ΕΛΛΑΣ

Πενηντόδραχμο, με την Αρεθούσα της περιόδου 1964-1970

Αναρτώντας πρόσφατα τα χαρτονομίσματα (δραχμών) με μορφές από την αρχαία Ελληνική μυθολογία, διαπίστωσα πώς σε ένα από τα χαρτονόμισμα απεικονιζόταν μία μορφή την οποία δεν γνώριζα. Η μορφή αυτή, είναι της Αρεθούσας. Ποιά είναι λοιπόν η Αρεθούσα;

View original post 579 more words

Advertisements

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΤΩΡΑ ΑΚΡΙΒΩΣ

 

Τώρα που τίποτα δεν έχεις να πεις, που τίποτα δεν έχεις

να δείξεις, να υποδείξεις, να υπερασπιστείς, τώρα

που χάθηκαν τα πάντα (κι όχι μόνο για σένα), τώρα ακριβώς

μπορείς να μιλήσεις, κυκλοφορώντας ανάμεσα

στα σύνεργα των βασανιστηρίων, γυρίζοντας

με το μικρό σου δάχτυλο τις ανόητες ρόδες

των χαλασμένων ρολογιών ή τον μεγάλο εκείνο

μετέωρο, αναντίστατο τροχό, κάπως νωπόν ακόμη

καθώς τον ανεβάσαν απ’ το βυθισμένο πλοίο—

 

τώρα ακριβώς, τραβώντας τα σκοινιά απ’ το ταβάνι,

ακούγοντας το θόρυβο απ’ τις τροχαλίες επάνω σου

σε αόριστα σημεία, όπως τ’ αστέρια εκείνη τν νύχτα

όταν γυρίσαμε απ’την εξοχή, και στο μαρμάρινο προαύλιο

είχαν τοποθετήσει σε αυστηρή διάταξη

δυο σειρές μαύρες, ξύλινες, ψηλές καρέκλες

και στο κέντρο τ’ ολόχρυσο κλεισμένο φέρετρο του βασιλέα

χωρίς σημαίες, χωρίς το στέμμα και το ξίφος.

 

 

EXACTLY NOW

 

Now that you have nothing to say, nothing

to show, to emphasize, to defend; now

that everything is lost (and not just for you), exactly now

you may speak, roaming among the

tools of torture, turning around with your

small finger the meaningless wheels of

broken clocks or that huge hovering

non-resistant wheel, still a bit wet

as they raised it from the sunken ship –

 

exactly now, pulling ropes from the ceiling,

listening to the sound of pulleys above you

in vague places, like the stars during that night

when we came back from the countryside and in

the marble courtyard they had set in exact order

two rows of black, wooden highchairs

and in the middle the king’s golden casket, closed,

with no flags, no crown, no sword.

 

~Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Yannis Ritsos-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

 

www.libroslibertad.com

www.ekstasiseditions.com

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φανή Αθανασιάδου, Χρόνος

Posted: 05/05/2019 by vequinox in Literature

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Eleni Karaindrou, Dust of time (2009)

Χρόνος

Ο χρόνος πλανιόταν
πάνω απ’ τα ερείπια του αρχαίου ναού
μέχρι τα βράχια της ακρογιαλιάς.
Ο λαμπρός ήλιος έδιωχνε τις σκιές
που πλανιόταν τριγύρω
μα το φως όσο άπλετο κι αν ήταν
δεν έσβηνε τα έντονα σημάδια
που χάραξε βαθιά
το μακρινό πέρασμα.
Μόνο κάθε βράδυ
όταν ο ήλιος βασιλεύει,
μες στη σιωπή της φύσης οι σκιές ξαναπροβάλλουν
και μακρινές απόκοσμες φωνές
ζωντανεύουν κάποιον περασμένο κόσμο.

Από τη συλλογή Επιλογές (1986) της Φανής Αθανασιάδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Φανή Αθανασιάδου

View original post

ΕΛΛΑΣ

Ο Κεραμεικός της Αθήνας. Τοιχογραφία του Α. Κοντόπουλου, 1960, στην αίθουσα του βωμού του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (Φωτογράφία: Ε. Γαλανόπουλος © Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο/ TAΠΑ).

Με έναν δεύτερο κύκλο θεματικών παρουσιάσεων που αποκαλύπτουν στους επισκέπτες τις αθέατες πλευρές του, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο συνεχίζει τη δράση «Ανοιχτό Μουσείο» από τον Ιανουάριο έως τον Νοέμβριο του 2019.

View original post 314 more words

cover

ΤΟ ΑΚΑΘΟΡΙΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

 

Τώρα τα χρόνια πέρασαν κι εγώ που αγάπησα όλες τις χαρές του

κόσμου

ήρθε η ώρα να τις απαρνηθώ — οι μέρες φεύγουν γρήγορα

και τις νύχτες εμφανίζεται αυτό το ακαθόριστο πρόσωπο στη σκάλα

“τί θέλεις;” ρωτούσα φοβισμένος “το μερίδιό μου” απαντούσε, Θεέ

και Κύριε, πού να βρω έναν ολόκληρο θησαυρό να του δώσω

γιατί ποιος δεν ξόδεψε έναν θησαυρό στη νεότητά του —

ήμουν τόσο λυπημένος που τα βήματά μου μ’ οδηγούσαν στο παλιό

πατρικό σπίτι ή ερωτευόμουν ένα σταματημένο ρολόι

θυμάσαι τα ειδύλλια με τις ξαδέρφες; τόσα καλοκαίρια και δεν κα-

τορθώσαμε να εξερευνήσουμε τον κήπο

τόσα φθινόπωρα και δε γνωρίσαμε ακόμα την ψυχή μας

κι ώ συντριβή του ονείρου μας: μας έκλεισες όλους τους δρόμους για

να μας ανοίξεις ένα μονοπάτι στο άγνωστο.

 

Μια μέρα θα βρέχει και θα πεθάνω από νοσταλγία.

 

 

UNSPECIFIED PERSON

 

Now the years have passed and I who have loved all the joys

of the world

it’s time I deny them — days run by us fast

and at night that unspecified person appears by the stairs

“what do you want?” I’d ask in fear “my share” he’d answer

God my Lord where can I find such a treasure to give him

because who hasn’t spent a whole treasure in his youth? —

I was so sad that my steps guided me to the old family

home or I would fall in love with a stopped clock

do you remember our flirting with our cousins? So many summers

and we never managed to discover the garden

so many autumns and we still haven’t discovered our souls

and oh, shattering of our dream: you shut all our paths just

to open a path to the unknown.

 

One day it’ll rain and I’ll die of nostalgia.

 

 

TASOS LIVADITIS—SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

 

www.libroslibertad.com