Archive for September, 2019


Θυμάσαι, αγάπη μου, “την πρώτη μεγάλη μέρα μας”;
Σου πήγαινε αυτό το κίτρινο φόρεμα
ένα απλό φτηνό φόρεμα, μα ήταν τόσο όμορφα κίτρινο.
Οι τσέπες του κεντημένες με μεγάλα καφετιά λουλούδια.
Σου πήγαινε στό πρόσωπο σου ο ήλιος
σού πήγαινε στην άκρη του δρόμου αυτό το τριανταφυλλένιο

κι αυτή η φωνή μακριά ενός πλανόδιου ακονιστή – σου



Έβαζα τα χέρια μου στις τσέπες, τα ξανάβγαζα.
Βαδίζαμε δίχως λέξη. Μα και τι να πει κανείς
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός καί τα μάτια σου
τόσο μεγάλα. Ένα παιδί στη γωνιά τραγούδαγε τις

λεμονάδες του.

Ήπιαμε μια στα δυο. Κι αυτό το χελιδόνι που πέρασε ξαφνικά

πλάι στα μαλλιά σου. Τι σου είπε λοιπόν;
Είναι τόσο όμορφα τα μαλλιά σου. Δεν μπορεί, κάτι

θα σου είπε.

Το ξενοδοχείο ήταν μικρό σε μια παλιά συνοικία πλάι στο


που μες στην αντηλιά κοιτάζαμε να μανουβράρουμε τα τραίνα.

Αλήθεια κείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή

κάμαρα της ευτυχίας

αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό

αυτά τα δάκρυα που δεν μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω

— πόσο σου πήγαιναν.



My love, do you remember “our first big day”?

That yellow dress suit you

a simple,  inexpensive dress, but it was such a pretty yellow.

Its pockets embroidered with large brown flowers.

The sun suit you as it fell on your face

that rosy cloud at the edge of the road

suit you

and far away the voice of the travelling knife sharpener—

suit you.


I would put my hands in my pockets and take them out.

We would walk saying no words. But what could one say

when the world is so bright and your eyes

so big. A boy, at the corner of the street would sing

about his lemonade.

We split one. And the swallow that

suddenly flew by your hair. What did it say to you?

Your hair is so nice. It’s impossible, it must have said

something to you.


The hotel was small and in an old neighborhood next

to the train station

and in the glare we saw them manoeuvring the trains.


Truly, that spring, that morning, that simple

room of happiness

your body that I held for the first time naked

the tears that at the end I couldn’t hold back

—how they suit you.


TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, Canada, 2014