Archive for January, 2014

Cloe and Alexandra_cover_aug265ritsos front cover

Three Greek Poets


I met Cloe Koutsoubelis and Alexandra Bakonika in Facebook. We share each other’s poems and experiences. I personally met them summer of 2012 when I travelled to Greece. They both live in Thessaloniki. They are two contemporary Greek Poetesses with passionate voices that work from within today’s human condition to describe its pain and pleasure; two voices so similar and yet so different in their expression of the internal. They are two poetesses who try to blend both pain and pleasure into an acceptable concept.

Yannis Ritsos is the most prolific 20th century Greek poet. He has written 117 books of prose, poetry and translations. I first met his work as a song back in 1960ies Greece when his poem “Epitaphios” was set in music by the world famous Mikis Theodorakis. Yannis Ritsos was exiled twice in his life for his political views and this was reflected in his early poems, however as he grew into maturity his poetry shifted from the politically motivated poetry into the internationally accepted and recognized marvel that we know today. I am truly proud that his daughter Eri Ritsos was so overwhelmingly enthusiastic about my involvement in this translation and after two years of hard work the book became a reality.


Cloe Koutsoubelis:


Περίμενα, περίμενα

xωρίς κορμί, μόνο ψυχή-καπνός για την εστία.

Είχα βέβαια και το κέντημα για παρηγοριά

ύστερα ήταν κι οι μνηστήρες

όμως έπληττα θανάσιμα με τα χοντρά αστεία.

Κάποια ανακούφιση ο Τηλέμαχος,

όμως κι αυτός έψαχνε τον πατέρα.

Ένα βράδυ έκανα έρωτα με έναν υπηρέτη.

Το σώμα του ζεστό ψωμί

έσταζε μέλι και κρασί.

Δεν με πείραξε που έγινε.

Μόνο ότι πεισματικά η Ιστορία το αγνόησε.


I waited and waited

without body, just a soul-smoke

for the fireplace.

Of course I had my yarn for company

then there were the suitors yet

I was bored with their rough jokes.

Telemachus was a relief

although he also searched for his father.

One night I slept with a servant.

His body was like warm bread

dipped in honey and wine.

It happened, it didn’t bother me.

Though purposefully history ignored it.



Η γνώμη του με κέντρισε:

«Είναι φτηνά και άνοστα τα πορνογραφικά έντυπα,

ενώ τα ποιήματά σου διεγείρουν

και συγχρόνως προκαλούν ανάταση ψυχής.

Έχω εξάρτηση, είμαι ναρκομανής με τους στίχους σου».

Ξανασκέφτηκα την άποψή του.

Διόλου αμελητέος αντίπαλος η πορνογραφία,

πανστρατιές με βουλιμία τη διαβάζουν.

Τιμή μου να βγάζω άχρηστα τα έντυπα

και την παραλογοτεχνία της.


His opinion intrigued me:

‘The porno-press is cheap and

tasteless; though your poems

arouse while they generate

certain elation for the soul.

I’m hooked on them, I yearn

for your verses like a druggie.’

I thought of his opinion again.

The porno-press isn’t a negligible

competitor, thousands of people read it.

It was my honour to prove it

useless and illiterate.




Έφυγε γρήγορα τό καλοκαίρι: Δέν προφτάσαμε.

Μεγάλα σύγνεφα κρέμονται πάνω απ’ τά βουνά

σάν προσωπεία αρχαίας τραγωδίας. Τί νά κάνουμε;


Τά παπούτσια μας, όσο παλιά, πάντοτε μάς στενεύουν λίγο.

Μάς στενεύει τό φώς, μάς στενεύει τό σύγνεφο.

Φτάνουμε μπροστά σ’ ένα ανθισμένο δέντρο

μπροστά στό ψωμί, μπροστά στό νερό,

μπροστά στό πιό αυριανό παράθυρο

κάπως αμήχανοι, λαχανιάζοντας,

μέ τήν αίσθηση μιάς αιώνιας καθυστέρησης.


Τόσο μακρυά τραβήξαμε, λοιπόν;


The summer ended quickly. We ran out of time.

Big clouds hung on top of the mountains

like masks of an ancient tragedy. What should we do?


Our shoes, whatever old, are always a bit tight.

The light is narrow, the cloud is cinched down.

We stop in front of the bloomed tree

in front of bread, water

before tomorrow’s window

somewhat embarrassed, panting

with the emotion of an eternal delay.


Have we truly come this far?


About the translator:

Manolis (Emmanuel Aligizakis) is a Greek-Canadian poet and author. He was recently appointed an honorary instructor and fellow of the International Arts Academy, and awarded a Master’s for the Arts in Literature. He is recognized for his ability to convey images and thoughts in a rich and evocative way that tugs at something deep within the reader. He graduated from the Panteion University of Athens with a diploma in political Sciences. He studied English Literature at Simon Fraser University. He has written three novels and numerous collections of poetry, which are steadily being released as published works. His articles, poems and short stories in both Greek and English have appeared in various magazines and newspapers in Canada, United States, Sweden, Hungary, Romania, Australia, and Greece. 



George Seferis_cover


Καί ψυχή

ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν

εις ψυχήν

αυτή βλεπτέον:

τόν ξένον καί τόν εχθρόν τόν είδαμε στόν καθρέφτη.

Ήτανε καλά παιδιά οι συντρόφοι, δέ φωνάζαν

ούτε από τόν κάματο ούτε από τή δίψα ούτε από

       τήν παγωνιά,

είχανε τό φέρσιμο τών δέντρων καί τών κυμάτων

πού δέχονται τόν άνεμο καί τή βροχή

δέχονται τη νύχτα καί τόν ήλιο

χωρίς ν’ αλλάξουν μέσα στήν αλλαγή.

Ήτανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες

ίδρωναν στό κουπί μέ χαμηλωμένα μάτια

ανασαίνοντας μέ ρυθμό

καί τό αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο.

Κάποτε τραγούδησαν, μέ χαμηλωμένα μάτια

όταν περάσαμε τό ερημόνησο μέ τίς αραποσυκιές

κατά τή δύση, πέρα από  τόν κάβο τών σκύλων

πού γαυγίζουν.


And the soul

if it is to know itself

must look

into its own soul

the stranger and the enemy, we have seen him in the mirror.


They were good boys, the comrades, they didn’t complain

about the tiredness or the thirst or

        the frost

they had the behaviour of the trees and the waves

that accept the wind and the rain

that accept the night and the sun

without changing in the middle of change.

They were good boys, for days on

they sweated at the oars with lowered eyes

breathing in rhythm

and their blood reddened a submissive skin.

Sometimes they sang, with lowered eyes

when we passed by the deserted island with the prickly pear trees

toward the west, beyond the cape of the dogs

that bark.


Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis



     Κανείς δέ θά μάθει ποτέ μέ πόσες αγρύπνιες συντήρησα τή ζωή

μου, γιατί έπρεπε νά προσέχω, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ τήν

καταχθόνια δύναμη, πού κρατούσε αυτήν τήν αδιατάρακτη τάξη,

φυσικά, όπως ήμουν φιλάσθενος, τέτοιες προσπάθειες μέ κούραζαν,

προτιμούσα, λοιπόν, πλαγιασμένος νά βλέπω κρυμμένο τό μυστικό

πού φθείρουμε ζώντας, καί πώς θά επιστρέψουμε μέ άδεια χέρια

      καί συχνά αναρωτιόμουν, πόσοι νά υπάρχουν, αλήθεια, στό σπί-

τι, καμιά φορά, μάλιστα, μετρούσα τά γάντια τους γιά νά τό εξα-

κριβώσω, μά ήξερα πώς ήταν κι οι άλλοι, πού πονούσαν μέ γυμνά

χέρια, άλλοτε πάλι έρχονταν ξένοι πού δέν ξανάφευγαν, κι άς μήν

τούς έβλεπα, έβλεπα, όμως, τούς αμαξάδες τους πού γερνούσαν καί

πέθαιναν έξω στό δρόμο,

       ώσπου βράδιαζε σιγά σιγά, κι ακουγόταν η άρπα, πού ίσως,

βέβαια, καί νά μήν ήταν άρπα, αλλά η αθάνατη αυτή θλίψη πού

συνοδεύει τούς θνητούς.


     No one will ever learn with how many nights in vigil I maintained

my life as I had to be careful at every moment in danger of the sinister

power that preserved this undisturbed order, of course, as I was prone

to sickness such efforts tired me therefore I preferred to lay down and

watch after the hidden secret we, by living, wear out and how we’ll

return with empty hands

     and often I asked myself how many people really live in the house

in fact sometime I counted their gloves to confirm this although I knew

there were the others who were in pain with empty hands again at

other times foreigners would come never to leave again even if I couldn’t

see them however I saw their carriage men growing old and die out

in the street,

     until night slowly came and you could hear the harp that perhaps

most certainly wasn’t a harp but the immortal sorrow that escorts


Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

ritsos front cover

Τελική συμφωνία

Όταν η βροχή χτύπησε τό τζάμι μέ τόνα της δάχτυλο,

τό παράθυρο άνοιξε πρός τά μέσα. Στό βάθος

ένα άγνωστο πρόσωπο, ένας ήχος—η δική σου φωνή;

Η φωνή σου δυσπιστούσε στ’ αυτί σου. Τήν άλλη μέρα

ο ήλιος κατηφόριζε στά χωράφια, σά μιά κάθοδος

αγροτών μέ δρεπάνια καί δικράνια. Βγήκες κ’ εσύ στό δρόμο

φωνάζοντας, χωρίς νά ξέρεις τί φωνάζεις,

σταματώντας μιά στιγμή μ’ ένα χαμόγελο κάτω απ’ τή φωνή σου

σάν κάτω απ’ τή ρόδινη, ολόφωτη ομπρέλα μιάς γυναίκας

πού σεργιάνιζε μπρός στό κικλίδωμα τού πάρκου.

Εκεί αναγνώρισες απρόοπτα πώς αυτή είταν η σωστή σου φωνή

σύμφωνη μ’ όλες τίς ανύποπτες φωνές πού γέμιζαν τόν αέρα.

Final Agreement

When the rain struck the window with one of its fingers

the window opened inward. Deep inside

an unknown person, a sound – your voice?

Your voice distrusted your ear. The next day

the sun went down the fields, like a descent of farmers

with scythes and pitchforks. You too went out to the street

yelling not knowing about what you were yelling,

stopping for a moment with a smile under your voice

as if under the rosy, fully illuminated umbrella of a woman

sauntering along the railing of the park.

There suddenly you recognized that this was your true voice

in agreement with all the unsuspecting voices filling the air.

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis


Πανοραμική θέα

απ’ τ’ ανατολικό παράθυρό σου

προς την πλατεία που

τ’άγαλμα του Ερμή ολόγυμνο

γυαλίζει στη λιακάδα

κι αισθάνεσαι την προτροπή

να τρέξεις και να το σκεπάσεις

μ’ ένα ολόασπρο σεντόνι

αλέκιαστο από της νύχτας

το οργασμικό τραγούδι

ντροπή τ’ αθώα μάτια των παιδιών

να τόνε δουν

μ’ ολάνοιχτα τα μάτια και

με την ανεπαίσθητή του στύση



through your eastern window

towards the plaza where

the naked statue of Eros

gleams in the sunlight

and you feel the urge

to run and cover it with

a white bed-sheet

unstained from last night’s

orgasmic song

shame that young innocent

children see him

with his wide open eyes

and his discernible erection



Είν’η προσπάθειές μας, τών συφοριασμένων

είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων.

Κομμάτι κατορθώνουμε  κομμάτι

παίρνουμ’ επάνω μας κι αρχίζουμε

νάχουμε θάρρος καί καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει καί μάς σταματά.

Ο Αχιλλεύς στήν τάφρον εμπροστά μας

βγαίνει καί μέ φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—

Είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων.

Θαρούμε πώς μέ απόφασι καί τόλμη

θ’ αλλάξουμε τής τύχης τήν καταφορά,

κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,

η τόλμη κ’ η απόφασίς μας χάνονται

ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει

κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε

ζητώντας νά γλυτώσουμε μέ τήν φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,

στά τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.

Τών ημερών μας αναμνήσεις κλαίν κ’ αισθήματα.

Πικρά γιά μάς ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.




Our efforts are those of the unfortunate

like the efforts of the Trojans.

We succeed a bit; we regain

our confidence a bit; and we start again

to feel brave to have high hopes.

But something always comes up to stop us.

Achilles appears before us in the trench

and with his loud shouting frightens us.—

Our efforts are like those of the Trojans.

We think that with resolution and boldness

we can reverse the downhill course of fate

and we stand outside ready to fight.

But when the great crisis comes

our boldness and resolution vanish;

our soul is shaken, paralyzed;

and we run around the walls

trying to save ourselves by running away.

And yet our fall is certain. High up,

on the walls, the dirge has already started.

Memories and emotions of our days mourn.

Priamos and Ekavi weep bitterly for us.

Κ.Π. Καβάφη “Τρώες”, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

C.P. Cavafy “The Trojans”, translated by Manolis Aligizakis

2013-12-27 12.39.43


Ερωτική περίπτυξη

κρύσταλλου που αγκαλιάζει

δέντρου κλαδί

μην και του σπάσει

μην και το χάσει

κι απ’ την αγάπη

την πολλή

ο πάγος το σκεπάζει

με του θανάτου τα φτερά

κι ακούς ξερούς

και ραγισμένους στεναγμούς

πόνου και αγωνίας

κλαδιών που σπάζοντας

πέφτουν στον παγωμένο δρόμο


Erotic embrace

of crystalline ice

with tree branch

that it won’t break

that it won’t lose it

in its endless love

it shrouds it

with the wings of death

you hear them

dry creaks

cracked sighs

of pain and agony

of tears dropping

on the frozen street

“Autumn Leaves”-Unpublished Book

“Φύλλα Φθινοπώρου”-Ανέκδοτο Βιβλίο

ritsos front cover


Θέλω νά σού δείξω αυτά τά ρόδινα σύννεφα μέσα στή νύχτα.

Μά εσύ δέ βλέπεις. Είναι νύχτα—τί νά δείς;

Λοιπόν, μού μένει νά κοιτάξω μέ τά μάτια σου, είπε,

γιά νά μήν είμαι μόνος, νά μήν είσαι μόνος. Κι αλήθεια,

δέν είναι τίποτα πρός τά εκεί όπου σού έδειχνα.

Τ’ αστέρια μόνο στριμωγμένα μές στή νύχτα, κουρασμένα

σάν τούς εκδρομείς πού γυρνάνε μ’ ένα φορτηγό

μετανιωμένοι, νυσταγμένοι, δίχως νά τραγουδάνε,

μέ τ’ αγριολούλουδα μαραμένα στίς ιδρωμένες παλάμες τους.

Μά εγώ θά επιμείνω νά δώ καί νά σού δείξω, είπε,

γιατί άν δέ δείς κ’ εσύ θάναι σά νά μήν είδα—

θά επιμείνω τουλάχιστο νά μή βλέπω μέ τά μάτια σου—

κ’ ίσως μιά μέρα, απ’ άλλο δρόμο, νά συναντηθούμε.


I want to show you these rosy clouds in the night.

But you can’t see. It is night – what can you see?

Then, I can see through your eyes, he said,

that I won’t be alone, that you won’t be alone And truly,

there is nothing to the direction I pointed.

Only stars crowded together in the night, tired

like people on a picnic who come back on a truck

regretful, sleepy, nobody singing,

with wilted wildflowers in their sweaty palms.

But I shall insist in seeing and showing you, he said,

because if you don’t see it is as if I didn’t see –

I shall insist at least not seeing with your eyes –

and perhaps someday, from different directions, we shall meet.

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selecteeed Poems/Translated by Manolis Aligizakis