Archive for November, 2013

ritsos front cover

Ο χωροφύλακας περνάει μέ τό βραδινό συσσίτιο στήν καραβάνα του

η χλαίνη του χτυπάει στόν άνεμο σά λαμαρίνα στόν προσφυγικό

      συνοικισμό.

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους μέσα σ’ ένα απόγευμα πού

     ανάβουν τά φώτα τόσο νωρίς

όταν τό μαγκάλι ανάβει στήν ξώπορτα τού φτωχόσπιτου

όταν μιά μακριά ουρά από κόκκινες σπίθες τινάζεται στόν άνεμο

καί θά μπορούσε νάναι ένα άλογο πού καλπάζει στά παραμύθια

ένα άλογο πού μπορείς καί σύ κι εγώ νά καβαλλικέψουμε

καί νά μάς πάει όπου θέμε—σ’ ένα χωράφι παπαρούνες

όπου γελάνε τά κορίτσια—όπου θέμε—ένα άλογο—

 

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους όταν εσύ κι εγώ πεινάμε

όταν διψάμε χώρια είτε μαζί—τό ίδιο διψάμε,

τί μάς χωρίζει; νάσαι σύ ο φρουρός καί γώ ο εξόριστος

όταν η λέξη μητέρα ξέρουμε κ’ οι δυό μας τί θά πεί

όταν οπαγώνουν τ’ αυτιά καί τών δυονώ μας μέ τόν άνεμο

κι όταν στήν τσέπη μας κρατάμε λίγα χρώματα απ’ τό δείλι

σάν τά χαρτνομίσματα μιάς άλλης εποχής πού δέν μπορείς μ’ αυτά

     ν’ αγοράσεις τίποτα στίς μέρες μας;

 

The policeman goes by with the evening meal in his mess tin

his greatcoat flaps in the wind like sheet metal in the refugee

       settlement.

Then what separates people in this afternoon when the lights

      are turned on so early

when a brazier is put on in the front door of the poor dwelling

when a long tail of red sparkles blows up in the wind

and it could be a horse galloping in fairy tales

a horse that you and I can ride on

and it can take us wherever we want – to a poppy field

where girls laugh – whatever we want – one horse –

Then what separates people when you and I are hungry

when we thirst together or on our own – we thirst the same way

what separates us? That you are the guard and I am the exiled

when we both know the meaning of the word mother

when both our ears freeze by the wind

and when we hold a few colors of dusk in our pockets

like money of another era that can’t buy you

      anything these days?

Γιάννη Ρίτσου-Ακροβολισμός/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Skirmish/Translated by Manolis Aligizakis

Advertisements

Cloe and Alexandra_cover_aug265

Πηνελόπη ΙΙ

Περίμενα, περίμενα

xωρίς κορμί, μόνο ψυχή-καπνός για την εστία.

Είχα βέβαια και το κέντημα για παρηγοριά.

Ύστερα ήταν κι οι μνηστήρες

όμως έπληττα θανάσιμα με τα χοντρά αστεία.

Κάποια ανακούφιση ο Τηλέμαχος,

όμως κι αυτός έψαχνε τον πατέρα.

Ένα βράδυ έκανα έρωτα με έναν υπηρέτη.

Το σώμα του ζεστό ψωμί

έσταζε μέλι και κρασί.

Δεν με πείραξε που έγινε.

Μόνο ότι πεισματικά η Ιστορία το αγνόησε.

Penelope II

 

I waited and waited

without body, just a soul: smoke

for the fireplace.

Of course I had my yarn for company

then there were the suitors yet

I was bored with their rough jokes.

Telemachus was a relief

although he also searched for his father.

One night I slept with a servant.

His body was like warm bread

dipped in honey and wine.

It happened, it didn’t bother me.

 

Though purposefully history ignored it.

 

Στο στόχαστρο

 

Ήμουν κόκκινο πανί γι’ αυτόν

συνεχώς και με ένταση στο στόχαστρό του.

Στο διηνεκές με σκόπευε,

κι έβαζα επιτηδειότητα στους ελιγμούς, τα ξεγλιστρήματά μου,

λίγο ν’ αναβάλλεται το ξεμονάχιασμα,

που ανενδοίαστα θα έφτανε

στο επίμαχο θέμα: «Δεν μου αρκούνε τα φιλιά,

σε θέλω ολόκληρη».

 

Έγινε συμπτωματικά, απρογραμμάτιστα

και διαγράφηκε στην εντέλεια.

Διαγράφηκε όσο κράτησε

ο περίπατος μας στο λιμανάκι.

Μετά τη στροφή άρχιζαν οι ερημιές

και οι θάμνοι.

Ηλιοκαμένος και ντυμένος στα λευκά

έμοιαζε με φιγουρίνι.

Επέμενε να προχωρήσουμε

και να ξαπλώσουμε στους θάμνους,

μέσα στη σκόνη και το φως

που ανελέητα κυριαρχούσε.

Παράτολμος και αδίστακτος.

Όταν του αρνήθηκα, το είχα κιόλας μετανιώσει.

 

 

In His Scope

 

To him I was like the red cape to the bull

always and intensely in his scope.

He’d always come near me and

with care in my movements I avoided him,

enough to get rid of that alone moment with him,

when he would always say to the point in hand:

‘Kisses aren’t enough

I want the whole of you.’

 

It was a stroke of luck, no particular planning

that it took place to the detail.

We walked along the little cove.

Further on remoteness and shrubs.

He was sunburn and dressed in white

looked like a model.

He insisted to walk and lay down

on the brushes, in the dust,

in the brightness of daylight

that mercilessly reigned everywhere.

Unstoppable and demanding, he was.

When I rejected him, I had already regretted it.

Χλόη και Αλεξάνδρα-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Cloe and Alexandra-Poems/translated by Manolis Aligizakis

George Seferis_cover

On Fri, Nov 22, 2013 at 2:14 PM, Manolis Aligizakis <info@libroslibertad.ca> wrote:

Dear John,

 

Your reference is correct…the poem relates to the monster Hydra killed by Hercules and also to the South Hemisphere Constellation.

This, of course, is based on the notes from the original book: “George Seferis-Collected Poems” by Ikaros Publishers, edition 1979: notes by George Savidis.

 

Hope this clarifies…if you need something else please feel free to contact me at any time.


Best regards


Manolis Aligizakis

 

From:Cochran, John

Sent: Friday, November 22, 2013 10:39 AM

To:info@libroslibertad.ca

Subject: New York Times fact-checking–George Seferis

 

Dear Manolis,

I am fact-checking an article for the New York Times Style Magazine that mentions the Greek poet George Seferis.  Since you are an expert on Seferis’ work, I wonder if I could trouble you with one question.  Our writer, Lawrence Osborne, quotes from Seferis’s poem, “Strophe”:

 

The road shone before me

soft breath of sleep

at the end of a secret feast…

Moment grain of sand

 

that you alone kept

the tragic clepsydra whole

silent as though it had seen Hydra

in the heavenly orchard

 

My question relates to the Hydra reference in the second-to-last line.  Lawrence interprets it as a reference to the Greek island of Hydra.  But it seems to me like it could be a reference to the monster from Greek mythology by that name, or perhaps even to the constellation that is named after the Greek monster?  Would you mind sharing your thoughts on this, strictly on background?  Our deadline is Monday.  Thank you very much.

Best regards,

John

 

John Cochran

Research Editor

T: The New York Times Style Magazine

35774-tl

                             A COMMON ROOM

     I was going up the stairs for a while when an old woman with a black

 hood opened the door, “everyone has died here, she says to me,

for this whatever you say isn’t heard”, then I saw someone crawling

under the sofa, “what is he looking for?” I asked, “Christ, she says to me,

will come a few more times”, the woman started to read the cards

I was scared when I saw her hand pointing at me, “you will miss

your path many a time”, she says to me, “how can I miss it, I say,

I’m crippled, I don’t walk, someone else pulls the cart”, “still, you’ll

miss it”, “you are a whore, I say to her, and you disturb me, a holy man

—and you, if no one wants you why do you tease me?”, “I don’t tease

you, it’s the candle that flickers”, I felt sorry for her, “I know you,

I say to her, in fact it’s possible that we lived together long time ago”,

the time was exactly seven o’clock, I look at my watch and it showed

the same time, “now she’ll start again” I thought in despair, and

the old woman with slow steps went and locked the door.

                          ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΚΑΜΑΡΑ

     Ανέβαινα απ’ ώρα τή σκάλα, μού άνοιξε μιά γριά μέ μιά μαύρη

σκούφια, “εδώ έχουν πεθάνει πολλοί, μού λέει, γι αυτό ό,τι κι άν

πείς δέν ακούγεται”, τότε είδα κάποιον πού σερνόταν κάτω απ’ τόν

καναπέ, “τί ψάχνει;” ρώτησα, “ο Χριστός, μού λέει, θά `ρθει κι

άλλες φορές”, η γυναίκα έριχνε τά χαρτιά, τρόμαξα καθώς είδα τό

χέρι της ν’ ανεβαίνει, “θά χάσεις πολλές φορές τό δρόμο” μού λέει,

“μά πώς θά τόν χάσω, τής λέω, εγώ είμαι ανήπηρος καί δέν περ-

πατάω, άλλος σέρνει τό καροτσάκι”, “κι όμως θά τόν χάσεις” μού

λέει, “είσαι μιά πουτάνα, τής λέω, νά μέ ταράζεις άγιον άνθρωπο

—κι εσύ, αφού κανένας δέ σέ θέλει, γιατί κουνιέσαι;”, “δέν κουνιέ-

μαι εγώ, μού λέει, τό καντήλι τρέμει”, τήν λυπήθηκα, “σέ ξέρω,

τής λέω, δέν αποκλείεται, μάλιστα, νά `χουμε ζήσει πολύν καιρό

μαζί”, η ώρα ήταν επτά ακριβώς, κοίταξα τό ρολόι μου κι έδειχνε

κι εκείνο τό ίδιο, “τώρα αρχίζει” σκέφτηκα μέ απόγνωση, κι η

γριά μέ συρτά βήματα πήγε καί μαντάλωσε τήν πόρτα.

Tasos Livaditis-Short Stories/Translated by Manolis Aligizakis

Τάσος Λειβαδίτης-Μικρές Ιστορίες/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca

Ritsos_front large

I

These trees don’t take comfort in less sky
these rocks don’t take comfort under foreigners’
footsteps,
these faces don’t take comfort but only
in the sun,
these hearts don’t take comfort except in justice.

This landscape is merciless like silence,
it hugs its fiery rocks tightly in its bosom
it hugs tightly in the sun its orphan olive trees
and grapevines,
it clenches its teeth. There is no water. Only light.
The road vanishes in light and the shadow of the fence wall
is made of steel.

Trees, rivers and voices turn to marble
in the sun’s whitewash.
The root stumbles on the marble. The dusty
bulrush
The mule and the rock They all pant There is
no water.
They’ve all been thirsty. For years. They all
chew one bite of sky over their bitterness.

Their eyes are red for lack of sleep,
a deep wrinkle is wedged between their

      eyebrows
like a cypress between two mountains
at sundown.
Their hands are glued onto their rifles,
their rifles are extensions of their hands,
their hands extensions of their souls –
they have anger on their lips
and grief deep within their eyes
like a star in a pothole of salt.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Αυτά τά δέντρα δέ βολεύονται μέ λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δέ βολεύονται κάτου απ’ τά ξένα

      βήματα,

αυτά τά πρόσωπα δέ βολεύονται παρά μόνο στόν

     ήλιο,

αυτές οι καρδιές δέ βολεύονται παρά μόνο στό δίκιο.

Ετούτο τό τοπίο είναι σκληρό σάν τή σιωπή,

σφίγγει στόν κόρφο του τά πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στό φώς τίς ορφανές ελιές του καί τ’ α-

      μπέλια του,

σφίγγει τά δόντια. Δέν υπάρχει νερό. Μονάχα φώς.

Ο δρόμος χάνεται στό φώς κι ο ίσκιος τής μά-

     ντρας είναι σίδερο.

Μαρμάρωσαν τά δέντρα, τά ποτάμια κι οι φωνές

      μές στόν ασβέστη τού ήλιου.

Η ρίζα σκοντάφτει στό μάρμαρο. Τά σκονισμένα

      σκοίνα.

Τό μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δέν υπάρχει

      νερό.

Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μιά μπου-

     κιά ουρανό πάνου απ’ τήν πίκρα τους.

Τά μάτια τους είναι κόκκινα απ’ τήν αγρύπνια,

μιά βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στά φρύδια

    τους

σάν ένα κυπαρίσι ανάμεσα σέ δυό βουνά τό λιό-

      γερμα.

Τό χέρι τους είναι κολλημένο στό ντουφέκι,

τό ντουφέκι είναι συνέχεια τού χεριού τους,

τό χέρι τους είναι συνέχεια τής ψυχής τους—

έχουν στά χείλη τους απάνου τό θυμό

κ’ έχουνε τόν καημό βαθιά-βαθιά στά μάτια τους

σάν ένα αστέρι σέ μιά γούβα αλάτι.

Yannis Ritsos-Romiosini/translated by Manolis Aligizakis

Γιάννης Ρίτσος-Ρωμιοσύνη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca