Archive for October, 2015

11753692_144624882536479_6748902548484954914_n

EROTICISM IN THE POETRY OF MANOLIS ALIGIZAKIS

The poet Manolis Aligizakis has familiarized himself with the tragedy by seeing life through the multi-faceted lens of observation and by living experiences that gave him the ability to perceive first-hand the injustice, exploitation, greediness and the various expressions of violence. Unquestionably the ugliness of this world saddens him like a wound that doesn’t heal. When he feels uncertain with himself and divided in two we find in his poetry a messianic sense that leads him to wish to change the world and make it better free of all ugliness and lawlessness. However he has no illusion that idealism, visions and civility are things easily accomplished. If great gestures and practical action retreat before the opposition, at least what one can achieve through messianic ideas is the beauty through poetry that brings harmony, enjoyment and ultimately truth.
Can Manolis channel beauty as easily as he describes it in his verse? “an old time leader/like an anointed and pious/a musical instrument of free flowing innocence/ready to speak with words that relieve the pain and free the spirit?” Yes and his main tool is his first hand experience of the power of Eros. His psychological makeup draws and transmits authenticity and felicity based on his adoration of and being adored by feminine figures sensual and provocative exposing him into an ecstatic transcendence through their lusting bodies and their devoted deep love and understanding. It’s obvious he finds his contention in being passionately in love with his beloved.
He doesn’t hide that before he was born he wanted to become “a festival song/a bird’s flutter/an evening vesper/a simple sigh/that will scar the lips of his beloved.” If he feels powerless before the inconceivable and undefined Fate, he declares a woman’s embrace invites him and he likes to give in to her passion: “obscure and vague circle/forever indeterminable/and this, the command/and this, the obedience/and this, the orgasm/ and this, the Eros/and this is you.” He feels that being favored by Eros he diffuses his fiery passion with light that fills his erotic verses. As a gallant defender of lust and sensuality and of the true emotions of love he hands down delight and exhilaration of the soul.
Idealism as well as pragmatism, messianism but also tradition in the languor of the senses, love affairs devoted to the ephemeral satisfaction and erotic drunkenness compose the variations of his vast poetic content. Having the maturity of an accomplished poet and the ability to craft evocative imagery in a personal way the poet introduces us in what constitutes the most brilliant expression of his innermost thoughts and beliefs opposite the world of his time and age.
In his book “Ubermensch” his eroticism is somewhat subdued although is part of Manolis’ imagery along with his messianism which is the main stigma Manolis introduces us to in his very first poem.
….truly we
accepted it: our God was dead. Buried him yesterday
afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations
and we felt a lot lighter.
….while fear, I would say,
was hidden deep in our hearts.
….and in an eyrie we filled our chalice
with courage and we mailed it to the four corners of
the universe and promised never to be trapped again
in the idiocy of a system.
The Andian condor we declared heir of the flesh.
The wind and the rain we proclaimed our catharsis.
Evoe, oh, free elements, evoe.
A big part of the western philosophy since the end of Medieval Times doubted the existence of God although that doubt was subdued concealed because of the fear of the church. Only Nietzsche dared stand up and declare the death of God and in its place he proposed the Ubermensch-Superman. Manolis’ poetic vision in in his book Ubermensch is based upon this daring mind of the German philosopher. However who is Ubermensch? What values does he promote for the tormented world? These questions find their answers in this poetry collection which is a way of initiation for encouragement and exaltation. Ubermensch is the great initiate who guides man onto a long and tiring process that will free his soul from the clutches of dogmas thus hoping to contribute to his happiness. He evangelizes man’s rebirth and renewal through gaining free will which is the basis of every spiritual lifting in this earthly life, the only one we have, while the metaphysical hope of the Christian after life is negated.
Free will leads to search, doubt, continuous quest for knowledge, to the brotherhood of men for a more just and more sunlit world, fundamentally it leads to an effort to make the conditions of life better based on self- knowledge and virtue. On the other hand earthly enjoyment shouldn’t be put aside. The Apollonian spirit has to walk parallel to the Dionysian revelry. Dancing, music, poetry possess a central role in the philosophical exaltation Ubermensch proposes. He prompts us to enjoy the delightful aspect of life, to taste it with all our senses. Drunkenness through joy empowers the spirit to endure the arduous path toward philosophy and virtue.
Manolis Algizakis has no illusions that the gaining of free will and spirit is an easy path to follow, it does demand spiritual strength and as an introduction to this poetry book he declares quite clearly:
“For those who dare melt into the concept of freedom and for an infinitesimal fraction of time they can claim: freedom I am. This book is not for the faint-hearted. Dare to read.”
For this poet, the initiates and initiated, the rope walkers and the Ubermenschen resemble a tree that grows and stares the ever brilliant sun while their limbs root deep into the abyss. They have to follow this inescapable duality in order to succeed in the battle of man against the beast.

~ALEXANDRA BAKONIKA, poetess, review written for the magazine ENEKEN, Salonica-Greece, autumn 2014.

~ http://www.apostaktirio.gr

ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗ

Ο ποιητής Μανώλης Αλυγιζάκης έχει εισχωρήσει στην τραγικότητα της ζωής μέσα από ποικίλες, πολυσήμαντες κι έντονες εμπειρίες που του έδωσαν τη δυνατότητα να αντιληφθεί και να βιώσει από πρώτο χέρι την αδικία, την εκμετάλλευση, την απληστία, τις ποικίλες εκφάνσεις της βίας. Αναπόφευκτα η ασχήμια αυτού του κόσμου τον θλίβει σαν μια πληγή που δεν κλείνει. Όσο κι αν αισθάνεται ότι ακόμη και με τον ίδιο τον εαυτό του είναι ανασφαλής και διχασμένος, υφέρπει ένα είδος μεσσιανισμού στην ποίησή του, που σημαίνει ότι θέλει να αλλάξει τον κόσμο, να τον πλάσσει καλύτερο, απαλλαγμένο από κάθε σπίλωμα ασχήμιας και ασυδοσίας. Όμως δεν τρέφει αυταπάτες ότι τα ιδεαλιστικά οράματα είναι ευγενικές προθέσεις που δύσκολα πραγματοποιούνται . Αν οι μεγάλες χειρονομίες μέσα από σχέδια έμπρακτης δράσης οπισθοχωρούν, τουλάχιστον εκείνο που μπορεί να προσφέρει ο μεσσιανισμός του είναι η ομορφιά μέσω της τέχνης της ποίησης που φέρνει την αρμονία, την τέρψη, τη γνώση, τη σοφία και σε τελική ανάλυση την αλήθεια.
Θα αναλογιστεί κανείς αν ο ποιητής Αλυγιζάκης έχει τις δυνατότητες να διοχετεύσει ομορφιά, όπως ακριβώς το περιγράφει στους στίχους του: «σαν ηγέτης παλιάς εποχής, ως χρισμένος ευλαβής, ως μουσικό όργανο γαλήνης με τέλεια ροή αθωότητας/ έτοιμος να μιλήσει με λέξεις που απορροφούν τον πόνο κι ελευθερώνουν το πνεύμα». Οι δυνατότητές του βασίζονται στο πλούσιο μερτικό που έχει στον έρωτα. Ο ψυχισμός του αντλεί και εκπέμπει γνησιότητα κι ευδαιμονία λατρεύοντας και λατρευόμενος από γυναικείες μορφές αισθησιακές, προκλητικές, που τον εκτοξεύουν με τη λαγνεία τους αλλά και με την αφοσιωμένη αγάπη τους σε μια εκστατική υπέρβαση. Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο Αλυγιζάκης βρίσκει την ολοκλήρωση του όντας ερωτευμένος παράφορα με την αγαπημένη του. Ούτε στιγμή δεν κρύβει ότι πριν καν γεννηθεί, ο προορισμός του ήταν να γίνει «τραγούδι του πανηγυριού, πουλιού πέταγμα, εσπερινής ακολουθίας ύμνος, απλός αναστεναγμός, που θα βάψει τα χείλη της αγαπημένης του». Αν νιώθει αδύναμος μπροστά στο απροσδιόριστο κι αδιευκρίνιστο πεπρωμένο, δηλώνει ότι η γυναικεία αγκαλιά τον καλεί, και παράφορα της παραδίνεται. Διαβάζουμε στίχους του για την αγαπημένη: « σε σχήμα κύκλου το άπειρο/αιώνια απροσδιόριστο/ και αυτό η διαταγή/ και αυτό η υποταγή/κι αυτό ο οργασμός/ και αυτό ο έρωτας/ κι αυτό είσαι εσύ». Ο Αλυγιζάκης ως ευνοημένος από τον έρωτα διαχέει την πλησμονή του πάθους και γεμίζει με φως την ερωτική του ποίηση. Ως ανδρείος της ηδονής, των αισθήσεων και των γνήσιων αισθημάτων αγάπης μεταλαμπαδεύει ευφροσύνη κι αγαλλίαση ψυχής.
Ιδεαλισμός αλλά και πραγματισμός, μεσσιανισμός αλλά και παράδοση στη αποχαύνωση των αισθήσεων, έρωτες προσήλωσης αλλά και έρωτες εφήμερης μεθυστικής λαγνείας συνθέτουν τις εναλλαγές περιεχομένου στο έργο του. Διαθέτοντας ώριμη έκφραση έμπειρου τεχνίτη που διαχειρίζεται με δεξιοτεχνία το λόγο, ο ποιητής μάς εισάγει σε ό,τι αποτελεί την αυθεντικότερη έκθεση του εσώτερου εαυτού και της στάσης του απέναντι στον κόσμο και την εποχή του.

Στη συλλογή του « Υπεράνθρωπος» ο ερωτισμός του περιορίζεται αρκετά, χωρίς, βέβαια, να παύει να δίνει ουσιαστικό τόνο. Ο μεσσιανισμός επανέρχεται ισχυρότερος και αφήνει το έντονο στίγμα του. Από το πρώτο κιόλας ποίημα διαβάζουμε τους καίριους στίχους:
Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε
ο θεός μας. Τον θάψαμε χθες το απόγευμα χωρίς
τραγούδια ή παιάνες, χωρίς κλαυθμούς και μοιρολόγια
κι ανάλαφροι νιώσαμε
………………………..
ενώ ο φόβος θάλεγα, βαθειά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.
……………………………………………………………………….
κι εμείς μες στη φωλιά του αετού γεμίσαμε κουράγιο
το δισκοπότηρό μας εκτοξεύσαμε στα τέσσερα
της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ συστήματος
θύματα να μην πέσουμε.
Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.
Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.
Ευοί,ω, λεύτερα στοιχεία, ευοί.
Ένα μεγάλο μέρος της δυτικής φιλοσοφίας από το τέλος του Μεσαίωνα και μετά αμφισβητούσε την ύπαρξη του Θεού, όμως το έθετε υποδόρια, φοβόταν την ξεκάθαρη έκθεση. Εκείνος που ρητά δεν δίστασε να το δηλώσει ήταν ο Φιλόσοφος Νίτσε, ο οποίος στη θέση του νεκρού Θεού πρότεινε τον Υπεράνθρωπο. Πάνω σε αυτό το τόσο τολμηρό πιστεύω του Γερμανού φιλόσοφου στηρίζει το ποιητικό του όραμα σε αυτή τη συλλογή ο Αλυγιζάκης. Όμως τι είναι ο Υπεράνθρωπος, τι πρεσβεύει ως αξίες, ποιος είναι ο στόχος του και τι καινούργιο μπορεί να προσφέρει στην βασανισμένη ανθρωπότητα; Όλα αυτά τα ερωτήματα ποιητικά βρίσκουν τις απαντήσεις τους μέσα στην συλλογή, που είναι ένας τρόπος μύησης για ανάταση και αναπτέρωση. Ο Υπεράνθρωπος είναι ο μέγας μύστης που καθοδηγεί σε μια μακρά και επίπονη διαδικασία απελευθέρωσης της ψυχής από τα δεσμά των θεσμικά κατοχυρωμένων θρησκειών με απώτερο σκοπό την ευτυχία του ανθρώπου. Ευαγγελίζεται την αναγέννησή μας μέσα από την απόκτηση ελεύθερης βούλησης, που είναι η βάση για την πνευματική ανύψωση σε αυτόν τον γήινο κόσμο, τον μοναδικό, άλλωστε, που έχουμε, καθώς οι μεταφυσικές ελπίδες για ουράνιους παραδείσους αναιρούνται.
Η ελεύθερη βούληση οδηγεί στην έρευνα, την αμφισβήτηση, την συνεχή αναζήτηση της γνώσης, στη συναδέλφωση των ανθρώπων για δικαιότερο και φωτεινότερο κόσμο, ουσιαστικά για μια προσπάθεια να καλυτερέψουν τις συνθήκες της ζωής τους βασιζόμενοι στην αρετή και την αυτογνωσία. Παράλληλα η γήινη χαρά δεν πρέπει να παραμερίζεται. Το απολλώνιο πνεύμα πρέπει να συμβαδίζει με τη διονυσιακή έκσταση. Ο χορός, η μουσική, η ποίηση κατέχουν κεντρική θέση στη φιλοσοφική ενατένιση που δίνει ο Υπεράνθρωπος. Μας προτρέπει να χαρούμε την ευφρόσυνη πλευρά της ζωής, να τη γευτούμε με όλες τις αισθήσεις μας. Η μέθη μέσα από τη χαρά δυναμώνει το πνεύμα για να αντέχει στη δύσκολη πορεία προς τη σοφία και την αρετή.
Ο Αλυγιζάκης δεν τρέφει αυταπάτες ότι η απόκτηση ελεύθερου πνεύματος απαιτεί τεράστιες ψυχικές δυνάμεις, το παραθέτει στην αρχή της συλλογής του απροσχημάτιστα: «Γι’ αυτούς που τολμούν να λιώσουν μέσα στην έννοια της ελευθερίας και για ένα κλάσμα δευτερολέπτου μπορούν να πουν: ελεύθερος είμαι. Το βιβλίο αυτό δεν είναι για λιγόψυχους. Όποιος τολμά ας διαβάσει». Για τον ποιητή οι μύστες και οι μυημένοι, οι σχοινοβάτες και οι Υπεράνθρωποι μοιάζουν με δένδρο που ψηλώνει και ατενίζει το υπέρλαμπρο φως του στον ουρανό, ενώ τα άκρα τους μέσα στην άβυσσο βαθειά απλώνουν ρίζες. Αυτή την αναπόφευκτη δυαδικότητα ακολουθούν προκειμένου να πετύχουν τη μάχη του ανθρώπου ενάντια στο κτήνος.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ, ποιήτρια, Θεσσαλονίκη, 2014 για το ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 35

http://www.apostaktirio.gr

Advertisements

Manolisaggelakirouk-thumb-large

George Seferis_cover

Από το βιβλίο ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ/From the book MYTHISTOREMA

XXI

We who started out on this pilgrimage
looked at the broken statues
we lost ourselves and said life is not exhausted
so easily
that death has unfathomable ways
and its own special justice

that when we died standing on our feet
like brothers inside the stone
united in toughness and weakness
the ancient dead escaped the circle and have
been reborn
and smile in a peculiar silence.
ΚΑ’

Εμείς που ξεκινήσαμε για το προσκύνημα τούτο
κοιτάξαμε τα σπασμένα αγάλματα
ξεχαστήκαμε και είπαμε πως δε χάνεται η ζωή τόσο
εύκολα
πως έχει ο θάνατος δρόμους ανεξερεύνητους
και μια δική του δικαιοσύνη,

πως όταν εμείς ορθοί στα πόδια μας πεθαίνουμε
μέσα στην πέτρα αδερφωμένοι
ενωμένοι με τη σκληρότητα και την αδυναμία,
οι παλαιοί νεκροί ξεφύγαν απ’ τον κύκλο και
αναστήθηκαν
και χαμογελάνε μέσα σε μια παράξενη ησυχία.
~Γιώργου Σεφέρη-Ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2012
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

Manolis-hours

CENTAUR

Morning and the horses neigh
tied onto the froth of impenitent sea
rustle of naked leaves punished
leaves forty times lashed by the winds
climbs on the shoulder-blade of Sunday
and on the Pelion waters.
Here the blood of serpents poisons
the ripen languor of serenity
like rust the veins of marble and
time gathers the wings of ash
to debate with the blond gables
now that in the sleep of the olive tree
the spider forms its wrinkly netting.
In the fields the lustful sprouts
quiver and bathe
in the fountain of convulsion.

ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ
Πρωί καί χλιμιντρίζουν τ’ ἄλογα
σκοινιασμένα στούς ἀφρούς τῆς ἀμεταμέλητης θάλασσας.
Βουή ἀπό γυμνά φύλλα τιμωρημένα
μέ σαράντα ραβδισμούς στήν ἀγορά τῶν ἀνέμων
σκαρφαλώνει στήν ὠμοπλάτη της Κυριακῆς
καί τά νερά του Πήλιου.
Ἐδῶ σαρακώνει τῶν ἑρπετῶν ὁ ἰχώρας
τήν μεστή νωχέλεια τῆς γαλήνης
καθώς ἡ σκουριά τίς φλέβες τοῦ μάρμαρου.
Καί τά φτερά τῆς ἀθάλης συντάσσει ὁ καιρός
μέ τά ξανθά ἀετώματα νά ἀντιδικήσουν
τώρα πού στόν ὕπνο τῆς ἐλιᾶς
ἀνυφαίνει ἡ ἀράχνη ἕνα δίχτυ ρυτίδες.
Τῶν ἀγρῶν ὅλοι οἱ μίσχοι λάγνοι
σαλεύουνε καί λούζονται
στήν κολυμπήθρα τῶν σπασμῶν.

HOURS OF THE STARS, poetry by Dimitris Liantinis, translated by Manolis Aligizakis Libros Libertad, 2015

sefs_front

DENIAL

On the secluded seashore
white like a dove
we thirsted at noon;
but the water was brackish.

On the golden sand
we wrote her name;
when the sea breeze blew
the writing vanished.

With what heart, with what spirit
what desire and what passion
we led our life; what a mistake!
so we changed our life.
ΑΡΝΗΣΗ

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της
ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.

Με τί καρδιά, με τί πνοή,
τί πόθους και τί πάθος
πήραμε τη ζωή μας, λάθος!
Κι αλλάξαμε ζωή.

~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

manolis-2014

October 23 Gathering of Surrey Muse

Posted: October 23, 2015 by vequinox in Literature

kiki-dimoula

ILLEGALITIES

Illegitimately
I expand and experience
on plains existing
that the others don’t accept

there I stop and present
my persecuted world
there I recreate it
with small insubordinate tools
there I devote it
to a sun
shapeless, lightless
motionless
my personal sun

there I occur

however at sometime
this ends and
I contract and
I violently return
(to calm down)
to the known and acceptable
plain of
the earthly bitterness and

I’m proved to be wrong

~ Kiki Dimoula, from the book “By Default”, Ikaros, Athens, Greece, 1958
~ Poem translated by Manolis Aligizakis

ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ

Επεκτείνομαι και βιώνω
παράνομα
σε περιοχές που σαν υπαρκτές
δεν παραδέχονται οι άλλοι.
Εκεί σταματώ και εκθέτω
τον καταδιωγμένο κόσμο μου,
εκεί τον αναπαράγω
με πικρά κι απειθάρχητα μέσα,
εκεί τον αναθέτω
σ’ έναν ήλιο
χωρίς σχήμα, χωρίς φως,
αμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Εκεί συμβαίνω.
Κάποτε, όμως,
παύει αυτό.
Και συστέλλομαι,
κι επανέρχομαι βίαια
(προς καθησυχασμόν)
στη νόμιμη και παραδεκτή
περιοχή,
στην εγκόσμια πίκρα.
Και διαψεύδομαι.

~ Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά, Ίκαρος, Αθήνα, 1958
~ Source of the Greek version of the poem: http://www.greek-translation-wings.blogspot.gr

BIOGRAPHY

Kiki Dimoula (Greek: Κική Δημουλά; 19 June 1931, Athens) is a Greek poet.
Dimoula’s work is haunted by the existential dissolution of the post-war era. Her central themes are hopelessness, insecurity, absence and oblivion. Using diverse subjects (from a “Marlboro boy” to mobile phones) and twisting grammar in unconventional ways, she accentuates the power of the words through astonishment and surprise, but always manages to retain a sense of hope.
Her poetry has been translated into English, French, German, Swedish, Danish, Spanish, Italian and many other languages. In 2014, the eleventh issue of Tinpahar published ‘Kiki Dimoula in Translation’, which featured three English translations of her better known works.
Dimoula has been awarded the Greek State Prize twice (1971, 1988), as well as the Kostas and Eleni Ouranis Prize (1994) and the Αριστείο Γραμμάτων of the Academy of Athens (2001). She was awarded the European Prize for Literature for 2009. Since 2002, Dimoula is a member of the Academy of Athens
Dimoula worked as a clerk for the Bank of Greece. She was married to the poet Athos Dimoulas (1921–1985), with whom she had two children.

George Seferis_cover

ACTORS

We put up theaters and take them down
wherever we may find ourselves
we put up theaters and set the stage
yet our destiny always wins and

it sweeps them as it sweeps us
the actors and the actors’ director
the prompter and the musicians
scattered to the five hasty wings.

Flesh, mats, woods, make-up
rhymes, emotions, peplos, jewellery
masks, sunsets, wails, and yelling
and exclamations and sun risings

thrown amongst us in disarray
(where are we going? where are you going?)
exposed nerves over our skin
like the stripes of a zebra or an onager

naked and airy, dry and burning
(when were we born? when they buried us?)
and stretched like the strings
of a lyre that always buzzes. Look also

at our hearts; a sponge
dragged on the street and the bazaar
drinking the blood and the bile
of the tetrarch and of the thief

~Middle East, 1943

“George Seferis-Collected Poems”, translated by Manolis Aligizakis, Libros libertad, 2012
Book was short-listed at the National Greek Literary Awards, category translation, the highest Greek poetry recognition.

ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ

Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε
όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε
στήνουμε θέατρα και σκηνικά,
όμως η μοίρα μας πάντα νικά

και τα σαρώνει και μας σαρώνει
και τους θεατρίνους και το θεατρώνη
υποβολέα και μουσικούς
στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς.

Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια,
ρίμες, αισθήματα, πέπλα, στολίδια,
μάσκες, λιογέρματα, γόοι και κραυγές
κι επιφωνήματα και χαραυγές

ριγμένα ανάκατα μαζί μ’ εμάς
(πες μου που πάμε; πες μου που πας;)
πάνω απ’ το δέρμα μας γυμνά τα νεύρα
σαν τις λουρίδες ονάγρου ή ζέβρα

γυμνά κι ανάερα, στεγνά στην κάψα
(πότε μας γέννησαν; πότε μας θάψαν;)
και τεντωμένα σαν τις χορδές
μιας λύρας που ολοένα βουίζει. Δες

και την καρδιά μας∙ ένα σφουγγάρι,
στο δρόμο σέρνεται και στο παζάρι
πίνοντας το αίμα και τη χολή
και του τετράρχη και του ληστή.

Μέση Ανατολή, Αύγουστος ’43

93119261_134154321279
ΔΡΟΜΟΙ ΠΑΛΙΟΙ

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή.

Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου
κι εγώ.

Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ
κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε με γνώριζε.

OLD STREETS

Old streets that I loved and I hated forever
where I walked under the shade of houses
inescapable nights of the return and the city: dead.

I discover my insignificant presence in every corner
wishing that at some time I meet you: lost ghost of my passion
and I.

As I, forgotten and idocile walked holding a flickering spark
in my wet palms.

And I walked in the night and I knew no one
and no one and no one knew me.

~Mετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis