Posts Tagged ‘Death’

cover

 

ΧΙΟΝΙ

 

Ήταν ο μόνος που είχα κι όμως ούτε καν τον γνώριζα — έφευγε

για καιρό κι όταν ξαναρχόταν “κάποτε θα γυρίσεις κι εσύ” μου `λεγε —

“αλλά δεν θάναι κανείς” ύστερα μου μιλούσε για το πράσιονο φόρεμα

της μητέρας του κι επέμενε στη λέξη πράσινο σα να υπερασπιζόταν

τον κόσμο κι άλλοτε γονάτιζε και ζητούσε συγχώρεση για τους

τόσους αιώνες θλίψης κι οι γυναίκες που κατέβηκαν αργότερα να

πλύνουν λησμονήθηκαν μες στη μεγάλη λάμψη κι όπως χιόνιζε

άνοιξα το Ευαγγέλιο

αλλά χιόνιζε κι εκεί.

 

 

 

SNOW

 

He was the only one I had although I couldn’t recognize him —

he would go away and come back “someday you’ll also return”

he said “but no one will be here” then he would talk to me of his

mother’s green dress and he emphasized the word green as if

he defended the whole world; other times he would kneel and ask

for forgiveness for the centuries of grief and the women who later

descended to do the laundry were forgotten in a great shine and

as it snowed I opened the Gospel

but it snowed in it as well.

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ

 

Σα να μην ήρθαμε ποτὲ σ᾿ αυτὴν εδῶ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μία μαρμαρυγή.
Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Απὸ χαρτὶ πλασμένα κι απὸ δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλὰ δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον ἐμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια.

Μακρινὴ χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρὰ
όποιος πατάει επάνω μας καθὼς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιὰ λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχὴ ο πραγματικὸς
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα…

 

 

PUPPETS

 

 

As if we’ve never appeared on this earth

as if we still dwell in inexistence

darkness around us with no shred of light

men only in the imagination of others

 

puppets made of paper and hesitation

in the blind hands of Fate

we dance, we passively accept mockery

and we lifelessly gaze the stars

 

each joy a faraway land for us

hope and youth but vague concepts

no one notices that we exist

but the one who steps on us while passing.

 

Years have passed as if the intense

sorrow wasn’t in the body

if real pain wasn’t in our souls

to cry out that we still exist.

 

 

Karyotakis-Polydouri, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2016

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

medusa

ΣΤΟΧΟΣ

 

Ο Αχμέτ σηκώνει τα ρολλά του μαγαζιού

και μπαίνει στο σκοτεινό χώρο

 

ανάβει το φακό του

επισκοπεί ένα γύρω τις λίγες προμήθειες

γεμάτες σκόνες

πρέπει να σκουπίσει

να ξεσκονίσει πριν ανοίξει

για του πελάτες της γειτονιάς

 

βάζει το φακό στον πάγκο

αρπάζει ένα κουρέλι

που ξαφνικά ο γνωστός ήχος

σαν απ’ την κόλαση τρυπά τ’ αυτιά του

τηλεκατευθυνόμενο βλήμα

εκρύγνεται δύο μαγαζιά πιο πέρα

το έδαφος υποχωρεί, ξαναστεριώνει

τρέμει σαν του Αχμέτ τα πόδια

η κόλαση ήρθε ξανά στη γη

 

προϊόν αναδόχου εταιρείας άμυναπου βρήκε ξανά το στόχο του

 

 

TARGET

 

Ahmed rolls up the shutters of his shop

enters darkness

 

his flashlight lighted

gazes around the meagre supplies

covered by dust

needs to clean up before he opens

for the neighborhood customers

 

places flashlight on a self

grabs piece of cloth from the counter

suddenly the familiar hellish sound

pierces his ears: guided smart bomb

blows two store fronts to his right

ground recedes, firms up, shakes

like Ahmed’s legs, hell on earth

recommenced, defense contractor’s

smart weapon found its target

 

Poetry by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Summer-Fall 2017

 

 

 

 

 

 

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

ΗΛΥΣΙΑ

 

(Τόσο πολὺ τα σώματα κουράστηκαν,
που ελύγισαν, εκόπηκαν στα δυο.)
Κι έφυγαν οι ψυχές, πατούνε μόνες των,
αργά, τη χλόη σαν ανοιχτὸ βιβλίο.

(Τα σώματα κυλούν χάμου, συσπείρονται
στρεβλωμένα.) και φαίνονται στο βάθος
τριαντάφυλλα κρατώντας, να πηγαίνουνε
με τ᾿ όνειρο οι ψυχὲς και με το πάθος.

(Χώμα στο χώμα γίνονται τα σώματα.)
Μα κείθε απ᾿ τον ορίζοντα, σαν ‘ηλιοι
δύουν οι ψυχές, τον ουρανὸ που φόρεσαν,
ή σαν απλὰ χαμόγελα σε χείλη

 

 

ELYSIAN FIELDS

 

 

Bodies extremely tired

bent, cut in half

souls deserted them, walk alone

on the grass slowly, open books laid

 

the bodies lied down, crunched

distorted and they appear

at the far end holding roses and with

the dream and passion they go

 

dust to dust the bodies become

yet far in the horizon, like suns

the souls go down dressed in sky

or like simple smiles on lips

 

KARYOTAKIS–POLYDOURI//THE TRAGIC LOVE STORY, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2016

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

ΣΑΝ ΔΕΣΜΗ ΑΠΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ

 

Σὰν δέσμη ἀπὸ τριαντάφυλλα
εἶδα τὸ βράδυ αὐτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στοὺς δρόμους εὐωδιά.
Καὶ στὴν καρδιὰ
αἰφνίδια καλοσύνη.
Στὰ χέρια τὸ παλτό,
στ᾿ ἀνεστραμμένο πρόσωπο ἡ σελήνη.
Ἠλεκτρισμένη ἀπὸ φιλήματα
θά ῾λεγες τὴν ἀτμόσφαιρα.
Ἡ σκέψις, τὰ ποιήματα,
βάρος περιττό.

Ἔχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δὲν ξέρω κἂν γιατί μᾶς ἦρθε
τὸ καλοκαῖρι αὐτό.
Γιὰ ποιὰν ἀνέλπιστη χαρά,
γιὰ ποιὲς ἀγάπες
γιὰ ποιὸ ταξίδι ὀνειρευτό.

 

 

BOUQUET OF ROSES

 

 

I saw this evening

like a bouquet of roses

a faint fragrance

golden abundant in the street

and in the heart

sudden benevolence

the overcoat on hand

the moon on the turning face

you could say the atmosphere

was electrified by the kisses

thoughts and poems

needless weight.

 

I have my broken wings

I don’t know why

this summer is upon us

for which hopeless joy

for which love

for which dreamy voyage?

 

 

KARYOTAKIS-POLYDOURI//The Tragic Love Story, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2016

www.manolisaligizakis.com

www.libroslibertad.com

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

Ω, ΧΑΜΗΛΩΣΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΩΣ

Ω, χαμηλώστε αυτό το φως!
Στη νύχτα τι ωφελάει;
Πέρασε η μέρα. Φτάνει πια.
Ποιος ξέρει ο Ύπνος μου κρυφός
αν κάπου εδώ φυλάη

κι’ αν του ανακόβεται η στιγμή
ναρθή, που τον προσμένω.
Έχω στο στόμα την ψυχή
μου παρατήσαν οι λυγμοί
το στήθος κουρασμένο.

Πάρτε το φως! Είνε καιρός
να μείνω πια μονάχη.
Φτάνει η απάτη μιας ζωής.
Κάθε προσπάθεια ένας εχθρός
για τη στερνή μου μάχη.

Ας παύσουν πλέον οι σπαραγμοί.
Ας μου απομείνει κάτι
για να πλανέψω τη νυχτιά
να σκύψη κάπως πιο θερμή
στο ανήσυχό μου μάτι.

Πάρτε το φως! Είνε η στιγμή!
Τη θέλω όλη δική μου.
Είνε η στιγμή να κοιμηθώ.
Πάρτε το φως! Με τυραννεί…
μου αρνιέται την ψυχή μου.

 

OH, DIM THIS LIGHT

 

Please, dim this light

what use is it in the night?

The day has passed, enough.

Perhaps my sleep waits

for me somewhere around here

 

and even if it finds it hard

to come, I long for it.

My soul waits in my mouth

I’ve stopped sobbing

my breast is tired

 

take the light away. Time has

come for me to be alone

enough fraud for one life

each effort becomes an enemy

in my last fight

 

let the laments stop

let me keep something

with which to fool the night

so that it may look warmly

at my concerned eyes.

 

Take the light away.

My moment has come.

It’s time to sleep.

Take the light. It tyrannizes me.

It denies me my soul.

 

 

KARYOTAKIS-POLYDOURI//The Tragic Love Story, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2016

www.manolisaligizakis.com

www.libroslibertad.com

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

Σ’ ένα νέο που αυτοκτόνησε

Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Οι ασχολίες του, οι χαρές του, σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γινόνταν της ορμής του.

Τα ωραία βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές. βίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
αναμεσόμας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
Την υποψία μας δε μας την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο Θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλος σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Είχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Κ’ η αιτία του κακού σημαδεμένη

 

FOR A YOUNG MAN WHO TOOK HIS LIFE

 

For who was chased by a ghost

in the dark extensions of his life

his joys, his commitments in a flash

turned into pretenses for his ardor.

 

The beautiful books, his mind a starting

point, some moments violent lover

then his face turned mysterious

nothing next to him would match a strange man

 

who stayed around us with a distorted face

he wouldn’t accept our suspicion

that something horrible was coming to him

he was strangely beautiful like those

 

who Death had already marked

he gave himself to every danger

as if someone had already claimed him.

They found him with a single mark on his temple,

 

he was a total victory like the light

that sheds around it darkness. He was simple and serene

a smiling reborn face

as if he had become a thank you

logos on the cross hairs of evil.

 

KARYOTAKIS/POLYDOURI — THE TRAGIC LOVE STORY, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2016

www.manolisaligizakis.com

www.libroslibertad.com

 

 

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

Maria Polydouris’

Σαν πεθάνω

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη,
όταν αντικρύ θανοίγη μέσ’ στη γάστρα μου δειλά
ένα ρόδο – μια ζωούλα. Και θα μου κλειστούν τα χείλη
και θα μου κλειστούν τα μάτια μοναχά τους σιωπηλά.

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα θλιβερή σαν την ζωή μου,
που η δροσιά της, κόμποι δάκρι θα κυλάη πονετικό
στο άγιο χώμα που με ρόδα θα στολίζη τη γιορτή μου,
στο άγιο χώμα που θα μου είνε κρεβατάκι νεκρικό.

Όσα αγάπησα στα χρόνια της ζωής μου θα σκορπίσουν
και θαφανιστούν μακριά μου, σύννεφα καλοκαιριού.
Όσα μ’ αγάπησαν μόνο θάρθουν να με χαιρετίσουν
και χλωμά θα με φιλάνε σαν αχτίδες φεγγαριού.

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη.
Η στερνή πνοή μου θάρθη να στο πη και τότε πια,
όση σου απομένει αγάπη, θάναι σα θαμπό καντύλι
– φτωχή θύμηση στου τάφου μου την απολησμονιά

WHEN I DIE I’ll die during a melancholy April dawnwhen a rose will shyly bloom in my pota little new life — and my lips will closeand my eyes will close automatically, silently. I’ll die during a dawn grieving like my life its freshness like a consoling tear flowingto the holy ground that will adorn my joy with rosesthe holy ground that will become my death bed. What I loved in my life will scattervanish far away like summer cloudsonly who loved me will come to say goodbyeand they will kiss me like pale moon rays. I’ll die during a melancholy April dawnmy last breath will come to let you knowthe love you felt will become foggy candle,poor memory, forgetfulness in my grave.

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Karyotakis-Polydouri

Posted: November 30, 2016 by vequinox in Aligizakis Manolis, Art, Greek Poets, Literature
Tags: , , , ,

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

Kostas Karyotakis’

ΒΡΑΔΥ

Τὰ παιδάκια ποὺ παίζουν στ᾿ ἀνοιξιάτικο δείλι
μιὰ ἰαχὴ μακρυσμένη —
τ᾿ ἀεράκι ποὺ λόγια μὲ τῶν ρόδων τὰ χείλη
ψιθυρίζει καὶ μένει,

τ᾿ ἀνοιχτὰ παραθύρια ποὺ ἀνασαίνουν τὴν ὥρα,
ἡ ἀδειανὴ κάμαρά μου,
ἕνα τραῖνο ποὺ θά ῾ρχεται ἀπὸ μία ἄγνωστη χώρα,
τὰ χαμένα ὄνειρά μου,

οἱ καμπάνες ποὺ σβήνουν, καὶ τὸ βράδυ ποὺ πέφτει
ὁλοένα στὴν πόλη,
στῶν ἀνθρώπων τὴν ὄψη, στ᾿ οὐρανοῦ τὸν καθρέφτη,
στὴ ζωή μου τώρα ὅλη…

EVENING

The children that play in the spring dusk

far away echo —

the breeze whispers and remains

in the lips of the rose petals

the open windows that breath the hour

my vacant room —

a train coming from a foreign land

my vanished dreams

chime of bells that fades, evening that descends

onto the city —

onto the faces of people, into the mirror of the sky

in all my life right now.

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Ritsos_front large

ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ

 

Η τελετή είχε αρχίσει. Η πομπή ανηφόριζε το λόφο.

Στα χέρια τους κρατούσαν πεπλοφόρα ξύλινα αγάλματα. Κόρες

με διάφανους χιτώνες ρίχναν κιόλας το ακόντιο. Κάτω απ’ τις λεύκες

οι εννιά ληστές παίζαν τα ζάρια. Πιο κάτω, πλάι στο ποτάμι,

οι αυστηροί ελεγκτές με αδιάβλητη ακρίβεια μετρούσαν

τα όργανα των εφήβων. Ο Εύμολπος, φυγόπονος πάντα,

έτρωγε μια κονσέρβα κάτω απ’ την αψίδα. Τότε, ο Τυφλός,

με άσπρη ταινία στο μέτωπο κι ένα κανίσκι σταφύλια,

πέρασε μπρός μου και μου άφησε στα γόνατα τη λύρα.

 

 

RITUAL

 

The ritual had started. The procession was going up the hill.

In their hands they held wooden statues in peplos. Korae

in diaphanous chitons threw their spears. Under the poplars

the nine thieves rolled the dice. Farther down, by the river,

the strict supervisors counted the phalluses of the ephebes

most accurately. Eumolpos, always lazy,

under the arch, was eating out of a can. Then, the Blind One,

with a white band on his forehead and a basket of grapes,

passed in front of me and placed the lyre on my knees.

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com