Posts Tagged ‘distance’

ritsos front cover

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Κοιτάζει πάλι, παρατηρεί, διακρίνει
μέσα σε μιαν απόσταση χωρίς καθόλου νόημα,
μες στη διάρκεια που πια δεν ταπεινώνει,
τους σβώλους ναφθαλίνης στη χαρτοσακκούλα,
τα ξερά κληματόφυλλα στον τρύπιο κουβά,
το ποδήλατο στ’ αντικρυνό πεζοδρόμιο.
Άξαφνα
ακούει το χτύπημα πίσω απ’ τον τοίχο,
το ίδιο εκείνο, συνθηματικό, καταμόναχο,
το βαθύτερο χτύπημα. Αισθάνεται αθώος
πούχει ξεχάσει τους νεκρούς.
Τις νύχτες, τώρα
δε χρησιμοποιεί ωτασπίδες—τις έχει αφημένες
μες στο συρτάρι του μαζί με τα παράσημά του
και με την πιο αποτυχημένη τελευταία του προσωπίδα.
Μονάχα που δεν ξέρει άν είναι η τελευταία.
RESURRECTION

He looks again, observes, discerns
in a distance that has no meaning at all,
in the continuance that doesn’t humiliate anymore,
the moth balls in the paper bag,
the dry grape leaves in the leaky pail,
the bicycle on the opposite sidewalk.
Suddenly
he hears the knock behind the wall,
that same one, coded, totally alone,
the deepest knock. He feels innocent
that he has forgotten the dead.
At night, now, he doesn’t
use earplugs anymore – he’s left them
in the drawer along with his medals
and with his last most unsuccessful mask.
Only he doesn’t know whether it’s the last one.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Advertisements

ubermensch cover

FUNERAL

We buried him, yesterday afternoon, in the freshly dug soil,
a small twig that he was, the poet with his thin gray beard.
His only sin: so much he loved the birds that didn’t come
to his funeral.
The sun went down behind the army barracks where the future
dead slept and the lone hawk, lover of songs, sat on the oak
branch; women lamented for the day’s yellow rapture and after
approving everything the hawk flew away, as if to define
distance. Wind blew over the surface of the lake searching
for the traitor who had run to the opposite shore where
judgement was passed and the ancient cross remained with
no corpse.
Everyone felt joyous, wine and finger food had to do with it
the hawk returned without news and the beggar extended
his hand and softly begged:
“two bits, man, God bless your soul, two bits.’

ΚΗΔΕΙΑ

Χθες το απόγευμα, τον θάψαμε στο φρεσκοσκαμμένο χώμα,
λες να `τανε βλαστάρι ενός δεντρού, το ποιητή με τ’ αραιό
γκρίζο γενάκι. Μόνη του αμαρτία που αγαπούσε πολύ
τα πουλιά κι αυτά ξέχασαν στην κηδεία του να έρθουν.
Ο ήλιος έδυσε πίσω απ’ το στρατόπεδο με τους νεκρούς
της αύριον και το γεράκι, μονιάς της λαγκαδιάς, καθόταν
στης οξιάς κλαδί. Γυναίκες κλάψαν για το κίτρινο συναίσθημα
της μέρας και το γεράκι αφού όλα τα επιδοκίμασε, πέταξε
μακρυά τις αποστάσεις για να καθορίσει, ο αγέρας φύσηξε
πάνω απ’ τη λίμνη, λες κι έψαχνε για τον προδότη που είχε
πάει στην αντιπέρα όχθη, εκεί που κρίνονται οι δίκαιοι
κι ο πανάρχαιος σταυρός έμεινε δίχως κορμί.
Όλοι ένιωσαν ευέλπιστοι απ’ το κρασί και τους μεζέδες,
ξανάρθε το γεράκι δίχως να φέρει νέα κι ο ζητιάνος έτεινε
το χέρι και καλοκάγαθα ψυθίριζε:
‘ελεημοσύνη χριστιανοί, ελεημοσύνη.’

~Υπεράνθρωπος/Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

http://www.ekstasiseditions.com