Archive for November, 2013

ritsos front cover

Ο χωροφύλακας περνάει μέ τό βραδινό συσσίτιο στήν καραβάνα του

η χλαίνη του χτυπάει στόν άνεμο σά λαμαρίνα στόν προσφυγικό

      συνοικισμό.

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους μέσα σ’ ένα απόγευμα πού

     ανάβουν τά φώτα τόσο νωρίς

όταν τό μαγκάλι ανάβει στήν ξώπορτα τού φτωχόσπιτου

όταν μιά μακριά ουρά από κόκκινες σπίθες τινάζεται στόν άνεμο

καί θά μπορούσε νάναι ένα άλογο πού καλπάζει στά παραμύθια

ένα άλογο πού μπορείς καί σύ κι εγώ νά καβαλλικέψουμε

καί νά μάς πάει όπου θέμε—σ’ ένα χωράφι παπαρούνες

όπου γελάνε τά κορίτσια—όπου θέμε—ένα άλογο—

 

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους όταν εσύ κι εγώ πεινάμε

όταν διψάμε χώρια είτε μαζί—τό ίδιο διψάμε,

τί μάς χωρίζει; νάσαι σύ ο φρουρός καί γώ ο εξόριστος

όταν η λέξη μητέρα ξέρουμε κ’ οι δυό μας τί θά πεί

όταν οπαγώνουν τ’ αυτιά καί τών δυονώ μας μέ τόν άνεμο

κι όταν στήν τσέπη μας κρατάμε λίγα χρώματα απ’ τό δείλι

σάν τά χαρτνομίσματα μιάς άλλης εποχής πού δέν μπορείς μ’ αυτά

     ν’ αγοράσεις τίποτα στίς μέρες μας;

 

The policeman goes by with the evening meal in his mess tin

his greatcoat flaps in the wind like sheet metal in the refugee

       settlement.

Then what separates people in this afternoon when the lights

      are turned on so early

when a brazier is put on in the front door of the poor dwelling

when a long tail of red sparkles blows up in the wind

and it could be a horse galloping in fairy tales

a horse that you and I can ride on

and it can take us wherever we want – to a poppy field

where girls laugh – whatever we want – one horse –

Then what separates people when you and I are hungry

when we thirst together or on our own – we thirst the same way

what separates us? That you are the guard and I am the exiled

when we both know the meaning of the word mother

when both our ears freeze by the wind

and when we hold a few colors of dusk in our pockets

like money of another era that can’t buy you

      anything these days?

Γιάννη Ρίτσου-Ακροβολισμός/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Skirmish/Translated by Manolis Aligizakis

Cloe and Alexandra_cover_aug265

Πηνελόπη ΙΙ

Περίμενα, περίμενα

xωρίς κορμί, μόνο ψυχή-καπνός για την εστία.

Είχα βέβαια και το κέντημα για παρηγοριά.

Ύστερα ήταν κι οι μνηστήρες

όμως έπληττα θανάσιμα με τα χοντρά αστεία.

Κάποια ανακούφιση ο Τηλέμαχος,

όμως κι αυτός έψαχνε τον πατέρα.

Ένα βράδυ έκανα έρωτα με έναν υπηρέτη.

Το σώμα του ζεστό ψωμί

έσταζε μέλι και κρασί.

Δεν με πείραξε που έγινε.

Μόνο ότι πεισματικά η Ιστορία το αγνόησε.

Penelope II

 

I waited and waited

without body, just a soul: smoke

for the fireplace.

Of course I had my yarn for company

then there were the suitors yet

I was bored with their rough jokes.

Telemachus was a relief

although he also searched for his father.

One night I slept with a servant.

His body was like warm bread

dipped in honey and wine.

It happened, it didn’t bother me.

 

Though purposefully history ignored it.

 

Στο στόχαστρο

 

Ήμουν κόκκινο πανί γι’ αυτόν

συνεχώς και με ένταση στο στόχαστρό του.

Στο διηνεκές με σκόπευε,

κι έβαζα επιτηδειότητα στους ελιγμούς, τα ξεγλιστρήματά μου,

λίγο ν’ αναβάλλεται το ξεμονάχιασμα,

που ανενδοίαστα θα έφτανε

στο επίμαχο θέμα: «Δεν μου αρκούνε τα φιλιά,

σε θέλω ολόκληρη».

 

Έγινε συμπτωματικά, απρογραμμάτιστα

και διαγράφηκε στην εντέλεια.

Διαγράφηκε όσο κράτησε

ο περίπατος μας στο λιμανάκι.

Μετά τη στροφή άρχιζαν οι ερημιές

και οι θάμνοι.

Ηλιοκαμένος και ντυμένος στα λευκά

έμοιαζε με φιγουρίνι.

Επέμενε να προχωρήσουμε

και να ξαπλώσουμε στους θάμνους,

μέσα στη σκόνη και το φως

που ανελέητα κυριαρχούσε.

Παράτολμος και αδίστακτος.

Όταν του αρνήθηκα, το είχα κιόλας μετανιώσει.

 

 

In His Scope

 

To him I was like the red cape to the bull

always and intensely in his scope.

He’d always come near me and

with care in my movements I avoided him,

enough to get rid of that alone moment with him,

when he would always say to the point in hand:

‘Kisses aren’t enough

I want the whole of you.’

 

It was a stroke of luck, no particular planning

that it took place to the detail.

We walked along the little cove.

Further on remoteness and shrubs.

He was sunburn and dressed in white

looked like a model.

He insisted to walk and lay down

on the brushes, in the dust,

in the brightness of daylight

that mercilessly reigned everywhere.

Unstoppable and demanding, he was.

When I rejected him, I had already regretted it.

Χλόη και Αλεξάνδρα-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Cloe and Alexandra-Poems/translated by Manolis Aligizakis

George Seferis_cover

On Fri, Nov 22, 2013 at 2:14 PM, Manolis Aligizakis <info@libroslibertad.ca> wrote:

Dear John,

 

Your reference is correct…the poem relates to the monster Hydra killed by Hercules and also to the South Hemisphere Constellation.

This, of course, is based on the notes from the original book: “George Seferis-Collected Poems” by Ikaros Publishers, edition 1979: notes by George Savidis.

 

Hope this clarifies…if you need something else please feel free to contact me at any time.


Best regards


Manolis Aligizakis

 

From:Cochran, John

Sent: Friday, November 22, 2013 10:39 AM

To:info@libroslibertad.ca

Subject: New York Times fact-checking–George Seferis

 

Dear Manolis,

I am fact-checking an article for the New York Times Style Magazine that mentions the Greek poet George Seferis.  Since you are an expert on Seferis’ work, I wonder if I could trouble you with one question.  Our writer, Lawrence Osborne, quotes from Seferis’s poem, “Strophe”:

 

The road shone before me

soft breath of sleep

at the end of a secret feast…

Moment grain of sand

 

that you alone kept

the tragic clepsydra whole

silent as though it had seen Hydra

in the heavenly orchard

 

My question relates to the Hydra reference in the second-to-last line.  Lawrence interprets it as a reference to the Greek island of Hydra.  But it seems to me like it could be a reference to the monster from Greek mythology by that name, or perhaps even to the constellation that is named after the Greek monster?  Would you mind sharing your thoughts on this, strictly on background?  Our deadline is Monday.  Thank you very much.

Best regards,

John

 

John Cochran

Research Editor

T: The New York Times Style Magazine

35774-tl

                             A COMMON ROOM

     I was going up the stairs for a while when an old woman with a black

 hood opened the door, “everyone has died here, she says to me,

for this whatever you say isn’t heard”, then I saw someone crawling

under the sofa, “what is he looking for?” I asked, “Christ, she says to me,

will come a few more times”, the woman started to read the cards

I was scared when I saw her hand pointing at me, “you will miss

your path many a time”, she says to me, “how can I miss it, I say,

I’m crippled, I don’t walk, someone else pulls the cart”, “still, you’ll

miss it”, “you are a whore, I say to her, and you disturb me, a holy man

—and you, if no one wants you why do you tease me?”, “I don’t tease

you, it’s the candle that flickers”, I felt sorry for her, “I know you,

I say to her, in fact it’s possible that we lived together long time ago”,

the time was exactly seven o’clock, I look at my watch and it showed

the same time, “now she’ll start again” I thought in despair, and

the old woman with slow steps went and locked the door.

                          ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΚΑΜΑΡΑ

     Ανέβαινα απ’ ώρα τή σκάλα, μού άνοιξε μιά γριά μέ μιά μαύρη

σκούφια, “εδώ έχουν πεθάνει πολλοί, μού λέει, γι αυτό ό,τι κι άν

πείς δέν ακούγεται”, τότε είδα κάποιον πού σερνόταν κάτω απ’ τόν

καναπέ, “τί ψάχνει;” ρώτησα, “ο Χριστός, μού λέει, θά `ρθει κι

άλλες φορές”, η γυναίκα έριχνε τά χαρτιά, τρόμαξα καθώς είδα τό

χέρι της ν’ ανεβαίνει, “θά χάσεις πολλές φορές τό δρόμο” μού λέει,

“μά πώς θά τόν χάσω, τής λέω, εγώ είμαι ανήπηρος καί δέν περ-

πατάω, άλλος σέρνει τό καροτσάκι”, “κι όμως θά τόν χάσεις” μού

λέει, “είσαι μιά πουτάνα, τής λέω, νά μέ ταράζεις άγιον άνθρωπο

—κι εσύ, αφού κανένας δέ σέ θέλει, γιατί κουνιέσαι;”, “δέν κουνιέ-

μαι εγώ, μού λέει, τό καντήλι τρέμει”, τήν λυπήθηκα, “σέ ξέρω,

τής λέω, δέν αποκλείεται, μάλιστα, νά `χουμε ζήσει πολύν καιρό

μαζί”, η ώρα ήταν επτά ακριβώς, κοίταξα τό ρολόι μου κι έδειχνε

κι εκείνο τό ίδιο, “τώρα αρχίζει” σκέφτηκα μέ απόγνωση, κι η

γριά μέ συρτά βήματα πήγε καί μαντάλωσε τήν πόρτα.

Tasos Livaditis-Short Stories/Translated by Manolis Aligizakis

Τάσος Λειβαδίτης-Μικρές Ιστορίες/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca

Ritsos_front large

I

These trees don’t take comfort in less sky
these rocks don’t take comfort under foreigners’
footsteps,
these faces don’t take comfort but only
in the sun,
these hearts don’t take comfort except in justice.

This landscape is merciless like silence,
it hugs its fiery rocks tightly in its bosom
it hugs tightly in the sun its orphan olive trees
and grapevines,
it clenches its teeth. There is no water. Only light.
The road vanishes in light and the shadow of the fence wall
is made of steel.

Trees, rivers and voices turn to marble
in the sun’s whitewash.
The root stumbles on the marble. The dusty
bulrush
The mule and the rock They all pant There is
no water.
They’ve all been thirsty. For years. They all
chew one bite of sky over their bitterness.

Their eyes are red for lack of sleep,
a deep wrinkle is wedged between their

      eyebrows
like a cypress between two mountains
at sundown.
Their hands are glued onto their rifles,
their rifles are extensions of their hands,
their hands extensions of their souls –
they have anger on their lips
and grief deep within their eyes
like a star in a pothole of salt.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Αυτά τά δέντρα δέ βολεύονται μέ λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δέ βολεύονται κάτου απ’ τά ξένα

      βήματα,

αυτά τά πρόσωπα δέ βολεύονται παρά μόνο στόν

     ήλιο,

αυτές οι καρδιές δέ βολεύονται παρά μόνο στό δίκιο.

Ετούτο τό τοπίο είναι σκληρό σάν τή σιωπή,

σφίγγει στόν κόρφο του τά πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στό φώς τίς ορφανές ελιές του καί τ’ α-

      μπέλια του,

σφίγγει τά δόντια. Δέν υπάρχει νερό. Μονάχα φώς.

Ο δρόμος χάνεται στό φώς κι ο ίσκιος τής μά-

     ντρας είναι σίδερο.

Μαρμάρωσαν τά δέντρα, τά ποτάμια κι οι φωνές

      μές στόν ασβέστη τού ήλιου.

Η ρίζα σκοντάφτει στό μάρμαρο. Τά σκονισμένα

      σκοίνα.

Τό μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δέν υπάρχει

      νερό.

Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μιά μπου-

     κιά ουρανό πάνου απ’ τήν πίκρα τους.

Τά μάτια τους είναι κόκκινα απ’ τήν αγρύπνια,

μιά βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στά φρύδια

    τους

σάν ένα κυπαρίσι ανάμεσα σέ δυό βουνά τό λιό-

      γερμα.

Τό χέρι τους είναι κολλημένο στό ντουφέκι,

τό ντουφέκι είναι συνέχεια τού χεριού τους,

τό χέρι τους είναι συνέχεια τής ψυχής τους—

έχουν στά χείλη τους απάνου τό θυμό

κ’ έχουνε τόν καημό βαθιά-βαθιά στά μάτια τους

σάν ένα αστέρι σέ μιά γούβα αλάτι.

Yannis Ritsos-Romiosini/translated by Manolis Aligizakis

Γιάννης Ρίτσος-Ρωμιοσύνη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca

manolis' pic

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Στα κλαδιά του δέντρου

θρόϊσμα φύλλων

προσδιορίζουν

απαλή προσγείωση

κάτω απ’ τις σόλες μου

παιγνίδι γελαστό  και κρύφιο

γκρίζο ομιχλώδες

πρωινό Οχτώβρη

που φέρνει

το χαμόγελο

αναμονή

φλογερού Απρίλη

νεκρανάσταση

φιλοσοφία φύλλων

εξήγηση

προορισμός

αρμονία

AUTUMN

In tree branches

rustle of leaves

definition of fall

soft landing

under my soles

secretly played game

grayish, foggy

October morning

prompts smile

anticipation

of fiery April

resurrection

philosophy of leaves

exegesis

harmony

purpose

~ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ/AUTUMN LEAVES

~ΜΑΝΩΛΗ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗ/MANOLIS ALIGIZAKIS

~Ανέκδοτη Συλλογή/Unpublished Collection

ritsos front cover

November 17th

 

Unbearable silence riddled by the bullets, bitter city

blood, fire, the fallen door, smoke, vinegar

who can say: I’m waiting from deep inside the black?

Young ropewalkers with oversize shoes, with a patch of fire on their foreheads,

red wire, red bird and the lone dog in the blockaded suburbs

while the most pale dawn appears behind the smoked up statues

and you can still hear the last cry fading in the streets

over the tanks, amid the random gunshots.

Then how can you sleep? Then how can you sleep?

 

-Diary of a Week

 

17 Νοεμβρίου


Βαριά σιωπή διάτρητη απ΄τους πυροβολισμούς, πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι,
ποιός θα πει περιμένω μέσα απ’ το μέσα μαύρο.
Μικροί σχοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια μ΄έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο,
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί και το μοναχικό σκυλί στ΄ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω απ΄τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη στις λεωφόρους
πάνω απ΄τα τανκς μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς..
Πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε; πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;

 

ΗμερολόγιομιαςΕβδομάδας

 

Yannis Ritsos-Selected Poems/ΓιάννηςΡίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα

Translated by Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.ekstasiseditions.com

Ritsos_front large

YANNIS RITSOS-SKIRMISH/ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ-ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ

You know the great loneliness of exile

these infuriated seashores that could be ours though

     they are foreign

this air that harasses the window shutters

these window shutters that we have never opened

     or closed

though they still trust us with all afternoons.

 

The moon rises very early stumbling on clouds.

The house of the teacher is all alone by the shore

and the light of the lamp behind the windows is more lonely

      than his daughter’s heart

when she saunters in the plaza of the island at twilight

among the pulled up boats

among the fishermen who listen to the cafe gramophone

      while mending their nets.

 

We saw the sea dusk spending its loneliness without leaving

      anything behind.

We saw the tents flying away with the wind without reaching

     far where they wait for us.

But we had arrived at home

we had lighted the lamp

we had spread a wide smile on the table

and had waited. They didn’t come.

Then it makes no sense to remain in tomorrow – even if you

had arrived

Tomorrow seems so far the same as yesterday.

Fold this big light like a tablecloth. Later on

      the supper.

The flag mast leans on the ground.

The railings of the courtyard drenched by the drops of

      rough seas

same as the wooden steps and the green balcony.

The paint doesn’t hold together – salinity eats away at it

the wind, the sun, the rain. The paint doesn’t hold together

     on these worn-out planks.

Every so often we need new repairs.

Nothing goes right. Poor patch-up jobs.

 

Τήν ξέρεις τή μεγάλη ερημιά τής εξορίας

αυτές τίς θυμωμένες ακρογιαλιές πού μπορέι νάταν δικές μας

      κι είναι ξένες

αυτόν τόν αγέρα πού βασανίζει τά παραθυρόφυλλα

αυτά τά παραθυρόφυλλα πού δέν τ’ ανοίξαμε καί δέν τά κλείσαμε

      ποτέ

καί πού ωστόσο μάς εμπιστεύονται όλα τ’ απογεύματα.

Τό φεγγάρι βγαίνει πολύ νωρίς σκοντάφτοντας στά σύγνεφα.

Τό σπίτι τού δασκάλου είναι καταμόναχο στήν ακροθαλασσιά

καί τό φώς τής λάμπας πίσω απ’ τά τζάμια είναι πιό μονάχο

     απ’ τήν καρδιά τής κόρης του

όταν βγαίνει περίπατο τό δείλι στήν πλατεία τού νησιού

ανάμεσα στίς τραβηγμένες βάρκες

ανάμεσα στούς ψαράδες πού ακούνε τό γραμμόφωνο τού καφε-

     νείου μπαλώνοντας τά δίχτυα τους.

Είδαμε τό θαλασσινό σούρουπο να ξοδεύει τή μοναξιά του χωρίς

     ν’ αφήνει πίσω του τίποτα.

Είδαμε τί σκηνές νά φεύγουν μέ τόν άνεμο χωρίς νά φτάνουν

     εκεί πού μάς περιμένουν.

Μά εμείς είχαμε φτάσει στό σπίτι

είχαμε ανάψει τό φώς

είχαμε στρώσει ένα φαρδύ χαμόγελο στό τραπέζι

καί περιμέναμε. Δέν ήρθαν.

Δέν είναι λοιπόν νά μείνεις στό αύριο—κι άς έχεις φτάσει.

Τ’ αύριο φαίνεται έτσι μακρινό σάν καί τό χτές.

Δίπλωσε αυτό τό μεγάλο φώς σάν τραπεζομάντηλο. Τό δείπνο

      αργότερα.

Τό κοντάρι τής σημαίας ακουμπισμένο στό χώμα.

Τά κάγκελα τού προαύλιου μουσκεμένα απ’ τίς στάλες τής

     φουρτούνας,

τό ίδιο καί τά ξύλινα σκαλιά καί τό πράσινο μπαλκόνι.

Δέ στεριώνει η μπογιά, δέ στεριώνει—τήν τρώει η αρμύρα

ο αγέρας, ο ήλιος, η βροχή. Δέ στεριώνει η μπογιά σέ τούτα τά

      φαγωμένα σανίδια.

Κάθε τόσο χρειάζονται καινούργιες επισκευές.

Δέ γίνεται τίποτα. Φτωχομπαλώματα.

 

 

Γιάννης Ρίτσος-Ακροβολισμός/YannisRitsosSkirmish

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation, Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

 

35774-tl

ΑΠΟΔΡΑΣΗ

     Καθόταν σ’ ένα σκαμνί στό προαύλιο, καί τά χέρια του ήταν

τόσο αδέξια, πού μάς είχαν κιόλας προσπεράσει, “κάποτε θά γκρε-

μίσουν τό σπίτι, μού λέει, καί τότε θά τό βρούν”,

      κάι κάθε τόσο κάποιος τυλιγόταν μ’ ένα σεντόνι στήν άκρη τής

κάμαρας, ήταν η στιγμή πού δραπέτευσε, ώσπου τό σεντόνι έπεφτε

άδειο κάτω στό πάτωμα κι εμείς είχαμε πιά έναν παντοτινό φίλο,

     στούς σταθμούς περίμεναν σειρά οι μετανάστες, κρύβοντας κάτω

απ’ τό παλτό τους τό ταξίδι σάν ένα ετοιμοθάνατο σκυλί,

     κι ο θείος Ηλίας, χρόνια μετά τό θάνατό του, στεκόταν ακόμα

στό πεζοδρόμιο, ο πλούσιος συγγενής μας, όμως, ούτε γύρισε νά

μάς δεί, “θείε, τού είπα, αφού ήξερες, γιατί ξανάρθες;”, “δέν μπο-

ρώ νά κοιμηθώ, μού λέει, πρέπει νά χάσω ακόμα”,

     έκανα νά φύγω, αλλά στήν πάροδο είδα τό μουγκό παιδί, είχε

ακουμπήσει στόν τοίχο κι έκλαιγε, καί τώρα πάνω στόν τοίχο ήταν

ένα μικρό φωτισμένο παρεκκλήσιο, ενώ έξω χιόνιζε κι οι περαστι-

κοί πεθαίναν μέσα στά λόγια τους.

 

ESCAPE

     He sat on the stool by the front yard, his hands so clumsy, they had

already overtaken us “someday they will demolish the house”, he says

to me, and they’ll discover it”

     and every so often at the far end of the room someone wrapped around

him a bed-sheet, it was the time he escaped, until the bed-sheet fell

empty on the floor and we had a friend forever,

     in the stations, the immigrants were lined and waited hiding inside

their overcoats the voyage like a dog on its death bed

     and uncle Elias, our rich relative, years after his death, still stood

on the sidewalk, however, he didn’t turn to look at us, “uncle”, I said,

“since you knew, why you came back?”, “I can’t fall asleep, he says to

me, I still have to lose some more”,

     I tried to leave, but on the side-street I met a deaf boy, he was leaning

on the wall and he was crying, and now on the wall there was a small lit

chapel while outside, snow fell and passers-by drowned in their words.

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translation by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

Image

Ἡ ἀσάλευτη ζωή

Καὶ τ᾿ ἄγαλμα ἀγωνίστηκα γιὰ τὸ ναὸ νὰ πλάσω
στὴν πέτρα τὴ δική μου ἀπάνω,
καὶ νὰ τὸ στήσω ὁλόγυμνο, καὶ νὰ περάσω,
καὶ νὰ περάσω, δίχως νὰ πεθάνω.

καὶ τό ῾πλασα. Κ᾿ οἱ ἄνθρωποι, στενοὶ προσκυνητάδες
στὰ ξόανα τ᾿ ἄπλαστα μπροστὰ καὶ τὰ κακοντυμένα,
θυμοῦ γρικῆσαν τίναγμα καὶ φόβου ἀνατριχάδες,
κ᾿ εἴδανε σὰν ἀντίμαχους καὶ τ᾿ ἄγαλμα κ᾿ ἐμένα.

Καὶ τ᾿ ἄγαλμα στὰ κύμβαλα, κ᾿ ἐμὲ στὴν ἐξορία.
Καὶ πρὸς τὰ ξένα τράβηξα τὸ γοργοπέρασμά μου
καὶ πρὶν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία
ἔσκαψα λάκκο, κ᾿ ἔθαψα στὸ λάκκο τ᾿ ἄγαλμά μου.

Καὶ τοῦ ψιθύρησα: «Ἄφαντο βυθίσου αὐτοῦ καὶ ζῆσε
μὲ τὰ βαθιὰ ριζώματα καὶ μὲ τ᾿ ἀρχαῖα συντρίμμια,
ὅσο ποὺ νἄρθ᾿ ἡ ὥρα σου, ἀθάνατ᾿ ἄνθος εἶσαι,
ναὸς νὰ ντύση καρτερεῖ τὴ θεία δική σου γύμνια!»

Καὶ μ᾿ ἕνα στόμα διάπλατο, καὶ μὲ φωνὴ προφήτη,
μίλησ᾿ ὁ λάκκος: «Ναὸς κανείς, βάθρο οὔτε, φῶς, τοῦ κάκου.
Γιὰ δῶ, γιὰ κεῖ, γιὰ πουθενὰ τὸ ἄνθος σου, ὦ τεχνίτη!
Κάλλιο γιὰ πάντα νὰ χαθῆ μέσ᾿ στ᾿ ἄψαχτα ἑνὸς λάκκου.

Ποτὲ μὴν ἔρθ᾿ ἡ ὥρα του! Κι ἂν ἔρθη κι ἂν προβάλη,
μεστὸς θὰ λάμπη καὶ ὁ ναὸς ἀπὸ λαὸ ἀγαλμάτων,
τ᾿ ἀγάλματα ἀψεγάδιαστα, κ᾿ οἱ πλάστες τρισμεγάλοι
γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στὴ νύχτα τῶν μνημάτων!

Τὸ σήμερα εἴτανε νωρίς, τ᾿ αὔριο ἀργὰ θὰ εἶναι,
δὲ θὰ σοῦ στρέξη τ᾿ ὄνειρο, δὲ θάρθ᾿ ἡ αὐγὴ ποὺ θέλεις,
μὲ τὸν καημὸ τ᾿ ἀθανάτου ποὺ δὲν τὸ φτάνεις, μεῖνε,
κυνηγητὴς τοῦ σύγγνεφου, τοῦ ἴσκιου Πραξιτέλης.

Τὰ τωρινὰ καὶ τ᾿ αὐριανά, βρόχοι καὶ πέλαγα, ὅλα
σύνεργα τοῦ πνιγμοῦ γιὰ σὲ καὶ ὁράματα τῆς πλάνης
μακρότερη ἀπ᾿ τὴ δόξα σου καὶ μία τοῦ κήπου βιόλα
καὶ θὰ περάσης, μάθε το, καὶ θὰ πεθάνης!»

Κ᾿ ἐγὼ ἀποκρίθηκα: «Ἂς περάσω κι ἂς πεθάνω!
Πλάστης κ᾿ ἐγὼ μ᾿ ὅλο τὸ νοῦ καὶ μ᾿ ὅλη τὴν καρδιά μου
λάκκος κι ἂς φάῃ τὸ πλάσμα μου, ἀπὸ τ᾿ ἀθάνατα ὅλα
μπορεῖ ν᾿ ἀξίζει πιὸ πολὺ τὸ γοργοπέρασμά μου».

Motionless Life

And for the temple I struggled to create

a statue on this rock: my body,

to place it naked, and to spend my life

and to spend my life and never die

and I created it. And people, latest worshipers

before the badly dressed wooden statues

felt the thrill of anger and the shiver of fear

and saw the statue and I as combatants.

And they thrashed the statue and sent me to exile.

And to the foreign lands I led my steps

yet before it I offered a strange sacrifice

a grave I dug and deep into it I buried my statue.

And I whispered to it: “unseen spend your days

along with the roots and ancient ruins,

until your time comes, invincible flower that you are

the temple longs to dress your godly nakedness!”

And with its wide open mouth and with the voice of a prophet

the grave spoke: “No temple, nor podium, nor light, a waste.

For here, for there, nowhere your flower, oh, master craftsman!

Let it for ever vanish in the un-rummaged hole.

Let it never have its time! Yet if it appears

let the temple shine filled by the people’s statues

immaculate the statues and the all-great sculptors

come back, Oh phantasm, during the night of the tombs!

Today’s day came early, tomorrow’s will be late

the dream won’t rescue you, the dawn you wish will never come

with the longing of immortality you can’t reach, stay,

a hunter of the cloud, the Praxiteles of the shadow.

The present and tomorrow’s things, snares and seas, all

tools and tricky visions you drawn into

farther from your glory, single violet of the garden

and you will wither, understand it, and you will die.”

And I answered: “Let me wither and let me die!

Creator I also am with my mind and all my heart

let the tomb consume my flesh, my fast passing through

perhaps is worthy more than all these immortal.”

Κωστή Παλαμά-Ασάλευτη Ζωή/Kostis Palamas-Motionless Life

Translated by Manolis Aligizakis