Archive for July, 2014

manolis-2014

Με μεγάλη χαρά σας ενημερώνω ότι ο ιστότοπός μου http://www.authormanolis.wordpress.com μόλις ξεπέρασε τις 20.000 επισκέψεις από τη μέρα της δημιουργίας του πριν τρία χρόνια. Επομένως ένα μεγάλο από καρδιάς ευχαριστώ απευθύνεται σε όλους και όλες που με επισκεύτηκαν εδώ και διάβασαν τα ποιήματα που έχω παρουσιάσει. Το εκτιμώ πολύ.
Ας συνεχίσουμε λοιπόν κι ας διατηρήσουμε την φλόγα αναμμένη διαβάζοντας ποίηση και ειδικά την εξαιρετική Ελληνική ποίηση που σας παρουσιάζω εδώ, είτε είναι σε μετάφρασή μου παγκοσμίως γνωστών Ελλήνων ποιητών ή την προσωπική μου προσπάθεια σ’ αυτό το εξαίσιο είδος τέχνης.

ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ! ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!

It is my pleasure to inform you all that this blog http://www.authormanolis.wordpress.com has just surpassed the 20,000 number of pages visited in the last three years since its founding. Therefore a heartfelt thank you goes to all of you who have honoured me with your visits and reading of my posts. Much appreciated.
Let us keep the flame always lit, let us keep on reading poetry and especially the unique Greek poetry I present to you either in my translations of world celebrated Greek poets or my personal endeavour into this great artistic form.
THANK YOU! THANK YOU!

~Μανώλης Αλυγιζάκης, ποιητής, συγγραφέας, μεταφραστής, επιμελητής, εκδότης
~Manolis Aligizakis, poet, author, translator, editor, publisher

Advertisements

Tasos Livaditis_Vanilla

ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ

Είμαστε αιχμάλωτοι του ανεξήγητου και του αιώνια χαμένου
κι η τύψη είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην παιδική
αγνότητα —
ώ παλιέ φίλε που έφυγες, ξέρω ότι θα σε συναντήσω σε κάποιο
όνειρο ή άξαφνα στο δρόμο όταν όλα θα ` χουν χαθεί,
γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ’ τα παράθυρα δυνάμωνε
η βροχή
κι ύστερα πιασμένοι απ’ το χέρι περάσαμε τη γέφυρα, με τα μαλ-
λιά σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα —
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε
τη ζωή μας
μ’ εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ’ άρρωστα παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροιδεύουν — και γεμίζουν τα τετράδιά τους
με ποιήματα
για να μη χαθούν. Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυά-
γιο.

Ώ λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα
δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.

TWILIGHT

We are captives of the inexplicable and of the forever lost
and remorse is the only way to return to the innocence
of youth —
oh, my old departed friend, I know I’ll meet you again in
a dream or suddenly in the street when all is lost
women who we loved while outside the windows the rain
intensified
then holding hands we passed the bridge, your wet hair
shone in the sundown —
who could believe it, really, that it was a time when we would
even give our lives
with that unstoppable fever like the sick children who
when the get well they don’t fit in their childhood cloths
and they are mocked in school — and they fill their
notebooks with poems
so that they won’t be lost. And then adulthood comes like
a shipwreck.

Oh, twilight, hour of justice, you pay attention to the most
humble things before nightfall.

TASOS LIVADITIS BIOGRAPHY
Tasos Livaditis (Anastasios Panteleimon Livaditis) was born in Athens April 20, 1922, son of Lissandros Livaditis and Vasiliki Kontoloulou. He was enrolled in the Law School of the University of Athens. German occupation interrupted his studies and his involvement with the Resistance and the political party EPON. His father, bankrupt by this time died during the occupation years and while the poet was exiled in Makronisos his mother also died. In 1946 he got married to Maria Stoupa, the valuable companion of his life and they had a daughter, Vassiliki. That same year he made his first literary appearance with the publication of his poem The Hatzidimitri Song in Elefthera Grammata. In 1947 he coordinated the release of the literary magazine Themelio. The years 1948-1952 he was exiled in Moudros, Saint Stratis, Makronisos along with all leftist artists and thinkers, Yannis Ritsos, Aris Alexandrou, Manos Katrakis, and many others. In 1952 his poetry books Battle at the Edge of the Night and This Star is for all of us were noticed. Three years later he was taken by the police because of his book It Blows in the Crossroads of the World but he was acquitted. His book Women with Equine Eyes, 1958, was a landmark in his literary career and his turn into the introverted and existential poetry of his middle life. In 1961 he went on a country tour along with Mikis Theodorakis who presented his poems set in music and Tasos Livaditis interacted with the audience reciting his poems and talking to them. The same year he collaborated with Kosta Kotzias in the writing of the script and the poems for the Alekos Alexandrakis film Neighbourhood of Dreams which was the turning point of Greek cinema but which was censored by the police. Livaditis co-operated with the newspaper Avgi from 1954-1980 with the exception of seven years during the dictatorship of the four colonels and with the magazine Art Review1962-1966 where he published a few political reviews and critiques. During the dictatorship 1967-1974 he translated various Greek literary works for commercial magazines in order to earn his living while he reminiscent the old days of the struggle and he reflected at the harshness of modern day life something he couldn’t accept a stand that reflected in his poetry of those days and in particular in his book Night Visitor. In 1986 he published his book Violets for a Season which is considered his swan song. He died in Athens, October 30th 1988 of an abdominal aneurism. The rest of his hand written poems were published after his death in a book titled Autumn Handwritings.
He was the recipient of the First Poetry Prize in the World Youth Poetry Festival of Warsaw 1953, the First Poetry Prize of the City of Athens, 1957; the second National Literary Prize for poetry 1976; the First National Literary prize for poetry 1979.
Livaditis was a founding member of the Company of Writers.
His verses were set in music by Mikis Theodorakis, Manos Loizos, George Tsagaris and other Greek music composers.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγέμα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

George Seferis_cover

ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937

Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγ-
γαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσια και τα μαλ-
λιά σου
χρυσά, τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδε-
βαράν.

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους, βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά, μελανιασμένες λαγκαδιές ο χιονι-
σμένος
κάμπος ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος τίποτε δε ρωτούν
μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλησια μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν κι οι
δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη
σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ, ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα
χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας ‘ευτυχία’.
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των
νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλει-
στά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες
που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος
που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπης.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που
σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτε-
ρά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο
γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν
εκείνους
που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή, κράτησα τη ζωή μου.
Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

EPIPHANY, 1937

The flowering sea and the mountains in the waning
moon
the great rock near the cactus pear trees and the asphodels
the water pitcher that wouldn’t go dry at the end of the day
and the vacant bed near the cypresses and your
hair
golden, the stars of the Swan and that star, Alde-
baran.

I got hold of my life, I got hold of my life traveling
among yellow trees in the slanting rain
in silent slopes loaded with beech-tree leaves
no fire on their peaks; it’s getting dark.
I got hold of my life; a line on your left hand
on your knee a scar, perhaps they still exist
in the sand of last summer, perhaps
they are still there where the north wind blew as I hear
the unfamiliar voice around the frozen lake.
The faces I see don’t ask questions nor does the woman
stooping as she walks breastfeeding her baby.
I climb the mountains; bruised ravines; the snow
covered
plain, up to the far end the snow-covered plain, they ask nothing
nor does the time enslaved in silent chapels, nor
do the hands outstretched to beg, nor the
roads.
I got hold of my life whispering in the boundless
silence
I no longer know how to speak nor how to think; whispers
like the cypress’ breath that night
like the human voice of the night sea on
pebbles
like the memory of your voice saying ‘happiness’.
I close my eyes searching for the secret encounter
of waters
under the ice , the smile of the sea, the closed water
wells
groping with my veins those veins
that escape me
there where the water lilies end and this man
who saunters as though blind on the snow of silence.
I got hold of my life, with him, searching for the water
that touches you
heavy drops on the green leaves, on your face
in the vacant garden, drops on the motionless cistern
dropping on a dead swan’s snow-white
wings
living trees and your eyes fixated.

This road has no end, doesn’t change, no matter
how hard you try
to recall your childhood years, the ones who left
those
who got lost in their sleep, the pelagic graves
no matter how hard you ask the bodies you loved to stoop
under the hardened branches of the plane trees there
where the sun ray stood still naked
and a dog leaped and your heart shuddered
the road has no change; I got hold of my life.
The snow
and the frozen water in the horses’ hoof-marks.

~Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca

!cid_178308138DCA4B20A98C2CCBFAB16FA0@userHP

ΗΝΙΟΧΟΣ

Πῆρες τή δημοσιά πού χυμάει
ἀπό τούς σκοτεινούς μηρούς τῶν Δελφῶν
σάν λυγερή ἀνατριχίλα σαΐτας.
Ἰσομέτρητος
στό ἐρωτηματικό τους ἀνάστημα.
Δόνησες τήν ἀτάραγη χαλικωσιά της
μέ πολεμικά κάλιγα καί τίς βροντές τοῦ καταρράχτη.
Ἔσφιγγες στά χέρια τά γκέμια τῆς θάλασσας
καί μιά χαλκωματένια λάμψη.
Κι ἔρχοντας
μίλησες γιά τή γαλήνη τοῦ θεοῦ
πού βυζαίνει τή θηλή ἑνός ἄστρου.

CHARIOTEER

You took the main road that dashes down
from the dark thighs of Delphi
like the arrow’s lissome quiver.
Symmetrical
to their questionable stature.
You vibrated its unruffled gravel-road
with polemic sandals and the waterfall thunder.
You held tight in your hands the reigns of the sea
and a reddish brown gleam.
Arriving
you talked about the serenity of the god
who suckles the nipple of a star.

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/translated by Manolis Aligizakis

ritsos front cover

ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Το απόγευμα είναι όλο πεσμένους σουβάδες, μαύρες πέτρες, ξερά
αγκάθια.
Το απόγευμα έχει ένα δύσκολο χρώμα από παλιά βήματα που
μείναν στη μέση
από παλιά πιθάρια θαμμένα στην αυλή, και πάνω τους η κούραση
και το χορτάρι.

Δυο σκοτωμένοι, πέντε σκοτωμένοι, δώδεκα—πόσοι και πόσοι.
Κάθε ώρα έχει το σκοτωμένο της. Πίσω απ’ τά παράθυρα
στέκουν αυτοί που λείπουν και το σταμνί με το νερό που δεν ήπιαν.

Κι αυτό το αστέρι που έπεσε στην άκρη της βραδιάς
είναι σαν το κομμένο αυτί που δεν ακούει τα τριζόνια
που δεν ακούει τις δικαιολογίες μας—δεν καταδέχεται
ν’ ακούσει τα τραγούδια μας—μονάχο, μονάχο,
μονάχο, αποκομμένο, αδιάφορο για καταδίκη ή για δικαίωση.

AFTERNOON

The afternoon is full of fallen plaster, black stones, dry
thorns.
The afternoon has a difficult color of old footsteps stopped
halfway
of old storage jars buried in the yard and over them tiredness
and grass.

Two people killed, five killed, twelve – so many, so many.
Each hour has its own killed person. Behind the windows
stand the ones who left and the pitcher with water they didn’t drink.

And this star that fell at the edge of the evening
is like the severed ear that cannot hear the crickets
that cannot hear our excuses – it disdains
to hear our songs – alone, alone,
alone, detached, indifferent to condemnation or justification.

~Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

10255262_707962025913052_1628846779_n

ΒΩΜΟΣ

Τό αἷμα μας εἶναι κόκκινο τῆς φωτιᾶς.
Ὅταν ἀνηφορίζουν τά γεννήματα γιά τίς χρυσές κορφές
καί ὁ Χινόπωρος ἀποθέτει τά δῶρα του
στά γυμνά γόνατα τῆς βροχῆς
οἱ κακτοι αὐτιάζονται
τά ἀνίδεα βήματα τοῦ Ἄβελ.
Ἡ αὐγή ἑτοιμάζει τό σφάγιο της
καί τίς παραστάδες τῆς δύσης ραντίζει
θυσία ἑσπερινή.

ALTAR

Our blood fiery red.
When the newborns climb up the golden hills
and autumn bestows its gifts
unto the naked knees of rain
cactuses listen to
the unsuspecting footsteps of Abel.
Dawn readies its slaughter
and the evening sacrifice
sprinkles the door-posts of the west.

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis