Archive for February, 2015

images of absence cover


Φύσηξε ο αγέρας
τα πεσμένα φύλλα
γέμισε θάνατο το πεζοδρόμιο
καθώς ο νους μου έτρεξε
στο χαμογέλιο σου
και ξάφνου είδα ένα χορό
μπροστά στα μάτια μου
παράξενο των φύλλων
ν’ αρχινά που λες ζωντάνεψαν
μέσα στη νέκρα τους
και σιγοτραγουδούσαν

τίποτα δεν πεθαίνει
ρυθμό μόνο αλλάζει
η ζωή και φόρεμα


Wind blew
the fallen leaves
death took over
the sidewalk
and my mind
ran to your smile and
suddenly I saw a strange
dance before my eyes
the leaves had commenced
in the slumber
of their death
as if alive they sang

nothing dies
life only changes
its dress and rhythm

~IMAGES OF ABSENCE-ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2015



When I first approached the celebrated painter Ken Kirkby with my idea for a collaboration in creating and publishing a book with his paintings and my poems, I was moved by an artist’s quest for assimilation and search for that common denomination that joins, defines, compliments the work of one through the work of the other. I had never imagined that the result would be a book of such elegance and grace, a book of such warmth and endless light, merging into a delightful balance of both art forms, intermingling in an almost liturgical celebration of the cosmos with all its greatness in its mega or its micro expression.

VESPERS, the book that resulted from this collaboration surely celebrates our labour to successfully evoke a meaning and dynamism at the center of uncertainty and mystery that the world exhumes in every breath it takes; it celebrates the revealing of…

View original post 128 more words



“Manolis weaves an intriguing tale of international malfeasance and its effects on many including two Iraqi war orphans in America and their lovers…”
– Ben Nuttall-Smith

Circle is a political intrigue story that reflects recent world events and their aftermath. The characters are caught between circumstances of their cultures and politics of the times, players who are not what they portray: naïve and cunning, loyal and duplicitous, sentimental and appetite driven.

Hakim wakes up and turning to his side, he looks at Jennifer who’s still asleep. She looks beautiful when she’s asleep, like an angel, he thinks, and he runs his hand down her body.
Like an angel with a nice ass. He smiles at the thought.
It’s Tuesday, 6:00 in the morning, and he has to meet his uncle at the hotel for their ride to the airport. He hurries to the shower. When he’s out of the shower…

View original post 6,128 more words

Cloe and Alexandra_cover_aug265
Perfect Day

It wasn’t the seashore
of Salonica during the daybreak
so cleanly washed by
the hues of the rain
nor the sea
hoarse, violent,
wild lion with blue flames,
it wasn’t the benches in rows
with the fatty loneliness
of their emptiness,
it was that last night I dreamed
perhaps for once
for the first time, first time death
you entered my body
behind my soul
under the mouths of the body
you entered me and stayed.

Η τέλεια μέρα

Δεν ήταν η παραλία
Θεσσαλονίκη ξημερώματα
τόσο τέλεια ξεπλυμένη
στις αποχρώσεις της βροχής,
ούτε η θάλασσα
βραχνή, ορμητική
άγριο λιοντάρι με γαλάζιες φλόγες,
δεν ήταν οι φέτες τα παγκάκια
με την παχύρρευστη μοναξιά
του άδειου τους κενού,
ήταν πως χθες βράδυ ονειρεύτηκα
ότι έστω για μια φορά
φορά πρώτη, φορά θάνατος
ήρθες μέσα μου
πίσω από την ψυχή,
κάτω από τα στόματα του κορμιού,
ήρθες και έμεινες.
Sweet Afternoon

The shape of the square
the shape of the houses which delineate it,
with lit arcades, open air restaurants
and cafes.
Here the young people gather
flood the sidewalks
leave no empty table.
The futility and sensual life of the city
drowned together, dissolved
into the sweet afternoon.
And yet it was inescapable.
Here, where beauty thickened
I entered in awe.

Γλυκό απόγευμα

Το σχήμα της πλατείας,
το σχήμα των σπιτιών που την καθόριζαν,
με φωτεινές καμάρες, υπαίθρια εστιατόρια
και καφετέριες.
Σ’ αυτόν τον χώρο συνωστίζονταν η νεολαία,
κατέκλυζε τα πεζοδρόμια,
δεν άφηνε τραπέζι για τραπέζι.
Η ματαιότητα κι τρυφηλή ζωή της πόλης
πνίγονταν, διαχέονταν
μες στο γλυκό απόγευμα.
Κι όμως ήταν αναπόφευκτο:
σ’ αυτόν τον χώρο που έπηζε η ομορφιά
μπήκα με δέος.

~ “Cloe and Alexandra”, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2013


Posted: February 19, 2015 by vequinox in Literature


vernal equinox


If you didn’t get to the train station

at that exact time you wouldn’t

have met him you wouldn’t have

started dating you wouldn’t have

married you wouldn’t have

the twins graduating this year and

where would you be now

had you taken the next train?


Αν δεν είχες φτάσει στο σταθμό

του τρένου εκείνο ακριβώς το λεπτό

δεν θα τον συναντούσες

δεν θα γνωριζόσαστε

δεν θα βγαίνατε ραντεβού

δεν θα παντρευόσαστε

δεν θα’χατε αποκτήσει τους δίδυμους

που αποφοιτούν εφέτος και

τι θα γινόταν αν είχες πάρει

το επόμενο τρένο

From ‘Vernal Equinox’ by Manolis,

View original post



Σκέφτομαι, κάποτε, σε μια ιδιαίτερη ώρα, να διηγηθώ όλες τις
λεπτομέρειες, πώς, λόγου χάρη, άρχισε αυτή η αθεράπευτη αρρώ-
στια στον απέναντι τοίχο ή για εκείνη τη γυναίκα στο πάρκο, που
ήταν ολόκληρη καρφωμένη πάνω στό παγκάκι, και λέω καρφωμένη
χωρίς ίχνος υπερβολής, τα καρφιά εξείχαν σαν μικρά κουμπιά πάνω
απ’ τα ρούχα της, ενώ η τσάντα με την ταυτότητά της κυλούσε
μες στο ρυάκι, για να μην ξέρουμε τίποτα γι αυτήν, κι όπως ανέ-
βηκα στη σοφίτα που μου `χαν παραχωρήσει για τη νύχτα, είδα
πως είχαν μετακομίσει, και δεν έμενε παρά λίγο άχυρο, επειδή
είχαν πάντα το φόβο του ξεπεσμού, κι ήταν στιγμές που όλοι περί-
μεναν το αναπόφευκτο, κι όταν νύχτωνε ήρεμα, ησύχαζαν, γιατί
εκείνοι δεν πηγαινοέρχονταν στο διάδρομο, να δούν ακριβώς πίσω
απ’ την πόρτα του βάθους.
Γι’ αυτό κι εγώ κρατιέμαι παράμερα, με την ελπίδα να ξαναβρώ
εκείνη τη χαμένη ψυχή.


Sometimes, on a special hour, I think of narrating all the details:
how for example this incurable disease started on the opposite wall
or about that woman in the park whose body was nailed on the bench
and I say this without exaggeration; the nails protruded from her cloths
like small buttons while her purse with her identity card floated down
the creek that we couldn’t find out anything about her and as I
went up to the loft they allotted to me for the night I discovered they
had moved and only hay was left behind because they always had
the fear of comedown and there were moments when everyone
anticipated the inescapable and when the night fell serenely they
quietened down because the others weren’t going back and forth
in the hallway to look behind the far end door.
For this I’ve stayed on the sidelines hoping to rediscover that
lost soul.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Vernal Equinox-Εαρινή Ισημερία

Posted: February 14, 2015 by vequinox in Literature


vernal equinox


Little huts
wounded dreamers
arrowed hearts

she said—

looking through
the open window
at a small vessel’s smoke
creating apparitions
of unequivocal grandeur
touch my puberty
with the feather’s softness

she said—

but leave my desire intact


Μικρά καλυβάκια
λαβωμένοι ονειροπώλες
τoξευμένες καρδιές

εκείνη είπε—

αγναντεύοντας μέσα
απ’ το ανοιχτό παράθυρο
του μικρού σκάφους τον καπνό
που δημιουργούσε αιθέριες σκιές
απερίγραφτης ομορφιάς

άγγιξε την ήβη μου

με την απαλότητα του φτερού
εκείνη είπε—
όμως άφησε τον πόθο μου ανέγγιχτο

~”Vernal Equinox”, Ekstasis Editions, Victoria 2011

View original post



Opalescent evening
under the grapevine

lazy memory
runs after the laughter of your eyes

twilight escorts
my nostalgia to look at

your playful irises
to vaguely reflect

in the embrace of my mind


Οπάλινη εσπέρα
κάτω απ’ την κληματαριά

θύμηση νωχελική
τρέχει στο γελάκι των ματιών σου

λυκόφως σιγοντάρει
τη νοσταλγία μου να δω

της ίριδάς σου παίγνιο
ν’ αντιφεγγίζει αμυδρά

στου νου μου την αγκάλη

~IMAGES OF ABSENCE, Ekstasis Editions, 2015



And Zeus had promised my return

to again face the loathly
teeth of the abyss
at the ecliptic hour
of a hot July day as the cicadas’
cantos awaken the high noon
lullabies and
olive tree leaves sieving
sunlight and the loaf
allotted to me
was kneed without yeast
swirls of anger and pictures of people
familiar and bearded old beasts of

my kin
softly sprang up
as if
from the earth’s bottom
to release me
from the commitment
of eternal return

caique sails plastered on the horizon
ambience and nostalgia when
I felt my primeval
fear repeated
nothing but a warning of
my true passing through
the narrow Symplegades

Κι ο Δίας είχε υποσχεθεί την επιστροφή μου
για να ξαναντικρύσω
τα βρώμικα δόντια της αβύσου
κατά τη διάρκεια ελλειπτικής ώρας
ολόθερμης Ιουλίου μέρας
που τα τζιτζίκια θα ξυπνούν το μεσημέρι
με νανουρίσματα
και φύλλα της ελιάς
τον ήλιο θα κρησάρουν
και το ψωμί
στη μοιρασιά που μού `πεσε
χωρίς προζύμι ζυμωμένο
στρόβιλος θυμού τα πανάρχαια θηρία
κι οι εικόνες ανθρώπων γενειοφόρων

η συγγένειά μου
απαλά θα ξεπηδήσει
σα να βγαίνουν
απ’ της γης τον πάτο
να μ’ απαλλάξουν
απ’ το καθήκον
της αιώνιας επιστροφής

πανιά καϊκιών στον ορίζοντα απλωμένα
γλυκιά ατμόσφαιρα και νοσταλγία όταν
ένιωσα τον αρχαίο φόβο
να ξαναγυρίζει
τίποτα παρά μια υπόδειξη
του περάσματός μου
απ’ το στενό των Συμπληγάδων