Archive for July, 2013

                                 RAVEN

 

~In Memoriam Edgar Allan Poe

 

Χρόνια σάν τά φτερά. Τί θυμάται τ’ ακίνητο κοράκι;

τί θυμούνται οι πεθαμένοι κοντά στίς ρίζες τών δέντρων;

Είχαν ένα χρώμα τά χέρια σου σάν τό μήλο πού πέφτει.

Κι αυτή η φωνή πού ξαναγυρίζει πάντα, χαμηλή.

 

Εκείνοι πού ταξιδεύουν κοιτάζουν τό πανί καί τ’ αστέρια

ακούνε τόν αγέρα ακούνε πέρα απ’ τόν αγέρα τήν άλλη

          θάλασσα

σάν ένα κοχύλι κλειστό κοντά τους, δέν ακούνε

τίποτε άλλο, δέν ψάχνουν μέσα στούς ίσκιους

         τών κυπαρισσιών

ένα χαμένο πρόσωπο, ένα νόμισμα, δέ γυρεύουν

κοιτάζοντας ένα κοράκι σ’ ένα ξερό κλωνί, τί θυμάται.

Μένει ακίνητο πάνω στίς ώρες μου λίγο πιό ψηλά

σάν τήν ψυχή ενός αγάλματος πού δέν έχει μάτια

είναι ένα πλήθος μαζεμένο μέσα σ’ αυτό τό πουλί

χίλιοι άνθρωποι ξεχασμένοι σβησμένες ρυτίδες

ερειπωμένες αγκαλιές καί γέλια πού δέν τέλειωσαν

έργα σταματημένα σιωπηλοί σταθμοί

ένα ύπνος βαρύς από χρυσά ψιχαλίσματα.

Μένει ακίνητο. Κοιτάζει τίς ώρες μου. Τί θυμάται;

Είναι πολλές πληγές μέσα στούς αόρατους ανθρώπους,

         μέσα μου

πάθη μετέωρα περιμένοντας τή δεύτερη παρουσία

επιθυμίες ταπεινές πού κόλλησαν πάνω στό χώμα

σκοτωμένα παιδιά καί γυναίκες πού κουράστηκαν

         τήν αυγή.

Τάχα νά βαραίνει πάνω στό ξερό κλωνί τάχα νά βαραίνει

πάνω στίς ρίζες τού κίτρινου δέντρου πάνω στούς ώμους

τών άλλων ανθρώπων, τίς παράξενες φυσιογνωμίες

πού δέν τολμούν να γγίξουν μιά στάλα νερό βυθισμένοι

        στό χώμα

τάχα να βαραίνει πουθενά;

Είχαν ένα βάρος τά χέρια σου όπως μέσα στό νερό

μέσα στίς θαλασσινές σπηλιές, ένα βάρος αλαφρύ χωρίς

        συλλογή

μέ τήν κίνηση κάποτε πού διώχναμε τήν άσκημη σκέψη

στρώνοντας τό πέλαγο ώς πέρα στόν ορίζοντα στά νησιά.

Είναι βαρύς ο κάμπος ύστερ’ απ’ τή βροχή, τί θυμάται

η μαύρη στεκάμενη φλόγα πάνω στόν γκρίζο ουρανό

σφηνωμένη ανάμεσα στόν άνθρωπο καί στήν ανάμνηση

        τού ανθρώπου

ανάμεσα στήν πληγή καί τό χέρι πού πλήγωσε μαύρη

        λόγχη,

σκοτείνιασε ο κάμπος πίνοντας τή βροχή, έπεσε ο αγέρας

δέ σώνειη δική μου πνοή, ποιός θά τό μετακινήσει;

ανάμεσα στή μνήμη, χάσμα—ένα ξαφνισμένο στήθος

ανάμεσα στούς ίσκιους πού μάχονται νά ξαναγίνουν

        άντρας καί γυναίκα

ανάμεσα στόν ύπνο καί στό θάνατο στεκάμενη ζωή.

 

Είχαν μιά κίνηση τά χέρια σου πάντα πρός τόν ύπνο

        τού πελάγου

χαϊδεύοντας τ’ όνειρο πού ανέβαινε ήσυχα τή μαλα-

         ματένια αράχνη

φέρνοντας μέσα στόν ήλιο τό πλήθος τών αστερισμών

τά κλεισμένα βλέφαρα τά κλεισμένα φτερά…

                                                  

                                                 Κοριτσά, χειμώνας 1937

 

 

                               Raven

 

In Μemoriam Edgar Allan Poe

 

Years like wings. What does the motionless raven remember?

What do the dead remember near the roots of trees?

Your hands had the color of the falling apple.

And this voice that always returns in a low tone.

 

Those who travel focus on the sail and the stars

hear the wind and beyond the wind the other sea

like a closed conch near them, they hear nothing

else, they don’t search among the shadows of

         the cypresses

for a lost person, a coin, they don’t question

looking at the raven on a dry tree branch what it remembers.

It stays motionless over my hours a bit higher

like the soul of an eyeless statue

a huge crowd has gathered inside this bird

a thousand people forgotten, vanished wrinkles

vacant embraces and laughter never completed

works stopped halfway, silent stations

a heavy slumber of golden drizzle.

It stays motionless. Stares at my hours. What does it remember?

There are many wounds in the invisible people,

          inside it

suspended passions yearning for the Second Coming

humble desires glued on the ground

children killed and women tired of the daybreak.

Does it weight down the dry branch, does it weigh down

the roots of the yellow tree, over the shoulders

of the other people, the strange faces

who don’t dare touch a drop of water though

          sunken in the ground

does it weight down anywhere?

Your hands had the weight of hands in the water

in the sea caves, a light weight, without

          thought

with the motion that we suddenly push away an ugly thought

laying the pelagos to the far end of the horizon to the islands.

The plain is heavy after the rain; what does the motionless

black flame remembers against the gray sky

wedged between man and the memory of man

between a wound and the hand that injured it black

          spear

the plain darkened drinking the rain, the wind subsided

my own breath isn’t enough, who will shift it?

Within the memory, a chasm— a startled breast

between the shadows struggling to become man

          and woman again

between sleep and death motionless life.

 

Your hands always had a movement toward the sleep

         of pelagos

caressing the dream that slowly ascended the silky

         spider web

bringing into the sun multitude of constellations

the close eyelids the folded wings…

 

                  Koritsa, winter 1937

 

Γιώργος Σεφέρης—Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis—Translation Manolis Aligizakis

Image

Advertisements

Βραβείο και Αναγνώρηση

Η International Arts Academy ανακοινώνει ότι ημετάφραση του Μανώλη Αλυγιζάκη ποιημάτων του νομπελίστα μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη, “George Seferis-Collected Poems”, Libros Libertad 2012, απέσπασε το πρώτο διεθνές βραβείο ποίησης.

Επίσης η International Arts Academy απονέμει στο Μανώλη Αλυγιζάκη το τιμητικό  βραβείο “Master of the Arts in Literature.”

Award and recognition

The International Academy for the Arts is pleased to announce that Manolis Aligizakis’ translation book “George Seferis-Collected Poems”, Libros Libertad – 2012, has been awarded the 1st International Poetry Prize.

The Academy has also awarded Manolis Aligizakis with an honorary “Masters in Literature.”

www.artsociety.gr/artacademy

Ritsos_front large

Πείνα

Πέρασε η νύχτα μπουκωμένη αμίλητο νερό. Τά χαράματα

έλαμψε ο ήλιος μουσκεμένος στά κουλουριασμένα καραβόσκοινα.

Πρόσωπα-σκιές, κατάρτια-σκιές, ταξίδια—

τάδαμε, δέν τάδαμε—δέ χόρτασε η πείνα μας.

 

Κάποιος φώναξε πίσω απ’ τό βουνό, κάποιος άλλος

πίσω απ’ τά δέντρα κι ένας άλλος κι άλλος

σ’ όλο τό μάκρος τού δειλινού—πού νά τρέξουμε;

Πού νά προφτάσουμε; Μήπως είμαστε εμείς πού φωνάζαμε; Καί

        τά βουνά

γίνονταν πιό μεγάλα καί κοφτερά σάν τά δόντια τού πεινασμένου.

 

 

 

Hunger

The night passed its mouth stuffed by speechless water. At

daybreak the sun shone wet on the coiled cables.

Faces – shadows, masts – shadows, voyages –

perhaps saw them, perhaps not – our hunger was never satisfied.

 

Someone yelled behind the mountain, someone else

behind the trees and yet another one

all along the length of sundown – where should we run?

Would we have enough time? Perhaps it is us yelling? And

          the mountains

became bigger and sharper like the teeth of the hungry man.

 

 

 

 

Ένα Πρόσωπο

Είναι ένα πρόσωπο φωτεινό, σιωπηλό, καταμόναχο

σάν ολόκληρη μοναξιά, σάν ολόκληρη νίκη

πάνω στή μοναξιά. Αυτό τό πρόσωπο

σέ κοιτάζει ανάμεσα από δυό στήλες ασάλευτο νερό.


καί δέ γνωρίζεις ποιό απ’ τά δυό σέ πείθει περισσότερο.

 

A Face

 

It is a bright face, silent, all alone

like the entire loneliness, like complete victory

over loneliness. This face

looks at you between two columns of still water

 

and you don’t know which of the two convinces you the most.

 

 

Καλοκαίρι

 

Τά τέσσερα παράθυρα κρεμούν στίς κάμαρες

ομοικατάληκτα τετράστιχα από ουρανό καί θάλασσα.

Μιά παπαρούνα μόνη είναι ένα ρολογάκι

στό χέρι τού καλοκαιριού, νά δείχνει

δώδεκα η ώρα μεσημέρι. Κ’ έτσι νιώθεις

τά μαλλιά σου πιασμένα μές στά δάζχτυλα τού ήλιου

νά σέ κρατάνε ελέυθερο μέσα στό φώς καί στόν αέρα.

 

 

 

Summer

 

The four windows hang rhyming quatrains

made of sky and sea inside the rooms

A lonely daisy is a small wristwatch

on the arm of summer showing

twelve at noon. Thus you feel

your hair entangled in the hands of the sun

keeping you free in the light and in the air.

 

 

~Γιάννης Ρίτσος-“Παρενθέσεις”

~ΜετάφρασηΜανώληΑλυγιζάκη

~Yannis Ristos-“Parentheses”

~Translation by Manolis Aligizakis