Archive for September, 2013

 

Image

Παραδοχή

Νικημένος απ’ τό γαλάζιο

μέ τό κεφάλι ακουμπισμένο στά γόνατα τής σιωπής

πεθαμένος από ζωή

πεθαμένος από νιότη

βουλιαγμένος κάτου απ’ τή φωτιά του

καί τό φύκι σαλεύοντας στή μασκάλη του—

Τό κύμα τής μέρας δέν έβρισκε αντίσταση

μήτε σ’ ένα χαλίκι τής σκέψης του.

Είταν έτοιμος πιά γιά τόν έρωτα

καίγιάτόθάνατο.

Acceptance

Defeated by the light-blue

with his head leaning on the knees of silence

dead tired of life

dead tired of youth

sunken inside his fire

and the seaweed stirring in his armpit –

The wave of day didn’t find resistance

not even on a pebble of his thought.

Finally, he was ready for love

and for death.

Φεγγάρι

Φεγγάρι, φεγγάρι. Τό φεγγάρι

κίτρινο τζάμι στρογγυλό στή μέση ανοιξιάτικης νύχτας. Πίσω του

συγκεντρωμένα πρόσωπα τής νύχτας, σκιές,

σέ βλέπουν—δέν τά βλέπεις. Σέ ορίζουν.

Εδώ όλα τ’ άγνωστα: άγνωστα, κατευνασμένα

στή σιωπηλή παραδοχή πώς δέν θά γνωριστούν

ήσυχα, αμίλητα κι ωχρά σάν γνωρισμένα κι αφημένα.

 

 

Moon

Moon, moon. The moon

yellow round glass in the middle of a spring night. Behind it

faces of the night, shadows gather

and see you – you don’t see them. They own you.

Here are all the unknowns: unknown, pacified

in the silent admission that they shall not be known

calm, silent and pale as if known and abandoned.

Παιδικό

Στό λιμανάκι η θάλασσα αντιγράφει

τά φύλλα καί τά σύγνεφα καί τά πουλιά

ωραία, προσεχτικά και καλλιγραφημένα—

ο αγέρας πού καί πού μέ κάτι γαλανές χοντρές γραμμές

υπογραμμίζει βιαστικά τά λάθη της.

Μά αυτός πού γράφει ολημερίς κοιτάζοντας τή θάλασσα

δέν κάνει ούτε ένα λάθος,—πικραμένη μου γαλήνη,—

κι όλο προσμένει τήν αγάπη αμίλητος

νά υπογραμμίζει τήν καρδιά μου—μόνο λάθος.

Childish

In the little harbor the sea copies

leaves, clouds, birds

beautifully, carefully and calligraphically –

from time to time the wind hastily underlines the sea’s

mistakes with some thick light-blue lines.

But the one who writes all day long staring at the sea

makes no mistakes – my embittered serenity –

and speechless he always yearns for love

to underline my heart – the only mistake.

~ΓιάννηςΡίτσος-ΕκλεγμέναΠοιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation by Manolis Aligizakis

Advertisements

 

Image

ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ

 

Ο περίεργος τρόπος που κρατάς
το μολύβι μ’ ερεθίζει.
Νιώθω την πίεσή σου στο χαρτί,
την αφή σου στην άκρη.
Τα δάκτυλά σου έχουν υπόσταση
και σχήμα κι είναι μπλεγμένα
γύρω απ’ το μολύβι
σαν τον πόθο που τρέφει
την ψυχή μου.

 

Ακόμη κι όταν γράφεις χύνεται ορμή.

 

THE PENCIL

The strange way you hold
the pencil excites me.
I feel its pressure on the paper
your touch on the point.
Your fingers have substance
and form, and are contorted
around the pencil
like the desire which feeds
my soul.
Your ardor flows even when you write.

 ~Alexandra Bakonika

Η  TEΛΕΙΑ ΜΕΡΑ 

Δεν ήταν η παραλία

Θεσσαλονίκη ξημερώματα

τόσο τέλεια ξεπλυμένη

στις αποχρώσεις της βροχής,

ούτε η θάλασσα

βραχνή, ορμητική

άγριο λιοντάρι με γαλάζιες φλόγες,

δεν ήταν οι φέτες τα παγκάκια

με την παχύρρευστη μοναξιά

του άδειου τους κενού,

ήταν πως χθες βράδυ ονειρεύτηκα

ότι έστω για μια φορά

φορά πρώτη, φορά θάνατος

ήρθες μέσα μου

πίσω από την ψυχή,

κάτω από τα στόματα του κορμιού,

ήρθεςκαιέμεινες.

PERFECT DAY

It wasn’t the seashore

of Salonica during the daybreak

so cleanly washed by

the hues of the rain

nor the sea

hoarse, violent,

wild lion with blue flames,

it wasn’t the benches in rows

with the fatty loneliness

of their emptiness,

it was that last night I dreamed

perhaps for once

for the first time, first time death

you entered my body

behind my soul

under the mouths of the body,

you entered me and stayed.

~Cloe Koutsoubelis

ken's

Manifold

 

In numbers we stand

next to each other consoling

our togetherness with awe

accepting our benevolence

with tears dripping in lake—

leave nothing to be guessed

but your wonder, oh, softest grass

that becomes wish to drag your mind

into interpolations once real and golden

as you sway back and forth questioning

why some have to be small while others

grow tall to touch the sky, yet,

next to each other we revere wholeness

both alone and in beautiful manifold

Πολλαπλότητα

Σαν αριθμοί στεκόμαστετο ένα δίπλα στ’ άλλο

με θαυμασμό κι εξυμνούμε τη σύμπνοιά μας

καλωσυνάτα δάκρυα στη λίμνη—

τίποτα δεν μένει ανεξήγητο

ώ, απαλότατο γρασίδι, παρά

ο θαυμασμός σου που γίνεται ευχή

και παρασύρει το μυαλό σου σε παρεμβολές

άλλοτε αληθινές κι άλλοτε χρυσαφένιες

σαν πέρα-δώθε λικνίζεσαι και ρωτάς

γιατί εμείς ψηλώσαμε κι εφτάσαμε

στον ουρανό, κι όμως όλα μαζί

δοξολογούμε την ολότητα

είτε το κάθε δέντρο χωριστά ή σαν

πολυσχιδές και ωραιότατο δασύλλιο

~Painting by Ken Kirkby/Πίνακας Ken Kirkby

~Poem by Manolis Aligizakis/Ποίημα Μανώλη Αλυγιζάκη

THIS STAR IS FOR ALL OF US

 

Yes, my beloved. Long before I met you

I had waited for you. I had always waited for you.

 

When I was a child and my mother saw me being sad

she’d lean down and ask. What is it my boy?

I’d keep silent. I would only look over her shoulder

at a world without you.

And as I would go back and forth with the pencil

it was as if I was learning to write songs for you.

When I’d touch the wet glass of the window it was

     because you were late

when at night I’d stare at the stars it was

     because I missed your eyes

and when my door bell rang and I opened

no one was there. However somewhere in the world

    your heart was beating.

This way I lived. Always.

And when we first  met—you remember?—you

     opened your arms ever so tenderly

as if you had known me for years. But of course

you had known me. Because before you ever got into my life

you had lived in my dreams

my beloved.

 

 

     Do you remember, my love, “our first big day”?

You were so nice in that yellow dress

a simple, inexpensive dress, but it was such a pretty yellow.

Its pockets embroidered with large brown flowers.

The sun fell on your face so fittingly,

that rosy cloud at the edge of the road fit so nicely

     on you

and far away the voice of the travelling knife sharpener—

    fit so nicely on you.

 

     I’d put my hands in my pockets, I’d take them out.

We’d walk without saying any words. But what could one say

when the world is so bright and your eyes

so big. A boy, at the corner of the street would sing

     about his lemonade.

We split one in two glasses. And the swallow that

suddenly flew by your hair. What did it say to you?

Your hair is so nice. It’s impossible. It must have said

     something to you.

 

The hotel was small and in an old neighborhood next

     to the train station

where we saw the manoeuvring of the trains.

 

Truly, that spring, that morning, that simple

     room of happiness

that body of yours I held for the first time, naked

the tears that I couldn’t hold back

—how they fit nicely on you.

 

 

Ah, I would like to kiss the hands of your father, your mother’s

    limbs who, for me, gave birth to you

to kiss al the chairs you touched as you walked by

    in your dress

to hide in my heart, as a talisman, a piece of the bed-sheet

    you slept in.

I could even smile

to the man who saw you naked before me

to even smile at him, who was graced with such happiness.

Because I, my beloved, I owe you something more

    than love

I owe you the song and the hope, the tears

    and again hope.  

 

In the tiniest moment with you, I lived all my life.

 

 

ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ

 

“Ναί, αγαπημένη μου! Πολύ πρίν νά σέ συναντήσω
εγώ σέ περίμενα. Πάντοτε σέ περίμενα.

Σάν ήμουνα παιδί καί μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε καί μέ ρωτούσε. Τί έχεις αγόρι;
Δέ μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τόν ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Καί καθώς πηγαινόφερνα τό παιδικό κοντύλι
ήτανε γιά νά μάθω νά σού γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στό τζάμι τής βροχής ήταν πού αργούσες

         ακόμα
όταν τή νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια ήταν γιατί μού λείπανε τά

        μάτια σου
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα

δέν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μές στόν κόσμο ήταν η καρδιά σου

        πού χτυπούσε.

Έτσι έζησα. Πάντοτε.

Κι όταν βρεθήκαμε γιά πρώτη φορά – θυμάσαι; – μού

        άπλωσες τά χέρια σου τόσο τρυφερά

σά νά μέ γνώριζες από χρόνια. Μά καί βέβαια

μέ γνώριζες. Γιατί πρίν μπείς ακόμα στή ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στά όνειρά μου

αγαπημένη μου.

Θυμάσαι, αγάπη μου, “τήν πρώτη μεγάλη μέρα μας”;
Σού πήγαινε αυτό τό κίτρινο φόρεμα
ένα απλό φτηνό φόρεμα, μά ήταν τόσο όμορφα κίτρινο.
Οι τσέπες του κεντημένες μέ μεγάλα καφετιά λουλούδια.
Σού πήγαινε στό πρόσωπο σου ο ήλιος
σού πήγαινε στήν άκρη τού δρόμου αυτό τό τριανταφυλλένιο

      σύννεφο
κι αυτή η φωνή μακριά ενός πλανόδιου ακονιστή – σού

      πήγαινε.

Έβαζα τά χέρια μου στίς τσέπες, τά ξανάβγαζα.
Βαδίζαμε δίχως λέξη. Μά καί τί νά πεί κανείς
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός καί τά μάτια σου
τόσο μεγάλα. Ένα παιδί στή γωνιά τραγούδαγε τίς

       λεμονάδες του.

Ήπιαμε μιά στά δυό. Κι αυτό τό χελιδόνι πού πέρασε ξαφνικά

πλάι στά μαλλιά σου. Τί σού είπε λοιπόν;
Είναι τόσο όμορφα τά μαλλιά σου. Δεν μπορεί, κάτι

       θά σού είπε.

Τό ξενοδοχείο ήταν μικρό σέ μιά παλιά συνοικία πλάι στό

      σταθμό

πού μές στήν αντηλιά κοιτάζαμε νά μανουβράρουμε τά τραίνα.

Αλήθεια κείνη η άνοιξη, εκείνο τό πρωινό, εκείνη η απλή

       κάμαρα τής ευτυχίας

αυτό τό σώμα σου πού κράταγα πρώτη φορά γυμνό

αυτά τά δάκρυα πού δέν μπόρεσα στό τέλος νά κρατήσω
– πόσο σού πήγαιναν.

Ά, θά ‘θελα νά φιλήσω τά χέρια τού πατέρα σου, τής μητέρας σου τά
         γόνατα πού σέ γεννήσανε γιά μένα
νά φιλήσω όλες τίς καρέκλες πού ακούμπησες περνώντας

         μέ τό φόρεμα σου νά

κρύψω σά φυλαχτό στόν κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι

        απ’ τό σεντόνι πού κοιμήθηκες.

Θά μπορούσα ακόμα καί νά χαμογελάσω

στόν άντρα πού σ’ έχει δεί γυμνή πρίν από μένα

νά τού χαμογελάσω, πού τού δόθηκε μιά τόση ατέλειωτη

        ευτυχία.

Γιατί εγώ, αγαπημένη, σού χρωστάω κάτι πιό πολύ απ’ τόν

       έρωτα

εγώ σού χρωστάω τό τραγούδι καί τήν ελπίδα, τά δάκρυα

      καί πάλι τήν ελπίδα.

Στήν πιό μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τή ζωή”.

~Τασος Λειβαδίτης/Tasos Livaditis

~Translation Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

ken's

Evening Vesper

In limpid mirror let me

see my idol fresh off

the evening’s vesper

imperceptible touch

dreamy incline of thought

pasted on plain sight

eulogy flying over my head

to meet my likeness

in two worlds

which the real

which the idol

the identical twins we must be—

upper world where we fly

underworld where we dwell

step by step where we learn

its girth and birth where one

plus one always equals oneness

Ύμνος Εσπέρας

Στο διάφανο καθρέφτη άσε με  να δώ

το είδωλό μου φρέσκο στον ύμνο

της εσπέρας, ανεπαίσθητο άγγιγμα

ονειρεμένη σκέψη ανυψωμένη,

κολλημένη σε απλή ματιά

ευλογία να πετά πάνω απ’ το κεφάλι μου

να βρει το ομοίωμά μου

δυο κόσμοι, ποιος ο αληθινός

και ποιο το είδωλο

μονωογενείς δίδυμοι είμαστε

επάνω κόσμος που πετούμε

κάτω κόσμος που ρίζες απλώνουμε

βήμα το βήμα διδασκόμαστε

το πλάτος και το μάκρος του

εκεί που ένα και ένα έχουν σαν

αποτέλεσμα την απόλυτη μονάδα

~Ποίημα Μανώλη Αλυγιζάκη/PoembyManolisAligizakis

~Πίνακας Ken Kirkby/Painting by Ken Kirkby

~ “Mythography”/ “Μυθογραφία”

www.libroslibertad.ca