Posts Tagged ‘summer’

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (απόσπασμα)

IV

Τράβηξαν ολόισια στην αυγὴ με την ακαταδεξιὰ του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ᾿ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Απὸ δω πέρασε ο στρατὸς με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ᾿ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ᾿ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωὴ στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μία οργιὰ ουρανὸ – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στήν πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδούνιζαν τα γυαλικὰ στα ράφια.

Ά, τί τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια –
ανάμεσα στα γόνατα τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα να `σπαγαν μία ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιὸς θα σου φέρει τώρα το ζεστὸ καρβέλι μες στη νύχτα να ταίσεις τα όνειρα;
Ποιὸς θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματα τους;

Το χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πὼς μύριζε το χώμα –
και τώρα πὼς κλειδώσανε την πόρτα τους τ᾿ αμπέλια μας
πῶς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιὸς να το πει πως βρίσκονται οι μισοὶ κάτου απ᾿ το χώμα
κ᾿ οι άλλοι μισοὶ στα σίδερα;

Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανὸς
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου να `ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτὸ το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Κάτου απ᾿ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινὶ – περμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Τούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανεὶς να μας το πάρει.

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

IV

 

They went straight to dawn with the haughty air of the hungry

a star had curdled in their motionless eyes

on their shoulders they carried the injured summer

 

This way the army went with banners glued onto their flesh

with stubbornness bitten by their teeth like an unripe wild pear

with the moon-sand under their heavy boots and with the coal dust of night

glued in their nostrils and their ears.

 

Tree by tree stone by stone they passed the world

with thorns as pillows they spent their sleep

τhey carried life like a river in their parched hands.

 

With every step they won a yard of sky – to give it away

On watch they turned to stone like the conflagrated trees

and when they danced in the plaza ceilings shook inside the houses

and the glassware clinked on the shelves

 

Ah what songs shook the mountain peaks – as they held between their legs

the earthen dish of the moon and had their dinner

and broke the sigh amid their heart pleats like they would break a louse

with their thick nails.

 

Who will now bring you the warm loaf of bread

that you may feed the night with dreams?

Who will stand in the olive tree’s shade to keep the cicadas company

that they won’t go silent now that the whitewash of noon hour paints

all around the horizon a stone wall erasing their great manly names?

 

This soil that was so fragrant at dawn the soil that was theirs and ours –

their blood – how fragrant the soil was –

and now how our vineyards have locked their doors

how the light has thinned on roofs and trees –

who would have said that half of them are under the earth and the other half in jail?

 

With so many leaves the sun greets you good morning and the sky shines

with so many banners and these are in jail and those lie under the earth.

 

Silence that any time now the bells will chime;

This soil is theirs and ours.

 

 

Under the earth in their crossed hands they hold the bell rope – waiting for the hour

they don’t sleep they don’t die, they wait to ring the resurrection.

This soil is theirs and ours – no one can take it from us

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

Advertisements

Ritsos_front large

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

 

Το φως είναι απελπιστικό εδώ πέρα. Τούτος ο μήνας άσπλαχνος

δεν επιτρέπει να μην είμαστε δυο. Δεν επαρκείς.

Ο μονότονος κρότος, τα τράμ που στρίβουν στη γωνία

οι μαρμαράδες που κόβουν την πέτρα στο καταμεσήμερο.

 

Πάνω απ’ τη μάντρα φαίνονται στερεότυπες επιτύμβιες στήλες

μαρμάρινα άνθη, μαρμάρινες κορδέλες

ο μπούστος ενός τραπεζίτη

το πρόσωπο ενός παιδιού σκιασμένο απ’ τη φτερούγα ενός

αγγέλου.

 

Σ’ αυτά τα επαγγελματικά γλυπτά ο αττικός ήλιος βάζει τη

σφραγίδα του,

η σκιά προσθέτει απίθανες προεκτάσεις —

γι’ αυτό διόλου παράξενο που χτες τ’ απόγευμα

γυρίζοντας απ’ το γραφείο στο σπίτι σου

κρατώντας το δίχτυ με το ψωμί και τις ντομάτες

διόλου παράξενο που χτες καθώς έγερνε ο ήλιος

συνάντησες στο αλσύλιο τον μαρμάρινον έφηβο

να σεργιανάει αργά και να χαμογελάει.

 

Κάθησες στο παγκάκι της λίμνης, ρίχνοντας το ψωμί σου στα

χρυσόψαρα, κι’ όλη τη νύχτα

παρ’ όλο που είχες μείνει νηστικός δεν πεινούσες καθόλου.

 

 

 

SUMMER IN THE CITY

 

In this place the light is merciless. This heartless month

doesn’t allow us not to be two. You aren’t enough.

The monotonous clank of the streetcars turning the corner

the marble masons cutting stones in high noon.

 

Above the fence-wall you could see the conventional funerary stele

with marble flowers, marble ribbons

the bust of a banker

the face of a child shadowed by an angel’s

wing.

 

On these professional sculptures the Attic sun incises

its seal,

the shadow adds unbelievable extensions –

so it wasn’t strange at all, that yesterday afternoon

returning home from your office

holding the net with bread and tomatoes

not at all strange that yesterday as the sun went down,

in the small park you met the marble ephebe

slowly sauntering and smiling.

 

You sat on a bench by the lake you threw bread to the goldfish

and all night long

though you didn’t have any food you weren’t hungry at all.

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα, Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems, translated by Manolis Aligizakis

www.manolisaligizakis.com

www.libroslibertad.com

74979_3629791323956_2077615219_n

ΙΔ’

Τώρα,

με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα

το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου

η γλυμνια ολόκληρης της ζωής

και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα

και το τίναγμα

τα χείλα το χαϊδεμένο δέρας,

όλα γυρεύουν να κανούν.

Όπως το πεύκο καταμεσήμερο

κυριεμένο απ’ το ρετσίνι

βιάζεται να γεννήσει φλόγα

και δε βαστά πια την παιδωμή —

φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη

και να τη σπείρουν.

Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Κι εκείνα ακόμη που δεν πέρασαν

πρέπει να καούν

τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος

στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.

 

 

14

Now

with the melted lead of St John’s festivity,

with the brilliance of summer pelagos,

all the nakedness of life,

and the going beyond and the staying put,

the leaning down and the upsurge,

the lips, the caressed skin,

they all long to be burned.

Like the pine at high noon

overcome by resin

in haste to produce flame

and can’t endure the struggle anymore—

call the children to gather the ash

and spread it.

What has passed, has passed as it was fit.

And even what hasn’t passed yet

must burn

this high noon when the sun is nailed

in the heart of the one hundred-petalled rose.

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012. Finalist at the National Hellenic Literary Poetry Awards, category-translation, for the year 2012.

 

http://www.manolisaligizakis.com

http://www.libroslibertad.com

 

 

Hear Me Out_cover_Jun9.indd

http://www.spreaker.com/user/6314317/air-play-poetry-corner-hear-me-out

On the Kitchen Counter

Good morning my love,
The day is of course just starting for me, although passed three
in the afternoon, but you see, I dedicate all my night to think of
you as I go to the various bars with my friends.
Yesterday I mused that three months have already gone since we
separated, three months that I haven’t found refuge in that little
dip of your chest. There where I told you it was my secret cave,
where I felt secure.
I mused that lone moment of summer when we lied down on the
beach and the sun burnt us, I dripped a few drops of sea water to
quench the thirst I had for your love.
I get up at noon I return home almost at daybreak.
Empty as always since you left, the house welcomes me with the
radio being on since morning and the lights set on the timer.
Toast and Happy Hippo cheese are my evening meal along with
pills for the hangover.
And tears ready to run down my cheeks.
This will pass, no matter what, it’ll pass.
I remember one time when we returned home after a night
at the bouzoukia, we prepared an omelette and fried bread
because we were hungry.
Then after we ate we left the plates on the table and made love
on the kitchen counter. At daybreak, before we went to bed
hugging each other to go to sleep.
Unique moments! Our love was such, as long as it lasted.
Yet it left a deep scar behind, a scar that refuges to heal and like
a cancer eats me up from within.

Στον πάγκο της κουζίνας

Καλημέρα, αγάπη μου!
Η μέρα βέβαια αρχίζει για μένα τώρα, που είναι πια περασμένες τρεις το μεσημέρι, αλλά βλέπεις, το βράδυ μου το αφιερώνω όλο για να σκέφτομαι εσένα, ενώ τριγυρνάω με αδιάφορες παρέες στα μπαράκια.
Αναλογιζόμουν χτες πως πέρασαν κιόλας τέσσερις μήνες που δεν είμαστε μαζί, που έχω να χωθώ στη λακκουβίτσα του στέρνου σου.
Εκεί που σου ’λεγα πως είναι η μυστική σπηλιά μου, που όταν βρίσκομαι δεν φοβάμαι πια τίποτα και κανέναν.
Θυμήθηκα εκείνη τη μοναδική στιγμή του καλοκαιριού, που όπως ήμασταν ξαπλωμένοι στην παραλία και μας έψηνε ο ήλιος, σου ‘σταξα μέσα της νερό απ’ τη θάλασσα και μετά το ήπια από ’κει, για να ξεδιψάσω τον έρωτά μου για σένα.
Ξυπνάω το μεσημέρι, Γυρίζω σπίτι μου τα ξημερώματα…
Άδειο, όπως πάντα, από τότε που έφυγες, το σπίτι, με καλωσορίζει με το ραδιόφωνο, που παίζει απ’ το πρωί και τα φώτα που ανάβουν με χρονοδιακόπτη, όταν σκοτεινιάζει.
Παξιμάδια, τυρί και Happy Hippo, το βραδινό μου, μαζί με τα χάπια για τον πονοκέφαλο απ’ το αλκοόλ.
Και τα δάκρυα στα μάτια μου, έτοιμα να κυλήσουν στα μάγουλά μου.
Θα περάσει, πού θα πάει! Θα περάσει.
Θυμάμαι μια φορά, που είχαμε γυρίσει ξημερώματα απ’ τα μπουζούκια και πριν κοιμηθούμε, φτιάξαμε ομελέτα και τηγανητό ψωμί, γιατί πεινούσαμε.
Και μετά, αφήσαμε τα πιάτα στο τραπέζι και κάναμε έρωτα στον πάγκο της κουζίνας. Ξημερώματα, πριν πάμε να κοιμηθούμε αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι μας.
Στιγμές μοναδικές! Έτσι ήταν όλη η αγάπη μας, όσο κράτησε.
Η αγάπη, όχι η συμβίωση.
Αυτή τράβηξε πολύ κι άφησε πίσω της μια ύπουλη πληγή, που δε λέει να γιατρευτεί και δουλεύει από μέσα, σαν σαράκι.

~HEAR ME OUT, Tzoutzi Mantzourani, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015
http://www.libroslibertad.ca

 

ΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΝΕΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ τοῦ παρόντος τόμου ἀποτελοῦν νέα, ἐπαυξημένη καὶ ἀνασυγκροτημένη ἔκδοση τῆς ἑνότητας «Εἰκόνες ἀπὸ μιὰ νέα. Σὰν χάϊκου», τελευταίου μέρους τῆς συλλογῆς Γραφέως Κάτοπτρον (ἐκδ. ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 1989). Στὰ σαράντα τρία τρίστιχα ἐκείνης τῆς ἑνότητας προστέθηκαν ἄλλα δεκαέξι τῆς ἴδιας περιόδου, ἀπὸ ὅσα δὲν εἶχαν συμπεριληφθεῖ σ’ ἐκείνη τὴν ἔκδοση. Ὁλόκληρο τὸ ὑλικὸ ἀναδιατάχθηκε σὲ τέσσερις ἑνότητες μὲ σκοπὸ νὰ ἀναδειχτεῖ καλύτερα τὸ ἀφανὲς ἐρωτικὸ ἄνυσμα ποὺ τὸ διέτρεχε.
Ἔτσι στὴν παρούσα ἔκδοση, κάτω ἀπὸ τὸν συμβατικὸ ἐποχικὸ κύκλο Ἄνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο – Χειμώνας, ἐπιχειρεῖται νὰ ἀποτυπωθοῦν οἱ τέσσερις στιγμὲς τοῦ γήινου ἐρωτικοῦ πάθους: ἡ γέννηση, ἡ κορύφωση, ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Ἐπειδὴ τὰ τρίστιχα οἰκειοποιοῦνται τὸν τριμερῆ δεκαεπτασύλλαβο ποδισμὸ τῶν χάικου, τὰ ὀνόμασα «Σὰν-Χά¬ϊ-Κου» – μιᾶς καὶ οἱ στίχοι αὐτοὶ πιθανότατα νὰ μὴν ἀνταποκρίνονται στὸ πνεῦμα του, ἐὰν ὑπάρχει κάτι τέτοιο ἐφάπαξ ὁρισμένο.
Διαβάζοντας, ὡστόσο, λίγα χρόνια μετά, στὴν μετάφραση τοῦ Παναγιώτη Εὐαγγελίδη, τὸ βιβλίο Σιγανὴ βροχή (1918) τοῦ Ναγάι Καφού (1879-1959), γραμμένο ἐδῶ καὶ ἕναν αἰώνα, μιὰ στοχαστικὴ ὅσο καὶ συγκινητικὴ ἐλεγεία τῆς ἀπερχόμενης παραδοσιακῆς Ἰαπωνίας, μὲ σταμάτησε τὸ παρακάτω χωρίο, ποὺ σὰν βολικὸ ἄλλοθι τοῦ ἐγχειρήματος μου τὸ προέταξα ὡς ἐπιγραφὴ τοῦ τόμου: Ἂν ἡ σημερινὴ γκέισα παίζει ἀκόμη σαμισὲν εἶναι ἀπὸ παμπάλαιη συνήθεια τοῦ ἐπαγγελματός της. Καὶ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς ποιητὲς τῆς νέας σχολῆς χάικου, ποὺ ἀπὸ κεῖνο τὸ ποιητικὸ εἶδος δὲν ἔχουν κρατήσει παρὰ μόνο τὸ ὄνομα.
Ἕνα ὄνομα-δάνειο καὶ γιὰ κάποιο ἄλλο βλέμμα ποὺ τὸ νιώθω νὰ συγγενεύει περισσότερο μὲ τὸν οἰκειότερο σὲ μένα κόσμο τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ἐρωτικῆς ἀγγειογραφίας ἢ τῶν ἐρωτικῶν μικρογραφιῶν τῆς παλατινῆς ἀνθολογίας ἀποσταγμένο σ’ ἕνα φιαλίδιο δεκαεπτὰ ὅλων κι ὅλων συλλαβῶν.
http://www.tokoskino.wordpress.com

Hermes_Wallpaper_by_hameat

HERMES

First morning and he helped me find why

I was different
from the statue, tasty that
I was like the abalone.
Individuation
incarnation and
shiny pebbles
by the shore
naked Korae with
the sweetness of fresh grapes
during the summer eve
purple colored sighs and
the lone martyr I became as
I felt indisposed to uphold
blasphemies of the pious
thus I deleted their advise
and turned inward to my roots
the depth of this path to pass

to reach my catharsis
that the north wind
claimed my carcass
but not before
I defended the holy ground
my armor
the exquisite aroma of gardenia

gills of fishes full of bubbles
and small sponges
I pulled from
the bottom of the sea
another way
to cleanse the impurities
of my soul

ΕΡΜΗΣ

Πρώτο πρωί και με βοήθησε να καταλάβω

γιατί ξεχώριζα απ’ το άγαλμα
νόστιμος
που ήμουν σαν τη πεταλίδα.
Εξατομίκευση
ενσαρκωμένη
και στιλπνά βότσαλα
στην ακροθαλασσιά
γυμνές κόρες
με τη γλύκα του σταφυλιού
απόβραδο καλοκαιριού
μενεξελί στεναγμοί

ο μόνος μάρτυρας εγώ
απρόθυμος που ήμουν να κηρύττω
βλαστήμιες των θεοσεβών
κι έτσι διέγραψα τις συμβουλές τους
και στράφηκα στις ρίζες μου
του βάθους το μονοπάτι να διανύσω

για να φτάσω στη κάθαρση
που ο βοριάς
αξίωσε το πτώμα μου
μα όχι πριν
ν’ αμυνθώ το άγιο χώμα
μ’ όπλο
το υπέροχο άρωμα της γαρδένιας

σπάργανα ψαριών γιομάτα φυσαλίδες
και μικρά σφουγγάρια που έσυρα
απ’ το βυθό της θάλασσας
ήταν κι αυτό ένας τρόπος
να εξαγνίσω την ψυχή μου
απ’ όλες τις ατέλειες

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.

Ritsos_front large

ΕΛΕΝΗ

Ναί, ναί, — εγώ είμαι. Κάτσε λίγο. Κανένας πιά δέν έρχεται. Κον-

            τεύω

νά ξεχάσω τά λόγια. Κι ούτε χρειάζονται. Πλησιάζει θαρρώ τό κα-

            λοκαίρι

σαλεύουν αλλιώς οι κουρτίνες — κάτι θέλουν νά πούν, — ανοησίες.

           Η μιά τους

έχει βγεί κιόλας έξω απ’ τό παράθυρο, τραβιέται, νά σπάσει τούς

           κρίκους,

νά φύγει πάνω απ’ τά δέντρα, — ίσως κιόλας νά ζητάει νά τραβήξει

ολόκληρο τό σπίτι κάπου αλλού — μά τό σπίτι αντιστέκεται μ’ όλες

          τίς γωνιές του

καί μαζί του κ’ εγώ, παρ’ ότι νιώθω, εδώ καί μήνες, ελευθερωμένη

απ’ τούς νεκρούς μου κι απ’ τόν ίδιο τόν εαυτό μου, κι αυτή μου η

          αντίσταση,

ακατανόητη, αθέλητη, ξένη, είναι τό μόνο δικό μου — ο δεσμός μου

μέ τούτο τό κρεββάτι, μέ τούτη τήν κουρτίνα — είναι κι ο φόβος

          μου, σά νά κρατιέμαι

ολόσωμη απ’ αυτό τό δαχτυλίδι μέ τή μαύρη πέτρα πού φοράω στό

          δείχτη.

Αυτή τήν πέτρα περιεργάζομαι τώρα, σέ απέραντες ώρες, μέσα

         στή νύχτα —

μαύρη, χωρίς ανταύγειες — μεγαλώνει, μεγαλώνει, γεμίζει

μαύρα νερά, — τά νερά πλημμυρίζουν, ψηλώνουν, βουλιάζω,

όχι στόν κάτω βυθό, σ’ έναν επάνω βυθό, από εκεί πάνω

διακρίνω χαμηλά τήν κάμαρά μου, εμένα, τή ντουλάπα, τίς δούλες

νά διαπληκτίζονται άφωνες, βλέπω τή μιά ανεβασμένη

σ’ ένα σκαμνί νά καθαρίζει τό τζάμι απ΄τή φωτογραφία τής Λήδας

μέ ύφος τραχύ, εκδικητικό, βλέπω τό ξεσκονόπανο ν’ αφήνει

μιάν ουρά σκόνη από λεπτές φυσαλίδες πού ανεβαίνουν καί σπάζουν

μέ σιωπηλό μουρμουρητό γύρω στούς αστραγάλους μου ή στά γό-

         νατά μου.

HELEN

Yes, yes, – it’s me. Sit down for a while. No one comes around anymore.

          I almost

forget the words. Not that they are needed. I think summer is almost

          here

the curtains stir in a different way – as if to say something – stupidities

         One of them

has already gone out the window pulling as though to break

         the rings

to fly over the trees – perhaps to take the whole house

someplace else – but the house resists with all

         its corners

and me along, although I’ve felt these last few months liberated

from my dead people and from myself and this resistance

        of mine

incomprehensible, unintentional, not mine, the only thing I have –

        my bond

with this bed, with this curtain – and it’s my fear as if

        my whole body

is anchored by this ring with the black stone I wear on my

        pointer finger

 

Now I examine this stone closely in the endless hours

        of the night –

black, without any reflections – it grows, it grows, it fills up

with black waters – the waters overflow, rise; I sink

not to the bottom, but on an upper bottom and from there

I discern down below my room, myself, the closet, servant girls

argue speechless; I see one of them standing

on a stool and with a rough spiteful expression cleans the glass

of Leda’s picture; I see the dusting cloth leaving behind

a trail of dust made of delicate bubbles that rise and burst

with a silent murmur around my ankles or

       knees

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ελένη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Helen/Translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

Πείνα

Πέρασε η νύχτα μπουκωμένη αμίλητο νερό. Τά χαράματα

έλαμψε ο ήλιος μουσκεμένος στά κουλουριασμένα καραβόσκοινα.

Πρόσωπα-σκιές, κατάρτια-σκιές, ταξίδια—

τάδαμε, δέν τάδαμε—δέ χόρτασε η πείνα μας.

 

Κάποιος φώναξε πίσω απ’ τό βουνό, κάποιος άλλος

πίσω απ’ τά δέντρα κι ένας άλλος κι άλλος

σ’ όλο τό μάκρος τού δειλινού—πού νά τρέξουμε;

Πού νά προφτάσουμε; Μήπως είμαστε εμείς πού φωνάζαμε; Καί

        τά βουνά

γίνονταν πιό μεγάλα καί κοφτερά σάν τά δόντια τού πεινασμένου.

 

 

 

Hunger

The night passed its mouth stuffed by speechless water. At

daybreak the sun shone wet on the coiled cables.

Faces – shadows, masts – shadows, voyages –

perhaps saw them, perhaps not – our hunger was never satisfied.

 

Someone yelled behind the mountain, someone else

behind the trees and yet another one

all along the length of sundown – where should we run?

Would we have enough time? Perhaps it is us yelling? And

          the mountains

became bigger and sharper like the teeth of the hungry man.

 

 

 

 

Ένα Πρόσωπο

Είναι ένα πρόσωπο φωτεινό, σιωπηλό, καταμόναχο

σάν ολόκληρη μοναξιά, σάν ολόκληρη νίκη

πάνω στή μοναξιά. Αυτό τό πρόσωπο

σέ κοιτάζει ανάμεσα από δυό στήλες ασάλευτο νερό.


καί δέ γνωρίζεις ποιό απ’ τά δυό σέ πείθει περισσότερο.

 

A Face

 

It is a bright face, silent, all alone

like the entire loneliness, like complete victory

over loneliness. This face

looks at you between two columns of still water

 

and you don’t know which of the two convinces you the most.

 

 

Καλοκαίρι

 

Τά τέσσερα παράθυρα κρεμούν στίς κάμαρες

ομοικατάληκτα τετράστιχα από ουρανό καί θάλασσα.

Μιά παπαρούνα μόνη είναι ένα ρολογάκι

στό χέρι τού καλοκαιριού, νά δείχνει

δώδεκα η ώρα μεσημέρι. Κ’ έτσι νιώθεις

τά μαλλιά σου πιασμένα μές στά δάζχτυλα τού ήλιου

νά σέ κρατάνε ελέυθερο μέσα στό φώς καί στόν αέρα.

 

 

 

Summer

 

The four windows hang rhyming quatrains

made of sky and sea inside the rooms

A lonely daisy is a small wristwatch

on the arm of summer showing

twelve at noon. Thus you feel

your hair entangled in the hands of the sun

keeping you free in the light and in the air.

 

 

~Γιάννης Ρίτσος-“Παρενθέσεις”

~ΜετάφρασηΜανώληΑλυγιζάκη

~Yannis Ristos-“Parentheses”

~Translation by Manolis Aligizakis

 

 

 

Ritsos_front largeΚαλοκαίρι στην Πολιτεία

Τό φώς είναι απελπιστικό εδώ πέρα. Τούτος ο μήνας άσπλαχνος

δέν επιτρέπει νά μήν είμαστε δυό. Δέν επαρκείς.

Ο μονότονος κρότος, τά τράμ πού στρίβουν στή γωνία

οι μαρμαράδες πού κόβουν τήν πέτρα στό καταμεσήμερο.

 

Πάνω απ’ τή μάντρα φαίνονται στερεότυπες επιτύμβιες στήλες

μαρμάρινα άνθη, μαρμάρινες κορδέλες

ο μπούστος ενός τραπεζίτη

τό πρόσωπο ενός παιδιού σκιασμένο απ’ τή φτερούγα ενός

     αγγέλου.

 

Σ’ αυτά τά επαγγελματικά γλυπτά ο αττικός ήλιος βάζει τή

     σφραγίδα του,

η σκιά προσθέτει απίθανες προεκτάσεις—

γι’ αυτό διόλου παράξενο πού χτές τ’ απόγευμα

γυρίζοντας απ’ τό γραφείο στό σπίτι σου

κρατώντας τό δίχτυ μέ τό ψωμί καί τίς ντομάτες

διόλου παράξενο πού χτές καθώς έγερνε ο ήλιος

συνάντησες στό αλσύλιο τόν μαρμάρινον έφηβο

νά σεργιανάει αργά καί νά χαμογελάει.

 

Κάθησες στό παγκάκι τής λίμνης, ρίχνοντας τό ψωμί σου στά

     χρυσόψαρα, κι’ όλη τή νύχτα

παρ’ όλο πού είχες μείνει νηστικός δέν πεινούσες καθόλου.

 

Summer in the City

In this place the light is beyond hope. This heartless month

doesn’t allow us not to be two. You are not enough.

The monotonous clank, the streetcars turning the corner

the marble-masons cutting stones in high noon.

 

Above the fence-wall you could see the conventional funerary stele

marble flowers marble ribbons

the bust of a banker

the face of a child shadowed by the wing of an angel.

 

On these professional sculptures the Attic sun incises

     its seal,

the shadow adds unbelievable extensions –

so it wasn’t strange at all that yesterday afternoon

returning home from your office

holding the net with bread and tomatoes

not at all strange that yesterday as the sun went down

in the small park you met the marble ephebe

sauntering slowly and smiling.

 

You sat on a bench by the lake and threw bread to the goldfish

     and all night long

though you didn’t have any food you were not hungry at all.

 

 

 

Γυμνό

Εδώ, στήν ακαταστασία τής κάμαρας,

ανάμεσα στά σκονισμένα βιβλία

καί στά γεροντικά πορτραίτα,

ανάμεσα στό ναί καί στό όχι τόσων σκιών,

μιά στήλη ασάλευτο φώς,

εδώ, σ’ αυτή τή θέση

πούχες γδυθεί μιά νύχτα.

 

 

Nude

 

Here, in the untidiness of the room,

between the dusty books

and the old people’s portraits,

between the yes and the no of so many shadows,

one band of motionless light

here, in this position

where you undressed one night.

 

~Γιάννης Ρίτσος—ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

~Yannis Ristos—NOTES ON THE MARGINS OF TIME

~Translation Manolis Aligizakis

ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937

Τ’ ανθισμένο πέλαγο καί τά βουνά στή χάση τού φεγ-

γαριού

η μεγάλη πέτρα κοντά στίς αραποσυκιές καί τ’ ασφοδίλια

τό σταμνί πού δέν ήθελε νά στερέψει στό τέλος τής μέρας

καί τό κλειστό κρεβάτι κοντά στά κυπαρίσια καί τά μαλ-

λιά σου

χρυσά. Τ’ άστρα τού Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδε-

βαράν.

Κράτησα τη ζωή μου, κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας

ανάμεσα στά κίτρινα δέντρα κατά τό πλάγιασμα τής βροχής

σέ πιωπηλές πλαγιές φορτωμένες μέ τά φύλλα τής οξιάς,

καμιά φωνή στήν κορυφή τους. Βραδυάζει.

Κράτησα τη ζωή μου. Στ’ αριστερό σου χέρι μιά γραμμή

μιά χαρακιά στό γόνατό σου, τάχα νά υπάρχουν

στήν άμμο τού περασμένου καλοκαιριού, τάχα

νά μένουν εκεί πού φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω

γύρω στήν παγωμένη λίμνη τήν ξένη φωνή.

Τά πρόσωπα πού βλέπω δέ ρωτούν μήτε η γυναίκα

περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας τό παιδί της.

Ανεβαίνω τά βουνά, μελανιασμένες λαγκαδιές, ο χιονι-

σμένος

κάμπος, ώς πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δέ ρωτούν

μήτε ο καιρός κλειστός σέ βουβά ερμοκλήσια μήτε

τά χέρια πού απλώνουνται γιά νά γυρέψουν, κι οι

δρόμοι.

Κράτησα τή ζωή μου ψυθιριστά μέσα στήν απέραντη

σιωπή

δέν ξέρω πιά νά μιλήσω μήτε νά συλλογιστώ. Ψίθυροι

σαν την ανάσα τού κυπαρισιού τή νύχτα εκείνη

σάν τήν ανθρώπινη φωνή τής νυχτερινής θάλασσας στά

χαλίκια

σάν τήν ανάμνηση τής φωνής σου λέγοντας ‘ευτυχία’.

~Γιώργος Σεφέρης

 

 

 

 

 

 

 

EPIPHANY, 1937

The flowering pelagos and the mountains in the waning

moon

the great rock near the cactus pear trees and the asphodels

the water pitcher that wouldn’t go dry at the end of the day

and the vacant bed near the cypresses and your hair

golden, the stars of the Swan and that star, Aldebaran

I got hold of my life, I got hold of my life traveling

among yellow trees in the slanting rain

in silent slopes loaded with beech-tree leaves

no fire on their peaks; it’s getting dark.

I got hold of my life; a line on your left hand

on your knee a scar, perhaps they still exist

on the sand of last summer, perhaps

they’re still there where the north wind blew, as I hear

the unfamiliar voice around the frozen lake.

The faces I see don’t ask questions, nor does the woman

stooping as she walks breastfeeding her baby

I climb the mountains; bruised up ravines; the snow

covered

plain, up to the far end the snow-covered plain, they ask nothing

nor does the time enslaved in silent chapels, nor

do the hands outstretched to beg, nor the roads

I got hold of my life whispering in the boundless silence

I no longer know how to speak, nor how to think; whispers

like the cypress’ breath that night

like the human voice of the night sea on pebbles

like the memory of your voice saying ‘happiness’.

~George Seferis

Translation by Manolis Aligizakis