Posts Tagged ‘tree’

12714293_10205989244719169_1900460297_n

ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΥΚΟΛΟ

Δεν ήταν εύκολο να διακρίνω
το ύψος της κορμοστασιάς σου,

μακριά μου ήταν κι ο καθρέφτης
κι ήταν φθινόπωρο

που το φύλλο εκείνο
το τελευταίο σε περίμενε,

όπως κι εγώ,

στ’ αγέρα την αγκάλη
να παραδοθείς.
IT WASN’T EASY

It wasn’t easy to discern
the height of your stature

mirror was far from me
and it was autumn

and that leaf
the last one waited as I did

for you

to fall into the wind’s
embrace

 

~FILDISI PUBLICATIONS, ATHENS, GREECE, MARCH, 2015

Advertisements

nostos and algos cover

ΚΛΑΔΙΑ

Σπασμένα κλαδια δέντρου
μπλεγμένα σαν τα όνειρα
που κάποτε είχες στου αγέρα
το καλόβολο φύσημα και πώς
να ξεμπερδέψεις με την άγκυρα
που έδεσες στα πόδια σου
και σαν σπασμένο κλαδί κρέμεσαι
απ’ το κενό κι άδοξα
να περιμένεις κάποια λύση
που ξεφεύγει λογικού
και μια παράξενη στατικότητα σε κυβερνά
σαν θάνατος πρίν απ’ το θάνατο

κι είπες—

πιλότος θα γίνω στην επόμενη ζωή
για να πετώ ψηλά στα σύννεφα.
BRANCHES

Broken branches of the tree
entwined like the dreams
you once had
free in the wind’s temper and
how you managed to tie
an anchor on your ankle and now
you hang from a tree branch
as though by a thread
over the void waiting for
a solution to your problem
strange stagnation governing
your thoughts like death
before death

and you said—

in the next life I’ll become a pilot
to fly high in the clouds

ubermensch_cover

Promise

And we promised never to deny Him not even
for a night or day, nor for a single moment, even
when He spoke to the fallen tree or to those ancient
ghosts that often passed through our minds.

Endless famine of our race, queen of our bellies,
slowly crawled like our childish innocence on wet
cobblestone and we asked Him his teaching
to continue and he liked us because we chose to
be scattered into pieces that the wind may blow us
to the opposite shore. He liked us, because
we disdained everything even the secret for our
sacrifice. Ubermensch smiled and said,
‘it was all good.’

Υπόσχεση

Kι υποσχεθήκαμε ποτέ να μην τον αρνηθούμε
ούτε μια νύχτα, ούτε μια μέρα ή μια στιγμή
μήτε κι ακόμα όταν μιλούσε στο δέντρο που μόλις
είχαν κόψει ή στα πανάρχαια φαντάσματα
που πέταγαν συχνά μέσα στη σκέψη μας.

Αστέρευτη η σιτοδεία βασίλισα της πείνας μας
αργά εκύλησε η παιδική μας αθωότη σαν πάνω
σε υγρό καλντερίμι, το μόνο που του ζητήσαμε
τη διδαχή να συνεχίσει και τ’ αρέσαμε που εδιαλέξαμε
θρύμματα και γίνουμε να μας φυσήξει ο αγέρας Του
στην αντιπέρα όχθη να μας περάσει. Τ’ αρέσαμε που
όλα τα περιφρονήσαμε ακόμα και το μυστήριο
της θυσία μας κι ο Υπεράνθρωπος εγέλασε κι είπε,
‘όλα αυτά είναι καλά.’

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

ubermensch_cover

Μαρτυρία

Κι οι αμαρτίες μας, για ποιο σκοπό;
To σκοτάδι στον ουρανό καθόλου δε νοιαζόταν
αν διαφωνούσαμε, ασήμαντοι ικέτες, σε κουρασμένο
ώμο ο φόβος και η αγωνία σαν τα σπουργίτια κάθισαν
στο δέντρο της πλατείας κι ο άντρας με τις πατερίτσες
γέλασε ειρωνικά στου ζαχαροπλαστείου τους πελάτες
και σήκωσε το αριστερό του χέρι σαν να `θελε να
τους πυροβολήσει, άσκοπη θρηνωδία να εκδικηθεί,
η κουκουβάγια μακρυά πέταξε, απούσα η σοφία,
μάρτυρας εικόνων περασμένων, κι ο άντρας χτύπησε
τον ίσκιο του στο χώμα και ξεφώνισε: ‘καλός είμαι,
αγνός είμαι, καθάριος σαν τον ίσκιο μου είμαι, αγνός είμαι
σαν τη σκιά μου, είμαι ο Υπεράνθρωπος!’

~ Μου αρέσουν εκείνοι που θυσιάζουν τον εαυτό τους
στη γη ώστε κάποτε να γίνει αυτή η πατρίδα
του Υπεράνθρωπου.

 

Witness

And of our sins, what of them?
Darkness in the sky wouldn’t bother with our pleas,
insignificant supplicants, on tired shoulders fear and
anguish rest like sparrows on the plaza tree and
the man with his crutches laughed at the cafe patrons,
lifted his left arm as if to shoot them, to reprimand
their pitiful lamentation. Owl flew away, wisdom
absent, witness of ancient images, man hit his shadow
with his crutch and yelled, ‘I’m good, I’m pure,
I’m clean like my shadow, I’m pure like my shadow,
I’m Ubermensch!’
~ I like those who sacrifice themselves on earth that
it may become motherland of the Ubermensch.

http://www.ekstasiseditions.com

 

!cid_8A6047E6-FB09-47C2-B768-B275C2705D38@telus

CAPRICORN

Here the heavenly horns of the sea hunted the goats
and the four-fold snout of the night rattled
inflaming the tentacles of deep sea
broken branches of the southwestern wind and sirocco
and in the middle that tree
of Abessalom.
Here the tropic craters shone
burning the forests of exalted reefs and
slicing the bread of the fog at midnight
months cross-legged
yellow chasms and red-golden cracks
smell of sulphur. The light is out.
Here we sat and lamented the leadership
and domesticated animals of old days.
Oh, uncalculated turn, geometric order
where we’ve lived under full sail listening to fairy tales and
the nightingale songs of water mills
where we’ve lived page by page counting the immovable mountains
or retaining the lecythus of calm
amidst the loose hair of the Aegean horn
during the third century of the glaucus dynasty
with signalmen surveying the map of the tempest
at the gateless foreheads
the sun strikes the quarries of green
like a wing over the ancient neighborhood
with canaries on the garden fence.
How have we lived?
Time fulfilled and time that fulfills and
deciphers the ancient writings and oracles and
the fire-emitting birds it calls to emigrate
sent by chrysanthemums from the other slope
that the mythic clang repatriates unbroken and
again it transforms into the steady triumphal
march of the legions.
There where the musical pleats of summer
once shone.

ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ

Ἐδῶ πού κυνηγῆσαν τίς αἶγες τοῦ πέλαγου οὐράνια κόρνα
καί τά τετράδυμα ρύγχη τῆς νύχτας κροτάλιζαν.
Ριπίζοντας τά πλοκάμια τοῦ πόντου
τά σπασμένα κλαδιά τοῦ γαρμπῆ καί τοῦ σορόκου
καί κεῖνο στή μέση τό δέντρο
τοῦ Ἀβεσαλώμ.
Ἐδῶ πού ἀστράβαν οἱ τροπικοί κρατῆρες
τά δάση τεφρώνοντας μετάρσιων ὑφάλων
καί τόν ἄρτο κόβανε τῆς ὀμίχλης μεσάνυχτα
σταυροπόδι οἱ μῆνες.
Ρωγμές κίτρινες καί φλογωπές καί χάσματα
ἀπό ὀσμές θείου. Σκοτωμένο φῶς.
Ἐδῶ ἐκαθήσαμε καί ἐκλάψαμε παλαιῶν ἡμερῶν
τίς ἡγεμονίες καί τά ζώδια κατοικίδια.
Ὦ τροπές ἀλογάριαστες σέ τάξη γεωμετρική.
Πού ζήσαμε
ἀκούγοντας παραμύθια πλησίστια
καί τόν ἀηδονισμό τῶν νερόμυλων.
Πού ζήσαμε
τό νόημα τῶν βουνῶν ἀσάλευτων φυλλομετρώντας
ἤ πού τή λήκυθο φυλάγοντας τῆς νηνεμίας
καταμεσίς στή λυσίκομη πιλαλίστρα τοῦ Αἰγαίου.
Τόν τρίτο αἰῶνα τῆς δυναστείας τοῦ γλαυκοῦ.
Μέ τούς σηματωρούς στά ἀπύλωτα μέτωπα
νά ἀνασκολπίζουν τόν χάρτη τῆς καταιγίδας
καί σάν φτερούγα ὁ ἥλιος τίς γειτονιές τίς πρῶτες
καί τά λατομεῖα τοῦ πράσινου κρούγοντας.
Μέ τις ἀκανθυλλίδες στό κηπαῖο συρματόπλεγμα.
Πῶς ζήσαμε.
Καιρός πού πληρώνεται καί καιρός που πληρώνει.
Τίς ἀρχαῖες ἀποσφραγίζοντας γραφές καί τίς μαντεῖες
καί τά πυρφόρα πουλιά σέ ἀποδημία καλεῖ
ἀπό τό ἀντιπρανές σταλμένα τῶν χρυσανθέμων.
Ὅτι ἄσπαστη παλινοστεῖ ἡ μυθική κλαγγή
καί τόν θρίαμβο πάλι
στό βαθύ βημάτισμα μεταμορφώνει τῶν λεγεώνων.
Ἐκεῖ ὅπου ἔφεγγαν ἄλλοτε
μουσικές σκίζες τό καλοκαίρι.

HOURS OF THE STARS, Translated by Manolis Aligizakis, Libros libertad, Vancouver, BC
http://www.libroslibertad.ca

35774-tl

OLD SONG

The garden railings are wet from the rain like the poor who
are left outside
but as night falls a flute or a star speaks for the whole
universe —
when we were children we would hide under the stairs and when
we would come out we had left behind a royal fate
silence makes the world bigger, sorrow more just
and later as young men we hugged the first tree and
narrated our past to it
joyless days that you’ve passed yet you’ve left behind an emotional
memory
and I who was crazy for the future now in agony I observe the movement
of the clock’s fingers.

Until one night a man goes along the road singing.
Where have you heard this song before? You don’t remember.
Yet nostalgia of all you dreamed off shivers in that song. You
stand by the window
and listen as if enchanted. And suddenly at the turn of the road
the song stops. Everything vanishes. Quiet.
And what you’ll do now?

ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Τα κάγκελα του κήπου υγρά απ’ τη βροχή σαν τους φτωχούς που
τους αφήνουν έξω
αλλά καθώς βραδιάζει ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα —
σαν ήμασταν παιδιά κρυβόμαστε κάτω απ’ τη σκάλα κι όταν βγαί-
ναμε είχαμε αφήσει εκεί ένα βασιλικό πεπρωμένο
η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο η θλίψη πιο δίκαο
κι αργότερα νέοι αγκαλιάσαμε το πρώτο δέντρο και του διηγηθή-
καμε τα περασμένα
άχαρες μέρες που φύγατε κι όμως αφήσατε μια ανάμνηση συγκινη-
τική
κι εγώ που υπήρξα τρελός για το αύριο κοιτάζω τώρα με αγωνία να
προχωρούν οι λεπτοδείχτες στα ρολόγια.

Ώσπου μια νύχτα ένα διαβάτης περνάει στο δρόμο τραγουδώντας.
Πού έχεις ξανακούσει το τραγούδι αυτό; Δε θυμάσαι.
Κι όμως η νοσταλγία όλων όσων ονειρεύτηκες τρέμει μες στο τρα-
γούδι. Στέκεσαι στο παράθυρο
κι ακούς σα μαγεμένος. Κι άξαφνα σε κάποια στροφή του δρόμου το
τραγούδι σβήνει. Όλα χάνονται. Ησυχία.
Και τώρα τί θα κάνεις;

~Tasos Livaditis, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

athena_7

ATHENA

Athena smiled at me when I observed

that everything suited its place
nothing jutted out of position
but the palm tree
in sandy corners of the earth
that needed direction when
early in life I discovered
my secret love: the sea
dark blue and merciless
inviting and ardent punisher
of sins told and petrified

when the goddess chose
of to make my cenotaph and
to erect my statue that
spoke of greatness
true demagogue that I was
with the vague smile
upon my face

she then placed a wilted daffodil
and a fiery red carnation
over my heart
it was a sad day when
I drank water diaphanous to be
it was a diaphanous day
when I vanished
in the azure and
with my legs I strode freely
over my statue’s joy

ΑΘΗΝΑ

Κι η Αθηνά χαμογέλασε που πρόσεξα

πως όλα ταίριαζαν στην θέση τους
τίποτα πουθενά δεν προεξείχε
εκτός από το φοίνικα
σ’ αμμουδερές γωνιές της γης
που χρειαζόταν ρύθμιση
φρέσκος που ήμουν στη ζωή
κι έμαθα την κρυφή μου
αγάπη: θάλασσα
γαλανή κι αμείλικτη
δελεαστική κι αυστηρή τιμωρός
δηλωμένων αμαρτιών και ξεχασμένων

και διάλεξε η Αθηνά μαρμάρινο
το κενοτάφιο να στήσει
και τ’ άγαλμά μου να υψώσει
για τη μεγαλωσύνη
που θα δημαγωγεί
μ’ ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο
το προσωπό μου

κι έβαλε μαραμένο μανουσάκι
κι ένα γαρύφαλλο ολοκόκκινο
στο μέρος της καρδιάς μου

ήταν μια μέρα μελαγχολική
όταν ήπια νερό κι έγινα διάφανος
ήταν μια μέρα διάφανη
όταν εξαφανίστηκα
μες στο βαθύ γαλάζιο
και με τα πόδια μου υπερσκέλιζα
του άγάλματός μου τη χαρά

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.

                                 RAVEN

 

~In Memoriam Edgar Allan Poe

 

Χρόνια σάν τά φτερά. Τί θυμάται τ’ ακίνητο κοράκι;

τί θυμούνται οι πεθαμένοι κοντά στίς ρίζες τών δέντρων;

Είχαν ένα χρώμα τά χέρια σου σάν τό μήλο πού πέφτει.

Κι αυτή η φωνή πού ξαναγυρίζει πάντα, χαμηλή.

 

Εκείνοι πού ταξιδεύουν κοιτάζουν τό πανί καί τ’ αστέρια

ακούνε τόν αγέρα ακούνε πέρα απ’ τόν αγέρα τήν άλλη

          θάλασσα

σάν ένα κοχύλι κλειστό κοντά τους, δέν ακούνε

τίποτε άλλο, δέν ψάχνουν μέσα στούς ίσκιους

         τών κυπαρισσιών

ένα χαμένο πρόσωπο, ένα νόμισμα, δέ γυρεύουν

κοιτάζοντας ένα κοράκι σ’ ένα ξερό κλωνί, τί θυμάται.

Μένει ακίνητο πάνω στίς ώρες μου λίγο πιό ψηλά

σάν τήν ψυχή ενός αγάλματος πού δέν έχει μάτια

είναι ένα πλήθος μαζεμένο μέσα σ’ αυτό τό πουλί

χίλιοι άνθρωποι ξεχασμένοι σβησμένες ρυτίδες

ερειπωμένες αγκαλιές καί γέλια πού δέν τέλειωσαν

έργα σταματημένα σιωπηλοί σταθμοί

ένα ύπνος βαρύς από χρυσά ψιχαλίσματα.

Μένει ακίνητο. Κοιτάζει τίς ώρες μου. Τί θυμάται;

Είναι πολλές πληγές μέσα στούς αόρατους ανθρώπους,

         μέσα μου

πάθη μετέωρα περιμένοντας τή δεύτερη παρουσία

επιθυμίες ταπεινές πού κόλλησαν πάνω στό χώμα

σκοτωμένα παιδιά καί γυναίκες πού κουράστηκαν

         τήν αυγή.

Τάχα νά βαραίνει πάνω στό ξερό κλωνί τάχα νά βαραίνει

πάνω στίς ρίζες τού κίτρινου δέντρου πάνω στούς ώμους

τών άλλων ανθρώπων, τίς παράξενες φυσιογνωμίες

πού δέν τολμούν να γγίξουν μιά στάλα νερό βυθισμένοι

        στό χώμα

τάχα να βαραίνει πουθενά;

Είχαν ένα βάρος τά χέρια σου όπως μέσα στό νερό

μέσα στίς θαλασσινές σπηλιές, ένα βάρος αλαφρύ χωρίς

        συλλογή

μέ τήν κίνηση κάποτε πού διώχναμε τήν άσκημη σκέψη

στρώνοντας τό πέλαγο ώς πέρα στόν ορίζοντα στά νησιά.

Είναι βαρύς ο κάμπος ύστερ’ απ’ τή βροχή, τί θυμάται

η μαύρη στεκάμενη φλόγα πάνω στόν γκρίζο ουρανό

σφηνωμένη ανάμεσα στόν άνθρωπο καί στήν ανάμνηση

        τού ανθρώπου

ανάμεσα στήν πληγή καί τό χέρι πού πλήγωσε μαύρη

        λόγχη,

σκοτείνιασε ο κάμπος πίνοντας τή βροχή, έπεσε ο αγέρας

δέ σώνειη δική μου πνοή, ποιός θά τό μετακινήσει;

ανάμεσα στή μνήμη, χάσμα—ένα ξαφνισμένο στήθος

ανάμεσα στούς ίσκιους πού μάχονται νά ξαναγίνουν

        άντρας καί γυναίκα

ανάμεσα στόν ύπνο καί στό θάνατο στεκάμενη ζωή.

 

Είχαν μιά κίνηση τά χέρια σου πάντα πρός τόν ύπνο

        τού πελάγου

χαϊδεύοντας τ’ όνειρο πού ανέβαινε ήσυχα τή μαλα-

         ματένια αράχνη

φέρνοντας μέσα στόν ήλιο τό πλήθος τών αστερισμών

τά κλεισμένα βλέφαρα τά κλεισμένα φτερά…

                                                  

                                                 Κοριτσά, χειμώνας 1937

 

 

                               Raven

 

In Μemoriam Edgar Allan Poe

 

Years like wings. What does the motionless raven remember?

What do the dead remember near the roots of trees?

Your hands had the color of the falling apple.

And this voice that always returns in a low tone.

 

Those who travel focus on the sail and the stars

hear the wind and beyond the wind the other sea

like a closed conch near them, they hear nothing

else, they don’t search among the shadows of

         the cypresses

for a lost person, a coin, they don’t question

looking at the raven on a dry tree branch what it remembers.

It stays motionless over my hours a bit higher

like the soul of an eyeless statue

a huge crowd has gathered inside this bird

a thousand people forgotten, vanished wrinkles

vacant embraces and laughter never completed

works stopped halfway, silent stations

a heavy slumber of golden drizzle.

It stays motionless. Stares at my hours. What does it remember?

There are many wounds in the invisible people,

          inside it

suspended passions yearning for the Second Coming

humble desires glued on the ground

children killed and women tired of the daybreak.

Does it weight down the dry branch, does it weigh down

the roots of the yellow tree, over the shoulders

of the other people, the strange faces

who don’t dare touch a drop of water though

          sunken in the ground

does it weight down anywhere?

Your hands had the weight of hands in the water

in the sea caves, a light weight, without

          thought

with the motion that we suddenly push away an ugly thought

laying the pelagos to the far end of the horizon to the islands.

The plain is heavy after the rain; what does the motionless

black flame remembers against the gray sky

wedged between man and the memory of man

between a wound and the hand that injured it black

          spear

the plain darkened drinking the rain, the wind subsided

my own breath isn’t enough, who will shift it?

Within the memory, a chasm— a startled breast

between the shadows struggling to become man

          and woman again

between sleep and death motionless life.

 

Your hands always had a movement toward the sleep

         of pelagos

caressing the dream that slowly ascended the silky

         spider web

bringing into the sun multitude of constellations

the close eyelids the folded wings…

 

                  Koritsa, winter 1937

 

Γιώργος Σεφέρης—Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis—Translation Manolis Aligizakis

Image