Archive for the ‘Art’ Category

ubermensch_cover

ΕΞΑΡΣΗ

 

Ήταν εκεί ολόρθο το κυπαρίσσι, φρουρός κάποιου

δικού μας μυστικού.

Στον ίσκιο του πάντα νομίσαμε πως είδαμε

την ελαφίνα με το ελαφάκι της να χοροπηδά

ένα γύρω, εικόνες που συχνά οι ονειροπώλοι

σε μεταρσίωση ψυχανεμίζονταν, παντοτινή τους

προσδοκία το αύριο καλύτερο απ’ τη μιζέρια του χθές

και `μεις ζήσαμε σε σώματα που δεν μας αγάπησαν

ίσως ανήκαν σ’ εκείνους τους παμπάλαιους

νεκρούς μας, που δοξασμένοι να `ναι, κι ήταν τότε

που δεχτήκαμε να ενηλικιωθούμε

κι ήρθε τόσο αργά, με βήματα απαλά η ενηλικίωση

σαν τον ανάπηρο που με την πατερίτσα συνθέτει

μελωδία απόκοσμη σαν τον επαίτη με το παλτό

που ποτέ του δεν θέλει να ξεφορτωθεί.

 

 

~ Μου αρέσουν όσοι προσπαθούν να θέσουν ως σκοπό

και μοίρα τους την αρετή. Έτσι μόνο μπορεί κανείς

να ζει και ταυτόχρονα να μη ζεί.

 

 

RAPTURE

 

 

It was there, the straight cypress, guard of our secret.

Under its shade we always thought we saw the doe

with its little fawn jumping. Images of dreamers,

often in their oneiric raptures, forever expectation

of a tomorrow better than the miserable today and

we lived in bodies that never loved us

perhaps they belonged to our ancestors

let them be glorified, when we accepted adulthood

that came slowly, adulthood, with light steps like

a cripple with his crutch who composes his unearthly

melody, like the beggar with the old coat he never

dare discard.

 

 

~ I like those who make virtue their goal and fate. This

is the only way one can be alive and at the same time

dead.

 

ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ//UBERMENSCH, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

www.ekstasiseditions.com

Advertisements

cover

 

Η ΜΟΥΣΙΚΗ

 

Καμιά φορά τα βράδια, ιδιαίτερα όταν βρέχει, ο νους μου τα-

ξιδεύει — πιο συχνά στα παιδικά μου χρόνια. Και τότε ξεπροβάλλει

ο καθηγητής του βιολιού. Φορούσε μια ξεθωριασμένη ρεντικότα και

μια περούκα μαδημένη — γελούσαμε μαζί του. Αλλά όταν μετά το

μάθημα έμπαινε η μητέρα στην κάμαρα (για χάρη της ίσως) έπαι-

ζε κάτι διαφορετικό — μια μελωδία ήρεμη και σοβαρή που μας

έκανε να σοβαρευόμαστε κι εμείς άξαφνα, σα να μαντεύαμε αόριστα

ότι στο βάθος η μουσική δεν είναι πάθος ή όνειρο, νοσταλγία ή

ρεμβασμός

αλλά μια άλλη δικαιοσύνη.

 

 

MUSIC

 

Sometimes at night especially when it rains my mind

travels — quite often to my childhood years. Then the violin

teacher would appear. He wore a faded morning coat and his

disheveled hair piece — we laughed at him. But when after

the lesson my mother would enter the room (for her perhaps)

he would play something different — an harmonious melody

and solemn enough that we suddenly got saddened as if vaguely

guessing that at depth music wasn’t passion or dream, nostalgia

or reverie

but a different kind of justice.

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Ritsos_front large

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ

 

Σ’ αυτό το αέτωμα τί ωραία που συμπλέκονται άνθρωποι κι άλογα—

μέλη γυμνά, γωνίες, καμπύλες, οι θεσπέσιες στάσεις των ποδιών

οι χαίτες,

τα μάρμαρα αναπνέουν, αχνίζουνε στον ήλιο. Ένα άλογο αφηνιάζει,

πηδάει το φράχτη, τριποδίζει. Πίσω του τρέχουν νεαροί επαρχιώτες

βγαίνοντας απ’ τα λαϊκά λουτρά. Τ’ άλογο φτάνει στ’ ακρογιάλι,

υψώνει το λαιμό, κοιτάει τη θάλασσα, ο ορίζοντας σπιθίζει,

ένα πλοιάριο μ’ εκδρομείς περνάει άκρη άκρη, παίζουν κιθάρες

ρίχνουν ποτήρια στο νερό, σαλεύουνε μαντίλια. Ο θάνατος

ανύπαρκτος μέσα στη διαφάνειά του, εδώ που βασιλεύει

το απόλυτο λευκό, κι ένα άλογο παρατηρεί την απεραντωσύνη,

ενώ στο πίσω αριστερό του πόδι το κομμένο του σκοινί σα βραχιόλι.

 

~Αθήνα, 30-12-79

 

 

HELLENIC LINE

 

On this pediment how nicely the people entangle with the horses –

naked limbs, corners, contours, the exquisite leg positions,

the manes;

the marbles breathe, steam in the sunshine. One horse bolts,

jumps over the fence, canters. Behind it run young provincial men

coming out of common baths. The horse reaches the shore

raises its neck, looks at the sea; the horizon sparkles;

a small craft with vacationers goes by; edge to edge guitars are played;

they toss glasses in the water, they wave handkerchiefs. Death is

inexistent in its diaphaneity, here, where the absolute white reigns,

and a horse observes the immenseness, while on

its left hind leg the severed rope shines like a bracelet.

 

~Athens, 30-12-79

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2011

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

Η ΤΕΛΕΙΑ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ

 

Βαριά, σκοτεινά παραπετάσματα πορφυρά ή λαδοπράσινα. Πίσω τους

μεγάλα τρίποδα πιάνα, μπρούτζινα αγάλματα, χρυσόδετοι καθρέφτες,

το φευγαλέο πέρασμα μιας γυναικείας εσθήτας, κι η γυναίκα να λείπει.

Ύστερα κύλησε μια γυάλινη σφαίρα με παράξενο θόρυβο πανένιο.

Το μυστικό που ζητούσε να εκφραστεί γινόταν μυστικώτερο ακόμα.

Ακούγονταν υπόκωφες οι ομιλίες υπηρετών σ’ έναν βαθύτερο χώρο—

ίσως να γδέρναν λαγούς ή να μαδούσαν πουλιά, γιατί, κάθε τόσο,

έπεφταν λίγα πούπουλα χρυσίζοντας πάνω στο σώμα εκείνου

πού `μενε πλαγιασμένος στον κόκκινο τάπητα, ωραίος, μ’ανοιχτά τα χέρια

σαν σταυρωμένος στο πάτωμα, περιμένοντας πάντοτε ωστόσο

(κι αυτό διακρίνονταν στο πονηρό τρεμούλιασμα των κλεισμένων

βλεφάρων)

ν’ αρχίσει η μουσική στα μέσα δωμάτια, να σηκωθεί και να χορέψει.

 

 

PERFECT STAGING

 

Heavy, dark curtains purple or olive green. Behind them

big three-legged pianos, bronze statues, gold-tiled mirrors,

the quick passing of a woman’s bra and the woman is absent.

Then a glass ball rolled with a strange sound as if made of cloth.

The secret yearning to be expressed remained even more secret.

Subterranean voices of servants in a deeper space were heard –

perhaps they were skinning rabbits or plucking bird feathers, because so often

some feathers fell shining like gold over the body of the one

who stayed lying down on the red carpet, handsome, with open arms

as if crucified on the floor, however always waiting

(and this was discerned in the cunning trembling of his closed

eyelids)

the start of the music in the inside rooms that he could stand up and dance.

 

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

 

cover

Η ΠΟΛΗ

 

Περπατάω σκυφτός, είμαι ξένος σ’ αυτή την πόλη, αλλά η

στυφή μυρουδιά απ’ τα δημόσια ουρητήρια με πείθει παράξενα, μια

απ’ τις απολαύσεις μου είναι τα Αστεροσκοπεία, έχουν τουλάχιστο

θέρμανση, κι αν ο υπάλληλος είχε προσέξει το μούτρο μου, θα είχε

προσδιορίσει πολλούς μελλοντικούς κατακλυσμούς, με λίγα λόγια

ένα άθλιο απόγεμα που θα `θελε να κρεμαστεί κανείς — και πράγ-

ματι οι φωνές είχαν σταματήσει, η διαδήλωση μόλις είχε τελειώ-

σει κι οι αστυφύλακες έσβηναν μια ολόκληρη επανάσταση γραμμέ-

νη πάνω στους τοίχους.

 

 

 

THE CITY

 

I walk head down I’m a stranger in this city but

the strong stench from the public washrooms somehow

convinces me; one of my pleasures are the Observatories

they at least have heating and if the clerk had paid

attention to my face he would have observed the future

deluge in a few words a dreadful afternoon when one

wants to hang himself — and indeed the cries had stopped

the demonstration had just ended and the policemen were

erasing one complete revolution written on the walls.

 

TASOS LIVADITIS—SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com