THE MEDUSA GLANCE

Posted: July 25, 2017 by vequinox in Literature

The Medusa Glance cover

ΑΞΙΩΜΑ

Το θέμα δεν είναι
η απάντηση
αλλά η εξέλιξη
της ερώτησης

κι εμείς οι δυο,
γλυκιά μου απάντηση,
ολόρθα κυπαρίσια
απέναντι στου ήλιου
το κοκκίνισμα

AXIUM

The point
isn’t in the answer
but in the evolution
of the question

and the two of us,
my beloved answer,
erected cypresses
opposite
the blushing of the sun

THE MEDUSA GLANCE, poetry by Manolis Aligizakis, Ekstasis Edigions, Victoria, BC, 2017

Celebrating or crying?

Posted: July 25, 2017 by vequinox in Literature

Why do I refuse to be impressed by the news of Greece’s return to the markets? “It is because the Greek state and the Greek banks remain deeply insolvent. And, their return to the money markets is a harbinger of the next terrible phase of Greece’s crisis, rather than a cause for celebration”. The above was…

via Insolvent Greece goes to market 2.0 — Yanis Varoufakis

Roaming Travelers

Lucas
#tourism, #amazing, #scenery, #world, #beautiful

View original post

Füttern Verboten

Posted: July 23, 2017 by vequinox in Literature

ΜΑΛΑΓΚΕΝΙΑ..

Posted: July 23, 2017 by vequinox in Literature

για την φωτογραφία, την κριτική, τα μικρά και τα μεγάλα

P3271283

Επειδή σαν σήμερα δολοφονήθηκε ο Ισπανός ποιητής Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα,από τις φασιστικές ορδές του Φράνκο, το 1936 και επειδή ήταν ο αγαπημένος ποιητής της εφηβείας μου αφιερώνω μερικά ποιήματά του στην μνήμη του.

Μαλαγκένια

Ο θάνατος

μπαίνει και βγαίνει

από την ταβέρνα.

Περνάνε μαύρα άλογα ,

παράξενος κόσμος

απ’ τους βαθιούς δρόμους της κιθάρας.

ΚΙ είναι ένας πόνος από αλάτι

κι από θηλυκό αίμα

στους πυρετικούς νάρδους της μαρίνας.

Ο θάνατος

μπαίνει και βγαίνει

και βγαίνει και μπαίνει

ο θάνατος

από την ταβέρνα.

ΜΕΜΕΝΤΟ

Όταν πεθάνω,

θάψτε με με την κιθάρα μου

κάτω από την άμμο.

Όταν πεθάνω

ανάμεσα στις πορτοκαλιές

και στις μέντες.

Όταν πεθάνω

θάψτε με αν θέλετε

σ’έναν ανεμοδείχτη .

Όταν πεθάνω!

(Memento:κάθε ένα από τα δυο μέρη του μνημόσυνου των καθολικών)

DE PROFUNDIS

Οι εκατό ερωτευμένοι

κοιμούνται για πάντα

μες τη στενή γη.

Η Ανδαλουσία έχει

μακριούς κόκκινους δρόμους.

Η…

View original post 17 more words

Τα βασανιστήρια..

Posted: July 23, 2017 by vequinox in Literature

για την φωτογραφία, την κριτική, τα μικρά και τα μεγάλα

Τα παρακάτω είναι απόσπάσματα από το βιβλίο του Ζαν Αμερύ «πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση» ,σε σχέση με τα βασανιστήρια ,μια και προηγήθηκε το περιστατικό με τον βασανισμό του κρατουμένου Αλβανού ,στις φυλακές και τον βασανισμό του από τους υπαλλήλους.Φαίνεται πως στον 21ο αιώνα δεν έχει αλλάξει τίποτα..

«Αλλά στον κόσμο των βασανιστηρίων ,ο άνθρωπος υπάρχει μόνο για να καταστρέφεται από τον άλλον που στέκεται  μπροστά του.Μια ελαφριά πίεση απ’ το χέρι που μεταχειρίζεται το εργαλείο του βασανισμού είναι αρκετή για να στρίψει τον άλλον -μαζί με το κεφάλι του όπου ίσως είναι αποθηκευμένοι οι Καντ και Χέγκελ ,καθώς και οι Εννιά Συμφωνίες κι ο Κόσμος ως Βούληση και ως Αναπαράσταση -και να βγάλει μια διαπεραστική στριγκλιά όπως αυτή ενός μικρού γουρουνιού υπό σφαγή.Όταν συμβεί κάτι τέτοιο κι ο βασανιστής επεκταθεί στο σώμα του συνανθρώπου του και εξαλείψει ό,τι συνήθιζε ν’ αποτελεί μέχρι πρότινος το πνεύμα του…

View original post 540 more words

On 20th July 2017, the University of Sussex conferred upon me the degree of Doctor of the University Honoris Causa. Professor Andrea Cornwall, who kindly presented me to the Chancellor and the Congregation, explained the rationale of the award: “[F]or his contribution to our understanding of the global economy, for his advocacy of an authentic internationalism,…

via Help separate truth from motivated error: My acceptance speech at Sussex University on the occasion of an honourary doctorate conferment — Yanis Varoufakis

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Σταύρος Ξαρχάκος, Ένα μεσημέρι / finale πρώτου μέρους (ορχηστρικό)

Μπουζούκι:Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Δίσκος:Ένα μεσημέρι (1966)

View original post

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (απόσπασμα)

IV

Τράβηξαν ολόισια στην αυγὴ με την ακαταδεξιὰ του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ᾿ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Απὸ δω πέρασε ο στρατὸς με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ᾿ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ᾿ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωὴ στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μία οργιὰ ουρανὸ – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στήν πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδούνιζαν τα γυαλικὰ στα ράφια.

Ά, τί τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια –
ανάμεσα στα γόνατα τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα να `σπαγαν μία ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιὸς θα σου φέρει τώρα το ζεστὸ καρβέλι μες στη νύχτα να ταίσεις τα όνειρα;
Ποιὸς θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματα τους;

Το χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πὼς μύριζε το χώμα –
και τώρα πὼς κλειδώσανε την πόρτα τους τ᾿ αμπέλια μας
πῶς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιὸς να το πει πως βρίσκονται οι μισοὶ κάτου απ᾿ το χώμα
κ᾿ οι άλλοι μισοὶ στα σίδερα;

Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανὸς
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου να `ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτὸ το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Κάτου απ᾿ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινὶ – περμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Τούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανεὶς να μας το πάρει.

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

IV

 

They went straight to dawn with the haughty air of the hungry

a star had curdled in their motionless eyes

on their shoulders they carried the injured summer

 

This way the army went with banners glued onto their flesh

with stubbornness bitten by their teeth like an unripe wild pear

with the moon-sand under their heavy boots and with the coal dust of night

glued in their nostrils and their ears.

 

Tree by tree stone by stone they passed the world

with thorns as pillows they spent their sleep

τhey carried life like a river in their parched hands.

 

With every step they won a yard of sky – to give it away

On watch they turned to stone like the conflagrated trees

and when they danced in the plaza ceilings shook inside the houses

and the glassware clinked on the shelves

 

Ah what songs shook the mountain peaks – as they held between their legs

the earthen dish of the moon and had their dinner

and broke the sigh amid their heart pleats like they would break a louse

with their thick nails.

 

Who will now bring you the warm loaf of bread

that you may feed the night with dreams?

Who will stand in the olive tree’s shade to keep the cicadas company

that they won’t go silent now that the whitewash of noon hour paints

all around the horizon a stone wall erasing their great manly names?

 

This soil that was so fragrant at dawn the soil that was theirs and ours –

their blood – how fragrant the soil was –

and now how our vineyards have locked their doors

how the light has thinned on roofs and trees –

who would have said that half of them are under the earth and the other half in jail?

 

With so many leaves the sun greets you good morning and the sky shines

with so many banners and these are in jail and those lie under the earth.

 

Silence that any time now the bells will chime;

This soil is theirs and ours.

 

 

Under the earth in their crossed hands they hold the bell rope – waiting for the hour

they don’t sleep they don’t die, they wait to ring the resurrection.

This soil is theirs and ours – no one can take it from us

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

Guest Blog: The State of Victorian Studies

Posted: July 22, 2017 by vequinox in Literature

Interesting Literature

By Professor Regenia Gagnier, University of Exeter

Note: This paper was presented at the State of the Field Plenary panel that opened the joint AVSA/BAVS/NAVSA (Australasian Victorian Studies Association; British Association for Victorian Studies; North American Victorian Studies Association) international conference ‘The Global and the Local’ at the Ca’Foscari University of Venice and Venice International University June 3-6 2013. The reference to the special issue of Critical Quarterly edited and introduced by Gagnier is Gagnier, R., Ed. The State, or Statelessness, of Victorian Studies. Critical Quarterly, 55 (April 2013) ‘Introduction: Victorian studies, world literatures, and globalisation,’ pp. 1-8. Gagnier was President of BAVS 2009-2012.

In the special issue of Critical Quarterly on ‘The State, or Statelessness, of Victorian Studies’ that Dino Felluga (Chair of NAVSA) has circulated to the Professionalization Workshop, we included essays on Digital Humanities and Higher Education; Neo-Victorian literature, politics, and architecture; post-Darwinian biology and genomics…

View original post 2,004 more words