Archive for February, 2013

cover

Μυστική Πύλη

Φτερούγες σάλευαν κάτω απ’ τά έπιπλα, καί στό βάθος

ο σκοτεινός καθρέφτης έκανε τά παιδιά ν’ αρρωσταίνουν συχνά,

γιατί δέν ήθελαν νά μεγαλώσουν,

η μητέρα έκλαιγε καί μέ παρακαλούσε νά κατέβω, μά εμένα

ήταν η μοίρα μου νά περπατάω στό ταβάνι, μιά μάχη δική μου,

μητέρα, όπου πάντα ο νεκρός ήμουν εγώ.

Γι’ αυτό ήξερα καί τών ουρανών τή μυστική υπόγεια πύλη.

 

Secret Gate

Wings stirred under the furniture and at the end of the hall

the dark mirror made the children often sick, because they

didn’t want to grow up,

mother cried and beg me to come down, but my fate was

to walk on the ceiling, my own battle, mother, where I was

the only dead.

For this I knew the subterranean secret gate of the skies.

Δημιουργία

Καθόταν έξω στά χωράφια καί σχεδίαζε πάνω στό χώμα

πουλιά. Μά τά πουλιά ζητούσαν ουρανό. Τότε σχεδίασε

γύρω τους τήν αιώνεια θλίψη.

Καί τά πουλιά πέταξαν.

Creation

He would sit out in the fields and draw birds

on the soil. But the birds yearned for the sky. Then

all around them he drew the infinite sorrow.

And the birds flew away.

Νύχτα

Μιά πόρτα τή νύχτα πού τή βλέπουν μόνο οι τυφλοί,

τό σκοτάδι κάνει τά ζώα ν’ ακούνε μακρύτερα,

κι εκείνος τρίκλιζε, όχι απ’ τό πιοτό,

μ’ απ’ τήν απελπισμένη κίνηση ν’ ανέβει

στόν πύργο, πού χάσαμε κάποτε.

 

 

Night

There is a door in the night that only the blind see,

darkness makes the animals hear better,

and him, staggered, not from being drunk

but from his futile effort to climb

up to the tower, we once had lost.

Ενοχή

Τί ζητούσαν, λοιπόν, σέ τί είχα φταίξει, εμένα

τό μόνο μου έγκλημα ήταν ότι μπόρεσα νά μεγαλώσω

κυνηγημένος πάντα, πού νά βρείς καιρό, έτσι έμεινα

εύπιστος κι αγκάλιαζα τό κρύο σίδερο τής γέφυρας.

Ενώ απ’ τό βάθος, μακριά, μέ κοίταζε σάν ξένο

η πιό δική μου ζωή.

Guilt

Then, what they searched for, what was I guilty of, I, who’s

only crime was that I grew up; always chased,

where could one find time, for this I stayed gullible and

I always hugged the cold railing of the bridge.

While at the far end, far away, my true life stared at me

as though seeing a stranger.

~Τάσος Λειβαδίτης, ‘Διασπορά’

~Tasos Livaditis, ‘Diaspora’

~Translation Manolis Aligizakis

74979_3629791323956_2077615219_n

Είπες εδώ καί χρόνια:

“Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός”.

Καί τώρα ακόμη σάν ακουμπάς

στίς φαρδιές ωμοπλάτες τού ύπνου

ακόμη κι όταν σέ ποντίζουν

στό ναρκωμένο στήθος τού πελάγου

ψάχνεις γωνιές όπου τό μαύρο

έχει τριφτεί καί δέν αντέχει

αναζητάς ψηλαφητά τή λόγχη

τήν ορισμένη νά τρυπήσει τήν καρδιά σου

γιά νά τήν ανοίξει στό φώς.

~Γιώργος Σεφέρης

ΟΝ A RAY OF WINTER LIGHT

Some years ago you said

‘Basically I am a matter of light.’

And still today when you lean

on the wide shoulders of sleep

even when they anchor you

to the drowsy breast of pelagos

you search in corners where blackness

has turned thin with no resistance

you grope for the spear

that spear destined to pierce your heart 29

and open it to the light.

~George Seferis,

Translation by Manolis Aligizakis

 

74979_3629791323956_2077615219_n

Άνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα

με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες

γυαλίζοντας στ’ αργό ψιχάλισμα,

άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες

που ήρθαν όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν

που μ’ άφησαν να τις αγγίξω ύστερ’ απ’ τη σιωπή

μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια

~Γιώργος Σεφέρης

Flowers of the rock before the green sea

with veins that reminded me of other loves

gleaming in the slow drizzle

flowers of the rock, faces

that came when none spoke and spoke to me

that they let me touch them after the silence

among pine trees, oleanders and plane trees.

~George Seferis-Collected Poems, Libros Libertad, 2012

~Translation Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca