Posts Tagged ‘english poem’

merging dimensions cover

ΤΑΡΙΧΕΥΣΗ

 

Κι ήρθε η στιγμή να διαλαλήσω την αλήθεια

 

π’ ανέβαινε απ’ του πατώματος τις χαραμάδες

σημάδια τέσσερα κινδύνου που `στειλα

στις τέσσερις γωνιές του κόσμου

 

και το κορμί μου τοποθέτησα

καταμπροστά στου Δία την οργή

και ο μαίστρος προς την άλλη φύσηξε

κατεύθυνση και το μπαλκόνι έτριξε

 

λες συμφωνούσε που πολύ μισούσα

τα γονατιστά ανθρωπάκια που πάντα

σαν χρυσαφένιες νύμφες

τη δυστυχία τους μου θύμιζαν

κι έθεσα το κεφάλι μου στο μαξιλάρι

τη νύχτα της μοναξιάς μου να περάσω

αληθινά Εκείνος ήμουν ο μονιάς

ο πάνλαμπρος κι αράθυμος σωτήρας

που να με ταριχεύσουν δέχτηκα

 

 

EMBALMING

 

And time came to speak the truth

 

that rose through the cracks of the floor

four signs of distress sent

to the four corners of the globe

 

and I positioned myself

before the wrath of Zeus

when the mistral blew the other way

and the terrace creaked

 

as if agreeing with my hatred

for the little people who always kneeled

like golden nymphs that always

remind me of their misery

and I placed my head onto the pillow

to spend my long night of solitude

truthfully Him I was, the loner

the splendorous and irritable savior

foolish enough to be embalmed

 

SECOND ADVENT OF ZEUS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2016

Advertisements

379full-kostas-karyotakis

ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΜΟΥ

Δικά μου οἱ στίχοι, ἀπ᾿ τὸ αἷμα μου, παιδιά.
Μιλοῦνε, μὰ τὰ λόγια σὰν κομμάτια
τὰ δίνω ἀπὸ τὴν ἴδια μου καρδιά,
σὰ δάκρυα τοὺς τὰ δίνω ἀπὸ τὰ μάτια.

Πηγαίνουν μὲ χαμόγελο πικρό,
ἀφοῦ τὴ ζωὴν ἀνιστορίζω τόσο.
Ἥλιο καὶ μέρα καὶ ἥλιο τοὺς φορῶ,
ζώνη νὰν τά ῾χουν ὅταν θὰ νυχτώσω.

Τὸν οὐρανὸν ὁρίζουν, τὴ γῆ.
Ὅμως ρωτιοῦνται ἀκόμα σὰν τί λείπει
καὶ πλήττουνε καὶ λιώνουν πάντα οἱ γιοὶ
μητέρα ποὺ γνωρίσανε τὴ Λύπη

Τὸ γέλιο τοῦ ἁπαλότερου σκοποῦ,
τὸ πάθος μάταια χύνω τοῦ φλαούτου·
εἶμαι γι᾿ αὐτοὺς ἀνίδεος ρήγας ποὺ
ἔχασε τὴν ἀγάπη τοῦ λαοῦ του.

Κεῖ ρεύουνε καὶ σβήνουν καὶ ποτὲ
δὲν παύουνε σιγά-σιγὰ νὰ κλαῖνε.
Ἀλλοῦ κοιτώντας διάβαινε, Θνητέ·
Λήθη, τὸ πλοῖο σου φέρε μου νὰ πλένε

 

MY VERSES

 

They are mine, my friends, as if my blood

they speak, like words and pieces

of my heart that I give away

like tears from my eyes that I give you

 

they reach you like saddened smiles

since I narrate my life through them

I the sun I dress them with the sun of day

like belts to keep when a night I become

 

the oversee the sky and the earth

yet they question what is still missing

and they’re bored and they wither

sons who have sorrow as their mother

 

the laughter of the smoothest tune

I echo the passion of the flute

for them I’ve become the ruler

who has lost the love of his people

 

there they floe and they fade never

to stop yet slowly they cry

turn your glance elsewhere oh, mortal

bring your ship oh, forgetfulness that they sail on it.

 

KOSTAS KARYOTAKIS, translated by Manolis Aligizakis

 

ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ

Ήξερε τί παράσταιναν οι διαδοχικές του μεταμφιέσεις
(συχνά κι αυτές αναχρονιστικές και πάντα αόριστες)
τον ξιφομάχο, τον κήρυκα, τον ιερέα, τον σκοινοβάτη,
τον ήρωα, το θύμα, τον νεκρό, την Ιφιγένεια. Δεν ήξερε
εκείνον που μεταμφιεζόταν. Τα πολύχρωμα κοστούμια του
σωρός στο πάτωμα, καλύπτοντας την τρύπα του πατώματος,
και στην κορφή του σωρού το λαξευμένο, χρυσό προσωπείο,
και μες στο κούφωμα του προσωπείου το αχρησιμοποίητο πιστόλι.

THE UNKNOWN

He knew what his successive disguises stood for
(even them often out of time and always vague)
a fencer, a herald, a priest, a rope walker,
a hero, a victim, a dead, Iphigenia. He didn’t know
the one he disguised himself as. His colorful costumes
pile on the floor, covering the hole of the floor,
and on top of the pile the carved golden mask,
and in the cavity of the mask the unfired pistol.
ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Με το φθινόπωρο ακούσαμε ξανά κάτω απ’ τις καμάρες
το κέρας των αρχαίων κυνηγών. Ο ραβδοσκόπος καθόταν στην
πόρτα.
Μπροστά στο Διοικητήριο έκαιγαν τους χαρταητούς. Λίγο πιο πέρα,
μονάχο το άγαλμα, γυμνό, τρέμοντας όλο πάνω στο βάθρο του,
(αυτό που τόσα είχα τραβήξει ώσπου να γίνει άγαλμα), αυτό,
ολότελα πια λησμονημένο, μελετούσε κρυφά, μέσα στην πέτρα,
ένα καινούργιο, εκπληχτικό διασκελισμό, που να επισύρει
την προσοχή των κυνηγών, του κρεοπώλη, του φούρναρη, της χήρας,
διαψεύδοντας ό,τι περσότερο είχε ονειρευτεί: την άσπιλη εκείνη,
την ένδοξή του, τη μαρμάρινη, την αναπαυτικά εσταυρωμένη ακι-
νησία.
DEAD END

In the fall we heard the ancient hunters’ horns
blare under the arches. The dowser
sat by the door.
In front of Government House they burned kites. Farther on
the statue was alone, naked, completely shivering on its pedestal,
(the one that had endured so much to become a statue),
now, totally forgotten, secretly contemplating in the rock
of a new amazing straddle, that would draw
the hunters’ attention, the butcher’s, the baker’s, the widow’s,
disproving what it had dreamed the most: its unblemished,
its glorified the made-of-marble comfortably crucified
motionlessness.

http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca
http://www.ekstasiseditions.ca

sefs_front

DENIAL

On the secluded seashore
white like a dove
we thirsted at noon;
but the water was brackish.

On the golden sand
we wrote her name;
when the sea breeze blew
the writing vanished.

With what heart, with what spirit
what desire and what passion
we led our life; what a mistake!
so we changed our life.
ΑΡΝΗΣΗ

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της
ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.

Με τί καρδιά, με τί πνοή,
τί πόθους και τί πάθος
πήραμε τη ζωή μας, λάθος!
Κι αλλάξαμε ζωή.

~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

nostos and algos cover_300

ΠΙΝΑΚΑΣ

Χαμογελαστό ρυακάκι ραμμένο
στο πορτοκαλί χώμα.
Γελάκι απλωμένο στα χείλη της
στήθος προκλητικά στητό,
παντοτινά γλυκό
κι εκθεμένο στα στοιχεία της φύσης.

Ομορφιά δαγκωμένη απ’ το χρόνο.

Χαμογελαστό ρυακάκι ραμμένο
στο πορτοκαλί χώμα.
Λεκάνη απλωμένη στον καμβά,
χείλη ελκυστικά, γλυκά
κολλημένα στον πόνο ταξιδιού.

Κατά κάτω στη σάρκα του τώρα.

Κι ο μεγάλος πατέρας,
ο γεροπόταμος,
δυο πόδια ενωμένα εκεί
που το νόημα εξαφανίζεται
κι η φύση κουμαντάρει, σαν
το ζωγράφο που στέκει
κι ατενίζοντας τον πίνακα
λέει με βιάση —

Την άλλη φορά θα ζωγραφίσω
τον Ερμαφρόδιτο.

PAINTING

Smiling little creek stitched
in the orange colored soil
soft laughter spread on her lips
provocative breast upright
forever sweet
and exposed to the elements

Beauty bitten by time

Smiling little creek stitched
in the orange colored soil
her pelvis spread on the canvas
lips desiring and lustful
glued on the ache of voyage

Downward to the flesh of now

And the great father
the old river
two legs joined there
where meaning vanishes
and nature commands
like the painter standing before it
and staring at the painting

says in haste —

Next time I’ll paint
the Hermaphrodite

~ NOSTOS AND ALGOS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, Canada, 2012