Archive for the ‘Greek Canadian Writers’ Category

ubermensch_cover

ΕΞΑΡΣΗ

 

Ήταν εκεί ολόρθο το κυπαρίσσι, φρουρός κάποιου

δικού μας μυστικού.

Στον ίσκιο του πάντα νομίσαμε πως είδαμε

την ελαφίνα με το ελαφάκι της να χοροπηδά

ένα γύρω, εικόνες που συχνά οι ονειροπώλοι

σε μεταρσίωση ψυχανεμίζονταν, παντοτινή τους

προσδοκία το αύριο καλύτερο απ’ τη μιζέρια του χθές

και `μεις ζήσαμε σε σώματα που δεν μας αγάπησαν

ίσως ανήκαν σ’ εκείνους τους παμπάλαιους

νεκρούς μας, που δοξασμένοι να `ναι, κι ήταν τότε

που δεχτήκαμε να ενηλικιωθούμε

κι ήρθε τόσο αργά, με βήματα απαλά η ενηλικίωση

σαν τον ανάπηρο που με την πατερίτσα συνθέτει

μελωδία απόκοσμη σαν τον επαίτη με το παλτό

που ποτέ του δεν θέλει να ξεφορτωθεί.

 

 

~ Μου αρέσουν όσοι προσπαθούν να θέσουν ως σκοπό

και μοίρα τους την αρετή. Έτσι μόνο μπορεί κανείς

να ζει και ταυτόχρονα να μη ζεί.

 

 

RAPTURE

 

 

It was there, the straight cypress, guard of our secret.

Under its shade we always thought we saw the doe

with its little fawn jumping. Images of dreamers,

often in their oneiric raptures, forever expectation

of a tomorrow better than the miserable today and

we lived in bodies that never loved us

perhaps they belonged to our ancestors

let them be glorified, when we accepted adulthood

that came slowly, adulthood, with light steps like

a cripple with his crutch who composes his unearthly

melody, like the beggar with the old coat he never

dare discard.

 

 

~ I like those who make virtue their goal and fate. This

is the only way one can be alive and at the same time

dead.

 

ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ//UBERMENSCH, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

www.ekstasiseditions.com

Advertisements

cover

Η ΠΟΛΗ

 

Περπατάω σκυφτός, είμαι ξένος σ’ αυτή την πόλη, αλλά η

στυφή μυρουδιά απ’ τα δημόσια ουρητήρια με πείθει παράξενα, μια

απ’ τις απολαύσεις μου είναι τα Αστεροσκοπεία, έχουν τουλάχιστο

θέρμανση, κι αν ο υπάλληλος είχε προσέξει το μούτρο μου, θα είχε

προσδιορίσει πολλούς μελλοντικούς κατακλυσμούς, με λίγα λόγια

ένα άθλιο απόγεμα που θα `θελε να κρεμαστεί κανείς — και πράγ-

ματι οι φωνές είχαν σταματήσει, η διαδήλωση μόλις είχε τελειώ-

σει κι οι αστυφύλακες έσβηναν μια ολόκληρη επανάσταση γραμμέ-

νη πάνω στους τοίχους.

 

 

 

THE CITY

 

I walk head down I’m a stranger in this city but

the strong stench from the public washrooms somehow

convinces me; one of my pleasures are the Observatories

they at least have heating and if the clerk had paid

attention to my face he would have observed the future

deluge in a few words a dreadful afternoon when one

wants to hang himself — and indeed the cries had stopped

the demonstration had just ended and the policemen were

erasing one complete revolution written on the walls.

 

TASOS LIVADITIS—SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

cover

ΤΩΡΑ μαθαίνουμε την υπομονή, πρόσωπα γεμάτα ρήγματα, όπου

χωρούσαν

λογιών κατατρεγμοί, κι άλλοτε παλιοί μύθοι έστεκαν στο δρόμο

και μας γύριζαν πίσω, λεηλασίες, πανικός, ερήμωση. Όμως είναι

στιγμές που στη μνήμη κάποιου περνάει, άξαφνα,

μια αχνή σκηνή απ’ τ’ αλλοτινά μεγάλα, και τότε οι ζητιάνοι

μαζεύουνε το χέρι τους

σαν να `ναι αρκετό, για σήμερα, το κέρδος.

 

 

NOW we learn of patience, faces full of cracks where

you could fit

various persecutions and at other times old myths stood in the road

and turned us back: lootings, panic, devastation. But there’re

moments that suddenly a fresh scene from old great events goes

through someone’s memory and then the beggars

pull back their hand

as though the profit was enough for today.

 

 

 

~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (Απόσπασμα)

V

Κάτσανε κάτου απ᾿ τις ελιὲς το απομεσήμερο
κοσκινίζοντας το σταχτὶ φως με τα χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τις μπαλάσκες τους και λογαριάζαν πόσος μόχτος χώρεσε στο μονοπάτι της νύχτας
πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας
πόσο κουράγιο μες στα μάτια του ξυπόλυτου παιδιού που κράταε τη σημαία.

Είχε απομείνει πάρωρα στον κάμπο το στερνὸ χελιδόνι
ζυγιαζόταν στον αέρα σα μία μαύρη λουρίδα στο μανίκι του φθινοπώρου.
Τίποτ᾿ άλλο δεν έμενε. Μονάχα κάπνιζαν ακόμα τα καμένα σπίτια.
Οι άλλοι μας άφησαν απὸ καιρὸ κάτου απ᾿ τις πέτρες
με το σκισμένο τους πουκάμισο και με τον όρκο τους γραμμένο στην πεσμένη πόρτα.
Δεν έκλαψε κανείς. Δεν είχαμε καιρό. Μόνο που η σιγαλιὰ μεγάλωνε πολὺ
κ᾿ είταν το φως συγυρισμένο κάτου στο γιαλὸ σαν το νοικοκυριὸ της σκοτωμένης.

Τί θα γίνουν τώρα όταν θα `ρθει η βροχὴ μες στο χώμα με τα σάπια πλατανόφυλλα
τί θα γίνουν όταν ο ήλιος στεγνώσει στο χράμι της συγνεφιάς σαν σπασμένος κοριὸς στο χωριάτικο κρεββάτι
όταν σταθεί στην καμινάδα του απόβραδου μπαλσαμωμένο το λελέκι του χιονιού;
Ρίχνουνε αλάτι οι γριὲς μανάδες στη φωτιά, ρίχνουνε χώμα στα μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ᾿ αμπέλια της Μονοβασιάς μη και γλυκάνει μαύρη ρώγα των εχτρών το στόμα,
βάλαν σ᾿ ένα σακκούλι των παππούδων τους τα κόκκαλα μαζὶ με τα μαχαιροπήρουνα
και ταριγυρνάνε έξω απ᾿ τα τείχη της πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο να ριζώσουνε στη νύχτα.

Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μία γλώσσα πιο της κερασιάς, λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη –
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια ή απάνου στα βουνὰ ή κάτου απ᾿ τη θάλασσα, δεν ξεχνάνε –
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη να ρωτήσουν μία μαργαρίτα
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατο τους, πάνου στο βιβλίο ή μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς.
Θα χρειαστεί καιρός. Και πρέπει να μιλήσουμε. Ώσπου να βρουν το ψωμὶ και το δίκιο τους.

Δυο κουπιὰ καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρτούνα. Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει. Καμένο το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;
Στάχτη η ελιά, τ᾿ αμπέλι και το σπίτι.
Βραδιὰ σπαγγοραμμένη με τ᾿ αστέρια της μες στο τσουράπι.
Δάφνη ξερὴ και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου. Δεν τ᾿ άγγιξε η φωτιά.
Καπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι – και να κοχλάζει μόνο το νερὸ στο κλειδωμένο σπίτι. Δεν πρόφτασαν να φάνε.

Απάνω στο καμένο τους πορτόφυλλο οι φλέβες του δάσους – τρέχει το αίμα μες στις φλέβες.
Και να το βήμα γνώριμο. Ποιὸς είναι;
Γνώριμο βήμα με τις πρόκες στον ανήφορο.

Το σύρσιμο της ρίζας μες στην πέτρα. Κάποιος έρχεται.
Το σύνθημα, το παρασύνθημα. Αδελφός. Καλησπέρα.
Θα βρει λοιπὸν το φως τα δέντρα του, θα βρει μία μέρα και το δέντρο τον καρπό του.
Του σκοτωμένου το παγούρι έχει νερὸ και φως ακόμα.
Καλησπέρα, αδερφέ μου. Το ξέρεις. Καλησπέρα.

Στην ξύλινη παράγκα της πουλάει μπαχαρικὰ και ντεμισέδες η γριὰ δύση.
Κανεὶς δεν αγοράζει. Τράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πια να χαμηλώσουν.
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους.

Μέσα στ᾿ αλώνι όπου δειπνήσαν μία νυχτιὰ τα παλληκάρια
μένουνε τα λιοκούκουτσα και το αίμα το ξερό του φεγγαριού
κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ᾿ τ᾿ άρματα τους.
Την άλλη μέρα τα σπουργίτια φάγανε τα ψίχουλα της κουραμάνας τους,
τα παιδιὰ φτιάξανε παιχνίδια με τα σπίρτα τους που ανάψαν τα τσιγάρα τους και τ᾿ αγκάθια τῶν άστρων.

Κ᾿ η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ᾿ τις ελιὲς το απομεσήμερο αντικρὺ στη θάλασσα
αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ᾿ ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της Αγιὰ-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ᾿ ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού στον κόρφο της λιακάδας.
Κ᾿ ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε όλη την καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορὰ την ιστορία του κόσμου.

 

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

V

 

They sat under the olive trees in early afternoon sieving the gray light with their big fingers

they took off their cartridge belts and measured the anguish fitting the path of night

how much bitterness fits in the wild mallow’s knot

how much courage in the eyes of a shoeless child holding up the flag

 

Past its time the last swallow remained in the plains weighed himself in midair like a black band

on the sleeve of autumn

Nothing else remained; only the burnt up houses smoldering.

The others who left us some time ago lay under the rocks

with their ripped shirts and their oaths written on the fallen door

No one cried – we had no time; only silence became deeper

and the light gathered down the shore like the

orderly house of the dead woman.

 

What will become of them when the rain comes amid the rotten plane leaves in the soil?

What will happen to them when the sun dries up in a blanket of cloud

like a crushed bug in a villager’s bed?

when the snow stork stands embalmed on the chimney of last night?

Old mothers scatter salt in the fire they scatter soil over their hair

they have uprooted the grapevines of Monemvasia so that not a black grape

will ever sweeten the enemy’s mouth

they placed in a sack the grandfather’s bones along with their knives and forks

and they go around outside the walls of their country looking

where to grow roots in the night.

 

It’ll be hard to find a tongue less powerful less stony than the cherry tree’s –

those hands that were left in the fields or up on the mountains or down under the sea

do not forget they never forget –

it’ll be difficult for us to forget their hands

it’ll be hard for the hands that grew calluses on the trigger to ask a daisy

to say thank you on their knees or on the book or in the bosom of the starlight

it will take time and we need to speak up until they find their bread and their rights.

 

Two oars rooted down in the sand at dawn in rough seas. Where’s the boat?

A plow embedded in the soil and the wind blowing

burnt up earth Where is the plowman?

Ashes the olive tree the grapevine and the house

Night stitched on with her stars inside the sock

Dried laurel leaves and oregano in the middle-self on the wall Fire couldn’t reach it

smoked up cooking pot in the fire – and the water boils by itself in the locked up house.

They had no time to eat

 

The forest’s veins on their burnt door leaf – blood flows in the veins

And here is the familiar footstep. Who’s he?

Familiar footsteps going uphill the nails of their soles.

 

Crawl of root in the rock. Someone’s coming

The password the response a brother, good evening

So then light will find its trees the tree will find its fruit

the flask of the killed still has water and light

Good evening my brother Good evening.

 

The old Lady West sells herbs and embroidery in her wooden shack

no one buys them. They’ve reached up high.

It’s difficult for them to come down anymore.

It’s difficult for them to fit in their own height.

 

On the threshing floor where the braves ate one night

the olive pits and the dry blood of the moon remain

and their fifteen-syllabic armory

the cypresses and laurels remain all around

Next day sparrows ate the crumbs of their army bread

children made toys out of the matches

that lit their cigarettes and the stars’ thorns

 

And the rock where they sat under olive trees in the afternoon opposite the sea

it will become whitewash in the kiln tomorrow

day after we’ll paint our houses and the bench of Saint Savior

the day after that we’ll plant the seed where they fell asleep

and a pomegranate bud will flash its first baby smile on the breast of sunshine

After that we’ll sit on the soil to read all their hearts

as if we read from the world history for the first time.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

 

nostos and algos cover

HΛΙΟΚΑΜΕΝΗ ΓΗ

 

Στην ηλιοκαμμένη τούτη γη

πάντα χορταίνεις από φως

ποτέ σκοτάδι δεν σε πνίγει.

 

Αέρινα νυχτερινά ενδύματα

γιομίζουν το δωμάτιο με χάρη

μουρμουρητά κυλούν στο ακρογιάλι

 

καμπάνες που ηχούν τη μοναξιά τους

και λέν για μας, στην αγκαλιά του έρωτα

χορδές της λύρας να μιλούν για το λιοπύρι

 

και λέω —

 

σήκωσε λίγο το καπέλο,

κοίταξε το ατέλιωτο γαλάζιο,

κράτησε το πινέλο σου οριζόντια,

 

σημάδεψε το αιώνιο κενό με την ευθύτητα μαέστρου

που περιμένει την υψίφωνο ν’ αρχίσει

προς τη μεριά του ήλιου την κορώνα της

 

 

PARCHED

 

 

In this parched land

you can eat only light

never sleep in darkness

 

nightgowns fill the air with

soft murmurs whooshing on

shore pebbles bells

awaken remoteness

 

talking of us in Eros’ embrace

the lyre’s chords sing of the heat

 

and I say—

 

lift your hat, stare at limpidity

hold your brush horizontally

 

aim at the endless with the posture

of maestro waiting for the soprano

to capture the high notes like the sun

 

NOSTOS AND ALGOS, poetry by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, 2013