Posts Tagged ‘oak’



Στάθηκε κάτω από την εκατό χρονών οξιά και δείχνοντας
του δέντρου το ύψος είπε πως μοιάζαμε του δέντρου,
κι αλήθεια σαν να `χαμε ξαφνικά ψηλώσει κάτι σαν μυστική
συνωμοσία όλων των ανθρώπων που στο σκοτάδι ξάφνου
διακρίνουν πάνλαμπρο το δικό τους φως και στρέφονται
κι ευελπιστούν τον ουρανό ν’ αγγίξουν και τ’ άκρα μας
μέσα στην άβυσσο βαθειά να μπουν ν’ απλώσουν ρίζες, κλαδιά
και φύλλα να θηλάσουνε από βάθος και συμφωνήσαμε
την αναπόφευκτη δυαδικότητα ν’ ακολουθήσουμε κι εκείνος
χαμογέλασε ικανοποιημένος, που είχαμε ανακαλύψει δρόμο
όπου επάνω του μας έμελλε να βρούμε ισορροπία.


He stood under the hundred year old oak and showing
its height He urged us to become alike and truly,
we felt we had grown higher, as though in a secret
conspiracy among all men who in darkness they spot their
reflective light and we turned toward the sky with the hope
of reaching it and to the depths of earth our limbs extended
and we stretched down under where our roots suckled
the earth’s breast and we agreed this inescapable
duality to uphold while He smiled satisfied that we had found
the path upon which we were meant to reach equilibrium.


ubermensch cover


We buried him, yesterday afternoon, in the freshly dug soil,
a small twig that he was, the poet with his thin gray beard.
His only sin: so much he loved the birds that didn’t come
to his funeral.
The sun went down behind the army barracks where the future
dead slept and the lone hawk, lover of songs, sat on the oak
branch; women lamented for the day’s yellow rapture and after
approving everything the hawk flew away, as if to define
distance. Wind blew over the surface of the lake searching
for the traitor who had run to the opposite shore where
judgement was passed and the ancient cross remained with
no corpse.
Everyone felt joyous, wine and finger food had to do with it
the hawk returned without news and the beggar extended
his hand and softly begged:
“two bits, man, God bless your soul, two bits.’


Χθες το απόγευμα, τον θάψαμε στο φρεσκοσκαμμένο χώμα,
λες να `τανε βλαστάρι ενός δεντρού, το ποιητή με τ’ αραιό
γκρίζο γενάκι. Μόνη του αμαρτία που αγαπούσε πολύ
τα πουλιά κι αυτά ξέχασαν στην κηδεία του να έρθουν.
Ο ήλιος έδυσε πίσω απ’ το στρατόπεδο με τους νεκρούς
της αύριον και το γεράκι, μονιάς της λαγκαδιάς, καθόταν
στης οξιάς κλαδί. Γυναίκες κλάψαν για το κίτρινο συναίσθημα
της μέρας και το γεράκι αφού όλα τα επιδοκίμασε, πέταξε
μακρυά τις αποστάσεις για να καθορίσει, ο αγέρας φύσηξε
πάνω απ’ τη λίμνη, λες κι έψαχνε για τον προδότη που είχε
πάει στην αντιπέρα όχθη, εκεί που κρίνονται οι δίκαιοι
κι ο πανάρχαιος σταυρός έμεινε δίχως κορμί.
Όλοι ένιωσαν ευέλπιστοι απ’ το κρασί και τους μεζέδες,
ξανάρθε το γεράκι δίχως να φέρει νέα κι ο ζητιάνος έτεινε
το χέρι και καλοκάγαθα ψυθίριζε:
‘ελεημοσύνη χριστιανοί, ελεημοσύνη.’

~Υπεράνθρωπος/Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013