Archive for September, 2013




Νικημένος απ’ τό γαλάζιο

μέ τό κεφάλι ακουμπισμένο στά γόνατα τής σιωπής

πεθαμένος από ζωή

πεθαμένος από νιότη

βουλιαγμένος κάτου απ’ τή φωτιά του

καί τό φύκι σαλεύοντας στή μασκάλη του—

Τό κύμα τής μέρας δέν έβρισκε αντίσταση

μήτε σ’ ένα χαλίκι τής σκέψης του.

Είταν έτοιμος πιά γιά τόν έρωτα



Defeated by the light-blue

with his head leaning on the knees of silence

dead tired of life

dead tired of youth

sunken inside his fire

and the seaweed stirring in his armpit –

The wave of day didn’t find resistance

not even on a pebble of his thought.

Finally, he was ready for love

and for death.


Φεγγάρι, φεγγάρι. Τό φεγγάρι

κίτρινο τζάμι στρογγυλό στή μέση ανοιξιάτικης νύχτας. Πίσω του

συγκεντρωμένα πρόσωπα τής νύχτας, σκιές,

σέ βλέπουν—δέν τά βλέπεις. Σέ ορίζουν.

Εδώ όλα τ’ άγνωστα: άγνωστα, κατευνασμένα

στή σιωπηλή παραδοχή πώς δέν θά γνωριστούν

ήσυχα, αμίλητα κι ωχρά σάν γνωρισμένα κι αφημένα.




Moon, moon. The moon

yellow round glass in the middle of a spring night. Behind it

faces of the night, shadows gather

and see you – you don’t see them. They own you.

Here are all the unknowns: unknown, pacified

in the silent admission that they shall not be known

calm, silent and pale as if known and abandoned.


Στό λιμανάκι η θάλασσα αντιγράφει

τά φύλλα καί τά σύγνεφα καί τά πουλιά

ωραία, προσεχτικά και καλλιγραφημένα—

ο αγέρας πού καί πού μέ κάτι γαλανές χοντρές γραμμές

υπογραμμίζει βιαστικά τά λάθη της.

Μά αυτός πού γράφει ολημερίς κοιτάζοντας τή θάλασσα

δέν κάνει ούτε ένα λάθος,—πικραμένη μου γαλήνη,—

κι όλο προσμένει τήν αγάπη αμίλητος

νά υπογραμμίζει τήν καρδιά μου—μόνο λάθος.


In the little harbor the sea copies

leaves, clouds, birds

beautifully, carefully and calligraphically –

from time to time the wind hastily underlines the sea’s

mistakes with some thick light-blue lines.

But the one who writes all day long staring at the sea

makes no mistakes – my embittered serenity –

and speechless he always yearns for love

to underline my heart – the only mistake.

~ΓιάννηςΡίτσος-ΕκλεγμέναΠοιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation by Manolis Aligizakis





Ο περίεργος τρόπος που κρατάς
το μολύβι μ’ ερεθίζει.
Νιώθω την πίεσή σου στο χαρτί,
την αφή σου στην άκρη.
Τα δάκτυλά σου έχουν υπόσταση
και σχήμα κι είναι μπλεγμένα
γύρω απ’ το μολύβι
σαν τον πόθο που τρέφει
την ψυχή μου.


Ακόμη κι όταν γράφεις χύνεται ορμή.



The strange way you hold
the pencil excites me.
I feel its pressure on the paper
your touch on the point.
Your fingers have substance
and form, and are contorted
around the pencil
like the desire which feeds
my soul.
Your ardor flows even when you write.

 ~Alexandra Bakonika


Δεν ήταν η παραλία

Θεσσαλονίκη ξημερώματα

τόσο τέλεια ξεπλυμένη

στις αποχρώσεις της βροχής,

ούτε η θάλασσα

βραχνή, ορμητική

άγριο λιοντάρι με γαλάζιες φλόγες,

δεν ήταν οι φέτες τα παγκάκια

με την παχύρρευστη μοναξιά

του άδειου τους κενού,

ήταν πως χθες βράδυ ονειρεύτηκα

ότι έστω για μια φορά

φορά πρώτη, φορά θάνατος

ήρθες μέσα μου

πίσω από την ψυχή,

κάτω από τα στόματα του κορμιού,



It wasn’t the seashore

of Salonica during the daybreak

so cleanly washed by

the hues of the rain

nor the sea

hoarse, violent,

wild lion with blue flames,

it wasn’t the benches in rows

with the fatty loneliness

of their emptiness,

it was that last night I dreamed

perhaps for once

for the first time, first time death

you entered my body

behind my soul

under the mouths of the body,

you entered me and stayed.

~Cloe Koutsoubelis




In numbers we stand

next to each other consoling

our togetherness with awe

accepting our benevolence

with tears dripping in lake—

leave nothing to be guessed

but your wonder, oh, softest grass

that becomes wish to drag your mind

into interpolations once real and golden

as you sway back and forth questioning

why some have to be small while others

grow tall to touch the sky, yet,

next to each other we revere wholeness

both alone and in beautiful manifold


Σαν αριθμοί στεκόμαστετο ένα δίπλα στ’ άλλο

με θαυμασμό κι εξυμνούμε τη σύμπνοιά μας

καλωσυνάτα δάκρυα στη λίμνη—

τίποτα δεν μένει ανεξήγητο

ώ, απαλότατο γρασίδι, παρά

ο θαυμασμός σου που γίνεται ευχή

και παρασύρει το μυαλό σου σε παρεμβολές

άλλοτε αληθινές κι άλλοτε χρυσαφένιες

σαν πέρα-δώθε λικνίζεσαι και ρωτάς

γιατί εμείς ψηλώσαμε κι εφτάσαμε

στον ουρανό, κι όμως όλα μαζί

δοξολογούμε την ολότητα

είτε το κάθε δέντρο χωριστά ή σαν

πολυσχιδές και ωραιότατο δασύλλιο

~Painting by Ken Kirkby/Πίνακας Ken Kirkby

~Poem by Manolis Aligizakis/Ποίημα Μανώλη Αλυγιζάκη



Yes, my beloved. Long before I met you

I had waited for you. I had always waited for you.


When I was a child and my mother saw me being sad

she’d lean down and ask. What is it my boy?

I’d keep silent. I would only look over her shoulder

at a world without you.

And as I would go back and forth with the pencil

it was as if I was learning to write songs for you.

When I’d touch the wet glass of the window it was

     because you were late

when at night I’d stare at the stars it was

     because I missed your eyes

and when my door bell rang and I opened

no one was there. However somewhere in the world

    your heart was beating.

This way I lived. Always.

And when we first  met—you remember?—you

     opened your arms ever so tenderly

as if you had known me for years. But of course

you had known me. Because before you ever got into my life

you had lived in my dreams

my beloved.



     Do you remember, my love, “our first big day”?

You were so nice in that yellow dress

a simple, inexpensive dress, but it was such a pretty yellow.

Its pockets embroidered with large brown flowers.

The sun fell on your face so fittingly,

that rosy cloud at the edge of the road fit so nicely

     on you

and far away the voice of the travelling knife sharpener—

    fit so nicely on you.


     I’d put my hands in my pockets, I’d take them out.

We’d walk without saying any words. But what could one say

when the world is so bright and your eyes

so big. A boy, at the corner of the street would sing

     about his lemonade.

We split one in two glasses. And the swallow that

suddenly flew by your hair. What did it say to you?

Your hair is so nice. It’s impossible. It must have said

     something to you.


The hotel was small and in an old neighborhood next

     to the train station

where we saw the manoeuvring of the trains.


Truly, that spring, that morning, that simple

     room of happiness

that body of yours I held for the first time, naked

the tears that I couldn’t hold back

—how they fit nicely on you.



Ah, I would like to kiss the hands of your father, your mother’s

    limbs who, for me, gave birth to you

to kiss al the chairs you touched as you walked by

    in your dress

to hide in my heart, as a talisman, a piece of the bed-sheet

    you slept in.

I could even smile

to the man who saw you naked before me

to even smile at him, who was graced with such happiness.

Because I, my beloved, I owe you something more

    than love

I owe you the song and the hope, the tears

    and again hope.  


In the tiniest moment with you, I lived all my life.





“Ναί, αγαπημένη μου! Πολύ πρίν νά σέ συναντήσω
εγώ σέ περίμενα. Πάντοτε σέ περίμενα.

Σάν ήμουνα παιδί καί μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε καί μέ ρωτούσε. Τί έχεις αγόρι;
Δέ μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τόν ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Καί καθώς πηγαινόφερνα τό παιδικό κοντύλι
ήτανε γιά νά μάθω νά σού γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στό τζάμι τής βροχής ήταν πού αργούσες

όταν τή νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια ήταν γιατί μού λείπανε τά

        μάτια σου
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα

δέν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μές στόν κόσμο ήταν η καρδιά σου

        πού χτυπούσε.

Έτσι έζησα. Πάντοτε.

Κι όταν βρεθήκαμε γιά πρώτη φορά – θυμάσαι; – μού

        άπλωσες τά χέρια σου τόσο τρυφερά

σά νά μέ γνώριζες από χρόνια. Μά καί βέβαια

μέ γνώριζες. Γιατί πρίν μπείς ακόμα στή ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στά όνειρά μου

αγαπημένη μου.

Θυμάσαι, αγάπη μου, “τήν πρώτη μεγάλη μέρα μας”;
Σού πήγαινε αυτό τό κίτρινο φόρεμα
ένα απλό φτηνό φόρεμα, μά ήταν τόσο όμορφα κίτρινο.
Οι τσέπες του κεντημένες μέ μεγάλα καφετιά λουλούδια.
Σού πήγαινε στό πρόσωπο σου ο ήλιος
σού πήγαινε στήν άκρη τού δρόμου αυτό τό τριανταφυλλένιο

κι αυτή η φωνή μακριά ενός πλανόδιου ακονιστή – σού


Έβαζα τά χέρια μου στίς τσέπες, τά ξανάβγαζα.
Βαδίζαμε δίχως λέξη. Μά καί τί νά πεί κανείς
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός καί τά μάτια σου
τόσο μεγάλα. Ένα παιδί στή γωνιά τραγούδαγε τίς

       λεμονάδες του.

Ήπιαμε μιά στά δυό. Κι αυτό τό χελιδόνι πού πέρασε ξαφνικά

πλάι στά μαλλιά σου. Τί σού είπε λοιπόν;
Είναι τόσο όμορφα τά μαλλιά σου. Δεν μπορεί, κάτι

       θά σού είπε.

Τό ξενοδοχείο ήταν μικρό σέ μιά παλιά συνοικία πλάι στό


πού μές στήν αντηλιά κοιτάζαμε νά μανουβράρουμε τά τραίνα.

Αλήθεια κείνη η άνοιξη, εκείνο τό πρωινό, εκείνη η απλή

       κάμαρα τής ευτυχίας

αυτό τό σώμα σου πού κράταγα πρώτη φορά γυμνό

αυτά τά δάκρυα πού δέν μπόρεσα στό τέλος νά κρατήσω
– πόσο σού πήγαιναν.

Ά, θά ‘θελα νά φιλήσω τά χέρια τού πατέρα σου, τής μητέρας σου τά
         γόνατα πού σέ γεννήσανε γιά μένα
νά φιλήσω όλες τίς καρέκλες πού ακούμπησες περνώντας

         μέ τό φόρεμα σου νά

κρύψω σά φυλαχτό στόν κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι

        απ’ τό σεντόνι πού κοιμήθηκες.

Θά μπορούσα ακόμα καί νά χαμογελάσω

στόν άντρα πού σ’ έχει δεί γυμνή πρίν από μένα

νά τού χαμογελάσω, πού τού δόθηκε μιά τόση ατέλειωτη


Γιατί εγώ, αγαπημένη, σού χρωστάω κάτι πιό πολύ απ’ τόν


εγώ σού χρωστάω τό τραγούδι καί τήν ελπίδα, τά δάκρυα

      καί πάλι τήν ελπίδα.

Στήν πιό μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τή ζωή”.

~Τασος Λειβαδίτης/Tasos Livaditis

~Translation Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη


Evening Vesper

In limpid mirror let me

see my idol fresh off

the evening’s vesper

imperceptible touch

dreamy incline of thought

pasted on plain sight

eulogy flying over my head

to meet my likeness

in two worlds

which the real

which the idol

the identical twins we must be—

upper world where we fly

underworld where we dwell

step by step where we learn

its girth and birth where one

plus one always equals oneness

Ύμνος Εσπέρας

Στο διάφανο καθρέφτη άσε με  να δώ

το είδωλό μου φρέσκο στον ύμνο

της εσπέρας, ανεπαίσθητο άγγιγμα

ονειρεμένη σκέψη ανυψωμένη,

κολλημένη σε απλή ματιά

ευλογία να πετά πάνω απ’ το κεφάλι μου

να βρει το ομοίωμά μου

δυο κόσμοι, ποιος ο αληθινός

και ποιο το είδωλο

μονωογενείς δίδυμοι είμαστε

επάνω κόσμος που πετούμε

κάτω κόσμος που ρίζες απλώνουμε

βήμα το βήμα διδασκόμαστε

το πλάτος και το μάκρος του

εκεί που ένα και ένα έχουν σαν

αποτέλεσμα την απόλυτη μονάδα

~Ποίημα Μανώλη Αλυγιζάκη/PoembyManolisAligizakis

~Πίνακας Ken Kirkby/Painting by Ken Kirkby

~ “Mythography”/ “Μυθογραφία”




We didn’t know them

                                deep inside it was hope that said

we had met them in early childhood.

Perhaps we had seen them twice and then they went to the ships

cargoes of coal, cargoes of crops and our friends

vanished beyond the ocean forever.

Daybreak finds us beside the tired lamp

drawing on paper, awkwardly, painfully

ships, mermaids or conches;

at dusk we go down the river

because it shows us the way to the sea

and we spend our nights in cellars smelling of tar.


Our friends have left us

                                perhaps we never saw them, perhaps

we encountered them when sleep

still brought us very close to the breathing wave

perhaps we search for them because we search for the other life,

beyond the statues.


Δέν τούς γνωρίσαμε

                                ήταν η ελπίδα στό βάθος πού έλεγε

πώς τούς είχαμε γνωρίσει από μικρά παιδιά.

Τούς είδαμε ίσως δυό φορές κι έπειτα πήραν τά καράβια,

φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα, κι οι φίλοι μας

χαμένοι πίσω από τόν ωκεανό παντοτινά.

Η αυγή μάς βρίσκει πλάι στήν κουρασμένη λάμπα

νά γράφουμε αδέξια καί μέ προσπάθεια στό χαρτί

πλεούμενα γοργόνες ή κοχύλια,

τό απόβραδο κατεβαίνουμε στό ποτάμι

γιατί μάς δείχνει τό δρόμο πρός τή θαλασσα,

καί περνούμε τίς νύχτες σέ υπόγεια πού μυρίζουν κατράμι.

Οι φίλοι μας έφυγαν

                                ίσως νά μήν τούς είδαμε ποτές, ίσως

νά τούς συναντήσουμε όταν ακόμη ο ύπνος

μάς έφερνε πολύ κοντά στό κύμα πού ανασαίνει

ίσως νά τούς γυρεύουμε γιατί γυρεύουμε τήν άλλη ζωή,

πέρα από τ’ αγάλματα.






Maurice Ravel


The orchard with its fountains in the rain

you will see only from behind the fogged up glass

of the lower window. Your room

will be lit by the fireplace flames

and sometimes, the distant lightning will reveal

the wrinkles on your face, my old Friend.


The orchard with its fountains that in your hand was

a rhythm of the other life, beyond the broken

statues and the tragic columns

and a dance amid the oleanders

close to the new quarries

a fogged up glass would have cut it off from your days.

You won’t breath; the soil and the sap of the trees

will spring from your memory to strike

this window that is struck by the rain

of the outside world.



Τό περιβόλι μέ τά σιντριβάνια του στή βροχή

θά τό βλέπεις μόνο από τό χαμηλό παράθυρο

πίσω από τό θολό τζάμι. Η κάμαρά σου

θα φωτίζεται μόνο από τή φλόγα τού τζακιού

κάι κάποτε, στίς μακρινές αστραπές θά φαίνουνται

οι ρυτίδες τού μετώπου σου, παλιέ μου Φίλε.

Τό περιβόλι μέ τά σιντριβάνια πού ήταν στό χέρι σου

ρυθμός τής άλλης ζωής, έξω από τά σπασμένα

μάρμαρα καί τίς κολόνες τίς τραγικές

κι ένας χορός μέσα στίς πικροδάφνες

κοντά στά καινούργια λατομεία,

ένα γυαλί θαμπό θά τό `χει κόψει από τίς ώρες σου.

Δέ θ’ ανασάνεις, τό χώμα κι ο χυμός τών δέντρων

θά ορμούν από τή μνήμη σου για΄νά χτυπήσουν

πάνω στό τζάμι αυτό πού τό χτυπά η βροχή

από τόν έξω κόσμο.

Από το βιβλίο Μυθιστόρημα/From the book Mythistorema

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation Manolis Aligizakis


Μικρή πρόσκληση

Έλα στίς φωτεινές ακρογιαλιές—μουρμούριζε μόνος—

εδώ πού γιορτάζουν τά χρώματα—κοίτα—

εδώ πού δέν πέρασε ποτέ η βασιλική οικογένεια

μέ τίς κλειστές καρότσες καί τούς επίσημους αποσταλμένους.

Έλα, δέν κάνει νά σέ δούν—έλεγε—

είμαι ο λιποτάχτης τής νύχτας

είμαι ο διαρρήκτης τού σκοταδιού

έχω γεμάτο τό πουκάμισό μου καί τίς τσέπες μου ήλιο.

Έλα—μού καίει τό στήθος καί τά χέρια.

Έλα νά σού τόν δώσω.

Έχω καί κάτι νά σού πώ

πού δέν κάνει ούτε εγώ νά τό ακούσω.

An Invitation

Come to the luminous beaches – he murmured to himself –

here where the colors celebrate – look –

here where the royal family never passed

with their closed carriages and official emissaries.

Come, – it is not good if they see you – he would say –

I am the deserter of the night

I am the burglar of darkness

I have filled my shirt and my pockets with sun.

Come – it burns my hands and my chest.

Come let me give it to you.

And I have something to tell you

that even I cannot hear.




Θολά τ’ αστέρια μές στή στέρνα,

η στέρνα μές στή μέση τής παλιάς αυλής,

σάν τόν καθρέφτη τής κλεισμένης κάμαρας.

Γύρω στή στέρνα κάθονται τά περιστέρια,

άκρη-άκρη στό φεγγάρι οι ασβεστωμένες γλάστρες,

γύρω-γύρω στήν πληγή μας τά τραγούδια μας.


The stars are muddy in the cistern,

the cistern in the middle of the old yard,

like a mirror of the closed room.

The doves sit around the cistern,

whitewashed flowerpots sit end-to-end in the moon,

around and around our wound: our songs.

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation Manolis Aligizakis


Το εισιτήριο


Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο

για να’ ρθω να σε βρω.

Τόσο απλό λοιπόν να ανέβω σ’ ένα τρένο

με οδηγό, εισπράκτορα, συνεπιβάτες

ράγες που εφάπτονται στο έδαφος

και προαναγγελθέντες όλους τους σταθμούς.

Ξέχασα πόσο μαύρο είναι το τρένο της αγάπης

πως καίει κάρβουνα κι ελπίδες

με ένα μάτι τυφλό κι ένα στόμα που χάσκει

και μηχανή ορχιδέα που αιώνια πεινάει

πόσο ρυθμικά βογκά

καθώς φίδι θεριεμένο

ανεβοκατεβαίνει τις σήραγγες του τρόμου.

Λησμόνησα πόσο μοναχικό είναι το τρένο της αγάπης

με τον ελεγκτή κάθε λίγο

να ακυρώνει

και έναν εισπράκτορα

κέρινο ομοίωμα

να περιμένει πάντα στον σταθμό.

Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο

για να’ ρθω να σε βρω.

Σαν να μην γνώριζα ποιο είναι πάντα το ταξίδι,

και ποιον αλήθεια ψάχνουμε στον έρημο σταθμό.

The Ticket


I purchased a train ticket

to come and find you.

So simple to get onto a train

with an operator, money collector, other passengers

rails touching the ground and

with all stops pre-announced.

I forgot how black the train of love is

it burns coal and every hope

with a blind eye and a gaping mouth

an orchid engine forever hungry

how rhythmically it groans

like a gigantic serpent

in and out the tunnels of fear.

I forgot how lonely the train of love is

the inspector so often

validates the tickets and

the money collector

a wax resemblance

always waiting at the station.

I purchased a train ticket

to come and find you.

As though I didn’t know the voyage is always the same and

who to look for in the deserted station.


Γλυκό απόγευμα


Το σχήμα της πλατείας,

το σχήμα των σπιτιών που την καθόριζαν,

με φωτεινές καμάρες, υπαίθρια εστιατόρια

και καφετέριες.

Σ’ αυτόν τον χώρο συνωστίζονταν η νεολαία,

κατέκλυζε τα πεζοδρόμια,

δεν άφηνε τραπέζι για τραπέζι.

Η ματαιότητα κι τρυφηλή ζωή της πόλης

πνίγονταν, διαχέονταν

μες στο γλυκό απόγευμα.

Κι όμως ήταν αναπόφευκτο:

σ’ αυτόν τον χώρο που έπηζε η ομορφιά

μπήκα με δέος.

Sweet Afternoon


The shape of the square

the shape of the houses which delineate it,

with lit arcades, open air restaurants

and cafes.

Here the young people gather

flood the sidewalks

leave no empty table.

The futility and sensual life of the city

drowned together, dissolved

into the sweet afternoon.

And yet it was inescapable.

Here, where beauty thickened

I entered in awe.

~Χλόη και Αλεξάνδρα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Cloe and Alexandra, translation by Manolis Aligizakis




Where are you running little creek?


The shiny rocks asked—


I have been cold in agony waiting

for the lone cloud and its misty dress,

I’m going to the great ancestor

where I and you do not exist where in

wholeness I shall melt to become

a whiff of air pasted on the lips of today

turning to a wish in the heart of a young

lover who gazes the stars and longs for

his beloved the creek answered running off—


I’m going to meet the great Ocean.


Για πού βιαζεσαι μικρό ρυακάκι;


οι γυαλιστερές πέτρες ρώτησαν—


Μέσα στο κρύο έζησα περιμένοντας

την ολοδρόσερη του σύνεφου πνοή

μα τώρα φούρια έχω και επείγομαι

το μέγα πρόγονο να φτάσω εκεί

που δεν υπάρχει εσύ κι εγώ

εκεί θα λυώσω και θα γίνω τ’ αγέρα

χάδι στα χείλη του σήμερα, ευχή

του ερωτευμένου που τ’ αστέρια κοιτά

και την καλή του αναζητά

απάντησε ο γελαστός χείμαρος—


πάω να συναντήσω το μέγα Ωκεανό.

~Painting by Brian Buckrell/πίνακας του ζωγράφου Brian Buckrell

~Poetry by Manolis Aligizakis/Ποίηση Μανώλη Αλυγιζάκη

From the book “MYTHOGRAPHY”/Από το βιβλίο “ΜΥΘΟΓΡΑΦΙΑ”  2012




Why you grew so tall

oh, great fir, lonely guard

of our secrets—

asked the blades of grass—

fir gazed upward to heaven

reached by its top and said—

to look upon the crispy water

the forest canopy

the mountain peaks

to delve into the higher values

in my anchorite’s meditation

to grasp nature’s magnificence

to dwell in God’s wish

to also bend and cry

to also germinate




Γιατί τόσο πολύ ψήλωσες

περήφανέ μου έλατε

μοναχικέ φρουρέ των μυστικών μας—

ρώτησε το γρασίδι—

κι αφού ο έλατος κοίταξε

προς τον ουρανό που άγγιζε

τα πιο ψηλά κλαδιά του είπε—

για ν’ αγναντέψω την ανταύγια του νερού

τις φυλλωσιές δασόκορφου

και των βουνών τις παρυφές

για να σκεφτώ ανώτερες αξίες

σαν αναχωρητής σε διαλογισμό

ν’ αδράξω του νου το μεγαλείο

του Θεού να συναντήσω την επιθυμία

με δάκρυα επίσης να λυγίσω

και σα μια σκέψη να ξαναγεννηθώ

~Poetry by Manolis Aligizakis ~Ποίηση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Painting by Ken Kirkby~Πίνακας του ζωγράφου Ken Kirkby

~From the book “MYTHOGRAPHY”~Από το βιβλίο “ΜΥΘΟΓΡΑΦΙΑ”