Yannis Ritsos//translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large



Σήμερα αργεί να γυρίσει το παιδί. Μπορεί να ξεχάστηκε

στ’ ανθοπωλείο της γειτονιάς χαζεύοντας τα λουλούδια

τα διατηρημένα στο ψυγείο. Μπορεί να `χει μείνει

μες στο ανσασέρ κουβεντιάζοντας με κείνη τη γλυκιά γεροντοκόρη

με τ’ αραιά βαμμένα μαλλιά. Κρατάει στο χέρι της συνήθως

ένα κίτρινο δόχτυ με ραδίκια ή λίγα φρούτα. Έχει πάντα

ύφος πολύ θλιμμένο, σαν αυτή να `χει φταίξει για όλα (ή μήπως

είναι η καρτερική μεταλλαγή που όλα της έχουν φταίξει;) γιατί,

καθώς κρατάει το δίχτυ, το δεξί της χέρι λίγο λίγο μακραίνει

με δισταγμό σαν ανεπίδοτη συνγώμη, και το ευγενικό προφίλ της

μες στον καθρέφτη του ανσασέρ, που αυτή δεν τον κοιτάζει, παίρνει

ένα μειλίχιο φως σαν των αγίων, τόσο που εσύ ο αλαζόνας

θέλεις σαν κομμωτής, να της υψώσεις τα μαλλιά της κότσο.


~Αθήνα, 11-12-79





The boy delays in coming back today. Perhaps he got lost

in the neighborhood flower shop staring at the flowers

in the cooler. Perhaps he has delayed

in the elevator talking to that sweet spinster

with the thin dyed hair. Usually she holds in her hand

a yellow net with dandelions or some fruits. She always has

a solemn face, as though she has caused all this ugliness (or

perhaps this is a patient change that all has worked against her?)

because as she holds the net, her right arm grows bit by bit longer,

hesitantly, like an unsaid forgive me and her kind profile

in the elevator mirror that she doesn’t look into,

assumes this gentle light of the saints, that you, the arrogant,

want, like a hair dresser, to raise her hair in a bun.


~Athens, 11-12-79



YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013