough-stone steps of life and death

to the lower level of the chapel of Saint Somatoi,** there, where

slavery and freedom meet in their first and last love affair.

 

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

 

*-Saint Asomatoi (bodyless saints)

**-Saint Somatoi (saints with bodies)

 800px-Nietzsche187a

ΦΡΕΔΕΡΙΚΟΣ ΝΙΤΣΕ

 

Η ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ

 

Ο πατέρας του ήταν λουθηρανός πάστορας, ενώ η μητέρα του ήταν κόρη ενός πάστορα. ήταν δε το νεότερο από τα παιδιά της οικογένειας αυτής. Ο Νίτσε από τα παιδικά του χρόνια έγραφε ποιήματα και μικρά θεατρικά έργα, μέρος των οποίων φρόντιζε να φυλάσσει η αδελφή του. Αφιέρωνε μεγάλο μέρος του χρόνου του στο γράψιμο, επιδεικνύοντας μία πλούσια λογοτεχνική παραγωγή, ενώ ήδη σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών ταξινόμησε τα ποιήματά του σε περιόδους.

Αν και από νωρίς υπήρχε η γενικευμένη αντίληψη πως επρόκειτο να γίνει κληρικός, ο Νίτσε σταδιακά άρχισε να αμφισβητεί τον Χριστιανισμό και περίπου το φθινόπωρο του 1862 είχε απορρίψει οριστικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο, σκεπτόμενος να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική, αλλά ξεκίνησε σπουδές κλασικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Βόννης. Παράλληλα, γράφτηκε στο θεολογικό τμήμα του πανεπιστημίου με διάθεση να ασχοληθεί περισσότερο με τη φιλολογική κριτική του Ευαγγελίου και τις πηγές της Καινής Διαθήκης, γεγονός που είναι μάλλον ενδεικτικό των θρησκευτικών αμφιβολιών του, αλλά και της αδυναμίας του να ομολογήσει στην οικογένειά του πως δεν επιθυμούσε να γίνει ιερέας. Συνέχισε τις θεολογικές του σπουδές μέχρι το Πάσχα του 1865, περίοδο κατά την οποία απέρριψε οριστικά τη θρησκευτική πίστη, με επιχειρήματα που αποτυπώνονται και σε επιστολή του προς την αδελφή του, στην οποία ανέφερε χαρακτηριστικά:

    «Κάθε αληθινή πίστη είναι αδιάψευστη, εκπληρώνει αυτό που ο πιστός ελπίζει να βρει σ’ αυτήν, δεν προσφέρει όμως ούτε το ελάχιστο έρεισμα για τη θεμελίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας […] Θέλεις να επιδιώξεις ψυχική ηρεμία και ευτυχία, τότε πίστευε, θέλεις να είσαι ένας απόστολος της αλήθειας, τότε αναζήτησέ την.»

Το 1869 το Πανεπιστήμιο της Λειψίας του απένειμε τον τίτλο του διδάκτορα χωρίς εξετάσεις ή διατριβή, με βάση τα δημοσιεύματά του, και το Πανεπιστήμιο της Βασιλείας τον εξέλεξε έκτακτο καθηγητή της Κλασικής Φιλολογίας. Τον επόμενο χρόνο ο Νίτσε έγινε Ελβετός υπήκοος και προήχθη σε τακτικό καθηγητή.

Μετά την επιστροφή του στη Βασιλεία, ο αμείωτος ενθουσιασμός του για τον Σοπενχάουερ, ο θαυμασμός του για το έργο του Βάγκνερ και οι φιλολογικές σπουδές και μελέτες του συνδυάστηκαν για την έκδοση του πρώτου βιβλίου του, με τίτλο Η Γέννηση της Τραγωδίας (1872).

Την περίοδο 1873-1876, ολοκλήρωσε μία σειρά τεσσάρων δοκιμίων που εκδόθηκαν αργότερα σε μία συλλογή με τον γενικό τίτλο Ανεπίκαιροι Στοχασμοί. Τα δοκίμια αυτά πραγματεύονταν γενικότερα τον σύγχρονο γερμανικό πολιτισμό, εστιάζοντας στο έργο του Νταβίντ Στράους στην κοινωνική αξία της ιστοριογραφίας, στον Σοπενχάουερ και τέλος στον Βάγκνερ .

Για τον Νίτσε, ο Σοπενχάουερ και ο Βάγκνερ αποτελούσαν φωτεινά παραδείγματα για την ανάπτυξη ενός νέου πολιτισμικού κινήματος που συνέδεε τη μουσική, τη φιλοσοφία και την κλασική φιλολογία.

Το επόμενο διάστημα, η υγεία του κλονίστηκε σοβαρά: υπέφερε από ημικρανίες, που οφείλονταν σε βλάβη του αμφιβληστροειδούς και στα δύο μάτια του, γεγονός που τον ανάγκασε τελικά να υποβάλει παραίτηση από το πανεπιστήμιο, στις 2 Μαΐου του 1879, καθώς αδυνατούσε να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του.

Απελευθερωμένος από τις ακαδημαϊκές υποχρεώσεις, ο Νίτσε πέρασε τα επόμενα χρόνια ταξιδεύοντας συχνά σε πόλεις της Ελβετίας, της Γερμανίας ή της Ιταλίας και αναζητώντας κάθε φορά ένα αναζωογονητικό κλίμα που θα βοηθούσε να βελτιωθεί η κατάσταση της υγείας του.

Ο τελευταίος χρόνος της διανοητικής διαύγειας του Νίτσε, το 1888, υπήρξε περίοδος σε υπέρτατο βαθμό παραγωγική. Έγραψε και εξέδωσε το Η περίπτωση Βάγκνερ. Επίσης, έγραψε μία σύνοψη του φιλοσοφικού του συστήματος και τα έργα Το λυκόφως των ειδώλων, Ο Αντίχριστος, Νίτσε εναντίον Βάγκνερ και Ίδε ο Άνθρωπος, ένα διαλογισμό γύρω από τα έργα του και την προσωπική του αξία. Το Λυκόφως των ειδώλων κυκλοφόρησε το 1889, Ο Αντίχριστος και το Νίτσε εναντίον Βάγκνερ είδαν το φως μόλις το 1895.

 

https://sciencearchives.wordpress.com/2015/08/13/o-ί-ί-ύ-ka/

 

 

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ ΝΙΤΣΕ

 

Ο ΝΙΤΣΕ ΠΡΙΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ (1899)

 

Στις 3 Ιανουαρίου του 1889 υπέστη νευρική κατάρρευση, ενώ βρισκόταν στην πλατεία Κάρλο Αλμπέρτο του Τορίνο. Αν και τα γεγονότα εκείνης της ημέρας δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένα, σύμφωνα με μία διαδεδομένη εκδοχή, ο Νίτσε είδε έναν αμαξά να μαστιγώνει το άλογό του και τότε με δάκρυα στα μάτια τύλιξε τα χέρια του γύρω από το λαιμό του αλόγου για να καταρρεύσει αμέσως μετά. Τις επόμενες ημέρες απέστειλε πολυάριθμες επιστολές σε οικεία πρόσωπα, που φανέρωναν επίσης την ψυχική διαταραχή του, υπογράφοντας άλλοτε ως «ο Εσταυρωμένος» και άλλοτε ως «Διόνυσος». Στις 10 Ιανουαρίου μεταφέρθηκε σε ψυχιατρική κλινική της Βασιλείας και λίγες ημέρες αργότερα σε κλινική της Ιένας, κατόπιν επιθυμίας της μητέρας του, όπου οι γιατροί διέγνωσαν «παραλυτική ψυχική διαταραχή». Ο λόγος του ήταν παραληρηματικός και τον διακατείχαν παραισθήσεις μεγαλείου, κατά τις οποίες αυτοαποκαλούνταν δούκας του Κάμπερλαντ, Κάιζερ ή Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ’, συνοδευόμενες συχνά από βίαιες συμπεριφορές.

Μετά τον θάνατό της μητέρας του το 1897, ο Νίτσε έζησε στη Βαϊμάρη μαζί με την αδελφή του. Το καλοκαίρι του 1898 υπέστη ελαφρύ εγκεφαλικό που οδήγησε στην επιδείνωση της κατάστασής του. Τον επόμενο χρόνο ακολούθησε ένα ακόμα σοβαρότερο εγκεφαλικό επεισόδιο και στις 25 Αυγούστου 1900 πέθανε από πνευμονία. Τα συμπτώματά του οδήγησαν στο συμπέρασμα πως η ασθένειά του ήταν συφιλιδική (αυτή ήταν η αρχική διάγνωση στις κλινικές της Βασιλείας και της Ιένας), ωστόσο παραμένουν αδιευκρίνιστα τα ακριβή αίτια της διαταραχής του. Η ταφή του έγινε στο κοιμητήριο της ιδιαίτερης πατρίδας του, Ραίκεν και ακολουθήθηκε η παραδοσιακή λουθηρανική τελετουργία, σύμφωνα με επιθυμία της αδελφής του.

Ο Αδόλφος Χίτλερ πάτησε πάνω στα νιτσεϊκά έργα για να οικοδομήσει τη θεωρία του εθνικοσοσιαλισμού ή ναζισμού. Το πρότυπο της Αρείας φυλής βασίστηκε πάνω στον Υπεράνθρωπο (Τάδε έφη Ζαρατούστρα), το σημαντικότερο ίσως έργο του Νίτσε. Ο Νίτσε όμως, καθώς φαίνεται και μέσα από τα έργα του, υπήρξε δριμύτατος επικριτής τόσο των εθνικιστικών, όσο και κάθε αντισημιτικών τάσεων. Ο Ζαρατούστρα είναι η υπέρβαση του ανθρώπου προς το ανθρωπινότερο και όχι προς το απανθρωπότερο. Εξάλλου και ο ίδιος ο Nietzsche προέβλεψε ότι τα έργα του θα παρερμηνευτούν και ότι δύσκολα θα υπάρξει κάποιος που θα τα κατανοήσει σε βάθος. Ο ίδιος θα πει: «Αυτό που κάνουμε δεν το καταλαβαίνουν ποτέ, μα μονάχα το επαινούν ή το κατηγορούν».

Όταν πέθανε στα 1900 όμως, μόνος και τρελός, είχε την πεποίθηση ότι δεν πρόφτασε να ολοκληρώσει το φιλοσοφικό του έργο. Αυτά που είπε στους ανθρώπους τα παρομοίαζε με πρωτόγνωρα λόγια του ανέμου, με πρωτόγνωρα και γνήσια τραγούδια κάποιου βραχνού χωριάτη. Ήταν ριζωμένη βαθιά στη συνείδησή του η αδυναμία κατανόησης των «ασμάτων» του από τους άλλους: “Αυτά που θα ακούσετε, θα είναι τουλάχιστον καινούργια. Κι αν δεν το καταλαβαίνετε, αν δεν καταλαβαίνετε τον τραγουδιστή, τόσο το χειρότερο! Μη δεν είναι αυτός ο κλήρος του; Μη δεν είναι αυτό που ονομάσανε ‘Κατάρα του Τροβαδούρου’;”

Δεν πρόφτασε να χτίσει εκείνη τη γέφυρα που πάντα επιθυμούσε, από τον άνθρωπο στον Υπεράνθρωπο. Οι προσδοκίες του όμως από το ανθρώπινο είδος δε σταμάτησαν ποτέ να είναι μεγάλες. Όταν ρωτήθηκε για το τι είναι αυτό που αγαπάει στους άλλους, απάντησε: «Τις ελπίδες μου».

 

ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΝΙΤΣΕ

 

* «Ένας δυνατός και συγκροτημένος άνθρωπος χωνεύει τις εμπειρίες του, όπως και τα επιτεύγματα και τα παραπτώματά του, όπως χωνεύει το κρέας, ακόμα κι όταν αναγκάζεται να καταπιεί μερικά σκληρά κομμάτια.»
* «Η κοιλιά είναι ο λόγος για τον οποίο ο άνθρωπος δεν νομίζει εύκολα πως είναι θεός»
* «Όταν χαιρετώ έναν θρησκομανή, αισθάνομαι την ανάγκη να πλύνω τα χέρια μου.»
* «Το χρυσό θηκάρι της συμπόνιας κρύβει κάποτε το λεπίδι της ζηλοφθονίας.»
* «Δύο πράγματα θέλει ο άντρας, κινδύνους και παιχνίδια. Γι’ αυτό ζητάει τη γυναίκα, γιατί είναι το πιο επικίνδυνο παιχνίδι.»
* «Μια μικρή εκδίκηση είναι ανθρωπινότερη από καθόλου εκδίκηση.»
* «Ο άντρας πρέπει να είναι γυμνασμένος για τον πόλεμο και η γυναίκα για το ξεκούρασμα του πολεμιστή. Όλα τ’ άλλα είναι τρέλα.»
* «Στο μίσος και στον έρωτα η γυναίκα είναι περισσότερο βάρβαρη από τον άντρα.»
* «Ο άνθρωπος είναι ένα σκοινί τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και τον υπεράνθρωπο, ένα σκοινί πάνω από την άβυσσο.»
* «Κι αν ακόμα ένας άνθρωπος έχει ακλόνητη πίστη, μπορεί να εμπλακεί στη γοητεία της αμφιβολίας.»

Πηγές: wikipedia, Ελευθεροτυπία, Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα

https://sciencearchives.wordpress.com/2015/08/13/o-ί-ί-ύ-ka/

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΑΠΟΣΤΑΣΗ

 

Ίσως να ταξιδεύουν, ίσως να πέθαναν. Κάτω απ’ το κρεβάτι

σκεβρώνουν τα παπούτσια τους, ή, κάποτε, τ’ ακούς τη νύχτα

να περπατάνε μόνα σ’ ένα χώρο κοίλο, σκοντάφτοντας

πάνω σε ξεραμένους σπόρους από πορτοκάλια ή πάνω

σε διαμελισμένες κούκλες άγριων αγοριών που τώρα

υπηρετούν στρατιώτες. Κάτω απ’ τις αρβύλες τους μένουν κολλημένες

τσουκνίδες και λάσπες. Τις νύχτες, μ’ ελάχιστο φεγγάρι, στο φυλάκιο

σιγοσφυρίζουν φάλτσα το τραγούδι εκείνων που έφυγαν. Εκεί

μαζεύονται τα λαχτισμένα σκυλιά, πέντε μέτρα πιο πέρα

και με σκυφτό το κεφάλι τους κοιτούν κλεφτά που κατουράνε.

 

 

 

DISTANCE

 

Perhaps they travel, perhaps they have died. Their shoes

warp under the bed or sometime during the night

you hear them walking alone in a contour space,

stumbling on dried up orange seeds or on

dismembered dolls of wild boys, who now

serve in the army. Under their boots nettles and

mud remain glued. At night, with a faint moon at the guard post

they whistle in a low tone the discordant songs of those who left.

The kicked dogs gather there, five meters further

and with bowed heads, gaze them urinating in haste.

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

cover

 

ΔΙΑΒΑΤΗΣ

 

Ήταν παράξενος κι ίσως γι’ αυτό μπορούσε να περάσει μια ολό-

κληρη πόλη άθικτος

κάνοντας εκείνες τις μικρές παραχωρήσεις που κάνουν οι μητέρες

στα όνειρα

κι οι νικημένοι στην ευπιστία.

 

 

 

PASSERBY

 

He was a strange man for this he could pass through

the whole city untouched

allowing those little give ins that mothers allow to

their dreams

and the defeated to credulity.

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com