YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III

AJAX


Τότε θυμήθηκα τη Σαλαμίνα — κάτι ωχρά πρωινά με ομίχλη και ψιχάλα
που έσβηναν όλα μες στο χρόνο — βάρκες, άγκυρες, κρασοπουλειά, ψαροπωλεία
κι έφεγγε μόνο ο δρόμος ασημένιος, ολομόναχος, προχωρώντας αόριστα κάπου,
στρίβοντας κάθε τόσο, ξαναστρίβοντας για ν’ αποφύγει αόρατα εμπόδια
ή για την ίδια του ευχαρίστηση, μ’ εκείνο το άσπρο ασημένιο.

Στο σπίτι, βρήκα τη μητέρα καθισμένη στην τραπεζαρία,
σκυφτή, στοχαστική, περνώντας σε λεπτή κλωστή μαργαριτάρια
λευκά, γαλαζωπά, ασημένια. «Τί θα τα κάνεις, μητέρα;» της είπα.
Κι εκείνη: «Θα τα ρίξω στο πηγάδι». Χαμογέλασε. «Μα τότε
γιατί τ’ αρμαθιάζεις;». Την κοιτούσα. Δε σήκωσε τα μάτια. «Κείνη που θα τα φορέσει
έτσι τα θέλει», αποκρίθηκε. Και μονομιάς κατάλαβα
πως μέσα σε κάθε πηγάδι, και μέσα μας, είναι μια όμορφη γυναίκα πνιγμένη,
μια πνιγμένη γυναίκα που δε λέει να πεθάνει, κι ούτε ξέρω τί σημαίνει,
καρτερική, καρτερική, κάτω απ’ το θόρυβο που κάνουν τ’ άλογα, τ’ αμάξια, τ’ άρματά μας.

Άνοιξε τα παράθυρα, άνοιξε την πόρτα, ξεμαντάλωσε τη μάντρα.
Δεν είναι τίποτα. Θα βγω για λίγο να πλυθώ στο ποτάμι. Πες στον Τεύκρο —
Αλήθεια, πού ’ναι ο Τεύκρος; Τεύκρο, Τεύκρο. Πάρτε τα κι αυτά τα ζώα.

Πάω να πλυθώ, να πλύνω το σπαθί μου· — ίσως και βρω έναν άντρα να τα πούμε.
Τί όμορφη μέρα, —ω φέγγος του ήλιου, ποτάμι χρυσό— Γεια σου, γυναίκα.


Then I remembered of Salamis, some pale mornings,

foggy and drizzly that faded in time, boats, anchors,

wineries,  fish markets where only the silvery road

gleamed, all alone, leading to some vague place, ever

so often turning, just to avoid invisible obstacles or its

own pleasure with that silvery white. 

I found mother at home; she was sitting in the dining

room, stooping, thoughtfully passing white, light-blue,

silvery pearls through a light thread. What will you

do with them, mother? I asked. I’ll throw them in

the well, she smiled, but then why you pass them

through the thread? I looked at her. She didn’t raise

her eyes, the one who will put them on wants them

this way, she answered. And at once I understood that

there’s a beautiful woman drowned in each water well,

a drowned woman who doesn’t seem ready to die, and I

don’t know what it means, a resigned woman, under

the noise of the horses, and chariots, and our armory.

Open the windows, open the door, unseal the gate.

It’s nothing. I’ll go to the river to wash. Tell Teucer —

where is Teucer? Teucer, Teucer. Take these animals

too.

I’m going to wash, to clean my sword, perhaps

I’ll find a man to talk to. What a beautiful day,

oh, bright sunlight, golden river. Goodbye woman.

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ο γυάλινος θεός

Μου πρόσφεραν ένα θεό
Καμωμένο από γυαλί
Και μου είπαν προσκύνα
Προσπάθησα
Να συζητήσω να μάθω
Και μου είπαν προσκύνα
Αρνήθηκα γέλασα
Έκλαψα πικράθηκα
Και μου είπαν προσκύνα
Τότε άρπαξα το ομοίωμα
Το πέταξα στη γη
Και το ’κανα κομμάτια

Μέσα σε κάθε κομμάτι
Ένας μικρός θεός
Μέσα σε κάθε θεό
Ένα χαμόγελο
Μέσα σε κάθε χαμόγελο
Η εικόνα του εαυτού μου
Έπεσα και προσκύνησα
Τους μικρούς θεούς μου
Κι εγώ παρέμεινα
Ο ένας
Ο μοναδικός.

Από τη συλλογή Σκοτεινός θάλαμος (1975) του Αργύρη Μαρνέρου

Πηγή: Χειροκροτήστε [ποιητική τριλογία 1972-1980] (1980)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αργύρης Μαρνέρος

View original post

ΕΛΛΑΣ

Η αίθουσα του Παρθενώνα στο Μουσείο Ακρόπολης

Γράφει η Μαρία Θερμού

  • Η κλοπή
  • Οι καταστροφές
  • Η πολυχρωμία και ο «καθαρισμός»
  • Τα αντίγραφα

Έχουν υποστεί μεγάλες αλλαγές στη διάρκεια της ιστορίας τους, σοβαρή καταστροφή από τον λόρδο Έλγιν αλλά και μία νεότερη από την βαρβαρότητα «καθαρισμού» τους από το Βρετανικό Μουσείο. Για τα Γλυπτά του Παρθενώνα ο λόγος αλλά και για τον ίδιο τον ναό, η επιρροή του οποίου, όπως και γενικότερα της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής υπήρξε μεγάλη στα δημόσια κτίρια σπουδαίων πόλεων σε όλο τον κόσμο.


View original post 961 more words

ΕΛΛΑΣ

Υπογράφηκε το Μνημόνιο Συνεργασίας για την ψηφιοποίηση και προβολή του αρχείου ανασκαφών της Αρχαίας Μεσσήνης του καθηγητή Πέτρου Θέμελη-Σε 3 χρόνια θα έχει ολοκληρωθεί το έργο.


View original post 400 more words

POEM BY TASOS LIVADITIS

ΤΟ ΑΚΑΘΟΡΙΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

Τώρα τα χρόνια πέρασαν κι εγώ που αγάπησα όλες τις χαρές του

      κόσμου

ήρθε η ώρα να τις απαρνηθώ — οι μέρες φεύγουν γρήγορα

και τις νύχτες εμφανίζεται αυτό το ακαθόριστο πρόσωπο στη σκάλα

“τί θέλεις;” ρωτούσα φοβισμένος “το μερίδιό μου” απαντούσε, Θεέ

      και Κύριε, πού να βρω έναν ολόκληρο θησαυρό να του δώσω

γιατί ποιος δεν ξόδεψε έναν θησαυρό στη νεότητά του —

ήμουν τόσο λυπημένος που τα βήματά μου μ’ οδηγούσαν στο παλιό

      πατρικό σπίτι ή ερωτευόμουν ένα σταματημένο ρολόι

θυμάσαι τα ειδύλλια με τις ξαδέρφες; τόσα καλοκαίρια και δεν κα-

      τορθώσαμε να εξερευνήσουμε τον κήπο

τόσα φθινόπωρα και δε γνωρίσαμε ακόμα την ψυχή μας

κι ώ συντριβή του ονείρου μας: μας έκλεισες όλους τους δρόμους για

      να μας ανοίξεις ένα μονοπάτι στο άγνωστο.

Μια μέρα θα βρέχει και θα πεθάνω από νοσταλγία.

UNSPECIFIED PERSON

Now the years have passed and I who have loved all the joys

       of the world,

I have to deny them now; days run by us fast

and at night that unspecified person appears by the stairway:

“what do you want?” I ask in fear “my share” he answers

     God my Lord where can I find such a treasure to give him

because who hasn’t spent a whole treasure in his youth?

I was so sad that my steps guided me to the old family

      home or I could fall in love with a stopped clock;

do you remember our flirting with our cousins? So many

      summers and we didn’t manage to discover the garden;

so many autumns and we still haven’t discovered our souls

and oh, shattering of our dream: you shut all our paths just

      to open a path to the unknown.

One day it’ll rain and I’ll die of nostalgia.