Archive for May, 2013

Ritsos_front largeΚαλοκαίρι στην Πολιτεία

Τό φώς είναι απελπιστικό εδώ πέρα. Τούτος ο μήνας άσπλαχνος

δέν επιτρέπει νά μήν είμαστε δυό. Δέν επαρκείς.

Ο μονότονος κρότος, τά τράμ πού στρίβουν στή γωνία

οι μαρμαράδες πού κόβουν τήν πέτρα στό καταμεσήμερο.

 

Πάνω απ’ τή μάντρα φαίνονται στερεότυπες επιτύμβιες στήλες

μαρμάρινα άνθη, μαρμάρινες κορδέλες

ο μπούστος ενός τραπεζίτη

τό πρόσωπο ενός παιδιού σκιασμένο απ’ τή φτερούγα ενός

     αγγέλου.

 

Σ’ αυτά τά επαγγελματικά γλυπτά ο αττικός ήλιος βάζει τή

     σφραγίδα του,

η σκιά προσθέτει απίθανες προεκτάσεις—

γι’ αυτό διόλου παράξενο πού χτές τ’ απόγευμα

γυρίζοντας απ’ τό γραφείο στό σπίτι σου

κρατώντας τό δίχτυ μέ τό ψωμί καί τίς ντομάτες

διόλου παράξενο πού χτές καθώς έγερνε ο ήλιος

συνάντησες στό αλσύλιο τόν μαρμάρινον έφηβο

νά σεργιανάει αργά καί νά χαμογελάει.

 

Κάθησες στό παγκάκι τής λίμνης, ρίχνοντας τό ψωμί σου στά

     χρυσόψαρα, κι’ όλη τή νύχτα

παρ’ όλο πού είχες μείνει νηστικός δέν πεινούσες καθόλου.

 

Summer in the City

In this place the light is beyond hope. This heartless month

doesn’t allow us not to be two. You are not enough.

The monotonous clank, the streetcars turning the corner

the marble-masons cutting stones in high noon.

 

Above the fence-wall you could see the conventional funerary stele

marble flowers marble ribbons

the bust of a banker

the face of a child shadowed by the wing of an angel.

 

On these professional sculptures the Attic sun incises

     its seal,

the shadow adds unbelievable extensions –

so it wasn’t strange at all that yesterday afternoon

returning home from your office

holding the net with bread and tomatoes

not at all strange that yesterday as the sun went down

in the small park you met the marble ephebe

sauntering slowly and smiling.

 

You sat on a bench by the lake and threw bread to the goldfish

     and all night long

though you didn’t have any food you were not hungry at all.

 

 

 

Γυμνό

Εδώ, στήν ακαταστασία τής κάμαρας,

ανάμεσα στά σκονισμένα βιβλία

καί στά γεροντικά πορτραίτα,

ανάμεσα στό ναί καί στό όχι τόσων σκιών,

μιά στήλη ασάλευτο φώς,

εδώ, σ’ αυτή τή θέση

πούχες γδυθεί μιά νύχτα.

 

 

Nude

 

Here, in the untidiness of the room,

between the dusty books

and the old people’s portraits,

between the yes and the no of so many shadows,

one band of motionless light

here, in this position

where you undressed one night.

 

~Γιάννης Ρίτσος—ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

~Yannis Ristos—NOTES ON THE MARGINS OF TIME

~Translation Manolis Aligizakis

Advertisements

Αποκάλυψη

   Image

Κείνες τις μέρες νοιώθαμε πως είμαστε στον δεύτερο

μήνα εγκυμοσύνης κι ο πόνος ήταν σταθερή διάσταση

σαν υποτείνουσα μεταξύ σκέψης και συναισθήματος

σαν ένα χαμόγελο με πείσμα κι είμασταν πια

μεγάλοι για να μάθουμε παιγνίδια καινούργια γι αυτό

εμείναμε πιστοί στου ανέμου το πανάρχαιο μαστίγωμα

πάντα μακριά απ’ τα όνειρά μας, αλήθεια, μια ασήμαντη

εξέλιξη.

     Κι είμασταν κάτοχοι αρχαίων θησαυρών, χρόνια μελέτης

στη σκιά της νύχτας, σαν προβλεπόμενη μιζέρια, επιθυμητή

κληρονομιά που τελικά μάθαμε το νόημα της λέξης

‘αποκάλυψη’ κι ο φημισμένος Άγιος Ιωάννης ήταν απών

κι ήταν όλα καλά.

 

Apocalypse

 

     Those days we felt as though we were in the second

month of pregnancy and pain was a constant variant

like the hypotenuce between a thought and an emotion

a smile one displays spitefully and since we were too old

to learn new games we stuck to the old whipping of the wind

kept away from our dreams, truly an unimportant development.

     And we were owners of ancient treasures, years of studies

in the shadow of the night, almost intended misery, inherited

catastrophe, when finally we learned the meaning of the word

‘apocalypse’ the famous St. John in absentia and it was all

in good order.

 

Ubermensch/Υπεράνθρωπος

www.ekstasiseditions.com

 

“In his latest book of poems, Manolis celebrates the “imperfect perfection of the imperfect chaos,” energetic and lucid philosophic meditations on the mysteries of being human.”Übermensch” is derived from one of Nietzsche’s most challenging and frequently misunderstood concepts, the Superman or Overman. Nietzsche believed that we are capable of being better than we are, possessing more understanding, more compassion, greater wisdom and more awareness which allows humanism to fill the void left by the absence of God. As Virgil led Dante on his midlife journey, the Übermensch is our guide through modernity. Manolis has extended his range, celebrating the magnetic possibilities of the self in a narrative that takes us on an intellectual and spiritual journey. The poems possess a vitality of sensuous music in a sea of thought, kinetic and direct, imbued by rational compassion and mystic clarity, in poems that transcend the quotidian to enrapture us by the enigma of an unchained life. The voice in the poems awakens us to the next stage of consciousness and moves through impenetrable breath like a river that flows through the spiritual body, mouth to mouth, reviving language from the still bones of silence. Übermensch is a reverie in the best traditions of poetry, a poetic sacrament from which the taste of language rises like honey oozing in the ear. With Nietzche’s Zarathustra as an inspiration, every word a music more music than music and after the silence breaks, the voice goes on forever. In Übermensch, with the Greek en face, the taste and texture of the language transforms the empyreal whose accents linger long in the vocabulary of the imagination.”

~Richard Olafson

Χρέος

 

    Όλα ήταν χαμένα. Είχε έρθει η ώρα του Χάρου

κι αφού είχε πεθάνει ο Θεός μας φυτέψαμε ένα γιακίνθι

στο γλαστράκι σαν να `τανε κι αυτό μια λύτρωση.

 

     Εκείνος στεκόταν κοντά στο τζάκι κι αφού ανακάτεψε

τα κούτσουρα, είπε: ‘τίποτα δεν μπορείτε να προσφέρετε

στη μαραμένη ανεμώνη, σπρώξτε τουλάχιστον τ’ άδειο

καρότσι στην ανηφοριά ίσως μια μέρα βρει μ’ εσάς ή

και χωρίς το δρόμο προς το έρημο σπίτι’ κι έσκυψα

ν’ ανασηκώσω τον ξεπεσμένο εγωϊσμό μου, όλα είχαν

ξεκινήσει από τον παθιασμένο μας ναρκισσισμό όταν

στα φέρετρα σειρά παρατήρησα όλους τους νεκρούς

με αγωνία που περίμεναν την ώρα της ανάστασης.

Duty

 

     It was all lost. It was the time of Hades and

since our God was dead we planted a hyacinth in

the pot and that, perhaps, was another act of redemption.

 

     He stood by the fireplace and after He shifted the logs

He said: ‘nothing you can do for the wilted anemone

at least try to push your empty cart uphill perhaps one day

it may find its way back to the desolate house with you

or without’ and I bent down to pick my defeated ego,

it had all started because of our devout narcissism,

when laid in caskets I noticed all our dead who waited

for their resurrection.

Image 

 www.ekstasiseditions.com

 ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

         Τόν Πάτροκλο σάν είδαν σκοτωμένο,

    πού ήταν τόσο ανδρείος, καί δυνατός, καί νέος

    άρχισαν τ’ άλογα νά κλαίνε τού Αχιλλέως

         η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε

γιά τού θανάτου αυτό τό έργον πού θωρούσε.

Τινάζαν τά κεφάλια των καί τές μακρυές χαίτες κουνούσαν

    τήν γή χτυπούσαν μέ τά πόδια, καί θρηνούσαν

τόν Πάτροκλο πού ενοιώθανε άψυχο—αφανισμένο—

μιά σάρκα τώρα ποταπή—τό πνεύμα του χαμένο—

         ανυπεράσπιστο—χωρίς πνοή—

εις τό μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ τήν ζωή.

         Τά δάκρυα είδε ο Ζεύς τών αθανάτων

    αλόγων καί λυπήθη. «Στού Πηλέως τόν γάμο»

    είπε «δέν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα νά κάμω

         καλύτερα νά μήν σάς δίναμε άλογά μου

    δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου

στήν άθλια ανθρωπότητα πούναι τό παίγνιον τής μοίρας.

         Σείς πού ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ γήρας

    πρόσκαιρες συμφορές σάς τυραννούν. Στά βάσανά των

    σάς έμπλεξαν οι ανθρώποι.»—Ώμως τά δάκρυά των

         γιά τού θανάτου τήν παντοτεινή

    τήν συμφορά εχύνανε τά δυό τά ζώα τά ευγενή.

 

THE HORSES OF ACHILLES

              When they saw Patroklos dead,

       who was so brave, and strong, and young,

       the horses of Achilles began to cry;

              their immortal nature was outraged

       at the sight of this work of death.

They reared up, and tossed their long manes,

       they stamped the ground with their hooves, and mourned

Patroklos, whom they felt was soulless—devastated—

lifeless flesh now—his spirit gone—

              defenseless—without breath—

returned from life to the great Nothing.

              Zeus saw the tears of the immortal

       horses and felt sad. He said, “At the wedding of Peleus

I shouldn’t have acted so mindlessly;

              it would have been better if we had not given you away,

       my unhappy horses! What need did you have to be

down there among miserable humans, playthings of fate.

              You whom death cannot ambush, who will never grow old,

you are still tormented by disaster. People

have entangled you in their suffering.”—But

       for the endless calamity of death,

those two noble animals shed their tears.

 

Η ΠΟΛΙΣ

 

Είπες  «Θά πάγω σ’ άλλη γή, θά πάγω σ’ άλλη θάλασσα.

Μιά πόλις άλλη θά βρεθεί καλλίτερη από αυτή.

Κάθε προσπάθεια μου μιά καταδίκη είναι γραφτή

κ’ είν’ η καρδιά μου—σάν νεκρός—θαμένη.

Ο νούς μου ώς πότε μές στόν μαρασμό αυτόν θά μένει.

Όπου τό μάτι μου γυρίσω, όπου κι άν δώ

ερείπια μαύρα τής ζωής μου βλέπω εδώ,

πού τόσα χρόνια πέρασα καί ρήμαξα καί χάλασα.»

Καινούριους τόπους δέν θά βρείς, δέν θάβρεις άλλες θάλασσες.

Η πόλις θά σέ ακολουθεί. Στούς δρόμους θά γυρνάς

τούς ίδιους. Καί στές γειτονιές τές ίδιες θά γερνάς

καί μές στά ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.

Πάντα στήν πόλι αυτή θά φθάνεις. Γιά τά αλλού—μήν ελπίζεις—

δέν έχει πλοίο γιά σέ, δέν έχει οδό.

Έτσι πού τή ζωή σου ρήμαξες εδώ

στήν κώχη τούτη τήν μικρή, σ όλην τήν γή τήν χάλασες.

THE CITY

You said:  “I’ll go to another land, to another sea;

I’ll find another city better than this one.

Every effort I make is ill-fated, doomed;

and my heart —like a dead thing—lies buried.

How long will my mind continue to wither like this?

Everywhere I turn my eyes, wherever they happen to fall

I see the black ruins of my life, here

where I’ve squandered, wasted and ruined so many years.”

New lands you will not find, you will not find other seas.

The city will follow you. You will return to the same streets.

You will age in the same neighborhoods; and in these

same houses you will turn gray. You will always

arrive in the same city. Don’t even hope to escape it,

there is no ship for you, no road out of town.

As you have wasted your life here, in this small corner

you’ve wasted it in the whole world.

ΤΡΩΕΣ

Είν’η προσπάθειές μας, τών συφοριασμένων

είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων.

Κομμάτι κατορθώνουμε  κομμάτι

παίρνουμ’ επάνω μας κι αρχίζουμε

νάχουμε θάρρος καί καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει καί μάς σταματά.

Ο Αχιλλεύς στήν τάφρον εμπροστά μας

βγαίνει καί μέ φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—

Είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων,

Θαρούμε πώς μέ απόφασι καί τόλμη

θ’ αλλάξουμε τής τύχης τήν καταφορά,

κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,

η τόλμη κ’ η απόφασίς μας χάνονται

ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει

κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε

ζητώντας νά γλυτώσουμε μέ τήν φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,

στά τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.

Τών ημερών μας αναμνήσεις κλαίν κ’ αισθήματα.

Πικρά γιά μάς ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

 

TROJANS

Our efforts are like those of the unfortunate;

like the efforts of the Trojans.

We succeed a bit; we regain

our confidence; and we start feeling

brave and having high hopes.

But always something comes up and stops us.

Achilles appears in front of us in the trench

and with loud shouts frightens us back.—

Our efforts are like those of the Trojans.

We think that with resolution and boldness

we can reverse the downhill course of fate,

and we stand outside ready to fight.

But when the great crisis comes,

our boldness and resolution vanish;

our soul is shaken, paralyzed;

and we run around the walls

trying to save ourselves by running away.

And yet our fall is certain. High up,

on the walls, the dirge has already started

mourning memories and auras of our days.

Priamos and Ekavi weep bitterly for us.

~English Translation by Manolis Aligizakis