Archive for June, 2015

And forever the world the small the Great!

~ Le temps est si clair que
je tremble qu’il ne finisse…

~ André Breton

For Andreas Embeirikos


The sky rests in ignorance
Man rests on the gunwale of sleep
A lucky captive of a flame is exonerated
writing its initials in the dark
Spread in another privileged world of shut eyelids

Lust applies its images nearer the lock
Of the great unsuspected secret that moves toward
its deliverance: life existing in another life
Blood flowing from my eyes, to the actions of
its heroes (discreet star)
And the fear of my hands trembles, rises to the
colors of the oblivion’s escutcheon
I see the laughter that wrote its destiny
I see the hand that gave its shiver
And I am wrapped in clouds that a shovelful of clear sky
easily deciphers.

Trusted light refills my green park, ready I am
to your calling
We are two, and farther down the seashore again
with most well-known cries of the gulls
Wherever I sail here I moor, darkness owes my body
to light
Earth to the sea, rough seas to calmness
Hanging from the fringes of a dawn which purified
nocturnal pasts
I taste the new sounds, achievements of the dew
that believed in trees
A fresh presence proceeds to its roots and
earns the day
Like a heart that finally finds its place
Like a woman who finally feels her youth
And gifts unending lust opening her eyes to the worlds

Blonde day, reward of the sun and Eros.

~ Orientations, Odysseus Elytis, 1940, (Ikaros 2002)

Αιέν ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!

Οι κλεψύδρες του αγνώστου, ζ’ (Οδυσσέας Ελύτης)

Le temps est si clair que
je tremble qu’il ne finisse…

~André Breton
Στον Ανδρέα Εμπειρίκο
Στην άγνοια ξεκουράζεται ο ουρανός
Στην κουπαστή του ύπνου ο άνθρωπος
Τυχερός αιχμάλωτος μιας φλόγας που αθωώνεται γράφοντας τ’ αρχικά της στο σκοτάδι
Απλωμένο σ’ άλλον κόσμο των κλειστών βλεφάρων προνομιούχο
Πιο κοντά στην κλειδαριά
Μεγάλου μυστικού που ανύποπτο σαλεύει προς τη λύτρωση
Εφαρμόζει ο πόθος τις εικόνες του, ζωή που υπάρχει σ’ άλλη ζωή
Αίμα που τρέχει από τα μάτια μου, στις πράξεις των ηρώων του (άστρο εχέμυθο)
Και τρέμει ο μόχθος των χεριών μου, υψώνεται ως τα χρώματα του θυρεού της λήθης
Βλέπω το γέλιο που έγραψε τη μοίρα του
Βλέπω το χέρι που έδωσε το ρίγος του
Και τυλίγομαι σύννεφα που εύκολα ξεδιαλύνει μια φτυαριά ουρανού καθάριου.
Έμπιστο φως ξαναγεμίζεις το άλσος μου, έτοιμος είμαι στο προσκάλεσμά σου
Είμαστε δυο, και παρακάτω η ακροθαλασσιά πάλι με τις πιο γνώριμες κραξιές των γλάρων
Όπου κι αν βάλω πλώρη εδώ αράζω, το σκοτάδι με χρωστάει στο φως
Η γη στη θάλασσα, η φουρτούνα στη γαλήνη
Κρεμασμένος απ’ τα κρόσσια μιας αυγής που εξάγνισε τα νύχτια παρελθόντα
Γεύομαι τους καινούριους ήχους, άθλους της δροσιάς που επίστεψαν στα δέντρα
Μια χλωρή παρουσία προχωράει στις ρίζες της κι αποκτάει τη μέρα
Σαν καρδιά που μπαίνει πια στη θέση της
Σαν γυναίκα που νιώθει πια τα νιάτα της
Και χαρίζει ανοίγοντας τους κόσμους των ματιών της ηδονή ανεξάντλητη
Μέρα ξανθή, του ήλιου ανταμοιβή και του Έρωτα.
~ Από τη συλλογή Προσανατολισμοί (1940) του Οδυσσέα Ελύτη (εκδ. Ίκαρος 2002)




Now the secret hour of our voice
empties the skies and
the morning bread
into our hands

now we forget the crosses
and the serene courtyard
and the decree
of the Delphic Cybil

foreign and deaf at the faucets
that flow in the veins of Creation
deaf and foreign to the brotherly
complicity under the tent

Τώρα κενώνει τους ουρανούς
στά χέρια μας καί τῆς πρωίας
τόν ἄρτο, τῆς μυστικῆς
ὥρας ἡ φωνή.

Τώρα ξεχνᾶμε τούς σταυρούς
καί την αυλή τῆς ἡσυχίας
καί τῆς Σιβύλλας τῆς Δελφικῆς
τήν περγαμηνή.

Κουφοί καί ξένοι στούς κρουνούς
πού κυλᾶνε στίς φλέβες τῆς Δημιουργίας,
κουφοί καί ξένοι στῆς ἀδελφικῆς
συνεργίας τή σκηνή.

~ HOURS OF THE STARS, by Dimitris Liantinis, translated by Manolis Aligizakis,
Libros Libertad, 2015

nostos and algos cover_300


Ancient fires burning
still inside the temples
outside the porticos,

center of the agora
where an eloquent poet once

orated verses before
the paranoid oligarchy
expelled him from the city

images come to us
and nothing has really

changed over eons
except the invention

of bullets to speed
the process of apathy


Προαιώνιες φωτιές καίουν
μέσα στους ναούς
κι έξω στα περιστύλια

και στο κέντρο της αγοράς
που κάποτε ο εύγλωτος ποιητής

πρίν τον εξωστρακίσει
η παρανοϊκη ολιγαρχία
απάγγελνε αιθέριες στροφές.

Εικόνες που έρχονται στη μνήμη
και τίποτα δεν έχει αλλάξει

μέσα στούς αιώνες
παρα η εφεύρεση της σφαίρας

που με ταχύτητα φωτός
κοσμει τη γενικήν απάθεια

~ Nostos and Algos, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2012
~ Φυλλορροές, ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, 2013

nostos and algos cover_300


Ancient fires burning
still inside the temples
outside the porticos,

center of the agora
where an eloquent poet once

orated verses before
the paranoid oligarchy
expelled him from the city

images come to us
and nothing has really

changed over eons
except the invention

of bullets to speed
the process of apathy


Προαιώνιες φωτιές καίουν
μέσα στους ναούς
κι έξω στα περιστύλια

και στο κέντρο της αγοράς
που κάποτε ο εύγλωτος ποιητής

πρίν τον εξωστρακίσει
η παρανοϊκη ολιγαρχία
απάγγελνε αιθέριες στροφές.

Εικόνες που έρχονται στη μνήμη
και τίποτα δεν έχει αλλάξει

μέσα στούς αιώνες
παρα η εφεύρεση της σφαίρας

που με ταχύτητα φωτός
κοσμει τη γενικήν απάθεια

~ Nostos and Algos, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2012
~ Φυλλορροές, ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, 2013


Posted: June 24, 2015 by vequinox in Literature

Hear Me Out_cover_Jun9.indd

T is for Tzoutzi

~Three months after asking her lover to leave, Tzoutzi Matzourani is tormented by his absence. Craziness took hold of them when they were together; now an equal craziness pervades her passionate longing for him to reappear. Her reminiscences and pleadings are addressed directly to him in Hear Me Out: Letters to My Ex-Lover (Libros Libertad $20), translated by Manolis Aligizakis. The urgency of Matzourani’s poetic bereavements reveals how sexual desire can seem like a form of illness, a cruel intoxication. Love lifts us; love debases us. And nothing else matters. Tzoutzi Matzourani lives in Athens; Aligizakis is a publisher in White Rock. 978-1-926763-40-8

~Τρεις μήνες αφ’ ότου έδιωξε τον εραστή της, η Τζούτζη Μαντζουράνη τυρανιέται απ’ την απουσία του. Ήταν ο έρωτάς τους τρέλλα όταν ήταν μαζί και τώρα ένα άλλο είδος τρέλλας διέχεται την βασανιστική της λαχτάρα για το γυρισμό του. Οι αναμνήσεις της και η έκκλησή της που απευθύνεται κατ’ ευθείαν σ’ εκείνον παρουσιάζονται στο βιβλίο Hear Me Out: Letters to My Ex-Lover ((Libros Libertad $20), μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη. Η ένταση του ποιητικού πένθους της Μαντζουράνη αποκαλύπτει πώς η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να παρατηρηθεί σαν ένα είδος ασθένειας, επώδυνη ερωτική μέθη. Ο έρωτας μας ανυψώνει αλλά και μας ταρακουνεί κι απ’ τη βάση μας. Και τίποτε άλλο πια δεν έχει σημασία. Η Τζούτζη Μαντζουράνη ζει στην Αθήνα. Ο Αλυγιζάκης είναι εκδότης στο White Rock. 978-1-926763-40-8 ~Αlan Twigg, BC BookWorld, Jume, 23rd, 2015. Permanent link will be -Alan BC BookWorld ABCBookWorld BCBookLook


Seasons 2


Because you couldn’t decide to leave
because you didn’t feel guilty for any bitterness
because of some tears still fresh
for your old disease you don’t count on
stooped with no lamp over the night again
under the dead roofs of the city
longing for a dawn they had promised you
you’ve travelled for years yearning for a letter
-your viscera full of sins, the guilt-
a morbid extinguished date
no one met me like the past anymore
(nor anyone really longed for dawn)
the way I stayed too that night
foreign and forgotten by everybody
alone only with your company
-with you, being away for so long-
a real stranger in this old café
the way I was alone one night
in this old café
for the whole night in the sleepy café
for one night, in the dirty harbour of Pireus

~Manolis Anagnostakis, Seasons 2, 1948

Εποχές 2

Έτσι όπως πια δεν το αποφάσιζες να φύγεις
Για κάθε πίκρα σου μη νιώθοντας οδύνη
Για κάποια δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμα
Για μιαν αρρώστια σου παλιά μη λογαριάζεις
Σκυμμένος πάλι μες στη νύχτα χωρίς λάμπα
Κάτω απ’ τις στέγες τις νεκρές της πολιτείας
Προσμένοντας μια Αυγή που σου ’χαν τάξει
Χρόνια ταξίδεψες διψώντας κάποιο γράμμα
-Μέσα σου πλήθος τ’ αμαρτήματα, τις τύψεις-
Με μια σβησμένη νοσηρή χρονολογία
Κι ούτε κανείς πια δε μ’ αντάμωσε σαν πρώτα
(Ούτε κανείς, αλήθεια, πρόσμενε να φέξει)
Έτσι όπως έμεινα κι εγώ τότε μια νύχτα
Ξένος ολότελα κι απ’ όλους ξεχασμένος
Με τη δική σου μοναχά τη συντροφιά
-Με σένα τόσα χρόνια μακριά μου-
Ξένος πολύ μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Έτσι όπως έμεινα μονάχος κάποια νύχτα
Μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Στο νυσταγμένο καφενείο όλη τη νύχτα
Στου Πειραιά, νύχτα, το βρώμικο λιμάνι
~Manolis Anagnostakis, Seasons 2, 1948

Hear Me Out_cover_Jun9.indd


Morning Wake Up

My love,

I can endure everything away from you. One I can’t: waking up
next to your vacant pillow.

It’s hard to get used to coming back home alone at night but the
morning wake up is unbearable.

I’m truthful to you I open my eyes and shut them right away. I
don’t want to wake up. I can’t endure to stretch my arm on the
empty side of the bed.

The bathroom misses the sounds of you shaving and the
fragrance of your after shave.

I cover myself to the head with the bed coverings and wish light
wouldn’t come, time won’t come when I’ll have to go down to the
kitchen to make coffee.

In the morning!

The breakfast I prepared for you and the coffee we had together.
When I took you to the garage door and kissed you good

When I looked at you as you drove the car away.

The day that has no reason to commence, no expectation for
your return at night.

Every day from now on.

Day after day until I get used to it.
~Tzoutzi Matzourani, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2015

Cloe and Alexandra_cover_aug265

SPHINX by Cloe Koutsoubelis

The oracle wasn’t distinct enough or I didn’t understand it.
I hoped, then, I hoped again.
With swollen feet, blind, I started off
Sphinx was at the station waiting for me
desperately I asked the same riddle
while I was asking it turned into stone
to dissolve into dust at the end.

It could not deny me for the second time.

Ο χρησμός δεν ήταν ευκρινής ή εγώ δεν τον κατάλαβα.
Ήλπισα τότε, ήλπισα και πάλι.
Χωρίς μάτια ξεκίνησα και με πρησμένα πόδια
η Σφίγγα ήταν στον σταθμό και με περίμενε
απεγνωσμένα έκανα την ίδια ερώτηση,
ενώ ρωτούσα αυτή πέτρωνε
στο τέλος διαλύθηκε σε σκόνη.

Ούτε κι αυτή άντεξε πάλι να μ’ αρνηθεί.

FROM THE BEGINNING by Alexandra Bakonika
We met after some time
and it was as if we started
from the beginning.
I surveyed your face
and didn’t manage to restrain
my blazing desire
because it awaited your body,
its harmonic junctions, its lines.
I sought its weight.
I sought its rage.

Ύστερα από καιρό συναντηθήκαμε
κι ήταν σαν να ξεκινούσαμε
απ’ την αρχή.
Ανέτρεξα τη μορφή σου
και δεν πρόλαβα ν’ αναχαιτίσω
τον πόθο που φούντωσε,
γιατί περίμενε το σώμα σου,
τ’ αρμονικά δεσίματα και τις γραμμές του.
Γύρεψα το βάρος του,
γύρεψα τη λύσσα του.

~ CLOE and ALEXANDRA, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2013



I expand and experience
on plains existing
that the others don’t accept

there I stop and present
my persecuted world
there I recreate it
with small insubordinate tools
there I devote it
to a sun
shapeless, lightless
my personal sun

there I occur

however at sometime
this ends and
I contract and
I violently return
(to calm down)
to the known and acceptable
plain of
the earthly bitterness and

I’m proved to be wrong

~ Kiki Dimoula, from the book “By Default”, Ikaros, Athens, Greece, 1958
~ Poem translated by Manolis Aligizakis



Επεκτείνομαι και βιώνω
σε περιοχές που σαν υπαρκτές
δεν παραδέχονται οι άλλοι.
Εκεί σταματώ και εκθέτω
τον καταδιωγμένο κόσμο μου,
εκεί τον αναπαράγω
με πικρά κι απειθάρχητα μέσα,
εκεί τον αναθέτω
σ’ έναν ήλιο
χωρίς σχήμα, χωρίς φως,
προσωπικό μου.
Εκεί συμβαίνω.
Κάποτε, όμως,
παύει αυτό.
Και συστέλλομαι,
κι επανέρχομαι βίαια
(προς καθησυχασμόν)
στη νόμιμη και παραδεκτή
στην εγκόσμια πίκρα.
Και διαψεύδομαι.
~ Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά, Ίκαρος, Αθήνα, 1958
~ Source of the poem in Greek:


Kiki Dimoula (Greek: Κική Δημουλά; 19 June 1931, Athens) is a Greek poet.
Dimoula’s work is haunted by the existential dissolution of the post-war era. Her central themes are hopelessness, insecurity, absence and oblivion. Using diverse subjects (from a “Marlboro boy” to mobile phones) and twisting grammar in unconventional ways, she accentuates the power of the words through astonishment and surprise, but always manages to retain a sense of hope.
Her poetry has been translated into English, French, German, Swedish, Danish, Spanish, Italian and many other languages. In 2014, the eleventh issue of Tinpahar published ‘Kiki Dimoula in Translation’, which featured three English translations of her better known works.
Dimoula has been awarded the Greek State Prize twice (1971, 1988), as well as the Kostas and Eleni Ouranis Prize (1994) and the Αριστείο Γραμμάτων of the Academy of Athens (2001). She was awarded the European Prize for Literature for 2009. Since 2002, Dimoula is a member of the Academy of Athens
Dimoula worked as a clerk for the Bank of Greece. She was married to the poet Athos Dimoulas (1921–1985), with whom she had two children.


ANGELOS SIKELIANOS, Lyric Life, Icaros, 1968

From the women of Steriu who gathered
at the monastery of Holy Loucas
to decorate the Epitaphios and
from all the dirge singers who
stayed in vigil until Holy Saturday night
who thought of — as sweetly as they sang ! —
that, under the flowers and the shimmering
enamel it was the flesh of dead Adonis
that went through such excruciating pain?
Because even pain
was among the roses and the Epitaphios lament
and the breaths of spring that
came through the church door grew new wings
from the miracle of resurrection and
the wounds of Christ resembling anemonies
by his feet covered with flowers and
their exquisite, their strong fragrance!

But during the night of the same Saturday
when they all lit their candles from
the one at the holy sanctuary to
the back end of the church, like a wave
the light reached the front door, they all
shivered when they heard among the
“Christ’s risen!” a sudden burst of a voice
yelling: “Georgena, Vangelis!”

There he was, the pride of the village, Vangelis
the dream of every girl, Vangelis
who they all thought was killed in the war; he stood
straight up by the church front door, with
a wooden leg, he wouldn’t come inside
the church, as they all with candles in their
hands looked at him, the dancer who shook
the threshing floors of Steriu, once his face
once his leg as if nailed on the threshold
and couldn’t come further in!

Then, let this verse be my witness—
this simple and truthful verse —
from the pew I was standing I
saw the mother to take off her kerchief
and dash with her head down and
embrace the leg, the wooden leg of the soldier —
and as I saw it my verse writes it here,
this simple and truthful verse —
and she cried out deep from her heart
the yell: “my jewel…my Vangelis!”

And let this verse be my witness
this simple and truthful verse —
they all stood behind her, all who had gathered
since the night of Holy Thursday,
with lullabies to lament for the dead
Adonis, hidden in the flowers, now
they burst out along with the mother’s
yell reaching to the pew I stood
and covered my eyes like a peplos!

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, Λυρικός Βίος, Ίκαρος, 1968

Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη – έτσι γλυκά θρηνούσαν! –
πως, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι απ’ τ’ Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη μέση
απ’ τα “Xριστός Aνέστη” μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: “Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!”

Kαι να, ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Kαι τότε – μάρτυράς μου νά ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος –
απ’ το στασίδι πού ‘μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ’ το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
– έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: “Mάτια μου… Bαγγέλη!”

Kι ακόμα, – μάρτυράς μου νά ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…

The source of the Greek version of this post :



Sikelianos was born in Lefkada where he spent his childhood. In 1900 he entered the Law School of Athens but did not graduate.

The next years he travelled extensively and devoted himself to poetry. In 1907, he married American born Eva Palmer. They married in America and moved to Athens in 1908. During that period, Sikelianos came in contact with Greek intellectuals, and in 1909 he published his first collection of poems, Alafroískïotos (The Light-Shadowed), which had an immediate impact and was recognized by critics as an important work. He also befriended fellow writer Nikos Kazantzakis, and in 1914 they spent forty days on Mount Athos, visiting most of the monasteries there and living the life of ascetics. The following year they embarked on a pilgrimage through Greece.
In May 1927, with the support of his wife, Eva Palmer-Sikelianos, Sikelianos held the Delphic Festival as part of his general effort towards the revival of the “Delphic Idea”. Sikelianos believed that the principles which had shaped the classic civilisation, if re-examined, could offer spiritual independence and serve as a means of communication among people.

During the German occupation, he became a source of inspiration to the Greek people, especially through his speech and poem that he recited at the funeral of the poet Kostis Palamas.

In 1949, he was a Nobel Prize for Literature candidate.

He died accidentally in Athens from inadvertently drinking Lysol after having requested Nujol (a medicine) in 1951.