Archive for March, 2014

35774-tl

ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ

Νύχτωνε γρήγορα.
Ο αγέρας ερχόταν από μακριά μυρίζοντας βροχή
καί πόλεμο.
Τά τραίνα γεμάτα φαντάρους περνούσαν βιαστικά
μόλις προφταίναμε πίσω απ’ τά τζάμια νά τούς δούμε.
Μεγάλα σιδερένια κράνη κλείναν τόν ορίζοντα.
Γυάλιζε η άσφαλτος βρεγμένη. Πίσω απ’ τά παράθυρα
καθαρίζοντας λίγα ξερά κουκιά σωπαίναν οι γυναίκες.
Καί τό βήμα τής περίπολος
Έπαιρνε τή σιωπή απ’ τό δρόμο κι απ’ τόν κόσμο τή ζεστασιά.

Γύρισε λοιπόν τά μάτια σου νά κοιτάξω τόν ουρανό
δός μου τά χέρια σου νά κρατήσω τή ζωή μου.
Πόσο χλωμή είσαι, αγαπημένη μου!

THIS STAR IS FOR ALL OF US

Night would fall early.
The wind would come from afar and smelled of rain
and war.
The trains would pass by hurriedly filled with soldiers
who we managed to discern through the windows.
Huge metal helmets choked the horizon.
The asphalt gleamed after the rain. Behind the windows
women silently dressed dry lima beans.
And the footsteps of the patrol
took away the silence of the street and the warmth of the world.

Come now, turn my way that I gaze the sky in your eyes
give me your hands to get hold of my life.
How pale you are, my beloved!

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Advertisements

George Seferis_cover

ΚΑ΄

Εμείς πού ξεκινήσαμε γιά τό προσκύνημα τούτο
κοιτάξαμε τά σπασμένα αγάλματα
ξεχαστήκαμε καί είπαμε πώς δέ χάνεται η ζωή τόσο
εύκολα
πώς έχει ο θάνατος δρόμους ανεξερεύνητους
καί μιά δική του δικαιοσύνη

πώς όταν εμείς ορθοί στά πόδια μας πεθαίνουμε
μέσα στήν πέτρα αδερφωμένοι
ενωμένοι μέ τή σκληρότητα καί τήν αδυναμία
οι παλαιοί νεκροί ξεφύγαν απ’ τόν κύκλο καί αναστή-
θηκαν
καί χαμογελάνε μέσα σέ μιά παράξενη ησυχία.

XXI

We who started out on this pilgrimage
looked at the broken statues
we lost ourselves and said life is not so easily
lost
that death has unfathomable ways
and his own special justice

that when we die standing on our feet
like brothers inside the stone
united in toughness and weakness
the ancient dead have escaped the circle
they’re reborn
and smile with a peculiar silence.

Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
George Seferis-Collected Poems/Translation Manolis Aligizakis

It’s my honor and pleasure to inform you that my translation book “George Seferis-Collected Poems”, Libros Libertad, 2012, is a finalist (shortlisted) in the Greek National Literary Awards Competition in the translation category. The Greek National Literary Awards are the highest level of literary recognition same as the General Governor Awards here in Canada.

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=578672

Είναι μεγάλη μου τιμή και χαρά που πληροφορήθηκα ότι το βιβλίο απάντων Γεωργίου Σεφέρη σε μετάφρασή μου, Libros Libertad, έκδοση 2012, κατέληξε στη βραχεία λίστα του διαγωνισμού για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας στην κατηγορία Μετάφρασης

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=578672

George Seferis_cover

 

Είναι μεγάλη μου τιμή και χαρά που πληροφορήθηκα ότι το βιβλίο απάντων Γεωργίου Σεφέρη σε μετάφρασή μου, Libros Libertad, έκδοση 2012, κατέληξε στη βραχεία λίστα του διαγωνισμού για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας στην κατηγορία Μετάφρασης.

It’s my honor and pleasure to inform you that my translation book “George Seferis-Collected Poems”, Libros Libertad, 2012, is a finalist (shortlisted) in the Greek National Literary Awards Competition in the translation category.
http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=578672

George Seferis_cover

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

Ο μεγαλύτερος ήλιος από τή μιά μεριά

κι από τήν άλλη τό νέο φεγγάρι

απόμακρα στή μνήμη σάν εκείνα τά στήθη.

Ανάμεσό τους χάσμα τής αστερωμένης νύχτας

κατακλυσμός τής ζωής.

Τ’ άλογα στ’ αλώνια

καλπάζουν καί ιδρώνουν

πάνω σέ σκόρπια κορμιά.

Όλα πηγαίνουν εκεί

καί τούτη η γυναίκα

πού τήν είδες όμορφη, μιά στιγμή

λυγίζει δέν αντέχει πιά γονάτισε.

Όλα τ’ αλέθουν οι μυλόπετρες

καί γίνονται άστρα.

Παραμονή τής μακρύτερης μέρας.

SUMMER SOLSTICE

 

The grandest sun on one side

and on the other the new moon

distant in my memory like those breasts.

Between them the chasm of the star filled night

deluge of life.

The horses on the threshing floors

gallop and sweat

over scattered bodies.

Everything goes that way

and this woman

whom you saw when she was beautiful suddenly

bends, cannot endure, kneels.

The millstones grind up everything

and turn them into stars.

Evening before the longest day.

ΜετάφρασηΜανώληΑλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis

10013138_10152119720724272_1720442438_n

ΣΩΣΙΑΣ

Σίγουρα δεν ήμουνα εγώ

που έτρεχα χθες βράδυ στο προάστιο

με το πουκάμισο ολάνοιχτο

σαν ξεχασμένη ευσπλαχνία

με την καρδιά περιφραγμένη

στο γαλανό του αιθέρα λιόγερμα

σαν όνειρο που ξέχασε από πού ήρθε

δεν ήμουνα εγώ αλλά ο σωσίας μου

μες το σακκίδιο που έκρυβε

παλιά φωτογραφία δυο αστεριών

που κολυμπούσαν στο λιμνάκι

δίδυμα πρόσωπα ματιά μες στον καθρέφτη

κι εκεί μια στάλα παραπέρα

στεκόσουν εσύ και με παρώτρυνες

στην αγκαλιά σου να λουφάξω

το κόπο μου να ξεκουράσω

μα `γώ κρατούσα πάνω μου σφιχτά

εκείνο το μικρό το αντικλείδι

έτοιμος να το βάλω στην οπή

ν’ ανοίξω σαν τραντάφυλλο τον κόσμο

DOUBLE

Certainly it wasn’t I who

last night jogged amid

the suburb houses

with my shirt unbuttoned

like forgotten piety

with my heart encompassed

by the auspices

of the orange dusk

a dream forgetful of its origin

it wasn’t I but my double

who in his bag had hidden

old picture of two stars

swimming in a crystal pond

twin faces, one mirror’s glance

and further on: a single drop

you stood coaching me

to hide in your arms

my tiredness to release though

I tightly held the little master key

ready to place it in the hole and

open the world like a bloomed rose

ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ, Salonica, Greece, spring 2014

35774-tl

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΒΛΕΠΕ

      Είχε μιά έκφραση μυστηριώδη, σχεδόν ανησυχητική, καθώς

κοίταζε, μέρες τώρα, σ’ ένα σημείο μέσα στήν κάμαρα, στάθηκα,

λοιπόν, στή σκάλα καί προσπάθησα νά τραβήξω τήν προσοχή του

κι όταν, ύστερα, χτύπησε τήν πόρτα καί μπήκε, ήταν τόσο δυστυχι-

σμένος, πού η λάμπα πήγαινε μπροστά απ’ αυτόν, μόνη της, «μά

δέν βλέπετε, λοιπόν, πώς κατοικεί μαζί μας;» είπε, οι άλλοι μιλού-

σαν δυνατά καί γελούσαν (από φόβο, βέβαια) καί μόνο τό παιδί

καθισμένο στήν άκρη κοίταζε κι εκείνο θλιμμένα στό ίδιο σημείο,

      καί σκέφτηκα ότι αυτό πού μάς μεγαλώνει είναι, ίσως η ίδια η

παιδικότητα, πού μάς διώχνει, γιά νά μήν, τελικά εννοήσουμε.

THE ONE WHO COULD SEE

 

     He had a mysterious expression, almost worrisome as he looked

for days, at that same spot in the room, therefore I stopped by the stairs

and tried to catch his attention and when he rang the doorbell and

entered he was so miserable the lamp walked ahead of him, on

its own, “but you don’t see him, he lives with us” he said, the others

talked and laughed loudly (because of their fear of course) and only

the boy sat at the edge and also saddened looked at the same point

     and I thought what makes us old is, perhaps, the same childhood

that pushes us away so after all we won’t understand.

 

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/translated by Manolis Aligizakis

ubermensch cover

Ascertainment

 

     Early on we understood it was too late for us. There was

no place left where we could honor our saintly dead. Ηow

with lashes to discern who to punish and who to reward

with ephemeral fame while we got flogged by the wrath

of the right? Full moon witnessed tragedies and measures,

unimaginable delight of the confessor who tried to calm down

our resolve, ‘I looked at the impossible end’ he told us and fear,

unblemished fear, how heavy you weighted down onto

our lives as we kept marching in sunny days and in the darkness

of our guilt and we sang courage to give to our courage and

to accept that god was dead the days of the Ubermensch

had commenced.

 

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ

 

      Νωρίς το καταλάβαμε ήταν πολύ αργά για μας, τόπο δεν

είχαμε για ν’ αποδώσουμε τιμές στους άγιους νεκρούς μας.

Πώς να ξεχωρίσεις ποιον να μαστιγώσεις και ποιον

να ανταμείψεις με την εφήμερη τη φήμη, ενώ

μας χτύπαγε η οργή της δεξιάς; Πανσέληνος μάρτυρας

τραγωδίας και μέτρων μιαρών, αφάνταστη χαρά πνευματικού

που επίσης γαλήνευε τη φλογερή μας φύση, «προσπάθησα

ξανά προσεκτικά να δω το τέλος μα ήταν αδύνατο», μας είπε

κι ο φόβος, άχραντος φόβος που τόσο βάραινε τη νειότη μας

και το ταξίδι συνεχίσαμε σε μέρες φωτεινές και σ’ ενοχής

σκοτάδι κι ετραγουδήσαμε το θάρρος μας να ενθαρρύνουμε,

που πέθανε ο θεός, οι μέρες του Υπερανθρώπου αρχίσανε.

 

Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, spring 2013

Υπεράνθρωπος, ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, Μάτριος 2014, τηλ 2310-833665