Posts Tagged ‘wind’

kiki-dimoula

ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Ένα κομμάτι άνεμος που έπεσε στο δρόμο
κάθισε κι έπαιξε
στα σύρματα του ηλεκτρικού
μια μελωδία σιγανή
αφιερωμένη στη διάθεσή μου.
Αυτή για μια στιγμή μονάχα
ανασηκώθηκε και κοίταξε,
ύστερα αμετάπειστη και αδιάφορη
ξαναβυθίστηκε εντός μου.

AFTERNOON

A piece of the wind that fell on the street
sat on the electric wires
and in low tone
played a melody
dedicated to my mood.
This melody rose
momentarily and gazed;
then unconvinced and indifferent
re-sank deep inside me

~ΕΡΕΒΟΣ-EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

Advertisements

12714293_10205989244719169_1900460297_n

ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΥΚΟΛΟ

Δεν ήταν εύκολο να διακρίνω
το ύψος της κορμοστασιάς σου,

μακριά μου ήταν κι ο καθρέφτης
κι ήταν φθινόπωρο

που το φύλλο εκείνο
το τελευταίο σε περίμενε,

όπως κι εγώ,

στ’ αγέρα την αγκάλη
να παραδοθείς.
IT WASN’T EASY

It wasn’t easy to discern
the height of your stature

mirror was far from me
and it was autumn

and that leaf
the last one waited as I did

for you

to fall into the wind’s
embrace

 

~FILDISI PUBLICATIONS, ATHENS, GREECE, MARCH, 2015

12714293_10205989244719169_1900460297_n

ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΥΚΟΛΟ

Δεν ήταν εύκολο να διακρίνω
το ύψος της κορμοστασιάς σου,

μακριά μου ήταν κι ο καθρέφτης
κι ήταν φθινόπωρο

που το φύλλο εκείνο
το τελευταίο σε περίμενε,

όπως κι εγώ,

στ’ αγέρα την αγκάλη
να παραδοθείς.

IT WASN’T EASY

It wasn’t easy to discern
the height of your stature

mirror was far from me
and it was autumn

and that leaf
the last one waited as I did

for you

to fall into the wind’s
embrace

nostos and algos cover

ΚΛΑΔΙΑ

Σπασμένα κλαδια δέντρου
μπλεγμένα σαν τα όνειρα
που κάποτε είχες στου αγέρα
το καλόβολο φύσημα και πώς
να ξεμπερδέψεις με την άγκυρα
που έδεσες στα πόδια σου
και σαν σπασμένο κλαδί κρέμεσαι
απ’ το κενό κι άδοξα
να περιμένεις κάποια λύση
που ξεφεύγει λογικού
και μια παράξενη στατικότητα σε κυβερνά
σαν θάνατος πρίν απ’ το θάνατο

κι είπες—

πιλότος θα γίνω στην επόμενη ζωή
για να πετώ ψηλά στα σύννεφα.
BRANCHES

Broken branches of the tree
entwined like the dreams
you once had
free in the wind’s temper and
how you managed to tie
an anchor on your ankle and now
you hang from a tree branch
as though by a thread
over the void waiting for
a solution to your problem
strange stagnation governing
your thoughts like death
before death

and you said—

in the next life I’ll become a pilot
to fly high in the clouds

vernal equinox

CONSPIRACY
Wind conspired with him
blowing faintly yet enough

to lift her skirt somewhat
as she climbed the top step

and his lens caught by
her rosy g-string

no need for camera
his iris rests in heaven

retaining perfect contour
of undulating sand dunes

her glamorous inviting bay
ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ

Ο αγέρας που συνομότησε
φύσηξε απαλά

και σήκωσε ελαφρά τη φούστα της
καθώς έφτασε στο τελευταίο σκαλοπάτι

κι ο φακός του συνέλαβε την εικόνα
το ρόδινο στριγκάκι της

οι ίριδές του πετούν στα σύννεφα από χαρά
που αποτύπωσαν υπέροχες καμπύλες
αμμουδιές λαχταριστές

και τον εκλυστικό προκλητικό της κόλπο
~ “Vernal Equinox”, by Manolis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2011
http://www.ekstasiseditions.com

!cid_178308138DCA4B20A98C2CCBFAB16FA0@userHP

ΖΥΓΟΣ

Ἐπίσημη ξένη καί ὡραία πού γυμνώνεις
τό χαῖρε
καί τόν ἥλιο ὡς τό κόκκαλο,
πού σπέρνεις τήν πλευρά τῆς χίμαιρας.
Σέ χαιρετοῦν
σάν ἀνοίγουν οἱ ὧρες μας
μέ τά φτερά τῶν ἀνέμων μαρμαίροντα
μέ τά τραγούδια στά γενέθλια τῆς θάλασσας.
Σε χαιρετοῦν
σάν βουλιάζουν οἱ πόθοι μας
διάττοντες γλάροι στήν κλεψύδρα τοῦ γέλιου σου,
ἐθελοντές τοῦ πανάρχαιου ἔπους
μέ τά κύκλια γυρίσματα.
Ἐπίσημη ξένη καί ὡραία
καλῶς μᾶς κόπιασες ὡς νά κοπάσεις.

LIBRA
Solemn and beautiful stranger
you who undresses
the salute and the sun to the bone
who sows the side of a daydream.
Our hours as they unfold
salute you
with feathers of winds they gleam
with songs during the sea’s birthday.
They salute you
as our lust sinks
shooting stars-seagulls
in the hourglass of your laughter
volunteers of the ancient epic
with its circular returns.
Solemn and beautiful stranger
welcome till you exhaust yourself.

~Δημήτρη Λιαντίνη “Οι Ώρες των Άστρων»/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis “Hour of the Stars”/Translated by Manolis Aligizakis

 

ritsos front cover

Ο χωροφύλακας περνάει μέ τό βραδινό συσσίτιο στήν καραβάνα του

η χλαίνη του χτυπάει στόν άνεμο σά λαμαρίνα στόν προσφυγικό

      συνοικισμό.

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους μέσα σ’ ένα απόγευμα πού

     ανάβουν τά φώτα τόσο νωρίς

όταν τό μαγκάλι ανάβει στήν ξώπορτα τού φτωχόσπιτου

όταν μιά μακριά ουρά από κόκκινες σπίθες τινάζεται στόν άνεμο

καί θά μπορούσε νάναι ένα άλογο πού καλπάζει στά παραμύθια

ένα άλογο πού μπορείς καί σύ κι εγώ νά καβαλλικέψουμε

καί νά μάς πάει όπου θέμε—σ’ ένα χωράφι παπαρούνες

όπου γελάνε τά κορίτσια—όπου θέμε—ένα άλογο—

 

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους όταν εσύ κι εγώ πεινάμε

όταν διψάμε χώρια είτε μαζί—τό ίδιο διψάμε,

τί μάς χωρίζει; νάσαι σύ ο φρουρός καί γώ ο εξόριστος

όταν η λέξη μητέρα ξέρουμε κ’ οι δυό μας τί θά πεί

όταν οπαγώνουν τ’ αυτιά καί τών δυονώ μας μέ τόν άνεμο

κι όταν στήν τσέπη μας κρατάμε λίγα χρώματα απ’ τό δείλι

σάν τά χαρτνομίσματα μιάς άλλης εποχής πού δέν μπορείς μ’ αυτά

     ν’ αγοράσεις τίποτα στίς μέρες μας;

 

The policeman goes by with the evening meal in his mess tin

his greatcoat flaps in the wind like sheet metal in the refugee

       settlement.

Then what separates people in this afternoon when the lights

      are turned on so early

when a brazier is put on in the front door of the poor dwelling

when a long tail of red sparkles blows up in the wind

and it could be a horse galloping in fairy tales

a horse that you and I can ride on

and it can take us wherever we want – to a poppy field

where girls laugh – whatever we want – one horse –

Then what separates people when you and I are hungry

when we thirst together or on our own – we thirst the same way

what separates us? That you are the guard and I am the exiled

when we both know the meaning of the word mother

when both our ears freeze by the wind

and when we hold a few colors of dusk in our pockets

like money of another era that can’t buy you

      anything these days?

Γιάννη Ρίτσου-Ακροβολισμός/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Skirmish/Translated by Manolis Aligizakis

ritsos front cover

Συμπαράσταση

Ο άνεμος κουβεντιάζει μπροστά στά παράθυρα

όπως εκείνοι πού πρόκειται νά χωρίσουν.

Τά έπιπλα γίνονται σάν τά φτωχά κορίτσια πού μαζεύουν

τίς πεσμένες ελιές. Η βραδιά περπατάει κάτω απ’ τά λιόδεντρα

ολομόναχη, κι ο κάμπος μέ τά θερισμένα στάχυα

είναι μιά άρνηση. Τό παλιό δέρμα τού τζίτζικα

μοιάζει μ’ ένα μικρό καμπαναριό γκρεμισμένο στά ξερά χόρτα.

Έρχεται αργότερα η ψιχάλα—κυνηγάει τά σπουργίτια,

αργά τό φεγγάρι πλαγιάζει κάτου απ’ τά κυπαρίσσια

σάν τό παρατημένο αλέτρι. Ο ζευγολάτης

κοιμάται κάτου απ’ τό χώμα—

η γυναίκα του μονάχη μέ τό σκυλί καί τό λιγνό βόδι.

Τά χέρια τής σιωπής είναι παγωμένα

έτσι πού δένει κάτου απ’ τό πηγούνι της τό μαύρο τσεμπέρι της.

Όμως στό ξύλο τού αλετριού μένει τό χνάρι τού χεριού του πιό

        δυνατό απ’ τό χέρι του

κι η ράχη τής καρέκλας κρατάει ζεστό τό φάρδος τής πλάτης του.

Γιά τούτα τ’ ασήμαντα πράματα—δέν ξέρω—

θέλω νά γράψω ένα μικρό τραγούδι πού νά δείχνει πώς δέν ξέρω

τίποτα γιά όλ’ αυτά, μόνο πώς είναι αυτά όπως είναι

μονάχα, καταμόναχα κι ούτε ζητάνε καμιά μεσολάβηση

ανάμεσα σ’ εκείνα καί σέ κάποιον άλλον.

Solidarity

The wind converses with the windows

like those who are going to separate.

The furniture becomes like the poor girls who gather

fallen olives. The evening walks under the olive trees

all alone and the field with harvested wheat

is a denial. The shed husk of the cicada

resembles a small bell-tower fallen on dry grass.

Later, the drizzle comes – it hunts the sparrows,

slowly the moon lies down under the cypresses

like the abandoned plow. The plowman

sleeps beneath the soil –

his wife alone with the dog and the thin ox.

The hands of silence are frozen

as she ties her black headscarf under her chin.

But the trace of his hand stays on the wood of the plow

          more strong than his hand

and the chair’s back retains the warmth of his broad shoulder blades.

About these insignificant things – I don’t know –

I want to write a small song that will show I don’t know

anything about them, only that they are as they are

alone, completely alone and they don’t ask for any mediation

between themselves and someone else.

Γιάννης Ρίτσος “Εκλεγμένα Ποιήματα”/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos “Selected Poems”/Translation by Manolis

www.ekstasiseditions.com

vernal equinox

GLAMOROUS

Wind conspired with him
blowing faintly yet enough

to lift her skirt somewhat
as she climbed the top step

and his lens caught by
her rosy g-string

no need for camera
his iris rests in heaven

retaining perfect contour
of undulating sand dunes

glamorous inviting sea-cave

ΕΛΚΥΣΤΙΚΟΣ

Ο αγέρας συνομώτησε

και φύσηξε απαλά

κι ελαφρά σήκωσε τη φούστα της

καθώς έφτασε στο πιο ψηλό σκαλοπάτι

κι ο φακός του συνέλαβε την εικόνα

του ρόδινης κυλόττας της

ίριδα πετά στα σύννεφα από χαρά

που αποτύπωσε υπέροχες καμπύλες

αμμουδιές λαχταριστές

και την εκλυστική της θαλασσινή σπηλιά

~’Vernal Equinox’, by Manolis

http://www.ekstasiseditions.com
.