Posts Tagged ‘stars’





Λησμονημένοι κι άγνωστοι ζήσαμε, σπόνδυλοι από ναούς ερει-

πωμένους, μαύρες στοές,

παλιά, ρυτιδωμένη γη που μόνο έναν αιώνιο ύπνο υποσχόταν —

κι ώ σοφή προνοητικότητα των παιδιών, που πιάνουν από νω-

ρίς φιλίες με το χώμα.







We’ve lived forgotten and unknown vertebrae of tumble down

temples, dark stoas

ancient wrinkled earth that only promised us an eternal sleep —

and oh, wise prudence of the children, who early on start their

friendship with the soil.



TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014


George Seferis_cover


Our fate, spilled lead, it can’t be altered
you can do nothing about it.
They spilled the lead in the water pitcher under the stars
and let the fires burn.

If you stand naked before the mirror at midnight
you see
you see the man moving through the mirror’s depth
your destined man, who will rule your body
in loneliness and in silence, the man
of loneliness and silence
and let the fires burn.

At the hour when one day ends and the other hasn’t commenced
at the hour when time is stopped
you need to find the man
who now and from the very beginning ruled your body
you must search for him, so that someone else may find him
when you are dead.

It’s the children who light the fires and yell before the fires
in the hot night
(Was there ever a fire not started by a child,
oh, Herostratus)
and they throw salt in the flames to sparkle it
(How strange the houses suddenly stare at us
the crucibles of men, when the gleam of fire
falls on them).

But you who met with the stone’s grace on the sea-whipped rock
the evening when stillness came
you heard from afar the human voice of solitude and silence
in your body
that night of St John
when all the fires went out
and you studied the ashes under the stars.

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά
το κορμί σου
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε
το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα `χεις πεθάνει.

Είναι παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
κάποιο παιδί, ώ Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα τις φλόγες για να πλαταγίσουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια

Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο
θαλασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε η γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς
και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αϊ Γιάννη
όταν έσβησαν όλες τις φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

George Seferis_cover



But what are they after, our souls, traveling
on the decks of decayed ships
crowded with pallid women and crying babies
incapable of forgetting themselves neither with the flying fish
nor the stars pointed by the tips of the masts.
Rubbed by gramophone records
unwillingly dedicated to inexistent pilgrimages
murmuring broken thoughts from foreign languages.

But what are they after, our souls, traveling
on rotten ships
from harbour to harbour?

Shifting broken stones, breathing
the coolness of pine with greater difficulty each day
swimming in the waters of this sea
and that sea
without a sense of touch
without people
in a homeland that is no longer ours
nor yours.

We knew that the islands were beautiful
somewhere, perhaps around here where we grope
a bit lower or slightly higher
a very tiny space.


Μα τί γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

Μα τί γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλασσιά ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Το ξέρουμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.

~Γιώργου Σεφέρη-Ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Βραχείες Λίστες Κρατικών
Βραβείων Λογοτεχνίας, 2012
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012
short-listed for the National Literary Awards, 2012



Winds sharpen their teeth
onto the willingness of fruit
with their red lips
like next day’s dawn.
Boys raise their arms high up
to the rosy contour of the moon’s breast.


Χαράζουν οἱ ἄνεμοι τά δόντια τους
στήν προθυμία τῶν καρπῶν
μέ τά χείλια τους κόκκινα
σάν τό ἑπόμενο ξημέρωμα.
Τ’ ἀγόρια σηκώνουν τά χέρια ψηλά
γιά τῆς σελήνης τό ροδοκάμπυλο στῆθος.

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis

George Seferis_cover


Ο μεγαλύτερος ήλιος από τή μιά μεριά

κι από τήν άλλη τό νέο φεγγάρι

απόμακρα στή μνήμη σάν εκείνα τά στήθη.

Ανάμεσό τους χάσμα τής αστερωμένης νύχτας

κατακλυσμός τής ζωής.

Τ’ άλογα στ’ αλώνια

καλπάζουν καί ιδρώνουν

πάνω σέ σκόρπια κορμιά.

Όλα πηγαίνουν εκεί

καί τούτη η γυναίκα

πού τήν είδες όμορφη, μιά στιγμή

λυγίζει δέν αντέχει πιά γονάτισε.

Όλα τ’ αλέθουν οι μυλόπετρες

καί γίνονται άστρα.

Παραμονή τής μακρύτερης μέρας.



The grandest sun on one side

and on the other the new moon

distant in my memory like those breasts.

Between them the chasm of the star filled night

deluge of life.

The horses on the threshing floors

gallop and sweat

over scattered bodies.

Everything goes that way

and this woman

whom you saw when she was beautiful suddenly

bends, cannot endure, kneels.

The millstones grind up everything

and turn them into stars.

Evening before the longest day.

ΜετάφρασηΜανώληΑλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis


Μικρή πρόσκληση

Έλα στίς φωτεινές ακρογιαλιές—μουρμούριζε μόνος—

εδώ πού γιορτάζουν τά χρώματα—κοίτα—

εδώ πού δέν πέρασε ποτέ η βασιλική οικογένεια

μέ τίς κλειστές καρότσες καί τούς επίσημους αποσταλμένους.

Έλα, δέν κάνει νά σέ δούν—έλεγε—

είμαι ο λιποτάχτης τής νύχτας

είμαι ο διαρρήκτης τού σκοταδιού

έχω γεμάτο τό πουκάμισό μου καί τίς τσέπες μου ήλιο.

Έλα—μού καίει τό στήθος καί τά χέρια.

Έλα νά σού τόν δώσω.

Έχω καί κάτι νά σού πώ

πού δέν κάνει ούτε εγώ νά τό ακούσω.

An Invitation

Come to the luminous beaches – he murmured to himself –

here where the colors celebrate – look –

here where the royal family never passed

with their closed carriages and official emissaries.

Come, – it is not good if they see you – he would say –

I am the deserter of the night

I am the burglar of darkness

I have filled my shirt and my pockets with sun.

Come – it burns my hands and my chest.

Come let me give it to you.

And I have something to tell you

that even I cannot hear.




Θολά τ’ αστέρια μές στή στέρνα,

η στέρνα μές στή μέση τής παλιάς αυλής,

σάν τόν καθρέφτη τής κλεισμένης κάμαρας.

Γύρω στή στέρνα κάθονται τά περιστέρια,

άκρη-άκρη στό φεγγάρι οι ασβεστωμένες γλάστρες,

γύρω-γύρω στήν πληγή μας τά τραγούδια μας.


The stars are muddy in the cistern,

the cistern in the middle of the old yard,

like a mirror of the closed room.

The doves sit around the cistern,

whitewashed flowerpots sit end-to-end in the moon,

around and around our wound: our songs.

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation Manolis Aligizakis




Where are you running little creek?


The shiny rocks asked—


I have been cold in agony waiting

for the lone cloud and its misty dress,

I’m going to the great ancestor

where I and you do not exist where in

wholeness I shall melt to become

a whiff of air pasted on the lips of today

turning to a wish in the heart of a young

lover who gazes the stars and longs for

his beloved the creek answered running off—


I’m going to meet the great Ocean.


Για πού βιαζεσαι μικρό ρυακάκι;


οι γυαλιστερές πέτρες ρώτησαν—


Μέσα στο κρύο έζησα περιμένοντας

την ολοδρόσερη του σύνεφου πνοή

μα τώρα φούρια έχω και επείγομαι

το μέγα πρόγονο να φτάσω εκεί

που δεν υπάρχει εσύ κι εγώ

εκεί θα λυώσω και θα γίνω τ’ αγέρα

χάδι στα χείλη του σήμερα, ευχή

του ερωτευμένου που τ’ αστέρια κοιτά

και την καλή του αναζητά

απάντησε ο γελαστός χείμαρος—


πάω να συναντήσω το μέγα Ωκεανό.

~Painting by Brian Buckrell/πίνακας του ζωγράφου Brian Buckrell

~Poetry by Manolis Aligizakis/Ποίηση Μανώλη Αλυγιζάκη

From the book “MYTHOGRAPHY”/Από το βιβλίο “ΜΥΘΟΓΡΑΦΙΑ”  2012

                                      ~So many stars

                                        and I starve to death.


                                     ~ Τόσα άστρα

                                         κι εγώ νά λιμοκτονώ



                                                          Afternoon Delights


    Or perhaps to be more accurate it all started by

this clock, a stupid, bald-headed clock, it wasn’t my fault—

every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my

aunties in young age, but one by one, so that the emptiness

of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat

blood, so much the city was inelegant

     that only the lack of interest for others gave our lives all

this endless depth.


                                                     Τέρψεις τού απογεύματος


    Ή μάλλον γιά νά ’μαι πιό συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’

αυτό τό ρολόι, ένα ρολόι ηλίθιο καί φαλακρό, εγώ τί έφταιξα—

απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στόν καναπέ κι έτρωγα τίς

θείες μου σέ νεαρή ηλικία, αλλά μιά μιά, γιά νά μή φανεί απότομα

η γύμνια τού τοίχου ή μιά φορά στό δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η

πόλη ήταν ακαλαίσθητη

     καί μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος γιά τούς άλλους είναι

πού έδωσε στή ζωή μας αυτό τό ατέλειωτο βάθος.






    The room was in the suburbs, with a few pieces of furniture,

like a Gospel quotation—so everything finished quickly and

Joanna cried and run back to the station, on the other hand it was

a secret that I’d forget as I tried to mention it, then I opened the violin

case—and only, at sometimes, when I grieved I put on my tie

in such a way, that they at last understand

     I have been hanged for a long time.



     Το δωμάτιο συνοικιακό, μέ λιγοστά έπιπλα, σάν περικοπή απ’

το Ευαγγέλιο—έτσι τέλειωσαν όλα γρήγορα κι η Ιωάννα κλαί-

γοντας πίσω απ’ τό σταθμό, εξάλλου ήταν ένα μυστικό υπέροχο πού

τό ξεχνούσα μόλις πήγαινα νά τό πώ, άνοιξα τότε τή θήκη τού

βιολιού—καί μόνο, καμιά φορά, μέ πιάνει τό παράπονο καί φοράω

τή γραβάτα μου μ’ έναν τέτοιο τρόπο, πού νά καταλάβουν, επιτέλους,

     ότι είμαι από καιρό κρεμασμένος.



                                                                   Perverted Passion


     Someday I’ll remember of something so nice, it’ll be

autumn, in that narrow side-street with the glass shops, where

when we went bankrupt, father sold dream books—since then

I never got of the dream although I was cold, to at least fall into

my perverted passion: melancholy or crowding—because, let us

be honest, I never loved anybody and this tender glance of mine

was just for personal use

     like the immortality of the poets.


                                                                     Ανώμαλα Πάθη


     Κάποτε θά θυμηθώ κάτι τόσο ωραίο, θά `ναι φθινόπωρο σ’

εκείνη τή μικρή πάροδο μέ τά υαλοπωλεία, εκεί πού, όταν ξεπέσα-

με, ο πατέρας πουλούσε ονειροκρίτες—από τότε δέν ξαναβγήκα απ’

τ’ όνειρο κι όμως κρύωνα, αλλά μπορούσα τουλάχιστο να παραδοθώ

στ’ανώμαλα πάθη μου: τή μελαγχολία ή τό συνωστισμό—γιατί,

άς είμαστε ειλικρινείς, εγώ κανένανν ποτέ δέν αγάπησα κι αυτό τό

τρυφερό βλέμμα μου ήταν γιά εντελώς ιδιωτική χρήση

     σάν τήν αθανασία τών ποιητών.





     When, finally, after all the begging, the woman lied down and

lifted her dress, I chose to pick all the coins that fell—and all this

for a Peisistratos, as was the name of the café where I drank

my brandy and then the patrons laughed as I fell asleep on the chair

but what could I do that the dead remained vigilant in our dreams

and we had to fall asleep for them…


                                                                          Ο Πεισίστρατος


     Όταν, τέλος, ύστερα από τόσα παρακάλια, η γυναίκα ξάπλωσε

καί σήκωσε τό φόρεμά της, εγώ προτίμησα νά μαζέψω τά νομίσμα-

τα πού έπεσαν—κι όλα αυτά γιά έναν Πεισίστρατο, όπως έλεγαν

τό καφενείο όπου έπινα τά κονιάκ μου, κι ύστερα οι θαμώνες γελού-

σαν καθώς αποκοιμιόμουν στήν καρέκλα, αλλά τί νά `κανε, πού οι

νεκροί κάθονται άγρυπνοι μές στόν ύπνο μας καί πρέπει νά κοιμη-

θούμε καί γιά κείνους…


                                                                  Autumn Comment


     The gist of my story was a black reclining chair—though

where is the house now, where is the fruit bowl with the old

invitations, the napkins that concealed our laughter—only

the lamp is lit in the empty room, like someone who talks

to himself ignorant of the danger or like a woman you never

knew yet you must have fallen in love once

     amid the endless loneliness of an autumn day.


                                                              Φθινοπωρινό σχόλιο


     Τό ουσιώδες στή μικρή ιστορία μου ήταν μιά μάυρη κουνιστή

πολυθρόνα—αλλά πού είναι τώρα τό σπίτι, πού είναι η φρουτιέρα

μέ τά παλιά επισκεπτήρια, οι πετσέτες πού πνίγαμε τά γέλια—

μόνον η λάμπα καίει ακόμα στήν άδεια κάμαρα, σάν κάποιον πού

συνομιλεί μέ τον εαυτό τουαγνοώντας τούς κινδύνους ή όπως μιά

γυναίκα πού δέν τή γνώρισες ποτέ κι όμως θά πρέπει κάποτα νά

`χατε αγαπηθεί πολύ

     μές στήν ατέλειωτη ερήμωση μιάς μέρας φθινοπώρου.




                                                                    New Professions


    “What are you doing there?” I ask him. “What can I do? He says—

I worry.”

     And he showed me all the closed doors.


                                                                   Νέα επαγγέλματα


     “Τί κάνεις εκεί;” τού λέω. “Τί κάνω, μού λέει—ανησυ-


     Καί μού `δειξε ένα πλήθος πόρτες κλειστές.

~Tasos Livaditis/Τάσος Λειβαδίτης

~Translation by Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη


Κάποιος είχε πολλούς πεθαμένους.

Έσκαβε το χώμα, τούς έθαβε μόνος του.

Πέτρα τήν πέτρα, χώμα τό χώμα

έφτιαξε ένα λόφο.

Πάνου στό λόφο

έφτιαξε τήν προσηλιακή καλύβα του.


Ύστερα χάραξε δρομάκια

φύτεψε δέντρα

προσεχτικά, γεωμετρικά, συλλογισμένα.

Τό μάτι του χαμογελούσε.

Τό χέρι του δέν έτρεμε ποτέ.

Ο λόφος.


Εκεί ανεβαίνουν τ’ απογεύματα τής Κυριακής

οι μητέρες σπρώχνοντας τά καροτσάκια τών παιδιών τους

οι εργάτες τής συνοικίας μέ πλυμένο πουκάμισο

να λιαστούν καί ν’ανασάνουν λίγο αέρα.

Εκεί τά ζευγαράκια σεργιανάνε τό απόβραδο

μαθαίνουν νά διαβάζουν τ’ αστέρια.

Κάτου απ’ τά δέντρα ένα παιδί παίζει μιά φυσαρμόνικα.

Ο λεμοναδάς διαλαλεί τίς γκαζόζες του.


Πάνου στό λόφο, όλοι ξέρουν

πώς είναι πιό κοντά στόν ουρανό.


Όμως κανένας δέν ξέρει πώς έγινε ο λόφος,

κανένας δέν ξέρει πόσοι κοιμούνται στά σπλάχνα τού λόφου.



~Γιάννης Ρίτσος


Someone had a lot of dead people

He dug the ground he buried them himself

Stone by stone earth on earth

he built a hill

On top of the hill

he built his cabin facing the sun


After that he opened pathways

he planted trees

carefully geometrically thoughtfully

His eye was always smiling

His hand wasn’t trembling

The hill


There on Sunday afternoons mothers climb

pushing their baby carriages

the workers of the neighborhood in clean shirts

go there to sunbathe and breath some fresh air

There at twilight pairs in love saunter

and learn to read the stars

Under the trees a child plays harmonica

The pop vendor yells about his lemonade


On the hill they all know

that they are closer to the sky


But no one knows how the hill was built

no one knows how many sleep in the hills’ bowels


~Yannis Ritsos-Poems

Translation by Manolis Aligizakis