Archive for the ‘Mythical’ Category

PIC # 1

BARBARISM
Opposite free spirited winds
a post, two cross-bars
insignia underscoring
barbed wire of first man
just outside his dark cave
claiming a right over lands
posting his vague presence

concept of freedom within a prison
a rat, a dispirited omen

archaic man made anew

animal spirit in human form
powerful error of nature, fused
element standing erected, albeit
only in its exterior and by chance
a chickadee onto the bar laments
for absent medicine man who cried
according to nature’s benevolence

ΒΑΡΒΑΡΙΖΕΙΝ

Αντίθετα στα λεύτερα πνεύματα
η κολόνα, δυο οριζόντια κλαδιά
διακριτικά που υποβαστάζουν
αγκυλωτό σύρμα πρώτου ανθρώπου
μόλις έξω απ’ τη σκοτεινή σπηλιά του
και διεκδικούν το δικαίωμα γης
κηρύτοντας την παρουσία του ασαφούς

έννοια φυλακισμένης ελευθερίας
αρουραίος, κακός οιωνός

αρχαϊκός άντρας ξανανιωμένος

πνεύμα ζώου μ’ ανθρώπινη μορφή
λάθος τυχαίο της φύσης
αναμιγμένα στοιχεία ολόρθα
μόνο στην εμφάνισή τους
τυχαίο μαυροπούλι στο κλαδί
να κλάψει την απουσία μάγου γιατρού
που μιλούσε την άγια γλώσσα της φύσης

~Chthonian Bodies, collection in the making, Libros Libertad, Vancouver, 2015
~Painting by Ken Kirkby, poem by Manolis Aligizakis

Advertisements

Manolis-hours

EROTIC IDOL

Now the secret hour of our voice
empties the skies and
the morning bread
into our hands

now we forget the crosses
and the serene courtyard
and the decree
of the Delphic Cybil

foreign and deaf at the faucets
that flow in the veins of Creation
deaf and foreign to the brotherly
complicity under the tent

ΕΙΔΩΛΟΝ ΕΡΩΤΙΚΟΝ
Τώρα κενώνει τους ουρανούς
στά χέρια μας καί τῆς πρωίας
τόν ἄρτο, τῆς μυστικῆς
ὥρας ἡ φωνή.

Τώρα ξεχνᾶμε τούς σταυρούς
καί την αυλή τῆς ἡσυχίας
καί τῆς Σιβύλλας τῆς Δελφικῆς
τήν περγαμηνή.

Κουφοί καί ξένοι στούς κρουνούς
πού κυλᾶνε στίς φλέβες τῆς Δημιουργίας,
κουφοί καί ξένοι στῆς ἀδελφικῆς
συνεργίας τή σκηνή.

~ HOURS OF THE STARS, by Dimitris Liantinis, translated by Manolis Aligizakis,
Libros Libertad, 2015

Cloe and Alexandra_cover_aug265

SPHINX by Cloe Koutsoubelis

The oracle wasn’t distinct enough or I didn’t understand it.
I hoped, then, I hoped again.
With swollen feet, blind, I started off
Sphinx was at the station waiting for me
desperately I asked the same riddle
while I was asking it turned into stone
to dissolve into dust at the end.

It could not deny me for the second time.
Η ΣΦΙΓΓΑ

Ο χρησμός δεν ήταν ευκρινής ή εγώ δεν τον κατάλαβα.
Ήλπισα τότε, ήλπισα και πάλι.
Χωρίς μάτια ξεκίνησα και με πρησμένα πόδια
η Σφίγγα ήταν στον σταθμό και με περίμενε
απεγνωσμένα έκανα την ίδια ερώτηση,
ενώ ρωτούσα αυτή πέτρωνε
στο τέλος διαλύθηκε σε σκόνη.

Ούτε κι αυτή άντεξε πάλι να μ’ αρνηθεί.

FROM THE BEGINNING by Alexandra Bakonika
We met after some time
and it was as if we started
from the beginning.
I surveyed your face
and didn’t manage to restrain
my blazing desire
because it awaited your body,
its harmonic junctions, its lines.
I sought its weight.
I sought its rage.

ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΡΧΗ
Ύστερα από καιρό συναντηθήκαμε
κι ήταν σαν να ξεκινούσαμε
απ’ την αρχή.
Ανέτρεξα τη μορφή σου
και δεν πρόλαβα ν’ αναχαιτίσω
τον πόθο που φούντωσε,
γιατί περίμενε το σώμα σου,
τ’ αρμονικά δεσίματα και τις γραμμές του.
Γύρεψα το βάρος του,
γύρεψα τη λύσσα του.

~ CLOE and ALEXANDRA, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2013
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.vequinox.wordpress.com

osios_loukas

ANGELOS SIKELIANOS, Lyric Life, Icaros, 1968

From the women of Steriu who gathered
at the monastery of Holy Loucas
to decorate the Epitaphios and
from all the dirge singers who
stayed in vigil until Holy Saturday night
who thought of — as sweetly as they sang ! —
that, under the flowers and the shimmering
enamel it was the flesh of dead Adonis
that went through such excruciating pain?
Because even pain
was among the roses and the Epitaphios lament
and the breaths of spring that
came through the church door grew new wings
from the miracle of resurrection and
the wounds of Christ resembling anemonies
by his feet covered with flowers and
their exquisite, their strong fragrance!

But during the night of the same Saturday
when they all lit their candles from
the one at the holy sanctuary to
the back end of the church, like a wave
the light reached the front door, they all
shivered when they heard among the
“Christ’s risen!” a sudden burst of a voice
yelling: “Georgena, Vangelis!”

There he was, the pride of the village, Vangelis
the dream of every girl, Vangelis
who they all thought was killed in the war; he stood
straight up by the church front door, with
a wooden leg, he wouldn’t come inside
the church, as they all with candles in their
hands looked at him, the dancer who shook
the threshing floors of Steriu, once his face
once his leg as if nailed on the threshold
and couldn’t come further in!

Then, let this verse be my witness—
this simple and truthful verse —
from the pew I was standing I
saw the mother to take off her kerchief
and dash with her head down and
embrace the leg, the wooden leg of the soldier —
and as I saw it my verse writes it here,
this simple and truthful verse —
and she cried out deep from her heart
the yell: “my jewel…my Vangelis!”

And let this verse be my witness
this simple and truthful verse —
they all stood behind her, all who had gathered
since the night of Holy Thursday,
with lullabies to lament for the dead
Adonis, hidden in the flowers, now
they burst out along with the mother’s
yell reaching to the pew I stood
and covered my eyes like a peplos!

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, Λυρικός Βίος, Ίκαρος, 1968

Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη – έτσι γλυκά θρηνούσαν! –
πως, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι απ’ τ’ Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη μέση
απ’ τα “Xριστός Aνέστη” μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: “Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!”

Kαι να, ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Kαι τότε – μάρτυράς μου νά ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος –
απ’ το στασίδι πού ‘μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ’ το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
– έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: “Mάτια μου… Bαγγέλη!”

Kι ακόμα, – μάρτυράς μου νά ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…

The source of the Greek version of this post : ~www.cantfus.blogspot.gr

Sikelianos

BIOGRAPHY

Sikelianos was born in Lefkada where he spent his childhood. In 1900 he entered the Law School of Athens but did not graduate.

The next years he travelled extensively and devoted himself to poetry. In 1907, he married American born Eva Palmer. They married in America and moved to Athens in 1908. During that period, Sikelianos came in contact with Greek intellectuals, and in 1909 he published his first collection of poems, Alafroískïotos (The Light-Shadowed), which had an immediate impact and was recognized by critics as an important work. He also befriended fellow writer Nikos Kazantzakis, and in 1914 they spent forty days on Mount Athos, visiting most of the monasteries there and living the life of ascetics. The following year they embarked on a pilgrimage through Greece.
In May 1927, with the support of his wife, Eva Palmer-Sikelianos, Sikelianos held the Delphic Festival as part of his general effort towards the revival of the “Delphic Idea”. Sikelianos believed that the principles which had shaped the classic civilisation, if re-examined, could offer spiritual independence and serve as a means of communication among people.

During the German occupation, he became a source of inspiration to the Greek people, especially through his speech and poem that he recited at the funeral of the poet Kostis Palamas.

In 1949, he was a Nobel Prize for Literature candidate.

He died accidentally in Athens from inadvertently drinking Lysol after having requested Nujol (a medicine) in 1951.

~Wikipedia

athena_7

ATHENA

Athena smiled at me when I observed

that everything suited its place
nothing jutted out of position
but the palm tree
in sandy corners of the earth
that needed direction when
early in life I discovered
my secret love: the sea
dark blue and merciless
inviting and ardent punisher
of sins told and petrified

when the goddess chose
of to make my cenotaph and
to erect my statue that
spoke of greatness
true demagogue that I was
with the vague smile
upon my face

she then placed a wilted daffodil
and a fiery red carnation
over my heart
it was a sad day when
I drank water diaphanous to be
it was a diaphanous day
when I vanished
in the azure and
with my legs I strode freely
over my statue’s joy

ΑΘΗΝΑ

Κι η Αθηνά χαμογέλασε που πρόσεξα

πως όλα ταίριαζαν στην θέση τους
τίποτα πουθενά δεν προεξείχε
εκτός από το φοίνικα
σ’ αμμουδερές γωνιές της γης
που χρειαζόταν ρύθμιση
φρέσκος που ήμουν στη ζωή
κι έμαθα την κρυφή μου
αγάπη: θάλασσα
γαλανή κι αμείλικτη
δελεαστική κι αυστηρή τιμωρός
δηλωμένων αμαρτιών και ξεχασμένων

και διάλεξε η Αθηνά μαρμάρινο
το κενοτάφιο να στήσει
και τ’ άγαλμά μου να υψώσει
για τη μεγαλωσύνη
που θα δημαγωγεί
μ’ ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο
το προσωπό μου

κι έβαλε μαραμένο μανουσάκι
κι ένα γαρύφαλλο ολοκόκκινο
στο μέρος της καρδιάς μου

ήταν μια μέρα μελαγχολική
όταν ήπια νερό κι έγινα διάφανος
ήταν μια μέρα διάφανη
όταν εξαφανίστηκα
μες στο βαθύ γαλάζιο
και με τα πόδια μου υπερσκέλιζα
του άγάλματός μου τη χαρά

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.