J. Micheal Yates-Poems//translated by Manolis Aligizakis

From the book “Nothing Speaks for the Blue Moraines”

ΘΑΝΑΤΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ

III

Έστω αν τους είχα προσέξει καθώς

όρθωναν τους τοίχους. Και τί θα ήταν

η αντίρρηση ενός ανθρώπου μπροστά

στα γιγάντια μηχανήματα και τα εκατομμύρια

χέρια που έχουν ένα μόνο σκοπό;

Κρυφοκοίταξε, προς τα μέσα, κάποιος θα έλεγε

προς τα έξω, την οικοδομή.

Ούτε κι όταν ανοιγόκλεισα τα βλεφάρα μου

έντονα κανείς δεν πρόσεξε το μάτι μου.


Θάνατος σαν:

         τον ήχος ενός εντόμου που ασφυκτιά

         στο κλειστό βάζο. Την τελευταία βελονιά φωτός

         όταν κλείνει η τηλεόραση,

         το τέλος ή την αρχή της συνεχούς βροχής,

         ένα σβήσιμο, στοιχεία γομολάστιχας και χαρτού

         σκορπισμένα στο σχήμα ενός άντρα που

         μετά φυσάς μακριά.

DEATH THE FIRST

III

And if I had noticed them

building the walls, what are

the whining objections of one in the face

of huge machinery and many million hands

directed toward a single end?

I peer in — one could say out —at the construction.

not even when I blink most violently

does anyone notice my eye.

Death like:

                the sound of an insect suffocating in a jar;

                the last pin-prick of light when the television is

                       over;

                 the end or beginning of a long rain,

                 an erasure, filaments part paper and part eraser

                 scattered in the shape of a man, then blown

                       away.

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ενσαρκωμένο άπειρο

Ενσαρκώθηκε το άπειρο
και πήρα τη θέση μου στον χρόνο
ιστορία μου η άβυσσος.

Κάθε αλήθεια αδυσώπητη πλάνη
ένα πρελούδιο η ζωή
από κάτι αδημιούργητο και απρόσιτο
είμαι αυτό που δεν είμαι
το άπιαστο βάθος μες στις λέξεις.

Ό,τι δεν ειπώθηκε δεν θα ειπωθεί ποτέ
σε κάθε ποίημα υπάρχει μια αποτυχία
κάτι που υπερβαίνει τον εαυτό του
ποντίστηκε και χάθηκε πριν καιρούς.

Όπως το άνθος
το πνεύμα στρέφεται στο φως
χάος από αγέννητες λέξεις
αδιαπέραστο από τη νοημοσύνη
ιχνηλάτης της σιωπής αιωρούμαι
στην αρχή και στο τέλος ανάμεσα
ακούγοντας το κενό.

Με βαραίνει η αιωνιότητα
στιγμή που βραδυπορεί στο εφήμερο
έξω απ’ το παράθυρό μου
άχρονη ανάμνηση.

Πορεύομαι με ό,τι δεν κατανοώ.

Από τη συλλογή Σκάκι με την αιωνιότητα (2021) του Βασίλη Φαϊτά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Φαϊτάς

View original post

Daily Dose of Bhagwad Gita

Posted: 24/06/2021 by vequinox in Literature

Be Inspired..!!

Quotes on Gita :‘If one reads Bhagavad-Gita very sincerely and with all seriousness, then by the grace of the Lord the reactions of his past misdeeds will not act upon him’Lord Shiva to Parvatidevi, Gita-Mahatmya.

No other philosophical or religious work reveals ,in such a lucid and profound way, the nature of consciousness, the self, the universe and the Supreme. I will shall read (Youtube Link Attached) and write Gita verses from the book “Bhagvan-Gita As It Is” by Swami Prabhupada everyday.

Bhagavad Gita – Chapter 2- Verse 16

Chapter 2 – Contents of the Gita Summarised

Text 16 – Those who are seers of the truth have concluded that of the nonexistent [the material body] there is no endurance and of the eternal [the soul] there is no change. This they have concluded by studying the nature of both.

Purport – There is no endurance of the…

View original post 368 more words

Derek Walcott- Poet of the Carribean

Posted: 24/06/2021 by vequinox in Literature

Είχα την τύχη να συναντήσω αυτό τον εξαίσιο ποιητή της Καραβαϊκής το 2010, επτά χρόνια πριν φύγει, σε εκδήλωση που οργάνωσε ο εκδότης μου Ekstasis Editions και να συνομιλήσω μαζί του για λίγη ώρα. Γεγονός που έχει μείνει ανεξίτηλο στην καρδιά μου. Του απενεμήθη το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1992.

It was my pleasure and joy to have met this great poet of the Caribbean (in 2010 7 years before his passing) at my Publisher’s event and the unparalleled experience to talk to him for while, which has left an inerasable mark upon my heart. In 1992, Walcott won the Nobel Prize in Literature. The Nobel committee described his work as “a poetic oeuvre of great luminosity, sustained by a historical vision, the outcome of a multicultural commitment.”

WHITE EGRETS//ΛΕΥΚΟΙ ΕΡΩΔΙΟΙ

VIII

With the leisure of a leaf falling in the forest,

pale yellow spinning against the green — my ending.

Soon it will be the dry season, the hills will rust,

the egrets dip their necks undulant, bending,

stabbing at worms and grubs after the rain;

sometimes erect like bowling pins, they stand

as strips of cotton-wool peel from the mountain;

then they move, gawkily, they move this hand

with their feet’s splayed fingers, their darting necks.

We share one instinct, that ravenous feeding

my pen’s beak, plucking up wriggling insects

like nouns and gulping them, the nib reading

as it writes, shaking off angrily what its beak rejects.

Selection is what the egrets teach

on the wide open lawn, heads nodding as they read

in purposeful silence, a language beyond speech.

VIII

Με την άνεση ενός φύλλου που πέφτει στο δάσος, ξέθωρο

κίτρινο που στροβιλίζεται πριν πέσει στο πράσινο —

το τέλος μου. Η εποχή της ξηρασίας πλησιάζει, οι λόφοι

θα πάρουν το χρώμα του χαλκού. οι ερωδιοί βυθίζουν

τους κυματιστούς αυχένες τους ραμφίζοντας

σκουλήκια, κι άλλα ερπόμενα μετά τη βροχή.

Μερικές φορές στέκουν σαν ανορθωμένα στρατιωτάκια

σαν λωρίδες μπαμπακιού ξεκολλημένες απ’ το βουνό,

μετά άχαρα μετακινούν τούτο το χέρι με τ’ ανοιχτά

δάχτυλα των ποδιών τους και τους εκτοξευόμενους

λαιμούς τους. Έχουμε το ίδιο ένστικτο, αυτό το

αδηφάγο ράμφος της πέννας μου που τσιμπά μικρά

σαν τα φωνήεντα έντομα και τα καταπίνει, άκρη της

πέννας διαβάζει καθώς γράφει, και ξεσκαρτάρει

ότι το ράμφος του απορρίπτει. Ερωδιοί διδάσκουν

το μάθημα της σωστής επιλογής πάνω στο πλατύ

γρασίδι, κεφάλια κατανεύουν καθώς διαβάζουν

με εστιασμένη σιωπή, σε πέραν του λόγου γλώσσα.

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ/PERSEPHONE

(Απόσπασμα V—Excerpt V)


Θε μου, πόσο κουτοί και πόσο ανίδεοι, — μήτε που ξέρουν τί όμορφοι που ’ναι
μες στο κρουστό, ιδρωμένο δέρμα τους, δοσμένοι στη δουλειά τους
ανάμεσα σε σφυριά, σε καρφιά, σε πριόνια, — ένα σωρό εργαλεία
με άγνωστα ονόματα, — τρομαχτικά στη χρησιμότητά τους,
τρομαχτικά στη μυστικότητά τους, ή τη συνωμοτικότητά τους μάλλον,
ξύλα και σίδερα πολύπλοκα, λάμες ακονισμένες, λάμψεις —

Κι όλοι τους έχουν μια βαριά μυρωδιά από ασάλευτο νερό και από πεύκο
ή γάλα συκιάς. Ποτέ δεν ξεκουμπώνουν μπροστά μας
ούτε ένα κουμπί της πουκαμίσας τους. Ποτέ δε γελάνε. Όμως, το ξέρεις
πως μεταξύ τους μένουνε γυμνοί, χωρατεύουν, παλεύουν
τα μεσημέρια του καλοκαιριού, στα κάτω δωμάτια.
Μια μέρα τους είδα
μέσ’ απ’ την κλειδαρότρυπα. Ο ένας κοιμόταν, κατάχαμα στο στρώμα·
οι άλλοι τον γύμνωσαν αθόρυβα, του βάψαν με καπνιά τη φύση
λουρίδες λουρίδες, σαν όρθιο φίδι. Εκείνος ξύπνησε· τους πήρες στο κυνήγι·
τρέχανε κάτω απ’ τις αψίδες, γύρω στις κολόνες, γελούσαν
ένα μεγάλο γέλιο ιστορικό.
Τρόμαξα. Το ’βαλα στα πόδια. Θε μου,
λουρίδες λουρίδες, μια φως, μια σκιά, σε μιαν απέραντη κάθετη σήραγγα,
κάτι κλειστό, προδοτικό. Πνιγόμουνα. Κι ήθελα να φωνάξω. Δε φώναξα.
Ανέβηκα δυο δυο τα σκαλοπάτια· — βούιζε το κλιμακοστάσιο δροσερό, ισκιωμένο,
κι έξω ακουγόταν το χρυσό λιοπύρι κι οι φωνές των βαρκάρηδων
μακρινά μακρινά, σκοτεινά, σαν τρίχωμα αντρικής μασκάλης. Πνιγόμουν.
Έτρεξα επάνω, στο μεγάλο δωμάτιο, άνοιξα την μπαλκονόπορτα·
μπήκε μια μυρωδιά από κατράμι και χαρούπι, μια μυρωδιά από κόκκινο·
το σκυλί της μητέρας κοιμόταν στον ίσκιο της μεγάλης μουσμουλιάς
με τη μουσούδα του πάνω στα δυο πόδια του. Σφάλισα πάλι την πόρτα.

God, how naïve and ignorant they are, they don’t even know

how crisp and beautiful they are in their sweaty skin, when

they give themselves to their work, among the hammers, nails,

saws, a pile of tools with foreign names, horrible in their usage,

their secrecy, rather conspiring: wood, steel, glowing,

sharpened blades.

And they all have a strong smell of stagnant water and cypress

or fig leaf milk. They never unbutton any of their shirt buttons.

They never laugh. However, you know that they walk about

among themselves naked, they joke, wrestle during the summer

noon hours at the lower floor rooms.

One day I saw them through the keyhole.

One of them was asleep, on a mattress laid on the floor;

The others undressed him noiselessly, they painted his phallous

with black chalk in stripes, like an erected snake. He woke up,

he chased them, they run under the archways, around the columns,

they laughed a great historic laughter.

I got scared. I run away. God,

stripe after stripe, a lighted one, a dark one, as if

in one endless vertical tunnel, something enclosed,

treasonous. I was choking and I wanted to yell; I didn’t.

I climbed up the steps of the stairway two at a time;

the fresh, shadowed, buzzing voices of fishermen were

heard outside in the golden conflagration of the sun,

distant, dark voices like hair of a man’s underarm. 

I gasped for air. I run upstairs to the big room,

I opened the patio door the smell of tar and carob

entered the room, a smell of red; mother’s dog was

sleeping under the shade of the big loquat tree with

its muzzle on its two paws. I re-locked the door.