Archive for the ‘Translation’ Category

379full-kostas-karyotakis

ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΜΟΥ

Δικά μου οἱ στίχοι, ἀπ᾿ τὸ αἷμα μου, παιδιά.
Μιλοῦνε, μὰ τὰ λόγια σὰν κομμάτια
τὰ δίνω ἀπὸ τὴν ἴδια μου καρδιά,
σὰ δάκρυα τοὺς τὰ δίνω ἀπὸ τὰ μάτια.

Πηγαίνουν μὲ χαμόγελο πικρό,
ἀφοῦ τὴ ζωὴν ἀνιστορίζω τόσο.
Ἥλιο καὶ μέρα καὶ ἥλιο τοὺς φορῶ,
ζώνη νὰν τά ῾χουν ὅταν θὰ νυχτώσω.

Τὸν οὐρανὸν ὁρίζουν, τὴ γῆ.
Ὅμως ρωτιοῦνται ἀκόμα σὰν τί λείπει
καὶ πλήττουνε καὶ λιώνουν πάντα οἱ γιοὶ
μητέρα ποὺ γνωρίσανε τὴ Λύπη

Τὸ γέλιο τοῦ ἁπαλότερου σκοποῦ,
τὸ πάθος μάταια χύνω τοῦ φλαούτου·
εἶμαι γι᾿ αὐτοὺς ἀνίδεος ρήγας ποὺ
ἔχασε τὴν ἀγάπη τοῦ λαοῦ του.

Κεῖ ρεύουνε καὶ σβήνουν καὶ ποτὲ
δὲν παύουνε σιγά-σιγὰ νὰ κλαῖνε.
Ἀλλοῦ κοιτώντας διάβαινε, Θνητέ·
Λήθη, τὸ πλοῖο σου φέρε μου νὰ πλένε

 

MY VERSES

 

They are mine, my friends, as if my blood

they speak, like words and pieces

of my heart that I give away

like tears from my eyes that I give you

 

they reach you like saddened smiles

since I narrate my life through them

I the sun I dress them with the sun of day

like belts to keep when a night I become

 

the oversee the sky and the earth

yet they question what is still missing

and they’re bored and they wither

sons who have sorrow as their mother

 

the laughter of the smoothest tune

I echo the passion of the flute

for them I’ve become the ruler

who has lost the love of his people

 

there they floe and they fade never

to stop yet slowly they cry

turn your glance elsewhere oh, mortal

bring your ship oh, forgetfulness that they sail on it.

 

KOSTAS KARYOTAKIS, translated by Manolis Aligizakis

Advertisements

alpha

O εμβληματικός Wilhelm Furtwängler με τον Ernest Ansermet. Παρίσι 1945
Μια αγαπημένη συνήθεια, κατά τη διάρκεια της καθημερινής διαδικτυακής ανάγνωσης των πρωτοσέλιδων των εφημερίδων και της αλίευσης διαφόρων πληροφοριών (συνήθως ανούσιων), αποτελεί και η ακρόαση μουσικής. Το τελευταίο διάστημα, τείνω να συνδυάζω τις ειδήσεις περί του προεκλογικού αγώνα με τις σαγηνευτικές μελωδίες της κλασικής μουσικής. Από τον Mahler και τον Wagner, μέχρι τον Sibelius και τον Shostakovich. Προχθές έτυχε να ακούσω, για μια ακόμη φορά, την αριστουργηματική και ρωμαλέα εκτέλεση της 9ης του Beethoven από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, σε μια ηχογράφηση του 1942 και υπό τη διεύθυνση του Wilhelm Furtwängler.
♠ Wilhelm Furtwängler – Berlin Philharmonic Orchestra – Beethoven’s Symphony No. 9 in D minor op 125 ♠
Πρόκειται, ίσως, για την ωραιότερη εκτέλεση της περίφημης μουσικής δημιουργίας του Ludwig van Beethoven. Ένα πραγματικό μουσικό ντοκουμέντο, που συνδυάζει την έκσταση που αφειδώς χαρίζει στον ακροατή η, πλημμυρισμένη από πάθος, παράσταση του κορυφαίου μαέστρου της κλασικής μουσικής, και την καταβύθιση στις γκρίζες σελίδες της πρόσφατης ευρωπαϊκής ιστορίας. Η εμβληματική μορφή του Furtwängler, μου θύμισε μια εξαιρετική θεατρική παράσταση που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, πριν αρκετά χρόνια. Την «Προσωπική Συμφωνία».
Το έργο του Ronald Harwood είναι ένα από τα σημαντικότερα θεατρικά που έχω παρακολουθήσει και αυτό που μου προξένησε τα εντονότερα συναισθήματα. Συνετέλεσαν σ’ αυτό η ακτινοβολούσα δύναμη του καλογραμμένου κειμένου, η εξαίρετη μουσική επένδυση της παράστασης, οι αξιόλογες ερμηνείες των ηθοποιών, αλλά και ο χώρος που ανέβηκε η παράσταση, μιας και το Υπόγειο της οδού Πεσμαζόγλου είναι ένα μέρος εμποτισμένο με την αύρα του Καρόλου Κουν και τη δράση που έχουν αναπτύξει οι πολιτιστικοί κληρονόμοι του Θεάτρου Τέχνης.
Η ιστορία της «Προσωπικής Συμφωνίας» είναι αληθινή. Πρόκειται για μια δραματοποιημένη αναπαράσταση της ανάκρισης ενός εκ των μύθων της κλασικής μουσικής, του Γερμανού μαέστρου Wilhelm Furtwängler, που διενεργήθηκε στα πλαίσια της Αποναζιστικοποίησης του καλλιτεχνικού χώρου, από τους Αμερικανούς, με την ισχύ και τη νομιμοποίηση των νικητών του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Ο Furtwängler υπήρξε μια συγκλονιστική καλλιτεχνική παρουσία, έμεινε στην ιστορία ως ο «Θεός του πόντιουμ» και πολλοί τον χαρακτήρισαν ως τον «Ζωγράφο της Κλασικής Μουσικής».
Το 1933, όταν ο Hitler ανέλαβε τα ηνία της εξουσίας, οι Εβραίοι συνάδελφοι του Furtwängler αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Γερμανία, ενώ άλλοι αυτοεξορίστηκαν ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη κατάπτωση που είχε περιέλθει ο λαός των Γερμανών, αλλά και ως έσχατη πράξη προειδοποίησης για τα δεινά που διέβλεπαν να καταφθάνουν. Ο Furtwängler επέλεξε να παραμείνει στη χώρα του, με σκοπό τη διατήρηση της υψηλής μουσικής παράδοσης για χάρη του λαού του.
Ανάμεσα στους πιο ένθερμους θαυμαστές του μεγάλου μαέστρου υπήρξε και ο ίδιος ο Hitler καθώς και όσοι έλεγχαν μαζί μ’ αυτόν τη Ναζιστική κουλτούρα, όπως για παράδειγμα ο Paul Joseph Goebbels. Την περίοδο λοιπόν που χιλιάδες Εβραίοι εξοντώνονταν, η Φιλαρμονική Ορχήστρα και η Όπερα μάγευαν τα πλήθη με τις εκπληκτικές εκτελέσεις των έργων του Ludwig van Beethoven, του Wolfgang Amadeus Mozart και του Wilhelm Richard Wagner. Η μουσική είχε μεταβληθεί σε όργανο καταδυνάστευσης στα χέρια του Goebbels και των υπόλοιπων «πνευματικά ανώτερων» ηγετικών στελεχών του Ναζιστικού καθεστώτος.
Ο Furtwängler κατηγορήθηκε ως φιλικά προσκείμενος προς το καθεστώς. Το στοιχείο που κατέτεινε προς την στοχοποίηση του μαέστρου, ήταν μια φωτογραφία – που έκανε το γύρο του κόσμου – η οποία παρουσίαζε τον Hitler να συγχαίρει τον μαέστρο μετά από μια παράσταση και να του προσφέρει λουλούδια. Ο μαέστρος δεν έπαψε να αρνείται την κατηγορία αυτή ως το τέλος της ζωής του. Πολύ περισσότερο υποστήριζε πως με τη μεγάλη φήμη που απέκτησε με το έργο του, τού δόθηκε η δυνατότητα να κριτικάρει ανοιχτά το καθεστώς αλλά και να φυγαδεύει με επιτυχία δεκάδες Εβραίων μουσικών διαμέσου της ορχήστρας του.
Πράγματι, ο μαέστρος είχε αντιταχθεί ανοιχτά στην απαγόρευση του έργου του Paul Hindemith «Ο Ζωγράφος Ματίς», που είχε χαρακτηρισθεί ως εκφυλισμένη μουσική από το καθεστώς, γεγονός που τον οδήγησε και σε παραίτηση του αξιώματος του Διευθυντή της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου. Όσον αφορά τη φυγάδευση πολλών ελπιδοφόρων – στην πλειοψηφία τους Εβραίων – μουσικών μέσω της ορχήστρας του, τα σχετικά έγγραφα μυστηριωδώς χάθηκαν προ της έναρξης της διαδικασίας της ανάκρισης του από την Επιτροπή Αποναζιστικοποίησης.
Ο Ronald Harwood δεν λαμβάνει μια σαφή θέση ως προς το δίλημμα του διανοούμενου καλλιτέχνη μπροστά στην ανθρώπινη αγωνία. Άφησε σκόπιμα να αιωρείται η απορία για το αν η μουσική είναι ένοχη ή σωτήρια. Ως θεατής της παράστασης έμεινα με αναπάντητο το ερώτημα: αν ο μαέστρος γύρισε υπεροπτικά την πλάτη του στους ομαδικούς τάφους και τις μαζικές εκτελέσεις ή αν διηύθυνε ένα μαγικό ταξίδι για τις πονεμένες ψυχές μέσα σ’ ένα τόσο απάνθρωπο καθεστώς.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο Harwood επιτρέπει στον θεατή να αποφασίσει, μη θέλοντας να γίνει καθοδηγητής της σκέψης του. Σκόπιμα δεν δίνει το πόρισμα της ανάκρισης. Αρνείται να πάρει θέση ως προς το ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος. Ίσως γειτνιάζοντας με την παραδοχή ότι δεν υφίσταται ξεκάθαρος διαχωρισμός ανάμεσα στις δυο αυτές έννοιες. Δίδει την ελευθερία στον θεατή, να εντάξει τον εαυτό του στα ιστορικά πλαίσια ενός απολυταρχικού καθεστώτος και να αποφασίσει ποια θα πρέπει να είναι η ενδεδειγμένη στάση του καλλιτέχνη.
Για την ιστορία, θα πρέπει να τονιστεί πως ο Wilhelm Furtwängler τελικά αθωώθηκε από την Επιτροπή Αποναζιστικοποίησης, αλλά η εξοντωτική ανάκριση των Αμερικανών τον καταρράκωσε ηθικά και βιολογικά. Αυτή ήταν άλλωστε και μια σημαντική παράμετρος της παράστασης, τα όρια αντοχής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μπροστά στον εξευτελισμό και την πίεση της εξουσίας.
Τον ρόλο του Wilhelm Furtwängler είχε ερμηνεύσει ο Άγγελος Αντωνόπουλος, ενώ ο Γιάννης Φέρτης είχε υποδυθεί τον Αμερικανό Ταγματάρχη στον ρόλο του ανακριτή. Ο ηθοποιός που μου είχε κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση, όμως, ήταν ο Μανώλης Μαυροματάκης, ως ένας εκ των μουσικών της ορχήστρας του Furtwängler. Ένας ηθοποιός εξαιρετικής ποιότητας και «βάθους», που – δυστυχώς – στη μεγάλη πλειοψηφία του κοινού, είναι γνωστός κυρίως για την τηλεοπτική του παρουσία (σήριαλ, τηλεοπτικές διαφημίσεις).
Τα παράγωγα της μεγάλης Τέχνης (βιβλία, πίνακες ζωγραφικής, θεατρικές παραστάσεις, μελωδίες), όταν δεν τα καταναλώνουμε απλώς, διατηρούν τη δυνατότητα να ξυπνούν συνειδήσεις και να επηρεάζουν τη ζωή· καμιά φορά με έναν τρόπο εντελώς ανεξήγητο, απρόσμενο και καθοριστικό. Υποθέτω ότι το έργο του Ronald Harwood ανήκει σ’ αυτή τη κατηγορία, όπως και η Συμφωνία n°4 op.98 του Brahms που ακούω και η οποία φτάνει στο τέλος της συνοδεύοντας τις λέξεις αυτού του κειμένου, που μόλις τελείωσαν.
http://www.aoratosfaros.wordpress.com

74001 3

ODYSSEY A

And when in his wide courtyards Odysseus had cut down
the insolent youths, he hung on high his sated bow
and strode to the warm bath to cleanse his bloodstained body.
Two slaves prepared his bath, but when they saw their lord
they shrieked with terror, for his loins and belly steamed
and thick black blood dripped down from both his murderous palms
their copper jugs rolled clanging on the marble tiles.
The wandering man smiled gently in his horny beard
and with his eyebrows signed the frightened girls to go.

ΟΔΥΣΣΕΙΑ Α

Σαν πια ποθέρισε τους γαύρους νιους μες στις φαρδιές αυλές του,
το καταχόρταστο ανακρέμασε δοξάρι του ο Δυσσέας
και διάβη στο θερμό λουτρό, το μέγα του κορμί να πλύνει.
Δυο δούλες συγκερνούσαν το νερό, μα ως είδαν τον αφέντη
μπήξαν φωνή, γιατι η σγουρή κοιλιά και τα μεριά του αχνίζαν
και μαύρα στάζαν αίματα πηχτά κι από τις δυο του φούχτες
και κύλησαν στις πλάκες οι χαλκές λαγήνες τους βροντώντας.
Ο πολυπλάνητος γελάει πραγά μες στα στριφτά του γένια
και γνέφει παίζοντας τα φρύδια του στις κοπελλιές να φύγουν.
Το χλιο πολληώρα φραίνουνταν νερό κι οι φλέβες του ξαπλώναν
μες το κορμί σαν ποταμοί, και τα νεφρά του δροσερεύαν
κι ο μέγας νους μες στο νερό ξαστέρωνε κι αναπαυόταν.

~ODYSSEY, by NIKOS KAZANTZAKIS, translated by KIMON FRIAR

Nikos Kazantzakis
1883-1957
Nikos Kazantzakis was born in Heraklion, Crete, when the island was still under Ottoman rule. He studied law in Athens (1902-06) before moving to Paris to pursue postgraduate studies in philosophy (1907-09) under Henri Bergson. It was at this time that he developed a strong interest in Nietzsche and seriously took to writing. After returning to Greece, he continued to travel extensively, often as a newspaper correspondent. He was appointed Director General of the Ministry of Social Welfare (1919) and Minister without Portfolio (1945), and served as a literary advisor to UNESCO (1946). Among other distinctions, he was president of the Hellenic Literary Society, received the International Peace Award in Vienna in 1956 and was nominated for the Nobel Prize in Literature.
Kazantzakis regarded himself as a poet and in 1938 completed his magnum opus, The Odyssey: A Modern Sequel, divided into 24 rhapsodies and consisting of a monumental 33,333 verses. He distinguished himself as a playwright (The Prometheus Trilogy, Kapodistrias, Kouros, Nicephorus Phocas, Constantine Palaeologus, Christopher Columbus, etc), travel writer (Spain, Italy, Egypt, Sinai, Japan-China, England, Russia, Jerusalem and Cyprus) and thinker (The Saviours of God, Symposium). He is, of course, best known for his novels Zorba the Greek (1946), The Greek Passion (1948), Freedom or Death (1950), The Last Temptation of Christ (1951) and his semi-autobiographical Report to Greco (1961). His works have been translated and published in over 50 countries and have been adapted for the theatre, the cinema, radio and television.

images

ODYSSEY BY NIKOS KAZANTZAKIS

Oh, Great Oriental Sun, golden cup of my proud mind
slanting I like to wear you, wish to play and
while you and I are alive that our hearts will rejoice.
This Earth is good, it suits us, like a global grape
it hangs, my God, in the blue air and shivers in the tempest
nibbled by the spirits and by the birds of the winds
let us nibble on it too that it will refresh our minds!

ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Ήλιε μεγάλε ανατολίτη μου, χρουσό σκουφί του νου μου,
αρέσει μου στραβά να σε φορώ, πεθύμησα να παίξω,
όσο να ζεις, όσο να ζω κι εγώ, για να χαρεί η καρδιά μας.
Καλή `ναι τούτη η γης, αρέσει μας, σαν το σγουρό σταφύλι
στον μπλάβο αγέρα, Θε μου, κρέμεται, στο δρόλαπα κουνιέται
και την τσιμπολογούν τα πνέματα και τα πουλιά του ανέμου
ας την τσιμπολογήσουμε κι εμείς, να δροσερέψει ο νους μας!
~Translated by Manolis Aligizakis

10255262_707962025913052_1628846779_n

ΛΕΩΝ

Οἱ λόχμες τῶν ἀξόδιαστων πόθων
καμαρώνουν τήν χήτη τοῦ λέοντα
τόν Αὔγουστο τόν σαραντάπηχο
ἐμπροστά στοῦ ἥλιου τό σπήλαιο
καί τίς ἁπλωμένες ἐλπίδες τῶν κήπων.

LEO

Thickets of unspent lust
admire the lion’s mane
during the forty yard August
before the cave of the sun and
the spread hope of the gardens

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis

cover

ΤΑ ΚΑΡΦΙΑ

Σκέφτομαι, κάποτε, σε μια ιδιαίτερη ώρα, να διηγηθώ όλες τις
λεπτομέρειες, πώς, λόγου χάρη, άρχισε αυτή η αθεράπευτη αρρώ-
στια στον απέναντι τοίχο ή για εκείνη τη γυναίκα στο πάρκο, που
ήταν ολόκληρη καρφωμένη πάνω στό παγκάκι, και λέω καρφωμένη
χωρίς ίχνος υπερβολής, τα καρφιά εξείχαν σαν μικρά κουμπιά πάνω
απ’ τα ρούχα της, ενώ η τσάντα με την ταυτότητά της κυλούσε
μες στο ρυάκι, για να μην ξέρουμε τίποτα γι αυτήν, κι όπως ανέ-
βηκα στη σοφίτα που μου `χαν παραχωρήσει για τη νύχτα, είδα
πως είχαν μετακομίσει, και δεν έμενε παρά λίγο άχυρο, επειδή
είχαν πάντα το φόβο του ξεπεσμού, κι ήταν στιγμές που όλοι περί-
μεναν το αναπόφευκτο, κι όταν νύχτωνε ήρεμα, ησύχαζαν, γιατί
εκείνοι δεν πηγαινοέρχονταν στο διάδρομο, να δούν ακριβώς πίσω
απ’ την πόρτα του βάθους.
Γι’ αυτό κι εγώ κρατιέμαι παράμερα, με την ελπίδα να ξαναβρώ
εκείνη τη χαμένη ψυχή.

THE NAILS

Sometimes, on a special hour, I think of narrating all the details:
how for example this incurable disease started on the opposite wall
or about that woman in the park whose body was nailed on the bench
and I say this without exaggeration; the nails protruded from her cloths
like small buttons while her purse with her identity card floated down
the creek that we couldn’t find out anything about her and as I
went up to the loft they allotted to me for the night I discovered they
had moved and only hay was left behind because they always had
the fear of comedown and there were moments when everyone
anticipated the inescapable and when the night fell serenely they
quietened down because the others weren’t going back and forth
in the hallway to look behind the far end door.
For this I’ve stayed on the sidelines hoping to rediscover that
lost soul.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

10620711_334529050045187_4859070671039708913_n

THE SECOND ADVENT OF ZEUS

And Zeus had promised my return

to again face the loathly
teeth of the abyss
at the ecliptic hour
of a hot July day as the cicadas’
cantos awaken the high noon
lullabies and
olive tree leaves sieving
sunlight and the loaf
allotted to me
was kneed without yeast
swirls of anger and pictures of people
familiar and bearded old beasts of

my kin
softly sprang up
as if
from the earth’s bottom
to release me
from the commitment
of eternal return

caique sails plastered on the horizon
ambience and nostalgia when
I felt my primeval
fear repeated
nothing but a warning of
my true passing through
the narrow Symplegades

Ι
Κι ο Δίας είχε υποσχεθεί την επιστροφή μου
για να ξαναντικρύσω
τα βρώμικα δόντια της αβύσου
κατά τη διάρκεια ελλειπτικής ώρας
ολόθερμης Ιουλίου μέρας
που τα τζιτζίκια θα ξυπνούν το μεσημέρι
με νανουρίσματα
και φύλλα της ελιάς
τον ήλιο θα κρησάρουν
και το ψωμί
στη μοιρασιά που μού `πεσε
χωρίς προζύμι ζυμωμένο
στρόβιλος θυμού τα πανάρχαια θηρία
κι οι εικόνες ανθρώπων γενειοφόρων

η συγγένειά μου
απαλά θα ξεπηδήσει
σα να βγαίνουν
απ’ της γης τον πάτο
να μ’ απαλλάξουν
απ’ το καθήκον
της αιώνιας επιστροφής

πανιά καϊκιών στον ορίζοντα απλωμένα
γλυκιά ατμόσφαιρα και νοσταλγία όταν
ένιωσα τον αρχαίο φόβο
να ξαναγυρίζει
τίποτα παρά μια υπόδειξη
του περάσματός μου
απ’ το στενό των Συμπληγάδων

cover
~Love…transcendence of space and time
~Αγάπη…πέραν χρόνου και τόπου

My beloved
I love you more than I can say in words.
Yes, my beloved. Long before I met you
I had waited for you. I had always waited for you.

When I was a child and my mother would see me sad
she would lean down and ask. What is it my boy?
I wouldn’t talk. I would only look behind her shoulder
at a world without you.
And as I played the pencil with my fingers
it was as if I learned to write songs for you.

Αγαπημένη μου
σ’ αγαπώ πιο πολύ απ’ ό,τι μπορώ να σου πω με λόγια.
Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.
Σάν είμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις αγόρι;
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι
ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

vernal equinoxfrontcover07-08
Visitor

That he didn’t come
though expected
leaves you with
his image lingering
in the room on the lamp
the side table
your notebook filled
with poems
about him entering
like a band of light on the wall
and illuminating
your morning making
love to you
most tenderly

suddenly his absence
intrudes more sharply

Επισκέπτης

Δεν ήρθε κι η αναμονή
που τόσο τον περίμενες
σ’ αφήνει με την εικόνα του
να φτερουγίζει στο δωμάτιο
απ’ τη λάμπα στο τραπεζάκι,
στο σημειωματάριό σου το γιομάτο
ποιήματα για κείνον,
να έρθει και να μπει
λωρίδα φως πάνω στον τοίχο
ν’ αντανακλά
τον πρωϊνό ήλιο
και να σου κάνει
έρωτα τρυφερό.

Ξάφνου η απουσία του
γίνεται τρομερά βασανιστική

~Εαρινή Ισημερία, Ενεκεν, 2011
~Vernal Equinox, Ekstasis Editions, 2011

Ritsos_front large

Yannis Ritsos – Poems

A careful hand is needed to translate the poems of Yannis Ritsos, and Manolis is the ideal poet to undertake such an enormous task. Born in Crete, Manolis’s youth was intermingled with the poetry of Ritsos. Once a young man moved by the Theodorakis version of Epitaphios, he’s now a successful poet in his own right who is still moved to tears hearing the refrains of those notes from half a century ago. His Greek heritage, with its knowledge of the terrain, people, history and cultural themes, makes his translation all the more true to what Ritsos intended. Having visited the very places of which Ritsos wrote, he knows how the light and sea shift, and how Ritsos imagined those changes as being a temperament and personality of the Greece itself. The parallels in their lives are uncanny: when Ritsos was imprisoned, Manolis’ father also was imprisoned on false charges. Both men dealt with the forces of dictators and censorship, and experienced the cruel and unreasoning forces of those times. In fact, they even lived for a time in the same neighborhood. In his foreword to Poems, Manolis relates that he viewed him as a comrade, one whose “work resonated with our intense passion for our motherland and also in our veracity and strong-willed quest to find justice for all Greeks.” In Poems, Manolis chose to honor Ritsos first by not just picking and choosing a few titles to translate, although that might have been far easier. Instead, he undertook the complex task of translating fifteen entire books of Ritsos work-an endeavor that took years of meticulous research and patience. It should be noted that along with the translation, edited by Apryl Leaf, that he also includes a significant Introduction that gives a reader unfamiliar with Ritsos an excellent background on the poet from his own perspective. Dated according to when Ritsos composed them, it’s fascinating to see how some days were especially productive for him. These small details are helpful in understanding the context and meaning. For example, in Notes on the Margins of Time, written from 1938-1941, Ritsos explores the forces of war that are trickling into even the smallest villages. Without direct commentary, he alludes to trains, blood, and the sea that takes soldiers away, seldom to return. Playing an active role in these violent times, the moon observes all, and even appears as a thief ready to steal life from whom it is still new. From “In the Barracks”:

The moon entered the barracks It rummaged in the soldiers’ blankets Touched an undressed arm Sleep Someone talks in his sleep Someone snores A shadow gesture on the long wall The last trolley bus went by Quietness

Can all these be dead tomorrow? Can they be dead from right now?

A soldier wakes up He looks around with glassy eyes A thread of blood hangs from the moon’s lips

In Romiosini, the postwar years are a focus (1945-1947), and they have not been kind. The seven parts to this piece each reflect a soldier’s journey home.

These trees don’t take comfort in less sky These rocks don’t take comfort under foreigners’ Footsteps These faces don’t’ take comfort but only In the sun These hearts don’t take comfort except in justice.

The return to his country is marked by bullet-ridden walls, burnt-out homes, decay, and the predominantly female populace, one that still hears the bombs falling and the screams of the dead as they dully gaze about, looking for fathers, husbands, and sons. The traveler’s journey is marked by introspection and grim memories reflected on to the surfaces of places and things he thought he knew.

And now is the time when the moon kisses him sorrowfully Close to his ear The seaweed the flowerpot the stool and the stone ladder Say good evening to him And the mountains the seas and cities and the sky Say good evening to him And then finally shaking the ash off his cigarette Over the iron railing He may cry because of his assurance He may cry because of the assurance of the trees and The stars and his brothers

An entirely different feeling is found in Parentheses, composed 1946-1947. In it, healing is observed and a generosity of spirit exerts itself among those whose hearts had been previously crushed. In “Understanding”:

A woman said good morning to someone – so simple and natural Good morning… Neither division nor subtraction To be able to look outside Yourself-warmth and serenity Not to be ‘just yourself’ but ‘you too’ A small addition A small act of practical arithmetic easily understood…

On the surface, it may appear simple, a return to familiarity that may have been difficulty in times of war. Yet on another level, he appears to be referring to the unity among the Greek people-the ‘practical arithmetic’ that kept them united though their political state was volatile. Essentially timeless, his counsel goes far beyond nationalism.

Moonlight Sonata, written in 1956, is an impossibly romantic and poignant lyric poem that feels more like a short story. In it, a middle-aged woman talks to a young man in her rustic home. As he prepares to leave, she asks to walk with him a bit in the moonlight. “The moon is good –it doesn’t show my gray hair. The moon will turn my hair gold again. You won’t see the difference. Let me come with you”

Her refrain is repeated over and over as they walk, with him silent and her practically begging him to take her away from the house and its memories:

I know that everyone marches to love alone Alone to glory and to death I know it I tried it It’s of no use Let me come with you

The poem reveals her memories as well as his awkward silence, yet at the end of their journey, she doesn’t leave. Ritsos leaves the ending open: was it a dream? If not, why did she not go? What hold did the house have over her? Was it just the moonlight or a song on the radio that emboldened her?

In 1971, Ritsos wrote The Caretaker’s Desk in Athens, where he was under surveillance but essentially free. At this time he seems to be translating himself-that of how he was processing his own personal history. Already acclaimed for his work, perhaps he was uncertain of his own identity.

From “The Unknown”,

He knew what his successive disguises stood for (even with them often out of time and always vague) A fencer a herald a priest a rope-walker A hero a victim a dead Iphigenia He didn’t know The one he disguised himself as His colorful costumes Pile on the floor covering the hole of the floor And on top of the pile the carved golden mask And in the cavity of the mask the unfired pistol

If he is indeed discussing his identity, it’s with incredible honesty as to both his public persona and his private character. After all, he’d been nominated for the Nobel Prize for Literature in 1968 (and eight more times) and he was likely weighing, in his later years, all that he’d endured.

The beauty of this particular translation is that, while subjects and emotions change over time, they still feel united by the underlying character of Ritsos. Some translators leave their own imprint or influence, yet this feels free of such adjustment. It’s as if Ritsos’ voice itself has been translated, with the pauses, humor, and pace that identify the subtle characteristics of an individual.

~Wikipedia